Ποιοι είμαστε

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Επικαιρότητα Διεθνή Η Συνθήκη Σένγκεν και ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Η Συνθήκη Σένγκεν και ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός

 

Μια ανάλυση για την τις βαθύτερες τάσεις που αναδεικνύει για το μέλλον του καπιταλισμού στην Ευρώπη ο ενταφιασμός της Συνθήκης Σένγκεν.

Σ’ ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα για την «Γηραιά Ήπειρο» μετατρέπεται το προσφυγικό ζήτημα, που φαίνεται να προκαλεί έντονους τριγμούς στα σαθρά θεμέλια της ΕΕ. Ο μύθος της αλληλεγγύης και της ενότητας των ευρωπαϊκών κρατών καταρρίπτεται, αφού τα εθνικά συμφέροντα ορθώνουν τείχη στην ενότητα των κρατών-μελών της Ε.Ε. Πλέον, αρκετοί ευρωπαίοι ηγέτες συναινούν στην προοπτική η Ελλάδα να αποχωρήσει από τη ζώνη Σένγκεν και να μετατραπεί σε «νεκρή ζώνη» για να προστατεύσει τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες από την προσφυγική κρίση.

Χαρακτηριστικά, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ, χαιρέτισε την πρόταση που υπέβαλε η Σλοβενία για ενίσχυση των Ελληνο-Μακεδονικών συνόρων προκειμένου να ανακοπεί η ροή των μεταναστών. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια γραφική απεικόνιση των αντιθέσεων που αναδύονται στην Ευρώπη, με την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενισχύει τα σύνορα μιας χώρας εκτός ΕΕ προκειμένου να κρατήσει με τη βία ανθρώπους μέσα σ’ ένα κράτος-μέλος της, ενάντια στις επιθυμίες του εν λόγω κράτους. Αυτό γεννά τον κίνδυνο αναβίωσης εντάσεων μεταξύ Δημοκρατίας της Μακεδονίας και Ελλάδας και ταυτόχρονα, θα οδηγήσει την Ελλάδα σε μια ντε φάκτο απομάκρυνση από τη ζώνη Σένγκεν.

Καινούργια «τείχη» υψώνονται στην ΕΕ

Μόλις δύο χρόνια πριν, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ χρησιμοποίησε την 25η επέτειο από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου για να εγκωμιάσει τη γερμανική επανένωση. Οι καπιταλιστές επαναλαμβάνουν την ιστορία του Τείχους ως «θρίαμβο της ελευθερίας έναντι της καταπίεσης», της δημοκρατίας έναντι της δικτατορίας, του καπιταλισμού επί του κομμουνισμού. Ωστόσο, την ώρα που η καγκελάριος έδινε το έναυσμα για την έναρξη των εορταστικών εκδηλώσεων, νέα τείχη ανεγείρονταν.

Σήμερα, έχοντας υποσχεθεί το άνοιγμα των γερμανικών συνόρων στους Σύριους πρόσφυγες, το «πρόσωπο της χρονιάς», η «καγκελάριος του ελεύθερου κόσμου» σύμφωνα με το περιοδικό Times, βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Μόλις τον Νοέμβρη, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε παρομοίασε την καγκελάριο μ’ έναν αδέξιο σκιέρ που προκαλεί χιονοστιβάδα σε μια απότομη πλαγιά.

Παράλληλα, τον Γενάρη 44 μέλη της δεξιάς του γερμανικού κοινοβουλίου υπέγραψαν μια επιστολή ζητώντας πιο αποτελεσματικό έλεγχο των συνόρων. Η Τζούλια Κλόκνερ, μια ηγετική φυσιογνωμία του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος, ζήτησε τη δημιουργία στρατοπέδων καταγραφής στα σύνορα. Ο ηγέτης του αδελφού κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών στην Βαυαρία και εταίρος στην κυβέρνηση Χορτς Σήχοφερ, τάχθηκε επίσης κατά της καγκελαρίου, ενώ το ακροδεξιό κόμμα «για την Γερμανία» έχει πλέον διπλασιάσει τα δημοσκοπικά του ποσοστά.

Την ίδια στιγμή, η Μέρκελ ταξιδεύει και πάλι στην Τουρκία με σκοπό να πείσει τον Ερντογάν να εμποδίσει τη ροή προσφύγων στην Ευρώπη. Παράλληλα, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο δραματική με τη συγκέντρωση στα τουρκικά και ελληνικά σύνορα δεκάδων χιλιάδων Σύριων προσφύγων τις τελευταίες ημέρες.

Σε μια προσπάθεια ανεύρεσης μιας λύσης, τον Νοέμβριο η ΕΕ προσέφερε αντάλλαγμα 3 δισεκατομμυρίων στην Άγκυρα δίνοντας παράλληλα δεσμεύσεις για πολιτικές παραχωρήσεις, όπως τη δυνατότητα ταξιδιού στη χώρα χωρίς βίζα κλπ. Αλλά η Τουρκία, έχοντας περίπλοκα συμφέροντα απαιτεί περισσότερες παραχωρήσεις.

Παρακμή και πτώση

Σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην εμφάνιση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, παρατηρούμε ότι από τα πρώτα κιόλας στάδια της ζωής του έτεινε να ξεπεράσει το έθνος-κράτος και αναζητώντας φθηνές πρώτες ύλες και νέες αγορές, αποίκισε τον κόσμο.

Αυτό βέβαια, δημιούργησε επιπλέον προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία, αφού η παγκόσμια αγορά φάνηκε αδύναμη να απορροφήσει τη συνδυαζόμενη παραγωγική ικανότητα των μεγάλων δυνάμεων. Το αποτέλεσμα ήταν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι για να αποφασιστεί ποιος τελικά θα κυριαρχήσει στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Το τέλος των πολέμων αυτών όμως, έφερε την εκθρόνιση από κοινού των ευρωπαϊκών δυνάμεων από την κυρίαρχη θέση τους στον «παγκόσμιο στίβο» και στην ανάδειξη των ΗΠΑ.
.
Από τις στάχτες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τελικά προέκυψε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, το έμβρυο από το οποίο αναδύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και αργότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια ένωση που γεννήθηκε από την ανάγκη της ευρωπαϊκής αστικής τάξης να ξεπεράσει τα εμπόδια που πρόβαλλε το έθνος-κράτος. Οι ευρωπαϊκές χώρες αναγκάστηκαν να συνεργαστούν από κοινού για να μην παρακαμφθούν από την ταχεία ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου και την άνοδο των οικονομικών γιγάντων: των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα κοινό ιμπεριαλιστικό εγχείρημα, το οποίο συνέβαλε στην επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, εγκαθιδρύοντας ταυτόχρονα μια γιγάντια ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, ικανή να φιλοξενήσει τις τράπεζες και τα μονοπώλια. Παράλληλα, συνέβαλε στην εξαγωγή κεφαλαίων, «προστατεύοντας» ταυτόχρονα τις εγχώριες βιομηχανίες και τη γεωργία από φθηνές εισαγωγές. Η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου μετά το 1945 ώθησε σε αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ και των επενδύσεων. Η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ζώνης ελεύθερου εμπορίου (EFTA) συνέβαλε σημαντικά σε αυτό. Σήμερα, η κρίση του καπιταλισμού μπορεί να φανεί καθαρά από το γεγονός ότι αυτή η ενοποιητική διαδικασία έχει λάβει αντίστροφο χαρακτήρα, σε παγκόσμια κλίμακα.

Το πρώτο εξάμηνο του 2015, το παγκόσμιο εμπόριο σημείωσε την πιο έντονη καθίζηση, που συγκρίνεται μόνο με την κατάρρευση που υπέστη κατά την οικονομική κρίση του 2008. Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές στην Κίνα μειώνονταν από μήνα σε μήνα το 2015. Τον Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμό της τάξεως του 256% στις εισαγωγές κινεζικού χάλυβα.

Χαρακτηριστικά, όπως δήλωσε ο Άλμπερτ Έντουαρντς, «στρατηγικός» οικονομολόγος της «Societe Generale», «η ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου, παρουσίασε πτωτική πορεία σε σχέση με πέρυσι. Στις 23 Δεκεμβρίου οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές χάλυβα. Ως εκ τούτου, καθώς ταυτόχρονα επιταχύνεται η υποτίμηση του γουάν και εκτυλίσσεται μια νέα πιο θανατηφόρα φάση του παγκόσμιου νομισματικού πολέμου, οδηγούμαστε ολοταχώς σε μια νέα παγκόσμια οικονομική ύφεση. Και είναι δυνατόν οι επενδυτές να είναι πραγματικά σίγουροι ότι οι πολιτικές που θα υιοθετηθούν δεν θα οδηγήσουν στα ίδια λάθη με το 1930, σε ένα απόλυτο αποπληθωριστικό φιάσκο συνοδευόμενο από έναν εμπορικό πόλεμο;»

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανησυχούν ότι αυτή η κατάσταση θα μεταφερθεί και στο εσωτερικό της ΕΕ. Σύμφωνα με τον Γιουνκέρ, η επαναχάραξη εσωτερικών συνόρων στις ευρωπαϊκές εμπορικές συναλλαγές, για τα 1,7 εκατομμύρια ευρωπαίους εργαζόμενους που χρησιμοποιούν τη Σένγκεν κάθε μέρα θα κόστιζε 3 δις ευρώ ετησίως σε απώλειες για τις επιχειρήσεις. Γερμανικές επιχειρήσεις έχουν προειδοποιήσει ότι η εκ νέου χάραξη συνόρων θα κοστίσει στην οικονομία της χώρας έως και 10 δις ευρώ ετησίως. Το γραφείο οικονομικού σχεδιασμού της γαλλικής κυβέρνησης (France Stratégie), εκτιμάει σε πρόσφατη έκθεση του ότι θα κοστίσει στην ΕΕ 110 δις ευρώ, και θα οδηγήσει σε οικονομική συρρίκνωση μέσα σε μια δεκαετία της τάξεως του 0,8%. Επίσης, η Γαλλία θα υποστεί απώλειες μεταξύ 1 και 2 δις ευρώ ετησίως σε σύντομο χρονικό διάστημα, εάν η Ευρώπη επιστρέψει στον εσωτερικό εμπορικό έλεγχο των ευρωπαϊκών συνόρων. Ο τουρισμός θα συρρικνωθεί κατά 500 εκατομμύρια έως 1 δις σε ετήσια βάση, ενώ η αρνητική επίπτωση στις συναλλαγές θα ανέλθει σε 60 έως 120 εκατομμύρια ετησίως. Μια τέτοια εξέλιξη θα επιτείνει την πτωτική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, έχοντας χάσει τις «αυτοκρατορίες» τους, συρρικνώθηκαν ως βιομηχανικά έθνη σε σχέση με τις ανερχόμενες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προκειμένου να επιβιώσουν στην παγκόσμια αγορά αναγκάστηκαν να συνεργαστούν από κοινού. Μέσα σ’ όλη αυτή τη διαδικασία, αν και στη μεταπολεμική άνθιση όλα τα κράτη-μέλη επωφελήθηκαν στον έναν ή τον άλλο βαθμό από την Ένωση, η χώρα με το μεγαλύτερο όφελος ήταν η Γερμανία, με την οικονομία της να ανθίζει σε βάρος των άλλων, εντείνοντας τις εσωτερικές αντιθέσεις μέσα στην ΕΕ.

Από την άλλη πλευρά, η φυσική επιδίωξη της εργατικής τάξης να μετακινείται ελεύθερα που φαινομενικά βρήκε την υπεράσπιση της με τη συνθήκη της Σένγκεν, τώρα συγκρούεται με τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλισμού που εμποδίζουν την ελεύθερη μετακίνηση της εργατικής δύναμης. Επιπλέον η κοινωνική κατάσταση στην ΕΕ επιδεινώνεται όλο και περισσότερο, με την αύξηση στα επίπεδα ανεργίας να βρίσκεται σε πολύ ψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Σ´ αυτές τις συνθήκες, έχουν ενταθεί οι πιέσεις στο εσωτερικό πολλών ευρωπαϊκών χωρών για να περιοριστούν οι μαζικές εισροές εργαζομένων από άλλες χώρες, προκαλώντας την άνοδο αντιδραστικών δεξιών κομμάτων.

Τη διάθεση για γενικότερη εσωστρέφεια στην οικονομία, αλλά και την ύψωση φραγμών για την προστασία του εγχώριου κεφαλαίου, την είχαν δείξει ήδη οι αγορές, υψώνοντας έναν αμερικάνικο και ευρωπαϊκό τοίχο απέναντι στα κινεζικά προϊόντα. Χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία όμως, αφού οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων είναι το βαρύ πυροβολικό με το οποίο γκρεμίζονται ακόμα και τα σινικά τείχη, όπως είχε εξηγήσει ο Μαρξ.

Τώρα, βλέπουμε να εγείρουν νέα τείχη, κατά των προσφύγων. Γιατί άραγε να αντιτάσσεται η μεγάλη αστική τάξη στην εισαγωγή φθηνού εργατικού δυναμικού; Σίγουρα, σύμφωνα με τα λόγια της επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, «το σημερινό αυτό μεγάλο κύμα προσφύγων είναι μια πρόκληση που προσφέρει μια δυναμική ανόδου. Με τις κατάλληλες πολιτικές, αυτή η πλούσια πηγή ανθρώπινου κεφαλαίου μπορεί να αξιοποιηθεί με οφέλη για όλους». Είναι σίγουρο ότι πάντα είχαν κλειστές τις καρδιές τους απέναντι στους πρόσφυγες, όμως την περίοδο της ανάπτυξης το φτηνό εργατικό δυναμικό «χαροποιούσε» τα πορτοφόλια τους. Το βάθος όμως της καπιταλιστικής κρίσης, έκανε ακόμη και τα πορτοφόλια τους να μην φτερουγίζουν από χαρά μπροστά στο κύμα προσφύγων. Οι καπιταλιστές έχουν πλέον πάρα πολλούς εργαζόμενους. Υπάρχει μια υπερπαραγωγή εργατικής δύναμης. Διακόσια εκατομμύρια είναι οι άνεργοι παγκοσμίως, σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό Εργασίας. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι δεκαοκτώ εκατομμύρια άνεργοι βρίσκονται στην περιοχή της Ευρωζώνης, αν και ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να υποτιμά την πραγματική κατάσταση. Είναι εντελώς ανίκανοι να «αξιοποιήσουν αυτή την πλούσια πηγή ανθρώπινου κεφαλαίου» που κυνικά περιέγραψε η Λαγκάρντ.

Υπό τις παρούσες συνθήκες της κρίσης, η μετανάστευση σημαίνει για την άρχουσα τάξη αυξημένες δαπάνες για κοινωνική πρόνοια, προσθέτοντας περαιτέρω επιβάρυνση στο ήδη υπάρχον δημόσιο χρέος. Αυτό, αντισταθμίζει οποιοδήποτε όφελος θα είχε η αστική τάξη μέσω του ανταγωνισμού που δημιουργείται από τη μείωση του ονομαστικού κόστους εργασίας.

Στην πραγματικότητα, όλη η προσπάθεια μέσω Συνόδων, συνεργασιών και νομοσχεδίων που παρουσιάζονται να στοχεύουν στον περιορισμό του αριθμού των μεταναστών, δεν προσπαθούν να μειώσουν την εισροή πολύ φθηνού εργατικού δυναμικού. Αντίθετα, το φθηνό εργατικό δυναμικό είναι ευπρόσδεκτο για τους καπιταλιστές. Αλλά όπως εξηγήθηκε, αυτή δεν είναι η μόνη συνέπεια του κύματος των προσφύγων.

Οι ηγεσίες του εργατικού και του συνδικαλιστικού κινήματος φέρουν για ακόμα μια φορά την μεγαλύτερη ευθύνη, αφού δεν εξηγούν με σαφήνεια ποιος πραγματικά ευθύνεται για την μαζική μετανάστευση και την εξαθλίωση των προσφύγων. Με την αυξανόμενη ανεργία και τη μείωση του βιοτικού επιπέδου ζωής ακόμα και στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, δεν είναι καθόλου δύσκολο για τους δημαγωγούς της δεξιάς και του κίτρινου τύπου να διασπείρουν την άποψη ότι «δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας επειδή τις παίρνουν οι μετανάστες». Αυτή η προπαγάνδα, χρησιμοποιείται ήδη από κόμματα όπως το UKIP στη Βρετανία, το εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία ή η Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία και αναγκάζει τις κυβερνήσεις παντού να κάνουν στροφή προς τα δεξιά.

Η προσπάθεια για ακόμα φθηνότερο εργατικό δυναμικό

Στην πράξη, αυτό που επιτυγχάνει η αντι-μεταναστευτική νομοθεσία είναι να βάλει τους μετανάστες εργαζόμενους σε μια ακόμη πιο επισφαλή κατάσταση. Κάνει τους περισσότερους από αυτούς «παράνομους», πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια συνδικαλιστική οργάνωση, δεν μπορούν να κατέβουν σε απεργία για υψηλότερους μισθούς, δεν μπορούν να διεκδικήσουν και ως εκ τούτου πρέπει να αποδεχθούν οποιοδήποτε επίπεδο μισθού σε οποιαδήποτε κατάσταση απλώς για να επιβιώσουν. Οι αστοί ξέρουν τι κάνουν: «με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια». Ενισχύουν τα δεξιά κόμματα μέσω της ρατσιστικής προπαγάνδας, διαιρούν την εργατική τάξη, ενώ ταυτόχρονα καθιστούν εργατικό δυναμικό, ακόμη φθηνότερο από ό, τι ήδη ήταν.

Το όλο φαινόμενο παρ’ όλα αυτά, συμβάλλει στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση της κατάστασης κοινωνικά και πολιτικά, μέσω της αύξησης των εσωτερικών εντάσεων εντός των κρατών μελών. Την ίδια στιγμή, αυξάνει τις εντάσεις και μεταξύ των κρατών μελών, καθώς όλοι προσπαθούν να ξεφορτώσουν το βάρος της αντιμετώπισης αυτής της κρίσης ο ένας στους ώμους του άλλου. Ο Χανς Χέλμουτ Κοτζ, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, γράφοντας για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ αναδεικνύει την πιθανότητα, όχι μόνο η Γερμανία, αλλά και η Σουηδία, η Ολλανδία, η Αυστρία και άλλες χώρες, να κινούνται ενάντια σε αυτό που θεωρείται ότι είναι πολιτικά εφικτό. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αναμένεται καμία λύση σε επίπεδο ΕΕ και ως εκ τούτου, ότι η Σένγκεν είναι μάλλον καταδικασμένη και πως όσο και αν ακούγεται αυτό δυσοίωνο, θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε την προοπτική του τέλους της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως τις γνωρίσαμε.

Αυτό εξηγεί την αύξηση του αριθμού των πολιτικών στα διάφορα εθνικά κοινοβούλια που πιέζουν για πολιτικές προστατευτισμού. Είναι εν μέρει μια δημαγωγική απάντηση στην προσπάθεια να κερδίσουν εκλογική υποστήριξη από τους πολίτες, και εν μέρει μια άμεση αντανάκλαση των συμφερόντων τουλάχιστον ενός τμήματος των καπιταλιστών, οι οποίοι βγαίνουν χαμένοι από την ανοικτή αγορά σε όλη την Ευρώπη.

Κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση με γνώμονα το δικό τους συμφέρον, ακόμα και αν προσποιούνται ότι έχουν τα συμφέροντα των εργαζομένων στο μυαλό τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι υποστηριχτές της εργατικής τάξης. Αντίθετα, πατάνε ακριβώς στην έλλειψη οποιουδήποτε σοσιαλιστικού – διεθνιστικού προγράμματος από την πλευρά της ηγεσίας της εργατικής τάξης, των κομμάτων και των συνδικάτων.

Χωρίς μια τέτοια εναλλακτική λύση, ένα τμήμα της εργατικής τάξης, συνήθως το φτωχότερο, και κυρίως τα λούμπεν στρώματα που έχουν υποβιβαστεί σε ακόμη χαμηλότερη τάξη, μπορούν να παρασυρθούν – τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα – από εθνικιστές δημαγωγούς.

Ο προστατευτισμός δεν είναι λύση

Ο προστατευτισμός όμως, δεν αποτελεί λύση ούτε για τα προβλήματα του ίδιου του καπιταλισμού. Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη πολιτική που προωθείται από ένα πιο καθυστερημένο τμήμα της άρχουσας τάξης. Μακροπρόθεσμα, τα ανταγωνιστικά προστατευτικά μέτρα οδηγούν σε ραγδαία πτώση της παγκόσμιας αγοράς, όπως στην Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Αυτό σημαίνει μαζική ανεργία και φτώχεια για τους εργαζόμενους όλων των χωρών.

Η αντι-προσφυγική στάση των ευρωπαϊκών εθνικών κυβερνήσεων είναι μέρος της ρατσιστικής πολιτικής, που αποσκοπεί στο να στρέψει τον ένα εργάτη ενάντια στον άλλον. Μπορούν να το κάνουν αυτό και να «τη γλιτώνουν» για μια ορισμένη περίοδο, διότι, όπως έχουμε ήδη πει, οι ηγέτες του εργατικού κινήματος δεν δίνουν μια εναλλακτική λύση. Στην πραγματικότητα, οι τελευταίοι εμφανίζονται συχνά φιλικοί στην αντι-μεταναστευτική νομοθεσία. Αυτό που καταφέρνουν βέβαια, είναι να δώσουν μεγαλύτερη αξιοπιστία στην προπαγάνδα της δεξιάς. Η απάντηση στο φθηνό εργατικό δυναμικό δεν είναι να πολεμήσει κανείς τους φτωχούς μετανάστες, αλλά να τους οργανώσει, να τους φέρει στα συνδικάτα και να ενώσει τους εργαζόμενους ενάντια στις εθνικές και θρησκευτικές διαιρέσεις σε έναν αγώνα ενάντια στους καπιταλιστές όλων των εθνών. Αυτό ήταν ένα από τα καθήκοντα που η Πρώτη Διεθνής αντιμετώπισε αποτελεσματικά. Είναι αυτό που απαιτείται σήμερα.

Αν οι μετανάστες εργαζόμενοι είναι απολύτως νόμιμοι, με τα ίδια δικαιώματα του γηγενούς πληθυσμού, μπορούν να αγωνιστούν για καλύτερους μισθούς και συνθήκες μαζί με όλους τους εργαζόμενους. Με αυτόν τον τρόπο, κάτι που ψευδώς γένεται αντιληπτό ως απειλή, θα μπορούσε να γίνει σύμμαχος στην κοινή ταξική πάλη.

Το γεγονός είναι ότι σε όποιον τρόπο αντιμετώπισης κι αν στραφούν οι καπιταλιστές, δεν έχουν καμία λύση για να βγουν από τη σημερινή δύσκολη θέση τους. Μια πραγματικά ελεύθερη αγορά θα ήταν προς όφελος αυτών των καπιταλιστών που μπορούν να παράγουν πιο παραγωγικά, π.χ. έχουν τα φθηνότερα προϊόντα, αλλά αυτό θα σήμαινε την κατάρρευση των άλλων καπιταλιστών. Η άλλη όψη αυτού του νομίσματος είναι ο εθνικός προστατευτισμός που θα στεγνώσει την παγκόσμια αγορά για όλους. Και στις δύο περιπτώσεις, απλώς θα επιδεινωνόταν η ήδη σοβαρή κρίση.

Η κατάργηση της Σένγκεν και το ύψωμα των συνόρων είναι απλώς μέρος της συνολικής διαδικασίας της κάθε εθνικής αστικής τάξης που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από τα δικά της εθνικά σύνορα. Είναι ένα ακόμη βήμα στο δρόμο της ιστορικής παρακμής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό, ωστόσο, οδηγεί και στην άλλη πλευρά αυτής της «εξίσωσης». Μαζί με τα αυξανόμενα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, έρχεται και η ταξική πάλη, και θα δούμε την ανάπτυξη αυτής της πάλης σε ένα πανευρωπαϊκό επίπεδο κατά την προσεχή περίοδο. Η μια ευρωπαϊκή χώρα μετά την άλλη θα μπει στην αρένα των μαζικών αγώνων, των διαδηλώσεων, των κλαδικών και γενικών απεργιών, μαζί με την πόλωση της κοινωνίας προς τ’ αριστερά και τα δεξιά, καθώς οι τάξεις αναζητούν μια διέξοδο. Θα δούμε αριστερές κυβερνήσεις να έρχονται στην εξουσία, ακολουθούμενες από περιόδους αντίδρασης και ύστερα νέα κύματα αγώνων. Σε αυτή τη διαδικασία, κατά την προσεχή περίοδο, οι άνθρωποι που εργάζονται στην Ευρώπη θα αρχίσουν να βγάζουν πολύ ριζοσπαστικά συμπεράσματα.

Μετάφραση από την ιστοσελίδα www. marxist.com : Αντριάνα Κοκκίνη – Άγγελος Σταμούλης

 

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα