ΗΠΑ - Βόρεια Κορέα - Τραμπ - Κιμ Γιονγκ Ουν

Ο υπέρμαχος του απομονωτισμού Ντόναλντ Τραμπ υπέστη «μεταμόσχευση καρδιάς», αφού αντί να υλοποιήσει την υπόσχεσή του να κρατηθεί εκτός Μέσης Ανατολής, με πρόσχημα μια επίθεση κατά αμάχων με χημικά στην πόλη της Συρίας Χαν Σεηχούν, επιτέθηκε με 59 πυραύλους Cruise πλήττοντας μια Συριακή, κυβερνητική αεροπορική βάση. Ο Λευκός Οίκος μάλιστα, έσπευσε να ανακοινώσει ότι το συγκεκριμένο χτύπημα ήταν ισχυρό μήνυμα όχι μόνο προς τον Άσαντ, αλλά και προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και άλλα κράτη χαιρέτισαν το «αποφασιστικό», αλλά «δικαίως ανάλογο» χτύπημα κατά του καθεστώτος της Συρίας για τη θρασύδειλη χρήση των χημικών όπλων εναντίον άμαχου πληθυσμού. Ωστόσο, μόνο οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας ισχυρίζονται ότι έχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την ενοχή του Άσαντ, οι ίδιες δηλαδή υπηρεσίες που υποστήριζαν ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν είχε όπλα μαζικής καταστροφής.
Σε απάντηση, οι Ρώσοι αντέδρασαν έντονα στην επίθεση των Η.Π.Α, συμμαχώντας με το Ιράν, τον άλλο κύριο ξένο υποστηρικτή του Άσαντ, για να προειδοποιήσουν για περαιτέρω αμερικανικά χτυπήματα.

Ενώ η Ουάσιγκτον και άλλες, υποταγμένες σε αυτήν δυτικές κυβερνήσεις κατηγόρησαν τη Συριακή κυβέρνηση, η Ρωσία επέμεινε ότι οι θάνατοι των πολιτών οφείλονταν σε διαρροή αερίου νεύρων από αποθήκη χημικών όπλων της αντιπολίτευσης, τα οποία απελευθερώθηκαν μετά από αεροπορική επιδρομή κυβερνητικών Συριακών δυνάμεων. Για να προσδιορίσουμε την πιο πιθανή εκδοχή, πρέπει να θέσουμε την ερώτηση: ποιος ωφελείται από αυτό το περιστατικό;

Ποιος ωφελήθηκε από τα χημικά;

Καταρχάς, η πληγείσα πόλη δεν είχε στρατιωτική σημασία. Δεδομένου ότι ο Άσαντ κέρδιζε τον πόλεμο στη Συρία, ποιος ο λόγος να χρησιμοποιήσει χημικά όπλα εσκεμμένα, τα οποια θα πυροδοτούσαν ενέργειες αντιποίνων από τις Ηνωμένες Πολιτείες; Ο μόνος ζημιωμένος από μια τέτοια ενέργεια θα ήταν ο ίδιος.

Οι δυνάμεις τζιχαντιστών της αντιπολίτευσης έχουν πρόσβαση σε χημικά όπλα και τα έχουν χρησιμοποιήσει. Η αντιπολίτευση ήταν σαφώς περιχαρής από τον βομβαρδισμό που εξαπέλυσαν οι Η.Π.Α ενάντια στον Άσαντ. Ένας πρώην Βρετανός πρεσβευτής στη Συρία, προειδοποίησε ότι αυτό θα σημάνει περισσότερες σκηνοθετημένες – από την αντιπολίτευση – επιθέσεις με χημικά όπλα, κατηγορώντας το καθεστώς της Συρίας και προσελκύοντας έτσι τις Η.Π.Α να πλήξουν περισσοτέρους κυβερνητικούς στόχους.

Παρά τους ισχυρισμούς των Η.Π.Α ότι ο βομβαρδισμός ήταν ένα «μεμονωμένο» γεγονός, η στρατιωτική δράση δημιούργησε «δονήσεις» σε ολόκληρο τον κόσμο. Τόσο ο Βλαντιμίρ Πούτιν όσο και ο πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ρουχανί, εξέδωσαν κοινή δήλωση: «Οι επιθετικές ενέργειες των Η.Π.Α εναντίον ενός κυρίαρχου κράτους που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο είναι απαράδεκτες».

Η ένταση για τα πυρηνικά της Βόρειας Κορέας

Το καθεστώς στην Πιονγκγιάνγκ της Βόρειας Κορέας, το οποίο προκάλεσε την Ουάσιγκτον με μια νέα δοκιμή πυραύλων, καταδίκασε επίσης την επίθεση. Ο Κιμ Γιόνγκ Ουν, ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, χαρακτήρισε το χτύπημα των Η.Π.Α ως μια «ασυγχώρητη πράξη επιθετικότητας» και δικαιολόγησε την ανάγκη ανάπτυξης του πυρηνικού οπλοστασίου από την πλευρά του κράτους του.

Η πράξη αυτή, απλώς θα ενισχύσει το καθεστώς της Πιονγιάνγκ και την αποφασιστικότητά του Κιμ Γιόνγκ Ουν να αναπτύξει τον πυρηνικό του εξοπλισμό. Οι Βορειοκορεάτες γραφειοκράτες είδαν τι συνέβη με τον Σαντάμ και την αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράκ και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να εξοπλιστούν και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, με τα δικά τους (πραγματικά) όπλα μαζικής καταστροφής.

Κλιμακώνοντας την πίεση, το αμερικάνικο Πεντάγωνο αποφάσισε να παρατάξει ένα αεροπλανοφόρο κοντά στην Κορεατική χερσόνησο, ενέργεια που χαρακτηρίστηκε από στρατιωτικό αξιωματούχο των Η.Π.Α ως «επίδειξη δύναμης». Προς ενίσχυση αυτής της στάσης, ο Ρεξ Τίλερσον, υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α, δήλωσε ότι η εποχή της αμερικανικής «στρατηγικής υπομονής» με τη Βόρεια Κορέα τελείωσε. Επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι η Αμερική εξετάζει όλες τις επιλογές, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών χτυπημάτων.

Αλλά οι Η.Π.Α δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να εκτοξεύουν κενές απειλές. Η Βόρεια Κορέα είναι ένα πολύ ασταθές, σταλινικό κράτος, το οποίο κυβερνάται από έναν δικτάτορα οπλισμένο με πυρηνικά όπλα. Σε αντίθεση με τη Συρία, οι Η.Π.Α δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν πυραύλους εναντίον της Βόρειας Κορέας από φόβο για θανατηφόρα αντίποινα.

Εάν το Πεντάγωνο επιτεθεί, η Βόρεια Κορέα θα μπορούσε εύκολα να εκτοξεύσει πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές στο Τόκιο της Ιαπωνίας και τη Νότια Κορέα, καταστρέφοντας και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή. Τα πυρηνικά και τα πυραυλικά προγράμματα της Βόρειας Κορέας είναι ευρέως διασκορπισμένα, διαθέτοντας υπόγειες, καθώς και υποθαλάσσιες εγκαταστάσεις. Θα ήταν εξαιρετικά απίθανο το όλο πρόγραμμα να καταστραφεί με ένα μόνο κύμα χτυπημάτων από τις ΗΠΑ, θέτοντας έτσι άμεσα την προοπτική πυρηνικών αντιποίνων από τη Βόρεια Κορέα.

Οι Η.Π.Α θα πρέπει να λάβουν υπόψη αυτή την πραγματικότητα. Η Βόρεια Κορέα προφανώς δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Συρία, η οποία ήταν, τρόπον τινά, ανυπεράσπιστη απέναντι στην επιθετικότητα των Η.Π.Α. Η Συρία έχει υποχωρήσει και δεν είναι ικανή να ανταποδώσει τα χτυπήματα των Η.Π.Α. Η Βόρεια Κορέα είναι εντελώς διαφορετική. Ακόμη και ένα λεγόμενο «χειρουργικό χτύπημα» από την αμερικανική κυβέρνηση θα έφερνε καταστροφικές συνέπειες, μεταξύ άλλων και στους συμμάχους της.

Το NBC ανέφερε ότι μια πρόσφατη έκθεση των Η.Π.Α για τις πιθανές πολιτικές έναντι της Βόρειας Κορέας, περιελάμβανε επιλογές όπως η τοποθέτηση πυρηνικών όπλων στη Νότια Κορέα και η δολοφονία του Κιμ Γιόνγκ Ουν. Αυτό μοιάζει με τις παλιότερες προσπάθειες των Η.Π.Α να αποσταθεροποιήσουν την Κούβα και να δολοφονήσουν τον Κάστρο, οι οποίες κατέληξαν σε πλήρη αποτυχία. Το να προκαλέσουν την Πιονγκγιάνγκ βέβαια με αυτό τον τρόπο, θα σήμαινε ένα σήμα κινδύνου για όλο τον κόσμο.

Ο παράγοντας Κίνα

Η μονόπλευρη δράση των ΗΠΑ στη Συρία θα προκαλέσει ορισμένους φόβους μεταξύ άλλων και στην Κίνα, με της οποίας τον ηγέτη, Σι Τζινπίνγκ, είχε δείπνο ο Ντόναλντ Τραμπ την ώρα της βομβιστικής επίθεσης στη Συρία. Τις ανησυχίες αυτές ενισχύουν καθημερινά η ολοένα και πιο σκληρή φρασεολογία της Κυβέρνησης Τραμπ εναντίον της Βόρειας Κορέας. Οι απειλές του Τραμπ προς την Βόρεια Κορέα θα ληφθούν σοβαρότερα υπόψιν από την Κίνα.

Τούτου δοθέντος, η Κίνα δεν ενδιαφέρεται να αλλάξει την πολιτική και την υποστήριξή της προς τη Βόρεια Κορέα. Μια κατάρρευση του καθεστώτος της Πιονγκγιάνγκ ή ένα πλήγμα στην οικονομία της, θα προκαλούσε ροή προσφύγων στην Κίνα, με όλες τις αναταραχές και συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος. Θα μπορούσε επίσης να ανοίξει το δρόμο για την ενδεχόμενη επανένωση της Κορέας, γεγονός που θα σημαίνει περισσότερα αμερικανικά στρατεύματα και βάσεις στα ίδια τα σύνορα της Κίνας. Αυτό δεν θα ήταν ανεκτό από το κινεζικό καθεστώς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Κινέζοι αποφάσισαν να απαντήσουν στις απειλές του Τραμπ, μεταφέροντας 150.000 στρατιώτες στα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα.

Ο Τζο Ντιτράνι, πρώην ανώτερος αξιωματικός της CIA που είχε επαφές με Βορειοκορεάτες αξιωματούχους, δήλωσε ότι ο Κιμ Γιόνγκ Ουν μπορεί να ανησυχεί για την ασφάλειά του, αλλά δεν θα αλλάξει την πολιτική του. «Ο πατέρας του, Κιμ Γιόνγκ Ιλ, κυριολεκτικά κρύφτηκε μετά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, όταν οι Η.Π.Α χρησιμοποίησαν συντριπτική αεροπορική δύναμη για να καταστρέψουν τον στρατό του Ιράκ», δήλωσε ο Ντιτράνι. «Ο Κιμ Γιόνγκ Ουν μπορεί να κάνει το ίδιο … Δεν θα τον αποτρέψει όμως από την ενίσχυση των πυρηνικών και πυραυλικών του προγραμμάτων», συνέχισε.

Ωστόσο, η Κινεζική κυβέρνηση προειδοποίησε τη Βόρειο Κορέα, μέσω της «Global Times», μιας κινεζικής «κομμουνιστικής» εφημερίδας του κόμματος, να κατανοήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης και να αποφύγει νέα πρόκληση διενεργώντας την περιβόητη έκτη πυρηνική δοκιμή. «Εάν η Βόρεια Κορέα πραγματοποιήσει την έκτη πυρηνική δοκιμή, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την εξώθηση της Ουάσιγκτον στη διενέργεια στρατιωτικής επέμβασης», ανέφερε η εφημερίδα σε κύριο άρθρο της. «Είναι ζωτικής σημασίας η Βόρεια Κορέα να μην κρίνει λάθος την κατάσταση στο μέλλον. Νέες πυρηνικές δοκιμές θα προκαλέσουν πρωτοφανείς αντιδράσεις από τη διεθνή κοινότητα, η οποία μπορεί να ταχθεί και απέναντι σε αυτή την πολιτική της Βόρειας Κορέας».

Φόβοι σε Σεούλ και Τόκιο

Δυσαρέσκεια δεν υπάρχει μόνο στην Κίνα, αλλά ακόμα περισσότερο στους ηγέτες της Σεούλ και του Τόκιο. Ο Τραμπ αναγκάστηκε να καλέσει τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας Σίνζο Άμπε και τον Χουάνγκ Κιο Αν, τον Νοτιοκορεάτη πρόεδρο, για διαβουλεύσεις σχετικά με το χτύπημα της Συρίας και την κατάσταση στη βόρεια Κορεατική χερσόνησο. Ακόμα και αν οι Η.Π.Α ήταν σε θέση να καταστρέψουν ολόκληρο το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας με μια επιχείρηση, οι Βορειοκορεάτες εξακολουθούν να έχουν επιβλητικό συμβατικό πυροβολικό. Θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια καταστροφική επίθεση στη Σεούλ, την πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας, μια πόλη 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, 56 χιλιόμετρα από τα σύνορα της Βόρειας Κορέας.

Η Ιαπωνία θα ήταν επίσης ευάλωτη απέναντι στα πυραυλικά συστήματα της Βόρειας Κορέας, όπως θα ήταν και οι στρατιωτικές βάσεις των Η.Π.Α στην περιοχή.

Γιατί η στροφή του Τραμπ;

Αυτή η οφθαλμοφανής αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής από τον Τραμπ δημιούργησε σίγουρα αναταραχές σε διεθνές επίπεδο. Η αρχική του «απέχθεια» για τις στρατιωτικές επεμβάσεις των Η.Π.Α στη Μέση Ανατολή, η οποία αποτέλεσε το βασικό όπλο του προεκλογικά, φαίνεται τώρα να έχει αναθεωρηθεί. Ο Τραμπ ασταθής όπως πάντα, φαίνεται να υπαναχωρεί. Ποιος λοιπόν μπορεί να είναι ο λόγος πίσω από αυτή την επίδειξη δύναμης στη Συρία; Η αλλαγή του – έστω και προσωρινή – αντανακλά κυρίως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο εγχώριο μέτωπο, καθώς η πίεση για τις σχέσεις των συνεργατών του με τη Μόσχα κλιμακώνεται. Αυτό, με τη σειρά του, αντικατοπτρίζει την επιρροή του «βαθέως κράτους» της Αμερικής, των κλάδων των μυστικών υπηρεσιών, που είναι εγγενώς εχθρικό έναντι της Ρωσίας.

Με την επιβεβαίωση της αμερικανικής εξουσίας στην παγκόσμια σκηνή, ο Τραμπ ελπίζει να εκτρέψει την προσοχή των πολιτικών αντιπάλων του, αλλά με τίμημα να υποταχθεί ο ίδιος στην «ατζέντα» των αντιπάλων του για τα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το τίμημα αυτό, φαίνεται πως το πλήρωσε λίγες μέρες πριν την επίθεση στη Συρία, με την ανακοίνωση ότι ο Στήβ Μπάνον, ο σύμβουλος του Προέδρου και επικεφαλής στη χάραξη της στρατηγικής του Τραμπ, καθώς και βασικός υποστηρικτής του εθνικιστικού συνθήματος «Η Αμερική Πρώτα» (America first), έχασε την έδρα του στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας. Ο στρατηγός Μάικλ Φλιν, ο οποίος υιοθέτησε πολλά από τα ριζοσπαστικά ένστικτα του Μπάνον, αποπέμφθηκε επίσης από επικεφαλής του εν λόγω οργάνου τον Φεβρουάριο.

Ωστόσο, αυτές οι υποχωρήσεις έχουν ήδη δημιουργήσει «ρωγμές» στους υποστηρικτές του, οι οποίοι είναι αντίθετοι με τις εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις των Η.Π.Α. Οι τελευταίοι δηλώνουν ότι πρέπει να κρατηθεί μακριά από περιπέτειες. Η Αν Κούλτερ, συγγραφέας του βιβλίου «In Trump We Trust», έθεσε μέσω twitter το ερώτημα: «Γιατί να εμπλακείτε σε άλλη μια μουσουλμανική καταστροφή;», δηλώνοντας έτσι την δυσαρέσκεια της. Τα ανωτέρω, θα μπορούσαν να είναι ο λόγος για την υποχώρηση του Τραμπ. Ο τελευταίος διευκρινίζει ότι η ΗΠΑ «δεν εισέρχονται στη Συρία». Η δήλωση αυτή όμως, προκαλεί παραπάνω σύγχυση.

Η υποχώρηση της Ουάσιγκτον από τις «κόκκινες γραμμές» της, είναι πλέον αναπόφευκτη. Ο βομβαρδισμός της Συρίας έχει χειροτερέψει την κατάσταση, αυξάνοντας τις εντάσεις σε όλο τον κόσμο. Παρά τη σκληρή γλώσσα, η Ουάσιγκτον θα αναγκαστεί να πορευτεί χωρίς να καταφέρει να εμποδίσει την ύπαρξη και ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας, όπως αναγκάστηκε να κάνει στο παρελθόν με άλλες χώρες. Στο άμεσο μέλλον θα πρέπει επίσης να έρθει σε συμφωνία με τη Ρωσία στη Μέση Ανατολή. Δεν έχει καμία πραγματική εναλλακτική λύση. Η Ρωσία έχει την κυριαρχία στη Συρία, με επιρροή και στρατιωτική παρουσία, κάτι που η Αμερική δεν έχει.

Αποδυναμώνεται η Ρωσία;

Βραχυπρόθεσμα, η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να εντείνει την πίεση στη Ρωσία για να τερματίσει την υποστήριξή της στον πρόεδρο Άσαντ θα «πέσει στο κενό». Η επίσκεψη του Ρεξ Τίλερσον (υπουργού εξωτερικών των Η.Π.Α) στη Μόσχα, δεν κατάφερε να επιτύχει τίποτα προς όφελος των Η.Π.Α.. Η Αμερικανική μονομερής επιθετική δράση στη Συρία έχει δημιουργήσει «τριγμούς» στις σχέσεις της με τη Ρωσία, που αποτελεί τον βασικό παράγοντα στη Συρία ή ακόμα χειρότερα, τις έχει καταστρέψει. Χωρίς τη Ρωσία, οι Αμερικανοί είναι ακόμα πιο εκτεθειμένοι στην αστάθεια στην περιοχή.

Οι ισχυρισμοί των Η.Π.Α ότι το πρόβλημα στη Συρία ήταν η στήριξη της Μόσχας σε ένα «δολοφονικό καθεστώς» θα χειροτερέψουν το ήδη αρνητικό κλίμα ανάμεσα στις δυο χώρες. Ο Ρεξ Τίλερσον δυναμιτίζει επιπλέον την ατμόσφαιρα με τις κατηγορίες του ότι η Μόσχα δεν ήταν απαραίτητα συνεργός στη χημική επίθεση εναντίον άμαχων πολιτών, αλλά «ανίκανη». Προς το παρόν, οι Ρώσοι έχουν αγνοήσει τους Αμερικανούς και έχουν αυξήσει την υποστήριξή τους στον Άσαντ.

Στην πραγματικότητα, οι Αμερικανοί με τις ενέργειες τους λειτουργούν ως «αυτόχειρες» καταφέρνοντας πλήγμα στο γόητρο τους, υπονομεύοντας παράλληλα τα όρια της εξουσίας τους και προδίδοντας όπως και όλη η Δύση, την ανικανότητά τους.

Η σιωπηλή συνάντηση των G7 αναγνώρισε την αδυναμία τους. Ακόμα και ο Ρεξ Τίλερσον αναγκάστηκε να μετριάσει τα λόγια του και ο ημέτερός του, Μπόρις Τζόνσον, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, δέχτηκε την ταπείνωση από τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών όταν έκανε έκκληση για περισσότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας και της Συρίας. Ο τελευταίος δήλωσε «Το ζήτημα δεν αναφέρθηκε από κανέναν εκτός από τον Μπόρις Τζόνσον».

Σε μια ένδειξη αδυναμίας ο κουτός Μπόρις ανακάλεσε την προγραμματισμένη του επίσκεψη στη Μόσχα, λέγοντας ότι θα αφήσει τον Τίλερσον να παραδώσει ένα «σαφές και συντονισμένο μήνυμα». Αυτό το «μποϊκοτάρισμα» από τον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας, αντικατοπτρίζει απλώς το πόσο λίγη βαρύτητα έχει η Βρετανία στις διεθνείς υποθέσεις. Ο Τζόνσον, που εκπροσωπεί τη θέση του «Ηνωμένου Βασιλείου», είναι απλώς φερέφωνο της Αμερικής και αδυνατεί να την αμφισβητήσει φοβούμενος τις συνέπειες. Η απομόνωσή του στους G7 δείχνει τη δυσμενή θέση που κατέχει η Βρετανία στην παγκόσμια διπλωματία.

Η στάση των Βρετανών χαρακτηρίζεται από την λαϊκή ρήση «σκυλί που γαυγίζει δεν δαγκώνει». Ακόμα και ο υπουργός Άμυνας της Βρετανίας, Μάικλ Φάλον, προσπάθησε να αντιστρέψει την ασημαντότητά του, κατηγορώντας τη Ρωσία ότι ήταν άμεσος συνεργός στην αιματοχυσία στη Συρία. «Αυτό το πρόσφατο έγκλημα πολέμου συνέβη υπό την εποπτεία τους», δήλωσε με έμφαση ο Φάλον. «Τα τελευταία χρόνια, είχαν κάθε ευκαιρία να αποτελέσουν τον «μοχλό πίεσης» και να σταματήσουν τον εμφύλιο πόλεμο. H Ρωσία είναι υπεύθυνη για κάθε θάνατο άμαχου πολίτη την περασμένη εβδομάδα». Αλλά αυτή η έπαρση είναι εντελώς έωλη. Θα πληρώσουν το τίμημα για την «τυφλή» τους αφοσίωση στις Η.Π.Α.

Με τον αντισυμβατικό Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι στροφές στην εξωτερική πολιτική είναι αναπόφευκτες. Με την κοντόφθαλμη στρατηγική του, που δεν διαρκεί περισσότερο από μια εβδομάδα, λειτουργεί ως «ταύρος σε υαλοπωλείο». Έχει αποξενώσει τους Ευρωπαίους, απειλώντας να υπονομεύσει το ΝΑΤΟ. Με την συνθηματολογία του «Η Αμερική πρώτα», απειλεί με μια νέα περίοδο προστατευτισμού για τις Η.Π.Α. Έχει ανοιχτά συγκρουστεί με την CIA και τις υπηρεσίες ασφαλείας, για πρώτη φορά στην Ιστορία. Έχει δημιουργήσει σύγχυση στο κόμμα των Ρεπουμπλικάνων. Με άλλα λόγια, σε μια ήδη πολύ ασταθή κατάσταση στις παγκόσμιες σχέσεις, ο Τραμπ απλώς «ρίχνει λάδι στη φωτιά».

Ρομπ Σιούελ
Μετάφραση από την ιστοσελίδα «In Defence of Marxism» – www.marxist.com: Βαγγέλης Σταθόπουλος

Κοινοποιήστε