Ναταλία Ρασούλη, τέχνη, αγώνας ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα

Η τέχνη αποτελεί την υπέρτατη ελεύθερη έκφραση του ανθρώπου. Έκφραση για να διηγηθεί τις λύπες του, τις χαρές του, την αγάπη του, το άδικο, το δίκαιο, τις βαθύτερες πτυχές του.  Έκφραση για να διασκεδάσει τους συνανθρώπους του, να τους απαλύνει τον δικό τους πόνο, να διηγηθεί τις δικές τους ιστορίες. Η τέχνη απελευθερώνει το πνεύμα, οραματίζεται, ενισχύει τα συναισθήματα και φτάνει μέχρι την κάθαρση.  Είναι η ίδια η ζωή σε όλες τις εκφάνσεις. Φανερές και κρυφές.

Αυτό είναι το το θεωρητικό πλαίσιο, αλλά και ο ουσιαστικός ορισμός της τέχνης. Είναι αυτονόητο η τέχνη να συνδέεται με τη μάχη ενάντια σε οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευσης και βαρβαρότητας. Και η αλήθεια είναι ότι όσο πιο πίσω ανατρέξουμε, η τέχνη ήταν πάντα μπροστάρισσα στους αγώνες. Από τα τραγούδια της εμψύχωσης των αγωνιστών, των μαχητών στο πεδίο της μάχης, μέχρι τα ποιήματα και τους πίνακες ζωγραφικής που απαθανάτιζαν, εμψύχωναν, λύτρωναν αλλά και έδιναν λύσεις στον αγώνα.  Εξέφρασε την προσφυγιά, τη μετανάστευση, απάλυνε τον πόνο των σκλάβων. Ακόμα και πολλοί καλλιτέχνες μετατρέπονταν ουσιαστικά οι ίδιοι σε αγωνιστές και μαχητές. Μέσα από την τέχνη επέρχεται συνείδηση, θάρρος, δύναμη, κουράγιο και αποφασιστικότητα. Και το κάνει αυτό με έναν τρόπο, που ακόμα και ο πολιτικός λόγος μπορεί να είναι αδύναμος μπροστά της. Κι αυτό οι πολιτικοί το γνωρίζουν. Και φυσικά εδώ υπάρχει και η στρατευμένη τέχνη.
Εκείνη η οποία ντύνεται τον όποιο «αγώνα» για όφελος συγκεκριμένο. Γι’ αυτό και μόνο το σημείο θα μπορούσαμε να μιλάμε ένα διήμερο τουλάχιστον.

Το ερώτημα είναι ένα: Πώς μπορεί η Τέχνη να συμβάλλει στον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα στο ΣΗΜΕΡΑ, όταν στη σημερινή εποχή είναι και η ίδια άρρηκτα συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό, όταν η ίδια πια αποτελεί μια τεράστια καπιταλιστική βιομηχανία στη σύγχρονη κοινωνία; Αυτό το ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί. Για να λειτουργήσει η τέχνη ουσιαστικά σαν κομμάτι του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, πρέπει η ίδια να αποκοπεί από όποια καπιταλιστική έκφανση και έκφραση.

Γίνεται αυτό; Κάτι που με απασχολούσε από τη στιγμή που άρχισα να λειτουργώ ως επαγγελματίας στην τέχνη, είναι η ίδια ως προϊόν. Θυμάμαι τον Μανώλη Ρασούλη που έλεγε: «Κι εγώ ήμουν υπέρ της ελεύθερης διακίνησης της Τέχνης, μέχρι που ο μανάβης μου ζητούσε λεφτά για τις ντομάτες, αν δεν είχα να πληρώσω το νοίκι, με πέταγαν έξω από το σπίτι».

Πώς μπορεί η τέχνη από έκφραση, να γίνει επιβίωση και τελικά να είναι προϊόν; Να έχει ανταλλακτική αξία; Κάποτε η επιβίωση και μόνο έβαζε την τέχνη στο τραπέζι της ανταλλαγής. Παίζω μουσική και σου προσφέρω ψυχαγωγία και διασκέδαση, μου δίνεις από ένα πιάτο φαΐ και ένα κρεβάτι να κοιμηθώ, μέχρι δυο νομίσματα να μπορέσω να επιβιώσω εγώ και τα παιδιά μου. Η Τέχνη έκανε μια ολόκληρη διαδρομή μέσα στους αιώνες και όλο και πιο πολύ λειτουργεί λιγότερο ως τέχνη και έκφραση και περισσότερο ως προϊόν.

Με αφετηρία την αγνή επιβίωση των καλλιτεχνών μέσω της τέχνης τους μέχρι τους καλλιτέχνες που οι ίδιοι αποτελούν ισχυρό γρανάζι του καπιταλισμού και ειδικά της άγριας μορφής του, ο δρόμος είναι πολύ μεγάλος, αλλά όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή που διαχωρίζει αυτές τις δύο όχθες.

Κάποτε και ως φοιτητές της ιστορίας της Μουσικής και της Τέχνης, διαβάζαμε στις βιογραφίες μεγάλων δημιουργών την πάλη τους για επιβίωση. Ακόμα πιο πολύ για επιβίωση μέσω της τέχνης τους. Συνήθως, οι περισσότεροι απεβίωναν πάμφτωχοι, σε άθλια κατάσταση και πολλές φορές σε πολύ νεαρότερη ηλικία από σήμερα.

Υπήρχαν βέβαια και οι παραγγελίες επιφανών αστών για έργα τέχνης που είτε έδιναν ψωμί στους δημιουργούς, είτε τους έφερναν κοντά τους ως προστατευόμενούς τους. Και υπήρχαν πράγματι βασιλείς, αριστοκράτες και πλούσιοι αστοί που από αγάπη στις τέχνες ενίσχυαν οικονομικά τους δημιουργούς για να μπορούν εκείνοι να δουλεύουν στην τέχνη τους. Πόσες όμως ήταν αυτές οι περιπτώσεις πραγματικά;

Και σήμερα υπάρχουν δημιουργοί που λυγίζουν στην πίεση της αγοράς και της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όμως, υπάρχει στο σήμερα μια διαφορά: έχουν δημιουργηθεί ομάδες καλλιτεχνών που αποτελούν πια οι ίδιοι μια μεγαλοαστική καλλιτεχνική τάξη πολλών δισεκατομμυρίων, λειτουργώντας οι ίδιοι ως μεγαλοεπιχειρηματίες της τέχνης πιο πολύ απ’ ό,τι λειτουργούν ως δημιουργοί.

Ο μεγάλος ανταγωνισμός ανάμεσα στους καλλιτέχνες στη σύγχρονη κοινωνία, λόγω της πληθώρας τους, λειτουργεί ακριβώς όπως σε μια επιχείρηση.  Κάποτε το να επιλέξει κάποιος την τέχνη ως επάγγελμα ήταν πέρα από κάθε κοινωνική αποδοχή.

Σταδιακά, οι νέοι άνθρωποι, βλέποντας ότι κάποιος τραγουδιστής, για παράδειγμα, μπαίνει στο χώρο της τέχνης και από μια επιτυχία, ένα σουξέ όπως λέμε στην πιάτσα, εν μία νυκτί γίνεται γνωστός και το χρήμα αρχίζει και ρέει, σκέφτονται να ασχοληθούν με αυτό όχι για
την τέχνη αυτή καθαυτή, αλλά απλώς για να μπορέσουν να γίνουν γνωστοί και να έχουν πολλά χρήματα.

Σταδιακά και μέσα στην τριβή της βιομηχανίας του θεάματος, απογοητεύονται γιατί βλέπουν ότι το σύστημα στηρίζει ελάχιστους και για λόγους καθαρά οικονομικούς. Κι έτσι ξεδιπλώνεται η σύγχρονη πραγματικότητα της Τέχνης ως βιομηχανικό και κατ’ επέκταση καπιταλιστικό φαινόμενο, ως μέσο ουσιαστικά προς την κοινωνική και οικονομική άνοδο.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε κάποια σημαντικά πράγματα: υπάρχει η θεωρία ότι ο καπιταλισμός βοηθάει την Τέχνη στην εξέλιξή της λόγω μεγάλου ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός – που κατά την άποψή μου δε θα έπρεπε να υφίσταται στον χώρο αυτό – λειτουργεί πράγματι σαν εφαλτήριο στην εξέλιξή της.

Είναι όμως ουσιαστική αυτή η εξέλιξη; Μια βασική αρχή της καπιταλιστικής μηχανής είναι ότι πρέπει να παράγονται νέα προϊόντα, γιατί ο στόχος είναι τα προηγούμενα να δίνουν τη θέση τους στα νέα και μάλιστα αυτό θα πρέπει να γίνεται σε γρήγορους ρυθμούς και φυσικά χάριν της κατανάλωσης και άρα η καινοτομία φέρνει οικονομική ανάπτυξη και η οικονομική ανάπτυξη ενεργοποιεί τη δημιουργικότητα.

Αλλά η τεχνική εξέλιξη, η τεχνολογική, ακόμα και η ανατρεπτική της έκφραση πρέπει από μόνη της να είναι βασικό συστατικό της Τέχνης που αφουγκράζεται την κοινωνία.  Άρα ο καπιταλισμός δε δίνει καμία βοήθεια σε αυτό.

Παλιότερα οι καλλιτέχνες ήταν μέσα στους αγώνες στην πρώτη γραμμή. Τις τελευταίες δεκαετίες αυτό εκλείπει όλο και πιο πολύ. Βλέπουμε πολύ συχνά καλλιτέχνες να συμμετέχουν σε συναυλίες διαμαρτυρίας και αγώνων. Συμμετέχουν ναι, μετά από την καθημερινή ενσωμάτωση στις καπιταλιστικές επιταγές. Υπέρογκες αμοιβές, απαιτήσεις εν είδη καλλιτεχνίας αλλά ουσιαστικά διάφορα τρικ για εξασφάλιση κι άλλου πλούτου. Θα μου πείτε, αυτά γίνονται στο εξωτερικό, που η αγορά είναι τεράστια και έτσι βλέπουμε καλλιτέχνες πραγματικούς μεγιστάνες.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι και ο ράπερ Τζει Ζ που είναι ο πρώτος ράπερ που μπήκε στη λίστα Forbes με τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον πλανήτη. Ένας ράπερ. Αν σκεφτεί κανείς την προέλευση των γκέτος του συγκεκριμένου είδους τέχνης, μιας τέχνης που είναι από τα γεννοφάσκια της συνδεδεμένη με την αδικία, το περιθώριο και τις δυσκολίες επιβίωσης σε έναν καπιταλιστικό κόσμο, σταδιακά βλέπουμε την αλλοτρίωση του είδους, μια κλασική περίπτωση που ο πλούτος μετατρέπει την τέχνη σε υποχείριό του, και από το περιθώριο οι ράπερς πια τραγουδούν με διαμαντένια σκουλαρίκια, χοντρές χρυσές αλυσίδες, χρυσές στην κυριολεξία μασέλες και άπειρα ναρκωτικά και κορίτσια πληθωρικά που δείχνουν στο μέγιστο τον πλούτο που έχει κερδηθεί μέσα από τη βαριά βιομηχανία πια της ραπ.

Η θεματολογία των τραγουδιών έχει αναμειχθεί με «μαγκίτικους» στίχους, γεμάτους σέξι υπονοούμενα και drugs. To περιθώριο και τα βάσανα του γκέτο, απομακρύνονται όλο και πιο πολύ και παραμένουν θεματολογικά στους πιο άγνωστους καλλιτέχνες, εκ των οποίων κάποιοι συνεχίζουν πιστά στο πολιτικό και κοινωνικό τραγούδι, αλλά πολλοί απ’ αυτούς ουσιαστικά παλεύουν στο να καταφέρουν κι εκείνοι να κυκλοφορούν με Λαμποργκίνι, Πόρσε και όμορφα κορίτσια.

Η τάξη, στην οποία απευθύνονται βέβαια, παραμένει η ίδια, αν σκεφτεί κανείς ότι οι μαύροι σε πολλές χώρες ακόμα παλεύουν για την κοινωνική τους αποδοχή. Άρα μιλάμε για χαμηλών εισοδημάτων ανθρώπους, που απλώς εντυπωσιάζονται πώς τα κατάφεραν και ξέφυγαν τ’ αδέρφια τους από τη φτώχεια, μπαίνοντας στα μεγάλα σαλόνια.

Κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα και στην Ελλάδα και ειδικά στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι, για το οποίο μπορώ πιο εύκολα να μιλήσω, μιας και κινούμαι στο χώρο αυτό, το οποίο από το περιθώριο μπήκε στις μεγάλες πίστες και τα χιλιάδες ευρώ σε σαμπάνιες και γαρύφαλλα.
Στη χώρα μας, το θέατρο, η ποίηση, ο χορός, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική έχουν συγκεκριμένους τρόπους κίνησης. Όμως, στο ελληνικό τραγούδι συμβαίνει κάτι πρωτοφανές. Είναι η πιο άμεση τέχνη στους αγώνες και ταυτόχρονα είναι αυτό το είδος τέχνης, στο οποίο κυκλοφορούν οι πιο εύρωστοι οικονομικά καλλιτέχνες.

Φυσικά, μιλάμε ως επί το πλείστον για τους τραγουδιστές, και δευτερευόντως για τους συνθέτες. Τους στιχουργούς ας τους αφήσουμε απ’ έξω, διότι αποτελούν την ποίηση του τριγώνου αυτού και ως γνωστόν οι ποιητές είναι ο πιο φτωχός τροχός της αμάξης.

Εδώ υπάρχει μια αντίφαση λοιπόν. Καλούμε στις διάφορες συναυλίες καλλιτέχνες για να τραγουδήσουν ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, καλλιτέχνες που τα πιο δυνατά όνομα εξ αυτών έχουν κάνει πλήρη χρήση του καπιταλιστικού συστήματος, χωρίς βέβαια να φτάνουν σε στάδια καπιταλιστικής βαρβαρότητας, αν και στο εξωτερικό ακούγονται πια και τέτοιες περιπτώσεις.

Εδώ πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός των καλλιτεχνών σε εύπορους μη αγωνιστές, σε εύπορους αγωνιστές και σε αγωνιστές που βρίσκονται στην καθημερινή βιοπάλη.  Όμως, η Τέχνη ως κοστολογημένο προϊόν περιέχει μια παράξενη εξίσωση: ο ταλαντούχος καλλιτέχνης είναι και πετυχημένος καλλιτέχνης, και άρα πλούσιος καλλιτέχνης. Ή μήπως είναι αντίστροφη η σχέση κατοχύρωσης της τέχνης μέσω του πλούτου; Ο πετυχημένος καλλιτέχνης είναι ο πλούσιος καλλιτέχνης και ο πλούσιος καλλιτέχνης άρα είναι ο ταλαντούχος καλλιτέχνης; Άλλο ένα διήμερο για να λύσουμε αυτήν την εξίσωση.

Και για να μην ευλογήσω τα γένια μας, η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν και καλλιτέχνες που πλούτισαν, εκμεταλλευόμενοι τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα. Και εδώ σκοτεινιάζει το πράγμα. Η τέχνη, για να είναι δύναμη στον αγώνα, πρέπει να είναι καθαρή. Όπως φυσικά και ο ίδιος ο αγώνας. Πρέπει να είναι στους δρόμους κάθε μέρα, μάχιμη, γεμάτη αυτοθυσίες. Όπως και ο ίδιος ο αγώνας. Πρέπει να αφουγκράζεται το παγκόσμιο γίγνεσθαι και την κοινωνία. Όπως και ο αγώνας. Η τέχνη πρέπει να σπάσει τα δεσμά της από την ύστατη καπιταλιστική βιομηχανία, στην εποχή της γρήγορης εικόνας.  Μόνο έτσι, μπορεί αποτελεσματικά να κινητοποιήσει τον αγώνα ενάντια στο άδικο και το χρήμα για το χρήμα. Μόνο έτσι, μπορεί να αποτελέσει και η ίδια μια επανάσταση.

Και ένα μικρό ανέκδοτο από έναν σημαντικό καλλιτέχνη που δε μάσησε τα λόγια του για να μην βαρύνουμε εντελώς το κλίμα, τον Τζίμη Πανούση: «Αν αύριο ξυπνήσουν οι γυναίκες και τους αρέσει το κορμί τους, τα μαλλιά τους και τα ρούχα τους, ο καπιταλισμός κατέρρευσε σε μια μέρα».