Πριν από λίγες μέρες, από το βήμα εκδήλωσης του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε την ανακοίνωση του Αλέξη Τσίπρα σχετικά με τη δημιουργία της επονομαζόμενης «Προοδευτικής Συμμαχίας».

Σ’ αυτήν, συμμετέχουν «προσωπικότητες» από το χώρο της κεντροαριστεράς (όπως το πρώην στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Στέφανος Τζουμάκας και ο πρώην βουλευτής του Ποταμιού, Σπύρος Δανέλλης), πολιτικές οργανώσεις της «Ανανεωτικής Αριστεράς» (η ΔΗΜΑΡ του Θανάση Θεοχαρόπουλου, η οποία αποχώρησε από το Κίνημα Αλλαγής) και διάφορα στελέχη προερχόμενα από το χώρο της «πασοκογενούς» οικογένειας.

Σκοπός της παραπάνω συμμαχίας, κατά τα λεγόμενα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, είναι «η ανάσχεση της ανόδου της ακροδεξιάς και του φασισμού σε Ελλάδα και Ευρώπη, η οποία θα επιτευχθεί μόνο με τη συμμαχία αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων». Όμως, η αλήθεια, ασφαλώς, είναι άλλη…

Τα «ανοίγματα» του ΣΥΡΙΖΑ, στην πραγματικότητα, δεν είναι ούτε στο ελάχιστο προοδευτικά. Αποτελούν μια ακόμη προσπάθεια για τη διατήρηση στην εξουσία. Έτσι, προσελκύει άτομα και σχηματισμούς από το χώρο του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι «φέρνουν μαζί τους» και τον πελατειακό μηχανισμό, τον οποίο διατηρούν από την εποχή που βρίσκονταν σε καίριες κρατικές θέσεις, αλλά και επιχειρηματίες – βασικούς πυλώνες του κεφαλαίου, ώστε να δυναμώσει τους δεσμούς του με την αστική τάξη.

Η στόχευση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι διπλή. Αφενός, η διεύρυνσή του προς το «αστικό στρατόπεδο» και, αφετέρου, η επίκληση στις αριστερές του ρίζες, ώστε να μη χάσει τους δεσμούς του (τις ψήφους, στην πραγματικότητα) από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν τη συνέχιση της οικτρής μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Ιούλη του 2015. Βέβαια, ο ρεφορμισμός ήταν εδραιωμένος εντός του κόμματος ήδη από τα προηγούμενα χρόνια, αλλά μετά την «κωλοτούμπα» που ακολούθησε το δημοψήφισμα, ο αστικός εκφυλισμός της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ κλιμακώθηκε τάχιστα και με τον πιο χυδαίο τρόπο.

Η περίοδος της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ως «μια απ’ τα ίδια». Δηλαδή, αποτελεί συνέχεια της ίδιας βάρβαρης, αντεργατικής πολιτικής που ακολούθησαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, ταυτόχρονα με τα διαπιστευτήρια που δίνει στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά είναι καταστροφικά για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που βλέπουν το εισόδημά τους να μην επαρκεί – παρά το «τυρί στη φάκα» που ρίχνει η κυβέρνηση, υπό τη μορφή πενιχρής παροχολογίας – λόγω των συνεχών πολιτικών λιτότητας που εφαρμόζονται.

Σ’ αυτό το σημείο, ο ΣΥΡΙΖΑ «παίζει το παιχνίδι» των ψεύτικων διλημμάτων. Επικαλούμενος την αριστερή του προέλευση και μια «κοινωνική διαχείριση» του μνημονίου, τροφοδοτεί τους ψηφοφόρους με διλήμματα του τύπου «με τη Δεξιά θα είναι 10 φορές χειρότερα», ασκώντας στο λαό ψυχολογικό εκβιασμό, για να ψηφίσει ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό να αποφύγει τη νεοφιλελεύθερη επέλαση της Δεξιάς.

Η επιχειρηματολογία αυτή βρίσκει σήμερα ένα ορισμένο έδαφος, λόγω της μαζικής απελπισίας. Όμως, τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ αποτελούν «αδιέξοδες» επιλογές για την εργατική τάξη. Η εκλογή της ΝΔ θα σημάνει την κλιμάκωση της επίθεσης στην εργατική τάξη. Η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ θα σημάνει τη συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων και της διαχείρισης του παρακμασμένου ελληνικού καπιταλισμού. Παρά τα (σοβαρά) λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ, τα οποία εξηγούμε αναλυτικά σε άλλα άρθρα μας, η εκλογική ενίσχυση του ΚΚΕ, του μόνου μαζικού αντικαπιταλιστικού κόμματος στη χώρα, θα μπορούσε να οδηγήσει στην αλλαγή του πολιτικού συσχετισμού δύναμης σε βάρος του αστικού στρατοπέδου, ώστε να γίνει κατανοητό το ανέφικτο του εξωραϊσμού του καπιταλισμού.

Γρηγόρης Καραγιαννίδης