Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΘεωρία - ΙστορίαΛέον Τρότσκι: Το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Λέον Τρότσκι: Το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης

Ο Τρότσκι για το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης και για τη σταλινική παραχάραξη των θέσεων του Λένιν προκειμένου να δικαιολογηθεί η αντιμαρξιστική ιδέα του «σοσιαλισμού σε μία χώρα».

Πηγή: Λέον Τρότσκι – «Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν ή ο μεγάλος οργανωτής των ηττών», εκδόσεις «Αλλαγή», Αθήνα 1979.

Μετάφραση: Θεοδόσης Θωμαδάκης – Τριαντάφυλλος Μηταφίδης.

Σημειώσεις και τίτλοι ενοτήτων προς διευκόλυνση του αναγνώστη: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος για τη συντακτική επιτροπή της «Κομμουνιστικής Επανάστασης»

Τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εξάλειψη από το καινούριο Σχέδιο Προγράμματος (1) του συνθήματος των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης, που είχε ήδη υιοθετηθεί από την Κομμουνιστική Διεθνή το 1923, ύστερα από μια αρκετά μακρόχρονη εσωτερική πάλη. Ή μήπως οι συγγραφείς θέλουν να «επανέλθουν» στη στάση που κράτησε ο Λένιν στα 1915 απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα; Μα γι’ αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά.

Όπως καθένας ξέρει, στην πρώτη περίοδο του πολέμου, ο Λένιν δίσταζε να χρησιμοποιήσει αυτό το σύνθημα. Αρχικά πέρασε στις θέσεις του «Σοσιαλδημοκράτη» (το κεντρικό όργανο του Κόμματος εκείνη την εποχή), σε συνέχεια ο Λένιν το απόρριψε. Αυτό μονάχα, δείχνει ότι δεν το απόκρουε γενικά για λόγους αρχής, μα θα έπρεπε να το κρίνει αυστηρά από την άποψη της τακτικής. Ότι ζύγιζε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές του, αντικρίζοντας το από τη σκοπιά του δοσμένου σταδίου. Είναι περιττό να πούμε πως ο Λένιν δεν δεχόταν ότι οι καπιταλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Κι εγώ αντιμετώπιζα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, αφού προωθούσα το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών αποκλειστικά σαν μορφή του μελλοντικού κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Ευρώπη.

Έγραφα: «Η σχετικά πλήρης οικονομική ένωση της Ευρώπης από τα πάνω («Κ.Ε.»: τα έντονα γράμματα έχουν επιλεχθεί από τον συγγραφέα), που θα ήταν το αποτέλεσμα μιας συμμαχίας ανάμεσα στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις, είναι μια ουτοπία. Έτσι τα πράγματα δεν μπορούν να πάνε πιο μακριά από επιμέρους συμβιβασμούς και ημίμετρα. Κατά συνέπεια η ίδια η οικονομική ένωση της Ευρώπης, που υπόσχεται τεράστια πλεονεκτήματα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές, όπως και στην ανάπτυξη γενικά της κουλτούρας, γίνεται το επαναστατικό καθήκον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου που παλεύει ενάντια στον ιμπεριαλιστικό προτεξιονισμό και το όργανό του το μιλιταρισμό» (Λεόν Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 85). Και πιο κάτω: «Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης αποτελούν πριν απ’ όλα μια μορφή, τη μοναδική μορφή που θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει, της δικτατορίας του ευρωπαϊκού προλεταριάτου», (Λεόν Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 92).

Σ’ αυτήν όμως την περίοδο ο Λένιν έβλεπε ορισμένους κινδύνους ακόμα και σ’ αυτόν τον τρόπο παρουσίασης του ζητήματος. Δεδομένου ότι δεν είχε ακόμα αποκτηθεί η εμπειρία της δικτατορίας του προλεταριάτου σε μια μόνη χώρα, κι ότι έλλειπε η θεωρητική σαφήνεια σ’ ότι αφορά αυτό το ζήτημα, ακόμα και από την αριστερή πτέρυγα της τότε Σοσιαλδημοκρατίας, το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης μπορούσε να γεννήσει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η προλεταριακή επανάσταση θα έπρεπε να αρχίσει ταυτόχρονα το λιγότερο πάνω σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Απέναντι σ’ αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο ο Λένιν μας καθιστούσε προσεκτικούς. Πάνω όμως σ’ αυτό το ζήτημα δεν είχα ούτε μια σκιά διαφωνίας με τον Λένιν.

Έγραφα από τότε: «Το ότι καμιά χώρα δεν πρέπει “να περιμένει” τις άλλες στην πάλη της, αυτό είναι μια στοιχειώδης σκέψη, που είναι χρήσιμο και αναγκαίο να την επαναλαμβάνουμε, για να μην μπορεί κανείς να αντικαταστήσει την ιδέα της παράλληλης διεθνιστικής δράσης με την ιδέα της διεθνιστικής αδράνειας μέσα στη συμμαχία. Χωρίς να περιμένουμε τους άλλους, αρχίζουμε και συνεχίζουμε την πάλη πάνω στο εθνικό έδαφος έχοντας την πλήρη βεβαιότητα ότι η πρωτοβουλία μας θα δώσει μιαν έξαρση στην πάλη των άλλων χωρών» (Λεόν Τρότσκι: «Το 1917», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90).

Σε συνέχεια ακολουθούν εκείνα ακριβώς τα λόγια μου που ο Στάλιν παράθεσε στην Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (2) σαν την πιο επικίνδυνη έκφραση του «τροτσκισμού», δηλαδή της «δυσπιστίας» απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις της επανάστασης και στην ελπίδα μιας βοήθειας από το εξωτερικό.

«Κι αν αυτό δεν γινόταν (δηλαδή, η επέκταση της επανάστασης στις άλλες χώρες Λ.Τ.), δεν υπήρχε καμιά ελπίδα που να μας κάνει να πιστεύουμε (όπως το μαρτυράει η ιστορική πείρα και οι θεωρητικοί υπολογισμοί) πως μια επαναστατική Ρωσία θα μπορούσε να αντισταθεί μπροστά σε μια συντηρητική Ευρώπη, ή πως μια σοσιαλιστική Γερμανία θα μπορούσε να επιζήσει απομονωμένη μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο» (Λεόν Τρότσκι: «Το 1917», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90). Πάνω σ’ αυτό το τσιτάτο και σε δύο ή τρία άλλα του ίδιου είδους βασίστηκε η καταδίκη που απαγγέλθηκε από την Έβδομη Ολομέλεια ενάντια στον «τροτσκισμό», που κράτησε τάχα σ’ αυτό το «βασικό ζήτημα» μια στάση «που δεν έχει τίποτε το κοινό με το λενινισμό».

Ας σταματήσουμε λοιπόν ένα λεπτό για να ακούσουμε τον ίδιο τον Λένιν. Στις 7 του Μάρτη 1918 έλεγε απ’ αφορμή την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόβσκ: «Αυτό είναι ένα μάθημα, γιατί είναι απόλυτα αληθινό πως χωρίς τη γερμανική επανάσταση θα συντριβούμε» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 132). Μια βδομάδα αργότερα: «Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός και δίπλα του η θριαμβευτική πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν μπορούν να συνυπάρχουν» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 175). Μερικές βδομάδες αργότερα, ο Λένιν έλεγε πάλι: «Το γεγονός ότι είμαστε καθυστερημένοι μας έσπρωξε μπροστά. Αν δεν ξέρουμε να κρατήσουμε μέχρι τη στιγμή που θα συναντήσουμε το δυναμικό στήριγμα των εξεγερμένων εργατών των άλλων χωρών, θα συντριβούμε» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 187, η υπογράμμιση είναι δική μας – Λ.Τ.).

Μήπως όμως όλα αυτά ειπώθηκαν κάτω από την ιδιαίτερη επίδραση της κρίσης του Μπρεστ-Λιτόβσκ: Όχι, το Μάρτη του 1919 ο Λένιν επαναλαμβάνει για άλλη μια φορά: «Ζούμε όχι μονάχα σε ένα κράτος, μα σ’ ένα σύστημα κρατών. Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί ότι μια Σοβιετική Δημοκρατία υπάρχει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δίπλα στα ιμπεριαλιστικά κράτη. Στο τέλος του λογαριασμού ο ένας από τους δύο θα νικήσει» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 16ος, σελ. 102).

Ένα χρόνο μετά, στις 7 του Απρίλη 1920, ο Λένιν υπενθύμιζε ακόμα: «Ο καπιταλισμός, αν τον υπολογίσει κανείς σε παγκόσμια κλίμακα, συνεχίζει να είναι πιο ισχυρός από την εξουσία των Σοβιέτ, κι όχι μονάχα από στρατιωτική, μα κι από οικονομική άποψη. Από τη βασική αυτή θέση πρέπει πάντα να ξεκινάμε και να μην την ξεχνάμε ποτέ» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 102). Στις 27 του Νοέμβρη 1920, απ’ αφορμή το πρόβλημα των παραχωρήσεων (3), ο Λένιν έλεγε: «Για την ώρα περάσαμε από τον πόλεμο στην ειρήνη, δεν ξεχνούμε όμως πως ο πόλεμος θα ξανάρθει πάλι. Όσο καιρό επιζούν ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός δεν μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά: στο τέλος του λογαριασμού, ο ένας από τους δυο θα νικήσει. Θα ψάλλει κανείς τη νεκρώσιμη ακολουθία είτε της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, είτε του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτό είναι μια αναβολή του πολέμου» (Λένιν: «Άπαντα», τομ. 17ος, σελ. 398).

Μήπως όμως η κατοπινή ύπαρξη της Δημοκρατίας των Σοβιέτ ανάγκασε τον Λένιν «να αναγνωρίσει το λάθος του» και να απαρνηθεί «τη δυσπιστία του απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις» της Οκτωβριανής Επανάστασης; Ο Λένιν στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δηλαδή τον Ιούλη του 1921, επανέλαβε ότι: «Έτσι δημιουργήθηκε μια ισορροπία εξαιρετικά επισφαλής, εξαιρετικά ασταθής, μα τελικά μια ισορροπία τέτοια που επιτρέπει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία να υπάρχει, βέβαια όχι για πολύ καιρό, μέσα σε μια καπιταλιστική περικύκλωση» (Λένιν: «Θέσεις Πάνω στην Τακτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας»).

Κι όχι μόνο αυτό. Στις 5 του Ιούλη 1921 ο Λένιν δήλωσε ανοιχτά στο Συνέδριο: «Για μας ήταν ξεκάθαρο πως χωρίς την υποστήριξη της παγκόσμιας διεθνιστικής επανάστασης ο θρίαμβος της προλεταριακής μας επανάστασης ήταν αδύνατος. Ήδη πριν από την επανάσταση, όπως κι ύστερα απ’ αυτήν, σκεπτόμασταν: στη συνέχεια ή το πολύ πολύ μέσα σ’ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα θα εκραγεί η επανάσταση στις καθυστερημένες χώρες και σ’ αυτές που είναι περισσότερο αναπτυγμένες από καπιταλιστική άποψη, ή σε αντίθετη περίπτωση θα συντριβούμε. Αν και είχαμε πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος, κάναμε το παν, μέσα σ’ οποιεσδήποτε περιστάσεις, για να διατηρήσουμε με κάθε θυσία το σοβιετικό σύστημα, γιατί ξέραμε πως δουλεύουμε όχι μονάχα για τους εαυτούς μας, μα και για την παγκόσμια επανάσταση» (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. Ι, σελ. 321).

Πόσο αυτά τα λόγια, μεγάλα στην απλότητά τους, ολότελα διαποτισμένα από το διεθνιστικό πνεύμα, απέχουν από τα σημερινά ευρήματα των περιαυτολόγων επιγόνων! Όπως και νά ’χει, έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: σε τί διαφέρουν όλες αυτές οι δηλώσεις του Λένιν από την πεποίθηση που εξέφραζα το 1915, ότι η μελλοντική επαναστατική Ρωσία ή η σοσιαλιστική Γερμανία δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν «απομονωμένες μέσα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο»; Οι προθεσμίες παρουσιάζονται διαφορετικές από ότι είχαν προσδιοριστεί στις προβλέψεις, όχι μονάχα στις δικές μου, μα και στις προβλέψεις του Λένιν. Η βασική ιδέα, όμως, διατηρεί όλη της την αξία, και σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ. Αντί να την καταδικάζουμε, λοιπόν, όπως το έκανε η Έβδομη Ολομέλεια, βασισμένη σε μια έκθεση, που δεν είχε τέτοια δικαιοδοσία και της έλλειπε η καλή πίστη, είναι απαραίτητο να την εισάγουμε στο Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Για να υπερασπίσουμε το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης σημειώναμε στα 1915 πως ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης δεν αποτελεί από μόνος του ένα επιχείρημα ενάντια σε αυτό το σύνθημα. Πραγματικά, η ανισότητα της ιστορικής ανάπτυξης είναι με τη σειρά της άνιση σε σχέση με τα διάφορα κράτη και ηπείρους: οι Ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσονται συγκριτικά άνισα η μία με την άλλη, ωστόσο μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα πως από ιστορική άποψη δεν υπάρχει προηγούμενο, τουλάχιστον στη διάρκεια της ιστορικής εποχής που μπορεί κανείς να εξετάσει, που μια απ’ αυτές τις χώρες, να ξεπέρασε τις άλλες τόσο, όσο η Αμερική ξεπέρασε την Ευρώπη. Υπάρχει μια κλίμακα ανισότητας για την Αμερική και μια άλλη για την Ευρώπη.

Οι ιστορικές και γεωγραφικές συνθήκες καθόρισαν από τα πριν ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης μια οργανική συνάφεια τόσο ουσιώδη, ώστε δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να ξεφύγουν απ’ αυτήν. Οι σημερινές αστικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μοιάζουν με δολοφόνους δεμένους στο ίδιο άρμα. Όπως έχουμε κιόλας πει, η επανάσταση στην Ευρώπη θα έχει σε τελευταία ανάλυση μια αποφασιστική σπουδαιότητα για την Αμερική. Μα άμεσα, με τον πιο κοντινό ιστορικό υπολογισμό, η επανάσταση στη Γερμανία θα έχει πολύ πιο μεγάλη σπουδαιότητα για τη Γαλλία παρά για τις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής.

Από αυτή τη σχέση που δημιούργησε η Ιστορία, βγαίνει η πολιτική ζωτικότητα του συνθήματος της Ομοσπονδίας των Σοβιέτ της Ευρώπης. Μιλάμε για ζωτικότητα σχετική γιατί από μόνο του βγαίνει πως αυτή η Ομοσπονδία θα απλωθεί διαμέσου της τεράστιας γέφυρας της Σοβιετικής Ένωσης προς την Ασία και θα μπει στη συνέχεια στην Ένωση των παγκόσμιων σοσιαλιστικών δημοκρατιών. Μα αυτή θα είναι πια η δεύτερη εποχή ή το δεύτερο κεφάλαιο που θα ακολουθήσει την ιμπεριαλιστική περίοδο. Όταν θα φτάσουμε εκεί θα βρούμε τις φόρμουλες που θα τους ταιριάζουν.

Μπορεί να αποδειχτεί και με άλλα αποσπάσματα πως η διαφωνία του 1915 με τον Λένιν ανήκε αυστηρά στον τομέα της τακτικής και είχε από την ίδια τη φύση της έναν προσωρινό χαρακτήρα. Μα η πορεία που ακολούθησαν τα γεγονότα είναι η καλύτερη απόδειξη: το 1923, η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθέτησε το αμφισβητούμενο σύνθημα. Αν το 1915 δεν γινόταν δεκτό για λόγους αρχής, όπως προσπαθούν να εξηγήσουν τώρα οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος, η Κομμουνιστική Διεθνής δεν θα μπορούσε να το υιοθετήσει οκτώ χρόνια αργότερα. Πιστεύουμε πως ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης δεν έπαψε να λειτουργεί στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα.

Κάθε τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος που σκιαγραφήθηκε πιο πάνω ξεκινάει από το δυναμισμό του επαναστατικού προτσές, αντικρισμένο στο σύνολό του. Η παγκόσμια επανάσταση υπολογίζεται ως μια διαδικασία που έχει το δικό της αυτοδυναμισμό («Κ.Ε.»: τη δική της οργανική δυναμική), που δεν μπορεί να προβλεφθεί στο σύνολό της, καθορίζοντας από τα πριν τη διαδοχή όλων των φάσεών της, μα που τα γενικά ιστορικά χαρακτηριστικά της είναι ολότελα καθαρά. Αν αυτό δεν το κατανοήσουμε, είναι τελείως αδύνατο να προσανατολιστούμε σωστά στην πολιτική.

Τα πράγματα όμως αλλάζουν ριζικά αν πάρει κανείς σαν αφετηρία την ιδέα της σοσιαλιστικής εξέλιξης που πραγματοποιείται κι ακόμα ολοκληρώνεται σε μια μόνη χώρα. Υπάρχει τώρα μια «θεωρία» που υποστηρίζει πως η πλήρης οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι τάχα δυνατή σε μια μόνη χώρα, και πως οι σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτή τη χώρα και τον καπιταλιστικό κόσμο μπορούν να βασίζονται στην «ουδετεροποίηση» της παγκόσμιας μπουρζουαζίας (Στάλιν). Αν υιοθετήσει κανείς αυτή την άποψη, που στο βάθος είναι εθνικο-ρεφορμιστική κι όχι επαναστατικο-διεθνιστική, η αναγκαιότητα του συνθήματος των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης εξαφανίζεται, ή το λιγότερο εξασθενίζει.

Απεναντίας, μας φαίνεται σπουδαίο και αναγκαίο να επιζήσει, γιατί περιέχει την καταδίκη της ιδέας της σοσιαλιστικής εξέλιξης που περιορίζεται σε μια μόνη χώρα. Για το προλεταριάτο κάθε ευρωπαϊκής χώρας, σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό απ’ όσο για την ΕΣΣΔ (εδώ όμως δεν υπάρχει παρά μια διαφορά βαθμού), η επέκταση της επανάστασης στις γειτονικές χώρες, η βοήθεια που θα του δοθεί μέσα σ’ αυτές τις χώρες με τη δύναμη των όπλων, είναι μια από τις πιο επείγουσες αναγκαιότητες. Κι αυτό βγαίνει όχι από υπολογισμούς μιας αφηρημένης διεθνιστικής αλληλεγγύης, που από μόνη της δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσει τις τάξεις, μα από ένα επιχείρημα που διατυπώθηκε εκατοντάδες φορές από τον Λένιν: εμείς δεν θα μπορέσουμε να κρατηθούμε αν η παγκόσμια επανάσταση δεν μας βοηθήσει την κατάλληλη στιγμή.

Το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών ανταποκρίνεται σ’ αυτόν το δυναμισμό της προλεταριακής επανάστασης. Η προλεταριακή επανάσταση δεν ξεσπάει ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες, μα απλώνει από τη μια χώρα στην άλλη, κι απαιτεί να υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτές η πιο στενή σχέση, και πρώτα απ’ όλα πάνω στο ευρωπαϊκό έδαφος, τόσο για να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενάντια στους ισχυρούς εξωτερικούς εχθρούς, όσο και για τις ανάγκες οργάνωσης της οικονομίας.

Είναι αλήθεια πως θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να αντιτάξει το γεγονός ότι ύστερα από την κρίση του Ρουρ (4), που ήταν η τελευταία ακριβώς ώθηση που συνέτεινε στην υιοθέτηση αυτού του συνθήματος, το σύνθημα αυτό δεν έπαιξε πια σπουδαίο ρόλο στην αγκιτάτσια των ευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων και δεν μπόρεσε, κατά κάποιο τρόπο, να ριζώσει. Μα συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τα συνθήματα της Κυβέρνησης Εργατών, των Σοβιέτ, κλπ., με άλλα λόγια με όλα τα συνθήματα που πρέπει να προηγούνται άμεσα της επανάστασης. Αυτό βρίσκει την εξήγησή του στο γεγονός ότι, αντίθετα με τις εσφαλμένες από πολιτική άποψη εκτιμήσεις του Πέμπτου Συνεδρίου, το επαναστατικό κίνημα βρίσκεται σε παρακμή από το τέλος του 1923 στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Και γι’ αυτό ακριβώς θα ήτανε ολέθριο να επεξεργαστούμε ένα πρόγραμμα ή ορισμένα μέρη του επηρεασμένοι από αυτή την περίοδο.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης υιοθετήθηκε, ενάντια σ’ όλες τις προκαταλήψεις, ακριβώς το 1923, τότε που περιμέναμε το ξέσπασμα της επανάστασης στη Γερμανία και που τα προβλήματα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης είχαν αποκτήσει μια ιδιαίτερη τραχύτητα. Κάθε νέα επιδείνωση της εσωτερικής κρίσης της Ευρώπης, και για ένα λόγο παραπάνω της παγκόσμιας κρίσης, αν αυτή είναι αρκετά βαθιά για να θέσει ξανά τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής, θα δημιουργεί συνθήκες απόλυτα ευνοϊκές για την υιοθέτηση του συνθήματος των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης. Είναι επομένως ριζικό λάθος να το παρασιωπούμε στο Πρόγραμμα, χωρίς ωστόσο να το απορρίπτουμε, μ’ άλλα λόγια να το κρατάμε κατά κάποιο τρόπο σαν εφεδρεία, «για κάθε ενδεχόμενο». Στα ζητήματα αρχών η πολιτική της ρεζέρβας δεν αξίζει τίποτε.

Σημειώσεις

(1) Πρόκειται για το σχέδιο προγράμματος που προτάθηκε από την ηγεσία της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς (Κομιντέρν) στο 6ο Συνέδριό της (Μόσχα, 17 Ιουλίου έως 1 Σεπτεμβρίου 1928). Τελικά υιοθετήθηκε από αυτό με μικρές αλλαγές. Φανερώνοντας την κλιμάκωση του γραφειοκρατικού εκφυλισμού της Κομιντέρν, το σχέδιο προγράμματος παρουσιάστηκε λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την έναρξη του συνεδρίου, χωρίς να προλάβει να συζητηθεί στα εθνικά τμήματα και στον τύπο τους, χωρίς καν να υπάρξει ουσιαστική επιμέλεια του κειμένου. Ο βασικός συγγραφέας του κειμένου ήταν ο Μπουχάριν, ενώ υποβλήθηκε με το όνομα το δικό του και του Στάλιν.

(2) Διεξήχθη από τις 22 Νοεμβρίου μέχρι τις 16 Δεκεμβρίου του 1926 στη Μόσχα.

(3) Πρόκειται για τις προσωρινές παραχωρήσεις που έγιναν από τη σοβιετική κυβέρνηση προς το ξένο κεφάλαιο εξαιτίας της ανάγκης να αποκατασταθούν οι παραγωγικές δυνάμεις της Ρωσίας που είχαν τσακιστεί από τον εμφύλιο πόλεμο.

(4) Πρόκειται για τη στρατιωτική κατοχή της βιομηχανικής κοιλάδας του Ρουρ από την Γαλλία και το Βέλγιο, από τις 11 Ιανουαρίου 1923 έως τις 25 Αυγούστου 1925, ως απάντηση στην αδυναμία της Γερμανίας να καταβάλει τις βαριές πολεμικές αποζημιώσεις που της επιβλήθηκαν από τη Συνθήκη των Βερσαλιών μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επιδείνωσε την οικονομική κρίση και την έκρηξη του πληθωρισμού στη χώρα και δημιούργησε μια επαναστατική διέγερση στην εργατική τάξη και τις φτωχές λαϊκές μάζες το 1923. Η ευκαιρία για την κατάκτηση της εξουσίας από την γερμανική εργατική τάξη χάθηκε τελικά, εξαιτίας της υποτίμησης της επαναστατικής κατάστασης από την ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς, και κυρίως από τον Ζηνόβιεφ, τον Μπουχάριν, τον Ράντεκ και τον Στάλιν. Από κοινού εμπόδισαν το ΚΚ Γερμανίας να δράσει προς αξιοποίηση της επαναστατικής κατάστασης. Και αντί να βγάλουν όλα τα απαραίτητα πολιτικά μαθήματα, χαρακτήρισαν την ήττα απλώς ως ένα «επεισόδιο» και υποστήριξαν ότι η Γερμανία συνέχισε να βαδίζει προς την επανάσταση.

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα