ρήξη με τους δανειστές

[nextpage title=”Μέρος 1ο” ]

Με τη συμπλήρωση τριών μηνών διακυβέρνησης από τη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη χώρα καθορίζεται από την επιδείνωση της βαθειάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, επηρεάζεται αποφασιστικά από την αυξανόμενη αδιαλλαξία των ξένων χρηματοδοτών του και σφραγίζεται από την πλήρη διάψευση των προσδοκιών των νέων διαχειριστών του για τη δυνατότητα μιας φιλολαϊκής αστικής διαχείρισης, χωρίς λιτότητα και νέα Μνημόνια.

Ένα «σάπιο κλαδί»

Η παρούσα αυξανόμενη οικονομική και πολιτική αβεβαιότητα, σε τελική ανάλυση αντανακλά την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να ανακάμψει από τη βαθειά ύφεση, που με βάση την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ έφερε μια συνολική υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 26,4% από το 2008 έως το 2013. Μετά από ένα έτος (2014) αναιμικής ανάκαμψης (0,8% συνολικά) που οφειλόταν κύρια στο μεγάλο τουριστικό ρεύμα, το τελευταίο 6μηνο σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης «Standard & Poor’s», η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε νέα ύφεση, με συρρίκνωση κατά 1%.

Η επανεμφάνιση της ύφεσης επιβαρύνει την ήδη οριακή κατάσταση των οικονομικών του κράτους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της «Ελληνικής Στατιστικής Αρχής» για το 2014. Το πρωτόγεννες πλεόνασμα (το αποτέλεσμα της σχέσης κρατικών εσόδων – εξόδων αν αφαιρεθούν οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους) ήταν 3 φορές χαμηλότερο του στόχου που προέβλεπαν τα Μνημόνια, μόλις 0,4% του ΑΕΠ ή 630 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου 1,5%. Για μια ακόμα χρονιά, οι κρατικές δαπάνες που ανήλθαν σε 88,3 δισ. ευρώ ξεπέρασαν τα έσοδα που ανήλθαν σε 82 δισ. ευρώ, διαμορφώνοντας έτσι ένα έλλειμμα ύψους 6,3 δισ. ευρώ ή 3,5% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος ανήλθε σε 317 δισ. ευρώ και σημείωσε νέα αύξηση ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανερχόμενο σε 177,1% από 175% το 2013.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2014 ήταν η χρονιά της πλήρους «άνθισης» της εργοδοτικής ασυδοσίας και της υπερεκμετάλλευσης που εισήγαγαν τα Μνημόνια, στο όνομα της τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε σε επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και ανάπτυξη. Όμως η χρονιά αυτή αντί να αποδειχθεί «πρόλογος» της ανάπτυξης, αποδείχθηκε «χαλί» για μια νέα ύφεση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εκατομμύρια ανέργων και οι οικογένειές τους δεν έχουν καμία βάσιμη δυνατότητα να βελτιώσουν ουσιαστικά τη μοίρα τους στο άμεσο μέλλον.

Μήπως όμως, η εντεινόμενη ανικανότητα του ελληνικού καπιταλισμού να εξασφαλίσει δουλειές στους ανέργους μπορεί με κάποιο τρόπο να «διασκεδαστεί» από μια πολιτική χαλάρωσης της υπερφορολόγησης και των περικοπών; Όταν τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν είσοδο σε μια νέα ύφεση και επιδείνωση των κρατικών οικονομικών, αυτό που μπορεί μόνο να περιμένει κανείς από μια κυβέρνηση που διαχειρίζεται τον καπιταλισμό είναι να επιδιώξει με την πολιτική της περισσότερα έσοδα από φόρους και νέες περικοπές. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι για να πραγματοποιηθεί φέτος ο – κατά τα φαινόμενα κοινά αποδεκτός από κυβέρνηση και δανειστές – στόχος αύξησης του πρωτογενούς πλεονάσματος από 0,4% σε 1,5% του ΑΕΠ, χρειάζονται νέα δημοσιονομικά μέτρα.

Η κυβέρνηση προς το παρόν διαβεβαιώνει ότι τα μέτρα αυτά θα είναι «κοινωνικά δίκαια». Ακόμα και αυτό να συμβεί τελικά – πράγμα που είναι εξαιρετικά αμφίβολο από τη στιγμή που οι δανειστές έχουν αποφασιστικό λόγο στην οικονομική πολιτική – τα νέα «κοινωνικά δίκαια» μέτρα προϋποθέτουν τη διατήρηση των παλιών κοινωνικά άδικων μέτρων (φόρων, περικοπών κλπ) των Μνημονίων. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση της καλύτερης δυνατής έκβασης των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, η σημερινή άθλια κατάσταση των μαζών της εργατικής τάξη και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων θα διατηρηθεί τους προσεχείς μήνες, ακυρώνοντας στην πράξη τη λαϊκή εντολή της 25ης Γενάρη για κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων.

Αλλά αν ρίξουμε μια ψυχρή ματιά στις γενικότερες οικονομικές τάσεις που διαφαίνονται σε διεθνές επίπεδο, ακόμα και η διατήρηση του σημερινού επιπέδου εξαθλίωσης μοιάζει πολυτέλεια. Ο κανόνας στην παγκόσμια οικονομία είναι η επιβράδυνση και η στασιμότητα, ενώ το ευρύτερο πεδίο διαμόρφωσης της μοίρας της ελληνικής οικονομίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη, βρίσκεται σε ύφεση, που οξύνει το πρόβλημα των κρατικών χρεών και ελλειμμάτων. Η «ποσοτική χαλάρωση» της ΕΚΤ απλά επιβραδύνει με έναν τεχνητό τρόπο αυτή τη διαδικασία. Κάνει φθηνότερο τον δανεισμό προσωρινά, αλλά ούτε μειώνει τα χρέη, ούτε μπορεί από μόνη της να σπρώξει τους καπιταλιστές να επενδύσουν μαζικά σε μια αγορά που από την κρίση και τη λιτότητα έχει «στενέψει» και που παραμένει εκτεθειμένη σε μεγάλα κρατικά και τραπεζικά χρέη .

Αν σε αυτό το δυσμενές διεθνές περιβάλλον για τον ελληνικό καπιταλισμό προσθέσουμε τα προβλήματα που γεννά η διατήρηση του τεράστιου κρατικού του χρέους, δηλαδή τα απαγορευτικά επίπεδα επιτοκίων δανεισμού, τον αποκλεισμό από το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, την πλήρη χρηματοδοτική εξάρτηση από ευρωπαϊκούς και διεθνείς κρατικούς και διακρατικούς φορείς, τη διαρκή απειλή χρεοκοπίας, καθώς και την εύθραυστη κατάσταση των τραπεζών και την απόλυτη εξάρτησή τους από τα προγράμματα παροχής ρευστότητας της ΕΚΤ, τότε καταλαβαίνουμε ότι οι γενικές οικονομικές προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού είναι απόλυτα δυσοίωνες.

Πάνω σε αυτό το σαθρό έδαφος, κάθε μικρό ή μεγάλο οικονομικό «ατύχημα» είναι όχι μόνο δυνατό, αλλά και αναπόφευκτο: από την κατάρρευση μεγάλων εταιρειών, τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων, μέχρι τη μερική ή πλήρη στάση πληρωμών του κράτους, τη χρεοκοπία και την υποχρεωτική έξοδο από το ευρώ. Αυτή η αντικειμενική νομοτέλεια μπορεί μόνο να επιβραδυνθεί, αλλά δεν μπορεί να ματαιωθεί, ακόμα και με την πιο επιτυχημένη διαπραγματευτική τακτική με τους πιστωτές. Η υφιστάμενη στάση πληρωμών σε προμηθευτές του κράτους και σε δικαιούχους ορισμένων επιδομάτων και επιστροφών φόρων και πάνω από όλα, η απελπισμένη κυβερνητική δέσμευση με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου των ταμειακών διαθεσίμων των κρατικών φορέων και οργανισμών για να εξυπηρετηθεί το χρέος, δείχνει πόσο κοντά είμαστε σε ένα τέτοιο «ατύχημα» ανοικτής και άτακτης κρατικής χρεοκοπίας, που πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού θα μεταφερθεί στις πλάτες του εργαζόμενου λαού με νέα κύματα φτώχειας και εξαθλίωσης.

Οι σύντροφοι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ συνηθίζουν ειρωνικά να αντιτάσσουν στην υπομονετική υπεράσπιση ενός αντικαπιταλιστικού – σοσιαλιστικού προγράμματος από την πλευρά της Κομμουνιστικής Τάσης έναν μεταφυσικό αφορισμό: «δεν είναι τώρα η ώρα για το σοσιαλισμό». Εμείς οι κομμουνιστές τους απαντάμε: η ίδια η ζωή αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο! Ουδέποτε ο καπιταλισμός ήταν πιο ανίκανος να ικανοποιήσει τις στοιχειωδέστερες ανάγκες του λαού και ουδέποτε ο σοσιαλισμός ήταν περισσότερο αναγκαίος για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες! Το γεγονός ότι σήμερα η φωνή των κομμουνιστών του ΣΥΡΙΖΑ είναι ασύγκριτα πιο αδύναμη από εκείνη των «αστέρων» υπουργών της ηγεσίας, δεν σημαίνει καθόλου ότι οι πολιτικές τους θέσεις και προειδοποιήσεις είναι λαθεμένες. Αντίθετα, είναι οι μόνες που στηρίζονται στα ακλόνητα θεμέλια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης της πραγματικότητας και των προοπτικών ενός συστήματος που βαδίζει και θα βαδίζει από κρίση σε κρίση.

Οι σύντροφοι της ηγεσίας δυστυχώς, αποδεχόμενοι τον ρόλο του διαχειριστή αυτού του συστήματος, επιλέγουν να στηριχθούν πάνω σ’ ένα «σάπιο κλαδί». Έτσι η επώδυνη πτώση και η περαιτέρω εξαθλίωση των μαζών που θα τη συνοδέψει, δεν θα συνιστά «ατύχημα», αλλά φυσιολογική συνέπεια της εμμονικής, σοσιαλδημοκρατικής αυταπάτης τους για μια «προοδευτική» διαχείριση του καπιταλισμού. Μόνο η εφαρμογή ενός αντικαπιταλιστικού, σοσιαλιστικού προγράμματος μπορεί αποτρέψει αυτή την ολέθρια προοπτική. Όσο η ηγεσία δεν τολμά να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, τόσο πιο κοντά θα έρχεται προς την αντίθετη : προς τη λήψη νέων σκληρών μέτρων λιτότητας και την υπογραφή νέων Μνημονίων.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 2ο” ]

Φταίει η «πολιτική αβεβαιότητα» για τη νέα ύφεση;

Η διολίσθηση προς μια νέα ύφεση ερμηνεύεται από τους αστούς δημοσιολόγους σαν το αποτέλεσμα της «πολιτικής αβεβαιότητας» που ακολούθησε την προκήρυξη των τελευταίων εκλογών, καθώς και της μακράς διάρκειας διαπραγμάτευσης της νέας κυβέρνησης με τους δανειστές. Η ερμηνεία αυτή μάλλον δεν ερμηνεύει τίποτα.

Ασφαλώς πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, η εκάστοτε πολιτική κατάσταση μπορεί να ασκήσει μια ορισμένη επίδραση στην οικονομία, καθορίζοντας ιδιαίτερα τις διακυμάνσεις των διαφόρων της φάσεων, εκτός φυσικά από την περίπτωση που εκτυλίσσονται μεγάλα και όχι συνηθισμένα πολιτικά γεγονότα, όπως οι επαναστάσεις ή οι αντεπαναστάσεις. Όμως η περίπτωση της Ελλάδας των τελευταίων χρόνων αποδεικνύει ότι κατά κανόνα ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Είναι η οικονομία αυτή που επιδρά καθοριστικά στην πολιτική.

Η βαθιά ύφεση και η εκτόξευση του κρατικού χρέους είναι η βασική υλική αιτία που δημιουργεί από το 2009 και μετά, ένα διαρκές σκηνικό έντασης στις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, που αντανακλάται με διαρκείς πολιτικές κρίσεις, ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις και αναδεικνύοντας ή εξαφανίζοντας κόμματα και ηγέτες.

Ειδικότερα σχετικά με την «πολιτική αβεβαιότητα» των τελευταίων 6 μηνών, οφείλει να παραδεχθεί κανείς ότι δεν συνέβη καμία ιδιαίτερη ή ξαφνική πολιτική ανωμαλία στη χώρα. Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου έπεσε σε μια αναμενόμενη πολιτική συγκυρία (περίοδος εκλογής προέδρου Δημοκρατίας) και μάλλον καθυστερημένα, έχοντας δείξει αξιοσημείωτη σταθερότητα, που οφειλόταν στην υποχώρηση του μεγάλου κύματος ταξικών αγώνων 2010 – 2013. Η μεγάλη διάρκεια της διαπραγμάτευσης μεταξύ της νέας κυβέρνησης και των δανειστών είναι επίσης κάτι που αναμενόταν, με δεδομένη τη μεγάλη απόσταση που χώριζε τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ και τις αξιώσεις των δανειστών.

Ασφαλώς αυτά τα πολιτικά γεγονότα έχουν κλονίσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη στις προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού μέσα στους κύκλους του κεφαλαίου. Όμως αυτή η εμπιστοσύνη ήταν ήδη βαθιά κλονισμένη, καθώς όλα τα χαρακτηριστικά της κρίσης, όπως το τεράστιο κρατικό χρέος, το εύθραυστο τραπεζικό σύστημα, η «τσακισμένη» εσωτερική αγορά κ.λ.π, προϋπήρχαν της τρέχουσας πολιτικής αβεβαιότητας. Όλα τα στοιχεία μιας νέας ύφεσης ήταν παρόντα στην οικονομία, δείχνοντας ότι ο τυπικός ερχομός της ήταν κοντά.

Ό ερχομός της λοιπόν, δεν έχει σαν γενεσιουργό αιτία την «πολιτική αβεβαιότητα». Η αιτία είναι η ίδια η βαθιά κρίση ενός από τους πλέον αδύναμους κρίκους του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και η αδυναμία του να την υπερβεί σε συνθήκες ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομικής επιβράδυνσης και στασιμότητας. Με άλλα λόγια, είναι ο οργανικός χαρακτήρας της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτή η κρίση είναι που θα γεννά αδιάκοπα την «πολιτική αβεβαιότητα» σε όλο και πιο ακραίες μορφές, φτάνοντας αναπόφευκτα σε κάποιο στάδιο στην αρχή μιας προλεταριακής επανάστασης, με πιθανά και τα επίσης «ακραία», διαλείμματα ανοικτά αντιδραστικής διακυβέρνησης.

Τι συνιστά συνεπώς, η επίμονη ενοχοποίηση της «πολιτικής αβεβαιότητας» από τους αστούς δημοσιολόγους; Αποτελεί μια σαφέστατη ένδειξη ότι για την άρχουσα τάξη η ίδια η αστική δημοκρατία, με τους κανόνες της που επιτρέπουν πάντα μια ορισμένη ποσότητα «πολιτικής αβεβαιότητας», μετατρέπεται βαθμιαία σε μια περιττή πολυτέλεια. Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούνται, χωρίς να είναι σε θέση να το πουν ανοικτά, είναι ότι αυτό που χρειάζεται για να μπει τάξη στην «αβεβαιότητα» που δημιουργεί η συχνή εναλλαγή κυβερνήσεων, είναι η «βεβαιότητα» ενός ανοικτά αντιδραστικού καθεστώτος. Άλλωστε μόνο σε ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί η καπιταλιστική οικονομία να είναι απαλλαγμένη από κάθε πηγή «πολιτικής αβεβαιότητας», όπως οι εκλογές, οι απεργίες κ.α.

Η βάρβαρη αξίωση των δανειστών για ταπείνωση

Από την πρώτη στιγμή της θητείας της νέας κυβέρνησης, οι λαοί όλου του κόσμου παρακολουθούν ένα ρεσιτάλ κυνισμού από τους δανειστές της Ελλάδας, που αν αναλογιστεί κανείς τις επιπτώσεις του για τη ζωή της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων της χώρας, συνιστά ωμή βαρβαρότητα.

Όλοι οι εκπρόσωποι του διεθνούς ιμπεριαλισμού και όλες οι πολιτικές πτέρυγες του διεθνούς αστικού στρατοπέδου έχουν ομονοήσει σε μια πολύπλευρη απόπειρα να στραγγαλιστεί η δημοκρατικά εκφρασμένη θέληση του ελληνικού λαού και να ματαιωθεί η κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων.

Η περίπτωση της Ελλάδας των Μνημονίων είναι εκείνη που πιο χαρακτηριστικά από κάθε άλλη, φανερώνει τον κίβδηλο χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας, το ασυμβίβαστο που υπάρχει στην πραγματικότητα, ανάμεσα στην αληθινή δημοκρατία και τον καπιταλισμό. Και αν για τους απλούς ανθρώπους της εργατικής τάξης αυτή η αποκάλυψη δεν προξενεί κάποια ιδιαίτερη εντύπωση, αποτελώντας ένα πολύτιμο πολιτικό μάθημα της ίδιας της ζωής, για τους ρεφορμιστές ηγέτες και διανοούμενους της Αριστεράς που τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν κάνει σκοπό της ύπαρξής τους να υπερασπίζουν το «δημοκρατικό και κοινωνικό ευρωπαϊκό κεκτημένο», εξωραΐζοντας την καπιταλιστική ΕΕ και τους μηχανισμούς της, το σοκ πρέπει να είναι ιδιαίτερα ισχυρό και αξεπέραστο.

Όλη η αντιδραστική κουστωδία του διεθνούς καπιταλισμού, από τους κυνικούς Μέρκελ και Σόιμπλε και τους εκατομμυριούχους γραφειοκράτες της Κομισιόν, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ μέχρι τον ψευτοδημοκράτη Ομπάμα, τον αδίστακτο Πούτιν και την αστική γραφειοκρατική κλίκα του Πεκίνου, παίζουν ο καθένας το δικό του οικονομικό και πολιτικό παιχνίδι στις πλάτες του εξαθλιωμένου ελληνικού εργαζόμενου λαού και όλοι μαζί επιδιώκουν ή απλά προσδοκούν, την ταχύτερη δυνατή υποταγή της νέας ελληνικής κυβέρνησης για να μην διαταραχθεί η εύθραυστη κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας.

Αυτό που δεν αμφισβητείται από καθέναν από αυτούς είναι ότι ο πρώτος και τελευταίος λόγος στο ελληνικό ζήτημα ανήκει στην κυρίαρχη δύναμη της Ευρωζώνης, της Γερμανία. Ούτε ο Ομπάμα, ούτε οι Κινέζοι αστοί – γραφειοκράτες, ούτε ο Πούτιν, ούτε φυσικά οι Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί αστοί «εταίροι» της Γερμανίας και οι τεχνοκράτες της Κομισιόν και της ΕΚΤ επιθυμούν να αμφισβητήσουν την ουσία της πολιτικής της γερμανικής άρχουσας τάξης, που συνίσταται στο δόγμα «ανελέητη πίεση μέχρι τέλους».

Στην πραγματικότητα, ο Σόιμπλε και η παρέα του δεν διεξάγουν καμία διαπραγμάτευση. Κάνουν από την πρώτη στιγμή απλά μια επίδειξη πυγμής, εκμεταλλευόμενοι τη δεινή κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού και τη χρηματοδοτική εξάρτηση του ελληνικού κράτους και των τραπεζών από τους ίδιους . Το παράδειγμα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να κατανοηθεί καλύτερα η ουσία της υφιστάμενης «διαπραγμάτευσης» είναι εκείνο ενός πάνοπλου πολιορκητή που πολιορκεί έναν εξαθλιωμένο στασιαστή, κόβοντάς του κάθε πρόσβαση στις τροφές και το νερό, περιμένοντας κυνικά μέχρι την ώρα που η εξάντληση θα τον οδηγήσει στην παράδοση.

Ο πολιορκητής «διαπραγματευόμενος» κάνοντας πλήρη αξιοποίηση της ισχύος του, δεν θέλει απλά την παράδοση, αλλά την ταπείνωση του πολιορκημένου. Θέλει με αυτό τον τρόπο να παραδειγματίσει τους υπόλοιπους επίδοξους «στασιαστές», δηλαδή την ευρωπαϊκή εργατική τάξη και ιδιαίτερα, την ισπανική που ετοιμάζεται να εκλέξει το PODEMOS, τον δικό της ΣΥΡΙΖΑ, στην κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, επιδιώκει να στείλει ένα έμμεσο μήνυμα πυγμής και στους εταίρους του, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο στην οικονομική και πολιτική κυριαρχία εντός ΕΕ και Ευρωζώνης. Ποια είναι όμως η τακτική του πολιορκημένου «διαπραγματευόμενου»;

Ο απολογισμός της «διαπραγμάτευσης»

Βρισκόμαστε πλέον στην κρίσιμη τελική φάση αυτού που καταχρηστικά καλείται «διαπραγμάτευση» και αρχίζει πια να γίνεται ξεκάθαρο ποια πλευρά έχει ηττηθεί και ποια είναι κοντά σε μια καθαρή νίκη. Όλοι οι πιστωτές – οι αστικές κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τα διευθυντήριά της και το ΔΝΤ – με μια φωνή απαιτούν από την κυβέρνηση να εφαρμόσει τις «μεταρρυθμίσεις» που προβλέπονται από τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, δηλαδή μειώσεις συντάξεων, ιδιωτικοποιήσεις, αύξηση φόρων, εμβάθυνση της εργοδοτικής ασυδοσίας κ.α. Ούτε ένας από τους αστούς διεθνείς συνομιλητές της κυβέρνησης δεν έχει δείξει έμπρακτη υποστήριξη σε κάποια από τις βασικές της θέσεις. Ο Ομπάμα αξιώνει καθαρά υποταγή στις «μεταρρυθμίσεις». Ο Πούτιν δεν δείχνει καθόλου διατεθειμένος σε συνθήκες εντεινόμενου αδιεξόδου του ρώσικου καπιταλισμού να δανείσει μια χρεοκοπημένη χώρα, ούτε θέλει να θέσει για χάρη της σε κίνδυνο τις σχέσεις του με τη Γερμανία. Οι περίφημες προκαταβολές για τον ρωσικό αγωγό «Southsteam» – έτσι κι αλλιώς ενός ύψους μη ικανού να αντιμετωπίσει τα ελληνικά χρηματοδοτικά κενά – δεν έχουν επιβεβαιωθεί από καμία επίσημη πηγή. Τέλος, οι Κινέζοι αστοί, έχοντας συμμετάσχει ελάχιστα στην αγορά εντόκων γραμματίων, παρά τις σχετικές κυβερνητικές προσδοκίες, έχουν δείξει ότι δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να θεωρούνται ένα ουσιαστικό στήριγμα της Ελλάδας στη «διαπραγμάτευση».

Στο χθεσινό Eurogroup στη Λετονία είχαμε το αποκορύφωμα της εμφάνισης μιας εικόνας διεθνούς απομόνωσης της κυβέρνησης από το σύνολο των αστικών κυβερνήσεων της Ευρωζώνης, με τον Έλληνα υπουργό οικονομικών να βρίζεται μάλιστα με σκαιό τρόπο από ορισμένους ομολόγους του, που του καταλόγισαν «ερασιτεχνισμό» και «τζογαδορισμό»… Τρεις μήνες μετά την έναρξη της «διαπραγμάτευσης», ο αρχικός κυβερνητικός στόχος για διάσπαση των «Ευρωπαίων εταίρων» υπό το φόβο ενός Grexit, μοιάζει να είναι πιο μακριά από ποτέ.

Φυσικά η κυβέρνηση επιμένει να δηλώνει «αισιόδοξη για συμφωνία», υπενθυμίζοντας τις «κόκκινες γραμμές» της στα ζητήματα των συντάξεων και των εργασιακών σχέσεων. Μετά και από την προχτεσινή συνάντηση Τσίπρα – Μέρκελ στο περιθώριο του Eurogroup, φάνηκε μάλιστα να επιδιώκει μια ενδιάμεση συμφωνία για τα υπόλοιπα ανοικτά ζητήματα, όπως το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, οι ιδιωτικοποιήσεις και η ίδρυση ανεξάρτητης Γραμματείας εσόδων, για τα οποία διαρρέει ότι βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με τους πιστωτές. Σκοπός της είναι να δοθεί ένα μέρος των οφειλομένων δόσεων των δανείων για να αντιμετωπιστεί το πιεστικό πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας και να παραπεμφθούν τα ζητήματα των «κόκκινων γραμμών» σε μια μεγάλη συμφωνία των Ιούνιο.

Ωστόσο, οι καταληκτικές δηλώσεις του χτεσινού Eurogroup απέκλεισαν μια τέτοια διευκόλυνση. Κι αυτό είναι πολύ φυσικό. Μια καταβολή χρημάτων προς την Ελλάδα για τις άμεσες ανάγκες θα ακύρωνε για ένα διάστημα το μεγάλο «διαπραγματευτικό» πλεονέκτημα των δανειστών στην απόπειρά τους να υποτάξουν την κυβέρνηση, δηλαδή τη χρηματοδοτική ασφυξία. Όσο το ελληνικό κράτος «στεγνώνει» από ταμειακά διαθέσιμα, τόσο περισσότερο εξασφαλίζεται η υποταγή και η ταπείνωση του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αναμένει κανείς να αποκλίνουν από αυτή την τακτική και να παραχωρήσουν χρόνο για νέες μανούβρες στην κυβέρνηση.

Που οφείλεται όμως το σημερινό αδιέξοδο στη «διαπραγμάτευση»; Μήπως η κυβέρνηση έχει κάνει σοβαρά «διαπραγματευτικά» λάθη; Αναμφίβολα υπάρχουν σημαντικές πλευρές της κυβερνητικής «διαπραγματευτικής» τακτικής που δείχνουν τουλάχιστον ατυχείς και φαίνεται ότι έχουν ανησυχήσει σοβαρά αυτούς που περισσότερο από κάθε άλλον θέλουν μια συμφωνία, δηλαδή τους Έλληνες αστούς. Πράγματι από αστική σκοπιά, δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά το γεγονός ότι η κυβέρνηση έβαλε στις 20 Φλεβάρη την υπογραφή της σε μια συμφωνία που δεν προέβλεπε κανένα χρηματοδοτικό αντάλλαγμα. Από την ίδια σκοπιά επίσης, δεν είχε καμία λογική η σπουδή για αναθέρμανση των σχέσεων με την Ρωσία χωρίς ακόμα ουσιαστικό και συγκεκριμένο πρακτικό αντίκρισμα, που έκανε ανοικτά εχθρικό τον σύμμαχο που επεδίωκε να προσεταιριστεί στην διαπραγματευτική της απόπειρα η κυβέρνηση, δηλαδή τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Όμως ασφαλώς είμαστε οι τελευταίοι που θα μας απασχολούσε η εξέταση της «διαπραγμάτευσης» από αυτή τη σκοπιά. Οι κομμουνιστές τοποθετούνται από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Αν λοιπόν από τη σκοπιά των συμφερόντων της άρχουσας τάξης και του ελληνικού καπιταλισμού η «διαπραγμάτευση» ήταν έως τώρα ερασιτεχνική ή χωρίς συγκεκριμένη στρατηγική, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης ήταν ένα παιχνίδι χαμένο από την αρχή, μια διαδικασία με εύκολα προβλέψιμο αποτέλεσμα.

Η Κομμουνιστική Τάση είναι η μόνη μέσα στο κόμμα που ξεκάθαρα και δημόσια είχε προειδοποιήσει για το αδιέξοδο της απόπειρας για μια διαπραγμάτευση με την τρόικα σαν μέσο για να υπηρετηθούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων . Είχε τονίσει σε δεκάδες κείμενα και άρθρα, ότι διαπραγμάτευση σημαίνει αναγνώριση του ληστρικού χρέους και της υποχρέωσης εξυπηρέτησής του, ότι η χρηματοδοτική εξάρτηση της χρεωμένης καπιταλιστικής Ελλάδας από την τρόικα διαμορφώνει έναν συντριπτικό συσχετισμό υπέρ της δεύτερης, που δεν μπορεί να αλλάξει με καμία τεχνική ή μέθοδο διαπραγμάτευσης.

Εξηγούσε υπομονετικά ότι η εμμονή στη διαπραγμάτευση θα ακυρώσει στην πράξη ακόμα και την μετριοπαθή διεκδίκηση της διαγραφής μεγάλου μέρους του χρέους, καθώς και την εφαρμογή των όποιων ριζοσπαστικών μέτρων του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Και τέλος, προσπαθώντας να ερμηνεύσει αυτή την ηγετική εμμονή, η Κομμουνιστική Τάση προειδοποιούσε τους αγωνιστές του κόμματος για την πιθανότητα η υποτιθέμενη ανάγκη για διαπραγμάτευση να γίνει το άλλοθι για την πλήρη αποδοχή του ρόλου του διαχειριστή της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού.

Δυστυχώς η Κομμουνιστική Τάση, μπορεί σήμερα να περηφανεύεται για την διορατικότητα των εκτιμήσεων και των προβλέψεών της.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 3ο” ]

Παραχωρήσεις στον ΣΥΡΙΖΑ ή «Grexit»; Τι φοβούνται περισσότερο οι δανειστές;

Η κεντρική ιδέα που συνόδευε και συνοδεύει ακόμα την υπεράσπιση της τακτικής της διαπραγμάτευσης από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η εκτίμηση ότι η Γερμανία και οι υπόλοιποι «εταίροι» – δανειστές φοβούνται τις επιπτώσεις ενός «Grexit». Την αλήθεια αυτής της στοιχειώδους διαπίστωσης, ουδέποτε την αρνήθηκε η Κομμουνιστική Τάση. Άλλωστε αυτή ήταν και η βασική αιτία που οδήγησε στην πραγματοποίηση του μεγαλύτερου δανειακού «πακέτου» που χορηγήθηκε ποτέ σε μια χώρα στη σύγχρονη Ιστορία πριν από 5 χρόνια.

Πράγματι, η χρεοκοπία της Ελλάδας και η έξοδός της από το ευρώ θα ήταν μια απρόβλεπτη περιπέτεια για την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία. Θα δημιουργούσε την τάση για μεγάλες «πιέσεις» στην αξία του ευρώ και στα επιτόκια δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, μεταδίδοντας κύματα αβεβαιότητας σε όλες τις ηπείρους. Οι κατά καιρούς απόπειρες μάλιστα, να ποσοτικοποιηθούν αυτές οι επιπτώσεις δεν μπορούν ποτέ να είναι ακριβείς, σαν αποτέλεσμα της χαοτικής φύσης της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας.

Όμως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, επιπρόσθετα εκτιμούσε και ακόμα εκτιμά, ότι η διάθεση αποφυγής ενός «Grexit» είναι ικανή, έστω και την τελευταία στιγμή, να κάνει την Γερμανία και τους υπόλοιπους δανειστές να ανεχτούν την εφαρμογή – μέρους τουλάχιστον – του προεκλογικού προγράμματος τους ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το λάθος της κεντρικής ιδέας της «διαπραγμάτευσης». Το ζήτημα σε αυτό το σημείο, ξεφεύγει από τη στενή σφαίρα των οικονομικών υπολογισμών και περνά στη σφαίρα της πολιτικής, δηλαδή σε τελική ανάλυση, στο πεδίο του συσχετισμού των δυνάμεων ανάμεσα στις τάξεις, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Από τη σκοπιά αυτή, για τους δανειστές ένα «Grexit» δεν θα ήταν χειρότερο ενδεχόμενο συγκριτικά με τις ουσιαστικές υποχωρήσεις έναντι των διεκδικήσεων μιας κυβέρνησης με επικεφαλής ένα αριστερό κόμμα.

Γιατί όμως συγκεκριμένα ισχύει αυτό; Εάν το ενδεχόμενο ενός «Grexit» θα σημάνει μια απειλή αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία, η επίτευξη μιας συμφωνίας της νέας ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές στη βάση της εγκατάλειψης της λιτότητας θα δημιουργούσε μια σειρά αρνητικών παρενεργειών για τους δανειστές. Το παράδειγμα των διαπραγματευτικών νικών του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να δώσει το έναυσμα για την ισχυροποίηση ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και κινημάτων που αμφισβητούν της κυρίαρχες αστικές πολιτικές, με την αρχή να γίνεται από το PODEMOS. H ιδέα που θα «σφηνωνόταν» στα μυαλά της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης θα μπορούσε να εκφραστεί με τα παρακάτω λόγια : «αφού η γερμανική άρχουσα τάξη υποχωρεί στις διεκδικήσεις της ελληνικής εργατικής τάξης και του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί να μην γίνει το ίδιο και με τις δικές μας».

Καθόλου ασήμαντη λεπτομέρεια σχετικά με ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δεν αποτελεί η ανησυχία των Γερμανών αστών για μια βέβαιη ανάπτυξη τέτοιων αντιλήψεων στα μυαλά των Γερμανών εργαζομένων. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνά ότι το θεμέλιο για την κυριαρχία του γερμανικού κεφαλαίου στην Ευρώπη είναι η επιβολή της κυριαρχίας του πάνω στους ίδιους τους Γερμανούς εργάτες. Η κυριαρχία αυτή, με τη μορφή του εξαναγκασμού στην αποδοχή μιας διαρκούς λιτότητας, έχει επιβληθεί πάνω στην αντίληψη ότι οι εργάτες στον ευρωπαϊκό Νότο ζουν πολύ χειρότερα. Αν η γερμανική αστική τάξη εμφανιστεί να κάνει παραχωρήσεις στην «ακρόπολη της ευρωπαϊκής λιτότητας», τότε σύντομα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μαζικές διεκδικήσεις ενάντια στις πολιτικές που επιβάλει μέσα στη Γερμανία.

Οι ουσιαστικές παραχωρήσεις στην ελληνική κυβέρνηση για να αποτραπεί το καταραμένο «Grexit», θα οδηγούσαν λοιπόν σε κάτι πιο επικίνδυνο για τους ευρωπαίους αστούς. Θα μπορούσαν να μεταβάλουν τον ταξικό συσχετισμό δύναμης σε όλη την Ευρώπη και να κάνουν υπολογίσιμους παράγοντες σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα τα αριστερά κόμματα. Αυτός ο κοινός κίνδυνος εξηγεί και τη γενική συμπαράταξη των υπολοίπων ευρωπαίων αστών «εταίρων» (Ολάντ, Ρέντσι, Ραχόι κλπ) με την ουσία των γερμανικών αξιώσεων έναντι της κυβέρνησης.

Οι παραχωρήσεις όμως έναντι της νέας κυβέρνησης, θα είχαν αξιοσημείωτες συνέπειες και στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ των ίδιων των αστικών τάξεων στην Ευρώπη. Επισείοντας τον φόβο της ανόδου της Αριστεράς στις δικές τους χώρες, οι αστικές κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου θα αξίωναν από τη Γερμανία μια γενικότερη δημοσιονομική χαλάρωση, για να διαφυλαχθεί η θέση τους στην εξουσία. Αυτό θα άνοιγε έναν γύρο αναταράξεων στις σχέσεις μεταξύ των εταίρων της ΕΕ και της Ευρωζώνης, με σοβαρές επιπτώσεις στη συνοχή της.

Το πολιτικό κόστος λοιπόν, των ουσιαστικών διαπραγματευτικών παραχωρήσεων στην κυβέρνηση θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το κόστος ενός «Grexit». Αλλά εκτός από τον υπολογισμό του πανάκριβου πολιτικού κόστος, οι δανειστές πρέπει να συνυπολογίσουν στη «ζυγαριά» και έναν παράγοντα που όλο και περισσότεροι διεθνείς στρατηγικοί αναλυτές του κεφαλαίου επικαλούνται, χωρίς να φαίνεται ότι μπλοφάρουν. Αυτό είναι το γεγονός ότι οι επιπτώσεις ενός «Grexit» σήμερα είναι περισσότερο ελεγχόμενες από ό,τι το 2010. Πράγματι, ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι η διασπορά του κινδύνου από το ελληνικό χρέος είναι πολύ μεγαλύτερη όταν αυτό βρίσκεται άναρχα κατανεμημένο στα χέρια πολλών διαφορετικών ιδιωτικών τραπεζών, απ’ ότι όταν είναι, όπως συμβαίνει σήμερα, συγκεντρωμένο σε έναν συνασπισμό κρατών.

Επίσης ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο παίζει η προσωρινή δυνατότητα διατήρησης χαμηλών επιτοκίων δανεισμού για όλες τις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης, σαν αποτέλεσμα της επίδρασης του προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης» που εφαρμόζει η ΕΚΤ. Η επιλογή αποκλεισμού της Ελλάδας από αυτό το πρόγραμμα, εκτός από μέσο πίεσης για την αρχική διάθεση απειθαρχίας της νέας κυβέρνησης, αποτελεί πρακτικά και ένα προληπτικό μέσο οχύρωσης των υπολοίπων κρατών της Ευρωζώνης από τις επιπτώσεις ενός ενδεχόμενου «Grexit».

Εξαιτίας όλων αυτών λοιπόν, των βάσιμων, πιθανών ενδεχομένων, η επιδίωξη για παραχωρήσεις μέσω της σκληρής διαπραγμάτευσης με κεντρική ιδέα την επένδυση στο φόβο της άλλης πλευράς για ένα «Grexit», δεν μπορούσε εξαρχής να οδηγήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις και νίκες από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Τι απομένει λοιπόν από την «διαπραγμάτευση», την ώρα που καταρρέει η κεντρική της ιδέα; Οι βασικοί διακηρυγμένοι σκοποί του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή η κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων, η διάσπαση του μετώπου των δανειστών και η αλλαγή του σημερινού συντριπτικού συσχετισμού δύναμης σε βάρος του ελληνικού εργαζόμενου λαού, δεν μπορούσαν ποτέ, ούτε και μπορούν να κατακτηθούν με κανενός είδους διαπραγμάτευση. Ο μόνος δρόμος για να επιτευχθούν είναι η εφαρμογή μιας ταξικής, διεθνιστικής και σοσιαλιστικής πολιτικής.

Ποια ήταν η εναλλακτική λύση στη «διαπραγμάτευση»;

Ποιος είναι όμως συγκεκριμένα αυτός ο δρόμος; Οι ανομολόγητα σοσιαλδημοκράτες της ηγετικής ομάδας θα μιλήσουν για «κούφια αριστερίστικα συνθήματα». Για κάθε συνειδητό σοσιαλδημοκράτη άλλωστε, ό,τι θυμίζει αληθινό μαρξισμό είναι αριστερισμός, με τους Μαρξ και Λένιν να είναι προφανώς οι μεγαλύτεροι αριστεριστές στην Ιστορία…

Φυσικά η ταξική, διεθνιστική και σοσιαλιστική πολιτική, αν μείνει μια απλή φράση αποτελεί πράγματι, ένα κούφιο σύνθημα. Η Κομμουνιστική Τάση έχει περιγράψει αναλυτικά αυτή την πολιτική στο εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα που κατέθεσε πριν τις εκλογές στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ. Εδώ θα περιοριστούμε σε μια παράθεση των πιο βασικών της σημείων, σε αντιπαραβολή με την πολιτική της κυβέρνησης.

Στις 25 Γενάρη ο εργαζόμενος λαός και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, έδωσαν μια καθαρά ταξική ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό να συγκροτήσει μια δική τους κυβέρνηση, που θα καταργήσει όλα τα μέτρα που επέβαλαν τα προηγούμενα χρόνια οι δανειστές σε σύμπνοια με το ελληνικό κεφάλαιο. Όμως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, παρότι στο παρελθόν επέμενε να μιλάει για την ανάγκη μιας κυβέρνησης «ταξικά μεροληπτικής υπέρ των εκμεταλλευόμενων», αρνήθηκε να συγκροτήσει μια τέτοια κυβέρνηση. Ο ίδιος ο σ. Τσίπρας από τις πρώτες κιόλας δηλώσεις του μετά τη νίκη της 25ης Γενάρη άρχισε να κάνει λόγο για «κυβέρνηση όλων των Ελλήνων», για μια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας», δείχνοντας ξεκάθαρα ότι η ηγεσία ήθελε ανοικτά να θεμελιώσει τη νέα κυβέρνηση πάνω στην αστική λογική της συνεργασίας των τάξεων.

Δύο ήταν τα βασικά στοιχεία που ενσάρκωσαν την αστική φύση της νέας κυβέρνησης από την αρχή της θητείας της. 1ο : η συγκρότηση μιας κυβερνητικής συμμαχίας με το αντιδραστικό, αστικό κόμμα των ΑΝΕΛ. 2ο : οι προγραμματικές της δηλώσεις, οι οποίες παρότι ήταν πολύ ριζοσπαστικότερες της κατοπινής της κυβερνητικής πολιτικής, έθεσαν σαν πολιτικό στόχο – όχι την αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας – αλλά την «πατριωτική», προοδευτική της διαχείριση.

Ποια ήταν η εναλλακτική λύση έναντι όλων αυτών των επιλογών, από τη σκοπιά πάντα των συμφερόντων της εργατικής τάξης; Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να ανταποκριθεί στην ταξική εντολή που έλαβε στις 25 Γενάρη και να σχηματίσει μια αριστερή – εργατική κυβέρνηση. Αντί για προγραμματικές δηλώσεις που θα αυτοπεριορίζονταν στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στη δικαιότερη διαχείριση μέσα στο πλαίσιο της αστικής εξουσίας, θα έπρεπε να έχει εξαγγείλει ένα πρόγραμμα περάσματος της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας από τα χέρια της αστικής τάξης στα χέρια του εργαζόμενου λαού.

«Ουτοπίες εκτός τόπου και χρόνου» θα αναφωνήσουν με ύφος «μπλαζέ» οι απολογητές της πολιτικής της ηγεσίας. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κατά την απολογητική τους επικαλούνται τη δικαιολογία : «Δυστυχώς έχουμε μόνο την κυβέρνηση, αλλά δεν έχουμε την εξουσία»! Φυσικά κανένας εργαζόμενος δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά αυτούς τους ανθρώπους….

Από την πρώτη στιγμή της αναγγελίας της κυβερνητικής συμμαχίας με τους ΑΝΕΛ, η Κομμουνιστική Τάση τόνισε ότι η συνεργασία με ένα αστικό κόμμα αποτελεί την τυπική επιβεβαίωση της πρόθεσης η εξουσία της αστικής τάξης να μείνει στο απυρόβλητο και ταυτόχρονα, συνιστά ένα εκ των προτέρων εμπόδιο σε κάθε πιθανή μελλοντική ριζοσπαστική στροφή της κυβερνητικής πολιτικής. Αντί γι’ αυτή την επιζήμια συνεργασία, η ηγεσία θα έπρεπε να έχει εξαντλήσει κάθε δυνατότητα σχηματισμού μιας αριστερής – εργατικής συγκυβέρνησης με το ΚΚΕ ή έστω να επιδιώξει να λάβει από αυτό ψήφο ανοχής στα πιο σημαντικά μέτρα του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Αν η ηγεσία του ΚΚΕ αρνούταν, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθώντας μια πολιτική αρχών που θα την καταλάβαιναν εύκολα οι εργαζόμενοι, θα τους ζητούσε μια νέα προσφυγή στις κάλπες για να σχηματίσει μια δική του αυτοδύναμη κυβέρνηση, χωρίς πολιτικούς εκπροσώπους του κεφαλαίου.

Η υποκατάσταση της αναγκαίας ταξικής πολιτικής από μια «εθνική», δηλαδή αστική πολιτική, οδήγησε την κυβέρνηση σε μια στάση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό που διαμορφώθηκε με κριτήριο – όχι το τι έχουν άμεση ανάγκη η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα – αλλά το πως θα διαφυλαχθεί η σταθερότητα του ελληνικού καπιταλισμού.

Στο εσωτερικό πεδίο, η κυβέρνηση ανέβαλε επ’ αόριστον όλα τα μέτρα του προεκλογικού προγράμματος που βρίσκουν αντίθετη την αστική τάξη και τους ξένους χρηματοδότες της, την ώρα που η ηγεσία έσπρωχνε σε πλήρη παράλυση το κόμμα και τις δυνάμεις του στο εργατικό κίνημα. Με αυτές τις πολιτικές επιλογές συνηγόρησε καθοριστικά στην παθητικοποίηση των μαζών. Και είναι πραγματικά προκλητικό να ακούει κανείς τους απολογητές της ηγεσίας να επιχειρούν συχνά να αποδώσουν τις τρέχουσες υποχωρήσεις και τους συμβιβασμούς της κυβέρνησης στο ότι «ο κόσμος δεν έχει διάθεση για αγώνα»….

Στο εξωτερικό πεδίο, η αποδοχή της ανάγκης να διαφυλαχθεί ή εύθραυστη σταθερότητα του ελληνικού καπιταλισμού οδήγησε στην υπογραφή της συμφωνίας της 20ης Φλεβάρη με τους δανειστές, μιας ταπεινωτικής δέσμευσης για εγκατάλειψη του προεκλογικού προγράμματος χωρίς κανένα χρηματοδοτικό αντάλλαγμα. Ταυτόχρονα, ενώ η κυβέρνηση πλειοδότησε σε προσπάθειες να προσεταιριστεί τον ένα ή τον άλλο αστό «εταίρο» ή «σύμμαχο» μιλώντας σαν εκπρόσωπος της αστικής «Ελληνικής Δημοκρατίας», δεν έλαβε ούτε «μισή» πρωτοβουλία για κοινή δράση με τα εργατικά κινήματα και την Αριστερά των υπόλοιπων χωρών της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Αυτή η αστική – πατριωτική φύση της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη σημερινή εικόνα απόλυτης διεθνούς απομόνωσης. Ηγέτες που λίγο καιρό πριν, ορκίζονταν στην «ταξική μεροληψία» και στον διεθνισμό και σήμερα μιλούν και φέρονται σαν αστοί πατριώτες πολιτικοί, δεν μπορούν να απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης ούτε των ευρωπαίων αστών, ούτε φυσικά των ευρωπαίων εργαζόμενων.

Αντί να αναβάλει την εφαρμογή του προγράμματος της Θεσσαλονίκης επ’ αόριστο, η κυβέρνηση θα έπρεπε, όχι μόνο να έχει ξεκινήσει να το εφαρμόζει, αλλά να το συμπληρώσει με τα αναγκαία ριζοσπαστικά μέτρα που χρειάζονται για να βελτιωθεί αποφασιστικά η ζωή των εργατικών μαζών και να απαλλαγούν οριστικά από τους εκβιασμούς των δανειστών. Η διαγραφή του γιγάντιου χρέους που απομυζά το εθνικό εισόδημα και οδηγεί στο ένα πρόγραμμα λιτότητας μετά το άλλο, η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των βασικών μέσων παραγωγής και διανομής, των υποδομών, του ορυκτού πλούτου, των μεταφορών και των συγκοινωνιών για το σχεδιασμό της οικονομίας προς όφελος του λαού, η γενικευμένη εισαγωγή του εργατικού ελέγχου στην οικονομία και το κράτος σαν ασπίδα ενάντια στην διαφθορά και την κακοδιαχείριση, είναι βασικά στοιχεία μιας πολιτικής που θα έκανε πράξη την κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων. Ταυτόχρονα, μια τέτοια πολιτική θα ενθουσίαζε και θα κινητοποιούσε τους εργαζόμενους και τη νεολαία, που αντί για τον σημερινό ρόλο παθητικού θεατή των «Eurogroup», θα διαδραμάτιζε τον ρόλο του πανίσχυρου εγγυητή της επιτυχούς εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής.

Η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής στο εσωτερικό πεδίο θα είχε καταλυτική επίδραση και στο εξωτερικό, σπάζοντας τον κλοιό της διεθνούς πολιτικής απομόνωσης που επιχειρούν να φτιάξουν οι δανειστές. Το πρόγραμμα της κυβέρνησης θα γινόταν πρότυπο για τους εργαζόμενους, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο που μαστίζεται από τις ίδιες βάρβαρες πολιτικές του κεφαλαίου. Αυτό θα ήταν το καλύτερο όπλο έναντι τον πιέσεων των δανειστών, που αντί για πάνοπλους πολιορκητές της Ελλάδας θα μεταβάλλονταν σε πολιορκημένους από το εργατικό κίνημα και τη νεολαία μέσα στις ίδιες τους τις χώρες. Η πολιορκία αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αν συνοδευόταν από μια σαφή και συγκεκριμένη διεθνιστική έκκληση αγώνα για την ανατροπή της λιτότητας και του καπιταλισμού σε όλη την Ευρώπη και από την διοργάνωση σχετικών πανευρωπαϊκών και διεθνών συνδιασκέψεων.

Η υλική και πολιτική βάση του ψευτορεαλισμού του συμβιβασμού

Για ποιο λόγο η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν στράφηκε και – για να μιλήσουμε ρεαλιστικά – δεν φαίνεται και καθόλου διατεθειμένη να στραφεί σε αυτή την αναγκαία πολιτική, επιμένοντας να επιδιώκει έναν «έντιμο συμβιβασμό» μέσω της διαπραγμάτευσης; Το ζήτημα δεν εξαντλείται αν κάποιος αναφερθεί απλά στην έλλειψη τόλμης και στον φόβο των ευθυνών για μια σύγκρουση με τον καπιταλισμό. Τα υπαρκτά αυτά ψυχολογικά και ηθικά χαρακτηριστικά δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα δυο βαθιά ριζωμένων πολιτικών αντιλήψεων της ηγεσίας: πλήρης απουσία εμπιστοσύνης στον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης από τη μία πλευρά και πλεόνασμα εμπιστοσύνης στην ανύπαρκτη δυνατότητα του καπιταλισμού να μεταμορφωθεί σε ένα σύστημα προοδευτικό και δημοκρατικό από την άλλη.

Η βαθιά κρίση με την άγρια λιτότητα και τα Μνημόνια που την συνόδεψαν, λογικά θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει κλονίσει εδώ και καιρό το δεύτερο αυτό, ολέθριο είδος εμπιστοσύνης. Η υλική αιτία που εμπόδισε μια τέτοια δημιουργική πολιτική διεργασία είναι η επιζήμια τροχιά επαφής με τις θέσεις και τα αξιώματα του αστικού κράτους, στην οποία μπήκε απότομα η ηγεσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν αποτέλεσμα της ανάγκης για κάλυψη του κενού πολιτικής εκπροσώπησης της εργατικής τάξης με ένα κόμμα εξουσίας, εκτοξεύθηκε πολύ γρήγορα στην κορυφή των εκλογικών προτιμήσεων των μαζών. Την όποια διάθεση για γνήσιο θεωρητικό προβληματισμό πάνω στην εμπειρία της κρίσης και της ταξικής πάλης, επισκίασε πρόωρα η «προετοιμασία» για τη διαχείριση του αστικού κράτους. Τα ηγετικά στελέχη άρχισαν να σκέφτονται σαν εν δυνάμει υπουργοί, βουλευτές, ανώτερα ή ανώτατα κρατικά στελέχη, δήμαρχοι κλπ. Η εσωτερική ροπή προς τον καριερισμό, ενισχύθηκε από την εισροή απευθείας στα υψηλά κλιμάκια του κόμματος, έμπειρων στην αστική διαχείριση πολιτικών στελεχών και γι’ αυτό προορισμένων για κρατικές θέσεις, προερχομένων κύρια από το ΠΑΣΟΚ και τον ευρύτερο χώρο της αστικής και μικροαστικής διανόησης.

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, φυσιολογικά κορύφωσε αυτές τις υλικές διεργασίες πολιτικού εκφυλισμού, ενώ τα εφήμερα, αυξημένα ποσοστά δημοτικότητας της κυβέρνησης στα γκάλοπ τροφοδότησαν την ηγεσία με τη βολική, αλλά μυωπική αντίληψη ότι ο λαός τάχα, επιδοκιμάζει την εγκατάλειψη των ριζοσπαστικών αριστερών πολιτικών.

Η «ρεαλιστική» αναζήτηση ενός συμβιβασμού λοιπόν από την πλευρά της ηγεσίας δεν είναι καθόλου αθώα. Οι εργαζόμενοι, η νεολαία και κάθε απλό μέλος ή υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ, έχουν κάθε λόγο να δυσπιστούν έναντι αυτού του «ρεαλισμού». Δεν αντανακλά την πραγματικότητα της ζωής και των αναγκών τους, αλλά την πολιτική μυωπία, τα κίνητρα και τους φόβους στελεχών που αφομοιώνουν γρήγορα το πνεύμα και τις επιρροές της διαχείρισης του αστικού κράτους.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 4ο” ]

Το εφεύρημα του «έντιμου συμβιβασμού»

Η κυβέρνηση και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τις υποχωρήσεις από τις προεκλογικές δεσμεύσεις στο βωμό της επιδίωξης ενός συμβιβασμού με τους δανειστές, έχουν εφεύρει τη θεωρία του «έντιμου συμβιβασμού».

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, στις 25 Γενάρη ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έλαβε την εντολή για ρήξη με τους «εταίρους», αλλά για έναν αμοιβαίο «έντιμο συμβιβασμό». Εάν όμως θα μπορούσαν να ερωτηθούν τα εκατομμύρια των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα κύρια συνθήματα που θυμούνται από την πρόσφατη προεκλογική του καμπάνια, θα ήταν απίθανο να αναφερθεί από κάποιον ο «έντιμος συμβιβασμός», ενώ είναι σίγουρο ότι θα αναφέρονταν ορισμένα από τα ακόλουθα: «διώξιμο της τρόικας», «κατάργηση των Μνημονίων», «κατάργηση της λιτότητας».

Φυσικά το προτεινόμενο μέσο για την πραγματοποίηση των πολιτικών σκοπών αυτών των συνθημάτων σύμφωνα με την ηγεσία ήταν – εντελώς λαθεμένα όπως έχουμε εξηγήσει – η διαπραγμάτευση, συνεπώς και ένας συμβιβασμός. Η λαϊκή εντολή όμως της 25ης του Γενάρη δόθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, πάνω από’ όλα, για τον πολιτικό σκοπό που θα καλούταν να υπηρετήσει στην κυβέρνηση και όχι για τα μέσα που θα χρησιμοποιήσει. Αυτό η ηγεσία κάνει πως δεν το καταλαβαίνει, επιχειρώντας να πείσει ότι ο λαός ψήφισε όχι για τον σκοπό, αλλά για τα μέσα. Έτσι «αναποδογυρίζει» το νόημα της λαϊκής εντολής, με τη δεξιότητα ενός παραχαράκτη.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί η ηγεσία προβαίνει σε αυτή την παραχάραξη. Αν αποδεχθεί ότι η βασική εντολή του λαού ήταν για τον πολιτικό σκοπό και όχι για τα μέσα, τότε θα πρέπει να δεχθεί και την ανάγκη να αλλάξει άμεσα τα αναποτελεσματικά μέσα που έχει επιλέξει. Θα πρέπει δηλαδή, να παραδεχτεί ότι η λιτότητα και τα Μνημόνια δεν καταργούνται με διαπραγμάτευση και τη συναίνεση των δανειστών, αλλά μοναχά με «μονομερή», ριζοσπαστικά μέτρα. Αυτό όμως θα σήμαινε μια ανοικτή ομολογία αποτυχίας της κεντρικής πολιτικής της γραμμής.

Κατά πόσο όμως υπάρχει σήμερα η δυνατότητα για έναν «έντιμο συμβιβασμό»; Με δεδομένη τη στάση και τις αξιώσεις των δανειστών δεν μπορεί να υπάρξει κανένας «έντιμος συμβιβασμός» από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Το μόνο είδος συμβιβασμού που μπορεί να υπάρξει με τους δανειστές είναι αυτό που θα στηρίζεται στην εγκατάλειψη των προεκλογικών δεσμεύσεων, τη συνέχιση της λιτότητας και την υπογραφή νέων Μνημονίων. Αυτός όμως δεν θα είναι ένας έντιμος, αλλά ένας βαθιά ανέντιμος συμβιβασμός, για τον οποίο η κυβέρνηση δεν έχει λάβει καμία λαϊκή εντολή.

Αντίθετα προς τους ψηφοφόρους της 25ης Γενάρη, αυτοί που έχουν λόγο να επιθυμούν διακαώς τον «έντιμο συμβιβασμό» είναι μόνο οι έλληνες αστοί. Τα ιδιωτικά ΜΜΕ είναι γεμάτα αυτές τις μέρες από εκκλήσεις στην κυβέρνηση και προσωπικά στον πρωθυπουργό, να προχωρήσει επιτέλους στον «έντιμο συμβιβασμό». Τίποτα δεν θα μπορούσε να μας πείσει περισσότερο για το πόσο «έντιμος» είναι αυτός ο συμβιβασμός από τους ίδιους τους ανέντιμους φίλους του.

Καμία διαπραγμάτευση; Κανένας συμβιβασμός;

Οι απολογητές της ηγεσίας προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν την τεκμηριωμένη μας κριτική για την «διαπραγμάτευση», μας εμφανίζουν συχνά σαν γενικούς αρνητές κάθε διαπραγμάτευσης και κάθε συμβιβασμού. Αυτό όμως είναι προφανές ότι αποτελεί μια καρικατούρα της θέσης μας.

Οι κομμουνιστές ουδέποτε υπήρξαν αντίθετοι από θέση αρχής στις διαπραγματεύσεις και στους συμβιβασμούς. Η πάλη ενάντια στην καταδυνάστευση του εργαζόμενου λαού από τους δανειστές είναι μια πάλη ταξική και στην ιστορία της ταξικής πάλης οι κάθε είδους αναγκαστικοί συμβιβασμοί εμφανίζονται πολύ συχνά. Οι πιο επώδυνοι συμβιβασμοί στην ταξική πάλη είναι αυτοί που γίνονται μετά από ήττες σε μεγάλες μάχες. Είναι συμβιβασμοί που επιβάλλονται σαν μια φυσιολογική έκφραση του συσχετισμού των δυνάμεων και σαν τυπική αναγνώρισή του από την πλευρά των ηττημένων. Οι συμβιβασμοί αυτοί είναι αναπόφευκτοι και πολλές φορές αναγκαίοι αν μπορούν να διασώσουν ακμαίες και μάχιμες κάποιες δυνάμεις.

Οι χειρότεροι συμβιβασμοί στην ταξική πάλη είναι οι συμβιβασμοί που γίνονται για να υποκαταστήσουν μια μάχη, που αν διεξαγόταν με τη σωστή στρατηγική και τακτική θα μπορούσε να είναι νικηφόρα. Αυτό είναι το είδος των συμβιβασμών που βρίσκει τους κομμουνιστές αντίθετους από θέση αρχής. Είναι συμβιβασμοί που ευνουχίζουν το μαχητικό πνεύμα των εκμεταλλευόμενων, κλονίζουν την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και τους σπρώχνουν στην παθητικότητα.

Ένα τέτοιο, ολέθριο είδος συμβιβασμού είναι ο «έντιμος συμβιβασμός» που επιδιώκει η κυβέρνηση με τους δανειστές. Αυτός ο συμβιβασμός επιχειρείται να προκύψει χωρίς την παραμικρή πραγματική μάχη με τη συμμετοχή των μαζών, μετά από μια κατ’ όνομα διαπραγμάτευση και όπως όλα δείχνουν, με περιεχόμενο που θα συνιστά εγκατάλειψη του προεκλογικού προγράμματος και συμφιλίωση με τους δανειστές, την άρχουσα τάξη και τις πολιτικές τους.

Υπάρχουν σήμερα διαπραγματεύσεις και συμβιβασμοί που θα μπορούσαν να είναι αποδεκτοί από τους κομμουνιστές ; Η απάντηση μας είναι ασφαλώς ναι. Αλλά με την προϋπόθεση ότι πρώτα θα έχει δοθεί η μάχη με τη συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερομένων για αυτήν, των ίδιων των μαζών και θα έχει εφαρμοστεί, με την έγκριση και τον δημοκρατικό τους έλεγχο, ένα σχέδιο για την νικηφόρα της έκβαση. Όταν αυτή η μάχη ολοκληρωθεί και έχει κριθεί, τότε μπορεί να έρθει η ώρα πιθανών διαπραγματεύσεων και συμβιβασμών, που θα αποτυπώνουν το νέο συσχετισμό δύναμης που θα έχει προκύψει μετά τη μάχη.

Αντί λοιπόν για το συμβιβασμό χωρίς μάχη, που θα αντανακλά τις ήττες και τον αρνητικό συσχετισμό των δυνάμεων των προηγούμενων χρόνων, αντί δηλαδή για έναν εκ των προτέρων ταπεινωτικό συμβιβασμό , οι κομμουνιστές προτείνουμε να οργανωθεί μια πραγματική μάχη με βασικό όπλο την άσκηση μιας ταξικής, διεθνιστικής και σοσιαλιστικής πολιτικής και στήριγμα την ενεργή κινητοποίηση του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Έχοντας ακλόνητη εμπιστοσύνη στις μαχητικές δυνατότητες της εργατικής τάξης, είμαστε πεπεισμένοι ότι η μάχη αυτή θα κερδηθεί και ότι οι διαπραγματεύσεις και οι συμβιβασμοί που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν με τους δανειστές και τους αστούς δεν θα συνιστούν συμβιβασμούς υποταγής και ταπείνωσης, αλλά θα σημαίνουν προσωρινές εκεχειρίες στη βάση ενός νέου ευνοϊκού συσχετισμού δύναμης, με ανθρώπους που πλέον δεν θα έχουν καμία εξουσία πάνω στη χώρα.

Ανάθεση, μυστική διπλωματία και «θεσμοί»

Παρότι το σημαντικό πρόβλημα είναι όπως αναλυτικά εξηγήσαμε, η ίδια η λογική της διαπραγμάτευσης σαν υποκατάστατο της αναγκαίας μάχης, εξαιρετικά αποκαλυπτική για την επιζήμια φύση της πολιτικής της κυβέρνησης και της ηγετικής ομάδας είναι και η μέθοδος με την οποία διεξήχθη και διεξάγεται η «διαπραγμάτευση».

Από τη φύση της, η διαπραγμάτευση αποτελεί διαδικασία ανάθεσης της επίλυσης των θεμελιακών προβλημάτων των μαζών σε μια ομάδα πολιτικών και τεχνοκρατών . Στα πρώτα στάδια της «διαπραγμάτευσης», όπου η κυβέρνηση αρνούταν να διαπραγματευθεί τις προεκλογικές τις δεσμεύσεις τηρώντας μια γενικά αξιοπρεπή και μαχητική στάση, οι μάζες έδειξαν τη διάθεση να της συμπαρασταθούν ενεργά, με συγκεντρώσεις σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, που συνδυάστηκαν από δυναμικές συγκεντρώσεις και στο εξωτερικό. Η κυβέρνηση και η ηγεσία όμως, έδειξαν με τη στάση τους ότι η μαχητική τους «διαπραγμάτευση» δεν προέβλεπε κανέναν ανεξάρτητο ρόλο για τις μάζες.

Όχι μόνο δεν επεδίωξαν να ισχυροποιήσουν και να εξαπλώσουν το κίνημα κατά τη φάση που εκδηλώθηκε, αλλά αρνούμενοι να ανταποκριθούν στο βασικό του μήνυμα, δηλαδή να μην κάνουν «ούτε βήμα πίσω» στις αξιώσεις των δανειστών, με τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη έστειλαν τους διαδηλωτές απογοητευμένους στο σπίτι τους. Ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά των μελών του ΣΥΡΙΖΑ οι πύρινοι λόγοι της ηγεσίας στις κομματικές διαδικασίες ενάντια στη «λογική της ανάθεσης». Οι ίδιοι άνθρωποι όμως ερχόμενοι στην κυβέρνηση, προφανώς διαπίστωσαν ότι με τους εαυτούς τους θα πρέπει να γίνει μια εξαίρεση.

Το προκλητικότερο όμως, από όλα τα στοιχεία της «διαπραγμάτευσης», είναι η τακτική της μυστικής διπλωματίας. Κανείς δεν μαθαίνει τι συζητείται, ούτε στα λεγόμενα τεχνικά κλιμάκια, ούτε στις αμιγώς πολιτικές συναντήσεις. Ακραία έκφραση όλων αυτών, ήταν η περίπτωση της πιο πρόσφατης συνάντησης του πρωθυπουργού με την Μέρκελ, μετά από την οποία, ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι για το περιεχόμενο της και οι δύο δεσμεύονται με «εμπιστευτικότητα»!

Όταν γνήσιοι εκπρόσωποι του εργαζόμενου λαού διαπραγματεύονται για τις τύχες του με τους ταξικούς του αντιπάλους έχουν στοιχειώδη υποχρέωση να τον ενημερώνουν για κάθε βήμα, να λαμβάνουν τη γνώμη του, να θέτουν στη διάθεσή του τα πρακτικά των συνομιλιών και των συναντήσεων. Το κόμμα σε αυτή τη διαδικασία πρέπει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, να συζητά τακτικά στη βάση αναλυτικής ενημέρωσης, να παρεμβαίνει για να διορθώνει τα λάθη, να θέτει τα όρια και τις «κόκκινες γραμμές».

Το πιο επαναστατικό κόμμα στην Ιστορία, το Μπολσεβίκικο κόμμα των πρώτων επαναστατικών χρόνων με βασικούς ηγέτες τον Λένιν και τον Τρότσκι, αποτελεί ένα θαυμάσιο μοντέλο. Κατά τη φάση των διαπραγματεύσεων με την Γερμανία για την υπογραφή συνθήκης Ειρήνης κατά την τελική φάση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το κόμμα και τα σοβιέτ ενημερώνονταν κανονικά, συζητούσαν την διαπραγματευτική τακτική. Μάλιστα μέσα στο κόμμα, στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, σχηματίστηκαν διαφορετικές φράξιες γύρω από τη σκοπιμότητα της υπογραφής ή μη της σχετικής συμφωνίας.

Φυσικά, θα πουν οι απολογητές της ηγετικής ομάδας, «και ο ΣΥΡΙΖΑ ενημερώνεται», εννοώντας τις συνεδριάσεις της Πολιτικής Γραμματείας. Ακόμα όμως και αυτό το μηδαμινό επίπεδο εμπλοκής ενός κομματικού οργάνου στη μοίρα της διαπραγμάτευσης, φαίνεται ότι εξαντλείται σε εκ των υστέρων ενημέρωση, χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση στην διαπραγμάτευση.

Σημαντικό πολιτικό ζήτημα είναι τέλος, το πνεύμα στο οποίο εκπαιδεύει η ηγεσία και η κυβέρνηση τις μάζες να προσεγγίζουν τους βάρβαρους εκβιαστές – δανειστές και τις αξιώσεις τους. Η εμμονή στη μετονομασία της τρόικας σε «θεσμούς», πέτυχε πρακτικά την ενίσχυση της νομιμοποίησης του ρόλου των εκβιαστών – δανειστών. Οι δημόσιες κολακείες για την προσφορά του «δόκτορα» Σόιμπλε στην «ευρωπαϊκή ιδέα» και η αναγνώριση της «διαλλακτικότητας» της κυρίας Μέρκελ και της ειλικρινούς της πρόθεσης για συμφωνία, χωρίς από μόνες τους να έχουν καθοριστική σημασία, δημιουργούν σύγχυση στον εργαζόμενο λαό, επιχειρώντας να τον εξοικειώσουν με το δουλοπρεπές και υποκριτικό πνεύμα της αστικής διπλωματίας.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 5ο” ]

Άρχουσα τάξη: η στάση έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και η «αγάπη» της για τον πρωθυπουργό

«..Ποιος μπορεί να τους σταματήσει (σημ Σ.Κ : αναφέρεται στο «λόμπι της δραχμής») ; Ο κ. Τσίπρας με το πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει. Θέλει όμως πολύ γερά νεύρα και κότσια αυτό. Και το κυριότερο, να βάλει στην άκρη βιώματα, ιδεολογήματα και συντροφικές φιλίες δεκαετιών. Να βάλει πιο ψηλά δηλαδή τον «όρκο στο Προεδρικό» από τον «όρκο στην Καισαριανή». Βαθύτατα προσωπικά διλήμματα που αφορούν όμως το μέλλον ενός ολόκληρου λαού.» (Αλέξης Παπαχελάς, «Καθημερινή» 26/4).

Παρά τις ανόητες ιστορίες συνωμοσίας περί προσχεδιασμένης «αριστερής παρένθεσης», οι Έλληνες αστοί ασφαλώς δεν επιθυμούσαν την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση σε μια τόσο κρίσιμη φάση για την εξέλιξη της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού. Φυσικά η δεξιά στροφή της ηγετικής ομάδας και τα συστηματικά της διαπιστευτήρια στην αστική νομιμότητα, είχαν πείσει την ελληνική άρχουσα τάξη πολύ πριν τις εκλογές, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται στην κυβέρνηση ως διαχειριστής και όχι ως δύναμη αμφισβήτησης της εξουσίας της. Παρ΄ όλα αυτά, οι Έλληνες αστοί είχαν πολύ σοβαρούς λόγους να μην εμπιστεύονται τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο σοβαρότερος από αυτούς, ήταν η επίδραση που θα είχε η εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης στη συνείδηση των εργαζόμενων, η θετική αλλαγή στην ψυχολογία τους μετά από 5 χρόνια ηττών και αυξανόμενης εξαθλίωσης. Αυτή η νέα ψυχολογία θα μπορούσε να εκφραστεί με πιέσεις στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να πάει πέρα από τις διαθέσεις της, να λάβει ριζοσπαστικά μέτρα, θίγοντας έτσι τα κεκτημένα της άρχουσας τάξης από τα χρόνια των Μνημονίων και θέτοντας σε κίνδυνο τις σχέσεις του ελληνικού αστικού κράτους με τους πιστωτές του.

Επιπρόσθετα, οι αστοί κατανοούσαν ότι η κλιμάκωση της δεξιάς στροφής της ηγετικής ομάδας για να φθάσει στο σημείο να συμφιλιωθεί με το μόνο εφικτό πρόγραμμα διαχείρισης του σάπιου ελληνικού καπιταλισμού, δηλαδή την άγρια λιτότητα, είναι μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο. Και ο χρόνος στις παρούσες συνθήκες της ανελέητης πίεσης από τους δανειστές, αποτελεί πολυτέλεια.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν την ορκωμοσία της κυβέρνησης επιβεβαίωσαν τους φόβους των αστών. Κατά τις τρεις πρώτες εβδομάδες θητείας της νέας κυβέρνησης, δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων βγήκαν στους δρόμους, παρεμποδίζοντας την πορεία της ηγεσίας προς τον «ρεαλισμό». Όταν η πρώτη θεαματική κυβερνητική υποχώρηση έκανε την εμφάνισή της με τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη και οι πλατείες άδειασαν απότομα, τη «σκυτάλη» έλαβε η αυξανόμενη εσωκομματική δυσαρέσκεια για την ηγετική ομάδα, που συνέβαλλε στην επιβράδυνση της πρακτικής εφαρμογής της συμφωνίας, φτάνοντας τους αστούς μέχρι τα πρόθυρα «νευρικής κρίσης».

Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σε αυτό το αδυσώπητο παιχνίδι με τον χρόνο, η αστική τάξη δεν μπορεί να προσδοκά σε μια ουσιαστική παρέμβαση στα γεγονότα από την πλευρά των αστικών κομμάτων και ηγεσιών, που φθαρμένα και αναξιόπιστα, βρίσκονται σε κατάσταση βαθειάς και παρατεταμένης κρίσης. Η δική τους ουσιαστική βοήθεια για την άρχουσα τάξη προορίζεται να έρθει μετά την επίτευξη μιας οριστικής συμφωνίας με τους «εταίρους», όταν η κυβέρνηση θα χρειάζεται ψήφους από βουλευτές της αντιπολίτευσης στη Βουλή για να εξισορροπηθούν οι πιθανές «απώλειες» από την ίδια την ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ.

Τώρα όμως, για να επιτευχθεί συμφωνία και να μην κινδυνεύσει η θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο ευρώ, όλες οι προσδοκίες των αστών έχουν εναποτεθεί στην ηγετική ομάδα και συγκεκριμένα, στο πρόσωπο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργού. Οι αστοί κατανοούν ότι μόνο με την απόλυτη αξιοποίηση του δικού του κύρους μπορεί να περάσει από τη Βουλή η πολυπόθητη συμφωνία με τους δανειστές, που αναπόφευκτα θα περιλαμβάνει νέα μέτρα λιτότητας, φθείροντας έτσι τη φιλολαϊκή φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ και ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετεξέλιξη της σημερινής κυβερνητικής συμμαχίας σε μια «οικουμενική κυβέρνηση».

Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός, ότι μετά την 20η Φλεβάρη τα αστικά ΜΜΕ έχουν κατακλειστεί από προσωπικές εκκλήσεις στον Αλέξη Τσίπρα (όπως αυτή που παραθέσαμε πιο πάνω από τον «έγκριτο» διευθυντή της «Καθημερινής») «να πάρει πάνω του τη διαπραγμάτευση» και να «εκκαθαρίσει το κόμμα από την αριστερή του πτέρυγα». Η ελληνική άρχουσα τάξη είναι ξεκάθαρο ότι επιχειρεί να προσεταιριστεί και να κατευθύνει πολιτικά τον πρόεδρο, για να βγει γρήγορα από την παρούσα δύσκολη θέση στη σχέση με τους δανειστές και ταυτόχρονα, για να πάρει τη ρεβάνς από την ήττα των κομμάτων της στις 25 Γενάρη και ν’ αρχίζει να ξεμπερδεύει με τον ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή, επικίνδυνα αριστερή για την πολιτική σταθερότητα του ελληνικού καπιταλισμού, πολιτική του μορφή.

Ο τρόπος που αντιδρά ο πρόεδρος σε αυτή την «επίθεση φιλίας» από την ελληνική αστική τάξη, έχει αυξήσει στο έπακρο την ανησυχία στις τάξεις του εργαζόμενου λαού και των αριστερών αγωνιστών του ΣΥΡΙΖΑ. Οι πρώτες επιτυχείς εξετάσεις «υπευθυνότητας» είχαν ήδη δοθεί με το περίφημο ειδικό του διάγγελμα στο λαό, μια μέρα μετά την υπογραφή της συμφωνία της 20ης Φλεβάρη. Με αυτό «πήρε επάνω του προσωπικά» την υπεράσπισή της απαράδεκτης συμφωνίας, επιχειρώντας να κάνει το «άσπρο – μαύρο» για το καταφανέστατα αντίθετο με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ περιεχόμενό της.

Αμέσως μετά, με προσωπικές συναντήσεις και τηλεφωνήματα στην Μέρκελ και μάλιστα «εμπιστευτικά», συνέχισε να καλλιεργεί το προφίλ του «υπεύθυνου» ηγέτη που παραμερίζει τις υπερβολές των υφισταμένων του, χωρίς να διστάζει να ανασχηματίσει τη διαπραγματευτική ομάδα, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως μετριοπαθέστερη φωνή και από αυτόν ακόμα τον αστό, σοσιαλδημοκράτη Βαρουφάκη. Χαρακτηριστική τέλος, είναι η απόπειρα του σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη στον δημοσιογράφο και εκδότη Ν. Χατζηνικολάου να εμφανιστεί ως αποστασιοποιημένος από την ιδιότητα του αριστερού, μιλώντας εντονότερα από κάθε άλλη φορά μια πατριωτική, εθνική γλώσσα, στα πρότυπα ενός αστού πολιτικού ηγέτη.

Όσο είναι καιρός, ο πρωθυπουργός, αλλά και το σύνολο της ηγετικής ομάδας πρέπει να κατανοήσουν ότι η συνέχιση της ευθυγράμμισης με την ελληνική άρχουσα τάξη στην γραμμή του «έντιμου συμβιβασμού», θα έχει ολέθρια αποτελέσματα για την Αριστερά και την εργατική τάξη. Θα διασπάσει και αργότερα θα καταστρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ, θα δημιουργήσει κύματα απογοήτευσης στον εργαζόμενο λαό και τη νεολαία και θα προετοιμάσει την ανάδειξη μιας ανοικτά αντιδραστικής κυβέρνησης στο μέλλον.

Ο πρωθυπουργός πρέπει να θυμηθεί ότι τα ίδια ακριβώς λόγια για την ανάγκη να «πάρει την κατάσταση πάνω του» έλεγαν οι ίδιοι άνθρωποι για τους προκατόχους του, όταν έπρεπε να φέρουν στη Βουλή μέτρα εξαθλίωσης του λαού και εύνοιας στους δανειστές και το κεφάλαιο. Αν ανταποκριθεί σ’ αυτές της προτροπές δεν πρόκειται να έχει το μέλλον που του υπόσχονται οι αστοί αυλοκόλακες, αυτό του «σεβαστού και τιμημένου εθνικού ηγέτη». Θα έχει την τύχη μιας «στυμμένης λεμονόκουπας» από το αστικό κατεστημένο.

Η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα και η κυβέρνηση

Η απομάκρυνση από την κυβέρνηση της μισητής μνημονιακής συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου και η εκλογή μια νέας κυβέρνησης με τον ΣΥΡΙΖΑ – έστω σε συνεργασία με τους ΑΝΕΛ – ήταν γεγονότα που από μόνα τους δημιούργησαν μια ψυχολογία ανακούφισης στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα μετά από 5 χρόνια ηττών και εξαθλίωσης. Η ανακούφιση μετατράπηκε σε ενθουσιασμό τις πρώτες βδομάδες της κυβερνητικής θητείας, καθώς η κυβέρνηση έδινε την εικόνα μιας ανυποχώρητης στάσης έναντι των εκβιασμών των δανειστών.

Η 20η Φλεβάρη όμως ήταν μια ημερομηνία σταθμός. Η υπογραφή της ταπεινωτικής συμφωνίας του Eurogroup άδειασε απότομα τις πλατείες από συγκεντρωμένους υποστηρικτές της κυβέρνησης και ανησύχησε τους εργαζόμενους και το φτωχό λαό σχετικά με τα όρια της αντοχής της έναντι των εκβιασμών των δανειστών. Ο γενικευμένος ενθουσιασμός μετριάστηκε απότομα και μετατράπηκε σε μια συγκρατημένη, παθητική υποστήριξη.

Μέσα στο πλαίσιο αυτής της γενικής ψυχολογίας των εργατικών μαζών, το εργατικό κίνημα εισήλθε σε μια φάση αναμονής. Οι απεργίες βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια, παρ’ ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά στις συνθήκες ζωής και δουλειάς. Αυτή η κατάσταση όμως δεν είναι καθόλου αφύσικη. Οι εργαζόμενοι έδωσαν στην κυβέρνηση μια «περίοδο χάριτος» για να ολοκληρώσει με επιτυχία τη διαπραγμάτευση που υποσχέθηκε.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση έχουν ήδη απολέσει ένα σημαντικό μέρος της πολύ μεγάλης αρχικής λαϊκής υποστήριξης. Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τις απώλειες, θα λέγαμε ότι σημειώνονται προς δυο κατευθύνσεις. Ένα τμήμα συνταξιούχων και δημοσίων υπαλλήλων που εξαρτούν την επιβίωσή τους από τα σχεδόν άδεια κρατικά ταμεία, αρχίζουν να ανησυχούν για την αργοπορία στην επίτευξη του συμβιβασμού. Ένα τμήμα εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα, άνεργων, υπερφορολογημένων και υπερχρεωμένων μικροαστών και επαγγελματιών, ανησυχούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, για να μην επαναληφθεί το προηγούμενο της υποταγής των μνημονιακών κυβερνήσεων, αλλά και εξαιτίας της απουσίας από την κυβέρνηση πραγματικής βούλησης και σχεδίου για μια ρήξη.

Αν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση διέθεταν σήμερα ένα σχέδιο σοσιαλιστικής ρήξης με τους δυνάστες – δανειστές και την ελληνική άρχουσα τάξη, η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, θα κινητοποιούνταν με ενθουσιασμό και αυτοθυσία για την εφαρμογή του. Στη βάση της υπομονετικής εξήγησης των πλεονεκτημάτων που θα έχει η δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία για τη διασφάλιση του βιοτικού επιπέδου των μαζών, θα μπορούσε να πεισθεί για την αναγκαιότητά της σοσιαλιστικής ρήξης και ένα μεγάλο τμήμα από τα πιο καθυστερημένα μικροαστικά στρώματα και τα επιρρεπέστερα στον εκβιασμό των δανειστών τμήματα των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων.

Δυστυχώς όμως, ένα τέτοιο σχέδιο δεν έχει παρουσιαστεί ως σήμερα από την ηγεσία και έτσι η «ρήξη» υπάρχει στο προσκήνιο μόνο σαν ένα «ατύχημα» με απρόβλεπτες συνέπειες. Με την ηγεσία και την κυβέρνηση διαρκώς εγκλωβισμένες στα διλήμματα των εκβιαστών – δανειστών και διατεθειμένες να προβούν στον ένα εύθραυστο και προσωρινό συμβιβασμό μετά τον άλλο, η λαϊκή υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι καταδικασμένη να συρρικνωθεί περαιτέρω. Χωρίς πραγματική βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου οι μάζες θα «γυρίσουν την πλάτη» στην κυβέρνηση. Το εργατικό κίνημα θα αρχίσει αναπόφευκτα να αντεπιτίθεται ζητώντας την άμεση εφαρμογή του προεκλογικού προγράμματος. Ένα τμήμα όμως των εργατικών και μικροαστικών μαζών, αποκαμωμένο από τα νέα κύματα εξαθλίωσης και με τσακισμένο ηθικό από τη διάψευση των πολιτικών του προσδοκιών, θα μπορούσε να στραφεί σε πιο βαθιά παθητικότητα ή ακόμα και στην αντίδραση.

Η κατάσταση και οι προοπτικές του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ από το «ορόσημο» του κινήματος των πλατειών το 2011 και μετά, μετατράπηκε σε κύριο πολιτικό εκπρόσωπο των μαζών της εργατικής τάξης. Για να αντιμετωπίσουν το μέτωπο των αστικών μνημονιακών κομμάτων και ηγεσιών, οι εργατικές μάζες στράφηκαν στο μόνο κόμμα που διατύπωσε μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας για μια αντιμνημονιακή, αριστερή κυβέρνηση. Παρά τη μεταφυσική φιλολογία για τη «χαρισματική φύση» του προέδρου και την «εμπνευσμένη» ηγετική πολιτική, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, απλά έδειξε διατεθειμένη να καλύψει το πολιτικό κενό που άφησε ο πλήρης αστικός εκφυλισμός της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και η σεχταριστική περιχαράκωση της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Ωστόσο, από τα πρώτα στάδια της εκπληκτικής ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ το 2012, η ηγεσία φάνηκε ότι δεν ήθελε να δημιουργήσει ένα μαζικό και μαχητικό κόμμα πρωτοπόρων αγωνιστών της εργατικής τάξης και της νεολαίας, ικανό να επιταχύνει την πτώση της μνημονιακής συγκυβέρνησης και να στηρίξει δραστήρια και κριτικά μια αριστερή αντιμνημονιακή κυβέρνηση. Αντίθετα, χρησιμοποίησε το κόμμα σαν διεκπεραιωτή των εκλογικών της σχεδιασμών και σαν «φυτώριο» προετοιμασίας διαχειριστών του αστικού κράτους. Τα καλύτερα από τα νέα μέλη, με μια υγιή αποστροφή για το δηλητήριο του καριερισμού και της γραφειοκρατικής ρουτίνας, γρήγορα άρχισαν να απογοητεύονται και να αποχωρούν. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη μεγάλη πολιτική υποστήριξη από τις εργατικές μάζες, δεν πρόλαβε να αποκτήσει βαθιές οργανωτικές ρίζες ανάμεσα στα καλύτερά τους τμήματα.

Η εξελικτική διαδικασία εκφυλισμού κορυφώθηκε αμέσως μετά τις τελευταίες δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, όπου μια ολόκληρη φουρνιά, πολλών εκατοντάδων κομματικών στελεχών από όλη την Ελλάδα, εγκατέλειψαν πλήρως τα όποια «κινηματικά» τους καθήκοντα και ενδιαφέροντα και απορροφήθηκαν στη διαχείριση των οικονομικά βαλτωμένων από την κρίση και τα Μνημόνια τοπικών παραρτημάτων του κράτους.

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση πολλαπλασίασε τον εκφυλισμό. Η ηγεσία εγκατέλειψε το κόμμα απορροφημένη πλέον από το «καθήκον» της αστικής διακυβέρνησης, ενώ «αραίωσε» στο ελάχιστο δυνατό τις συλλογικές του διαδικασίες, από φόβο για την κριτική των μελών. Η ΚΕ, το ανώτατο κομματικό όργανο ανάμεσα σε δυο συνέδρια, έχει μεταβληθεί σε ένα απόλυτα διακοσμητικό όργανο, που συγκαλείται εθιμοτυπικά, όχι για ουσιαστική συζήτηση και δεσμευτικές αποφάσεις, αλλά για να επιβεβαιωθούν οι υπάρχοντες συσχετισμοί και να εκτονωθεί με ομιλίες που «πέφτουν στο κενό», η αναπτυσσόμενη δυσαρέσκεια για τις κυβερνητικές επιλογές.

Ωστόσο, έστω και σε αυτή την κατάσταση, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένοντας ένα μαζικό κόμμα, αντανακλά στο εσωτερικό του τις διεργασίες που συμβαίνουν στην συνείδηση των εργατικών μαζών, αλλά και τις αυξημένες πιέσεις από το στρατόπεδο της άρχουσας τάξης. Κάθε βήμα της κυβέρνησης προς την κατεύθυνση της υποταγής στους εκβιασμούς των πιστωτών θα έχει αυτόματη αντανάκλαση στο κόμμα, τείνοντας να μεταβάλει τους συσχετισμούς ανάμεσα στις τάσεις. Η διαδικασία αυτή έχει ήδη ξεκινήσει στην συνεδρίαση της ΚΕ αμέσως μετά τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, όπου η ηγετική ομάδα βρέθηκε πιο απομονωμένη από ποτέ και δέχθηκε έντονα «πυρά» κριτικής από την ίδια την ηγετική πλειοψηφία.

Η Κομμουνιστική Τάση πριν τις εκλογές είχε υποστηρίξει στην ΚΕ την επιτακτική αναγκαιότητα ενός εκτάκτου συνεδρίου που θα αποφασίσει το κυβερνητικό πρόγραμμα. Αν αυτό το συνέδριο ήταν μια επιτακτική αναγκαιότητα πριν τις εκλογές, σήμερα, τρεις μήνες μετά, αποτελεί έναν όρο για την ίδια την ύπαρξη του κόμματος, αλλά και την αποτροπή της προδοσίας του εργαζόμενου λαού και των προσδοκιών του. Η άμεση διενέργεια ενός εκτάκτου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη μόνη λύση για να ματαιωθεί μια ιστορικού μεγέθους ήττα για την εργατική τάξη και την Αριστερά.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 6ο” ]

Η διάσπαση και οι διεργασίες στην ηγετική πλειοψηφία

Η τάση της ηγετικής πλειοψηφίας, η «Αριστερή Ενότητα» (ΑΡΕΝ), είναι πλέον και επίσημα διασπασμένη. Στελέχη του στενού πυρήνα της ομάδας του προέδρου, όπως οι σ. Μπουρνούς, Ηλιόπουλος, Παππάς κ.α, διοργάνωσαν στις 5/4 μια σύσκεψη χωριστή από το αριστερότερο τμήμα της «ΑΡΕΝ», την «Κίνηση των 53», έδωσαν το όνομα «Ενωτική Κίνηση» στην πρωτοβουλία τους και δημοσιοποίησαν ένα κείμενο.

Το κείμενο αυτό, συνιστά μια γεμάτη αυτοϊκανοποίηση απολογητική της ηγετικής πολιτικής και υποστηρίζει, χωρίς τα – προφανώς «περιττά» για τους συντάκτες του – μέσα της στοιχειώδους ανάλυσης και των επιχειρημάτων, ότι η ηγεσία στο παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον, είχε, έχει και θα έχει δίκιο, κάνοντας «κορυφαίες» και «ιστορικές» επιλογές. Πέρα από την γραφειοκρατική ρουτίνα που αποπνέει αυτό το κείμενο, δεν προσφέρει στον αναγνώστη καμία άλλη χρήσιμη πληροφορία για το τι σκέφτονται σε τούτη την κρίσιμη πολιτική συγκυρία αυτά τα τόσο «δικαιωμένα» από τη ζωή και την Ιστορία στελέχη.

Ποια είναι η γνώμη τους για τη συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ; Τι πιστεύουν σχετικά με τα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη «διαπραγμάτευση» και τι υποστηρίζουν ότι πρέπει να κάνει τώρα η κυβέρνηση με τους αυξανόμενους εκβιασμούς του Σόιμπλε και της παρέας του; Ποια πολιτική πρέπει να ακολουθηθεί αν τελικά επέλθει ρήξη; Όλα αυτά αποτελούν μάλλον «λεπτομέρειες». Γι’ αυτά, φαίνεται τα στελέχη της «Ενωτικής Κίνησης» θεωρούν ότι υπάρχει ο πρόεδρος και το στενό επιτελείο του. Αυτοί χαράσσουν την πολιτική και τα υπόλοιπα μέλη είναι εδώ για να την επιδοκιμάζουν.

Τα στελέχη της «Ενωτικής Κίνησης» φέρεται να βρίσκονται σε μια διαδικασία πολύμηνων συνομιλιών με την τάση που συσπειρώνει τα εναπομείναντα στον ΣΥΡΙΖΑ στελέχη της παλιάς «ανανεωτικής πτέρυγας» του ΣΥΝ, την «Πλατφόρμα 2010», με επικεφαλής τους Παπαδημούλη, Μπαλάφα και Δούρου, αλλά και να προετοιμάζουν μια πανελλαδική σύσκεψη για τις 24/5, που θα υιοθετήσει μια επίσημη διακήρυξη. Εκεί ίσως μάθουμε περισσότερα για τις ιδεολογικές αρχές της «Ενωτικής Κίνησης». Μέχρι τότε, αυτό που φαίνεται να υπάρχει προς το παρόν με την μορφή υπαινιγμών στις τοποθετήσεις των στελεχών της, αλλά και στην ίδια την ονομασία της, είναι το μοντέλο ενός κόμματος χωρίς την «παθογένεια» των τάσεων, ενώ στο στόχαστρό της φαίνεται να μπαίνει και ο σημερινός συσχετισμός στα όργανα, ως «ξεπερασμένος», με προφανή προτεινόμενο τρόπο για να αντιμετωπιστεί αυτό το «πρόβλημα», την επίσπευση του συνεδρίου.

Τι εκφράζουν οι διεργασίες γύρω από την «Ενωτική Κίνηση»; Είναι ξεκάθαρο ότι αντανακλούν τις ανησυχίες του στενού επιτελείου του προέδρου για την αυξανόμενη κριτική και την εντεινόμενη πολιτική απομόνωση που εισπράττει μέσα στις όποιες – έστω και ελάχιστες αυτή την περίοδο – συλλογικές κομματικές διαδικασίες. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο από τη δική του σκοπιά, είναι η αδυναμία του να ελέγξει ακόμα και την Πολιτική Γραμματεία, στην οποία μετέχουν πλέον μόνο 4 στελέχη της δεξιάς ηγετικής πλειοψηφίας (συμπεριλαμβανομένου του προέδρου), από τα 13 συνολικά που απαρτίζουν το όργανο, ενώ και ο νέος γραμματέας δεν εντάσσεται στις δυνάμεις της «Ενωτικής Κίνησης», αλλά στην άλλη τάση της πλειοψηφίας. Τα δεξιότερα στοιχεία στην ηγεσία καταλαβαίνουν ότι με αυτούς τους συσχετισμούς είναι αδύνατο να έχουν με το μέρος τους το κόμμα στις υποχωρήσεις που σχεδιάζουν ενόψει του «έντιμου συμβιβασμού». Πρέπει λοιπόν να δημιουργήσουν ένα νέο εσωκομματικό σχήμα, το οποίο στρατολογώντας στη βάση της «εμπιστοσύνης στον αρχηγό», θα φτιάξει τους νέους αναγκαίους για εκείνον και το επιτελείο του συσχετισμούς.

Οι ανομολόγητοι αλλά προφανείς αυτοί σκοποί της «Ενωτικής Κίνησης», την καθιστούν μια τάση που με την πολιτική της φυσιογνωμία θα τείνει να συσπειρώνει τα πιο καριερίστικα στοιχεία, που βλέπουν στο πρόσωπο του προέδρου τον εγγυητή των θέσεων και των προνομίων τους, ενώ στον πλουραλιστικό χαρακτήρα του κόμματος βλέπουν μια διαρκή απειλή, που μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με την πλήρη κατάργηση του δικαιώματος των τάσεων. Όσο κι αν ακούγεται λοιπόν ειρωνικό, η κατάργηση αυτού του ιστορικού κεκτημένου του ΣΥΡΙΖΑ, περνάει μέσα από την ίδρυση μιας νέας τάσης….

Η ελληνική άρχουσα τάξη, που βιάζεται να δει τον πρόεδρο να «παίρνει την κατάσταση πάνω του» και να υπογράφει τον έντιμο συμβιβασμό παραμερίζοντας την αριστερή πτέρυγα, σίγουρα εκτιμά βαθύτατα τα «ενωτικά» κίνητρα αυτής της νέας τάσης. Έτσι η «Ενωτική Κίνηση» και η «Πλατφόρμα 2010», που είναι θέμα χρόνου να ενωθούν στον κοινό αγώνα ενάντια στην αριστερή πτέρυγα, αποτελούν αντικειμενικά την άμεση πολιτική ηχώ των πιέσεων της άρχουσας τάξης πάνω στο κόμμα και την ηγεσία.

Σαν απάντηση στις κινήσεις της στενής προεδρικής ομάδας, η «Κίνηση των 53+» που απηχεί τις απόψεις των συνιστωσών και στελεχών της παλιάς «ΑΝΑΣΑ», διοργάνωσε μια ανοικτή εκδήλωση στις 17/4. Η πρωτοβουλία αυτή, συνιστά μια απόπειρα σειράς ηγετικών στελεχών που βρίσκονται στον πυρήνα ή τις παρυφές της κυβερνητικής εξουσίας, να διαχωρίσουν τη στάση τους από τα πιο ακραία φαινόμενα πολιτικών υποχωρήσεων και να βάλουν τις δικές τους «κόκκινες γραμμές» στις επικείμενες νέες υποχωρήσεις.

Η αξιοπιστία της αναιμικής αριστερής κριτικής τους όμως είναι ανύπαρκτη, αφού οι ίδιοι δεν είναι «φτωχοί συγγενείς», αλλά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι μόνο στον κομματικό μηχανισμό, αλλά και την κυβέρνηση. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του επικεφαλής πλέον της διαπραγματευτικής ομάδας και ηγετικού στελέχους της «Κίνησης των 53+» σ. Ε. Τσακαλώτου, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξη στο «MEGA» χαρακτήρισε τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη «εξαιρετική», σημειώνοντας απλά ότι η κυβέρνηση έκανε το λάθος να μη ζητήσει χρηματοδοτικά ανταλλάγματα για να την υπογράψει.

Με ή χωρίς αριστερές ενοχές, το σύνολο της ηγετικής πλειοψηφίας, δεξιά και αριστερή, έχει βαρύτατες ευθύνες για την κυβερνητική υποχωρητικότητα στους εκβιασμούς των δανειστών και για την πλήρη αποδοχή του ρόλου του μίζερου διαχειριστή του σάπιου ελληνικού καπιταλισμού. Καθόλου τυχαία και οι δύο μερίδες στην ηγετική πλειοψηφία υποστηρίζουν από κοινού την πολιτική του «έντιμου συμβιβασμού» και αυτό τις καθιστά συνυπεύθυνες για τα δεινά που θα έρθουν για την εργατική τάξη και την Αριστερά αν αυτός ο προδοτικός συμβιβασμός πραγματοποιηθεί.

«Αριστερή Πλατφόρμα»: ιστορικά καθήκοντα και «ιστορική» ατολμία

Ο πολιτικός έλεγχος του 1/3 του ΣΥΡΙΖΑ και της ηγεσίας του από την αριστερή πτέρυγα, αποτελεί την ασφαλέστερη ένδειξη ότι οι κομμουνιστικές του ρίζες είναι ζωντανές και συνιστά αντικειμενικά το μεγαλύτερο εμπόδιο στην απόπειρα μετατροπής του σ’ ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αυτό το γεγονός εξηγεί την επιθετικότητα των αστών έναντι της ισχυρότερης τάσης στην αριστερή πτέρυγα, της «Αριστερής Πλατφόρμας» («Αριστερό Ρεύμα» και «Κόκκινο Δίκτυο»), καθώς και τις διαρκείς εκκλήσεις τους προς τον πρωθυπουργό να «ξεκαθαρίσει» το κόμμα από την επιρροή της.

Η ισχυρή θέση της «Αριστερής Πλατφόρμας» στο κόμμα κάνει σήμερα τον ρόλο της καθοριστικό. Είναι γνωστή η κριτική, που πάντοτε με θετική διάθεση και συντροφικά, έχει διατυπώσει η Κομμουνιστική Τάση στις ιδέες και την τακτική της ΑΠ. Οι ιδέες της διαφέρουν αποφασιστικά από τον γνήσιο μαρξισμό, αποτελώντας μια σύγχρονη εκδοχή του παραδοσιακού, σταλινικού αριστερού ρεφορμισμού : πατριωτισμός στη θέση του προλεταριακού διεθνισμού, υπεράσπιση προγραμματικών θέσεων που δεν συνδέονται με την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό, υποστήριξη της αντίληψης της ταξικής συνεργασίας με την (ανύπαρκτη στην πραγματικότητα) «δημοκρατική – προοδευτική» μερίδα της άρχουσας τάξης. Οι αντιλήψεις αυτές ανήκουν στο «Αριστερό Ρεύμα» (ΑΡ). Αλλά το «Κόκκινο Δίκτυο» (ΚΔ), παρότι μιλά τυπικά στο όνομα του επαναστατικού μαρξισμού, έως τώρα δεν έχει διαφοροποιηθεί από αυτές, ούτε τις έχει κριτικάρει δημόσια.

Κατ’ αντανάκλαση αυτών των ιδεών, η τακτική της ΑΠ έναντι της σοσιαλδημοκρατικής ηγετικής πλειοψηφίας στις συνεδριάσεις των συλλογικών οργάνων ήταν και είναι άτολμη, με βασικά χαρακτηριστικά την κατάθεση τροπολογιών και όχι εναλλακτικών κειμένων, αλλά και την απουσία μιας σαφούς στρατηγικής για την κατάκτηση της πλειοψηφίας και την αξιοποίηση της διάσπασης που λαμβάνει χώρα πλέον στις γραμμές της ηγετικής πτέρυγας.

Η έναρξη της θητείας της νέας κυβέρνησης έβγαλε στο προσκήνιο όλα τα αδύναμα στοιχεία της πολιτικής και της τακτικής της ΑΠ. Συνεπής με την υπεράσπιση μιας συμμαχίας με την «προοδευτική» μερίδα της αστικής τάξης, η ηγεσία της ΑΠ δεν εξέφρασε την παραμικρή διαφωνία για την απαράδεκτη κυβερνητική συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, με κορυφαίο στέλεχός της μάλιστα να τίθεται υπό την άμεση πολιτική καθοδήγηση του αντιδραστικού δεξιού υπουργού Άμυνας Πάνου Καμμένου. Η μεγαλύτερη συνιστώσα του ΚΔ, η ΔΕΑ, αν και διαφώνησε με την επιλογή συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ, την αντιμετώπισε σαν ένα «αναγκαίο κακό» και δεν διατύπωσε καμία συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση σε αυτή.

Η συναίνεση στην απαράδεκτη υποψηφιότητα του δεξιού, αστού Π. Παυλόπουλου για την προεδρία της Δημοκρατίας, ήταν μια ακόμα ένδειξη της απουσίας συνεπούς αριστερής στάσης από την ηγεσία της ΑΠ. Οι βουλευτές του ΑΡ έδωσαν σύσσωμοι τη θετική τους ψήφο στη Βουλή, κάνοντας για άλλη μια φορά πράξη την αντίληψή τους περί συμμαχίας με τους «πατριώτες» και «δημοκράτες» αστούς. Οι δύο βουλευτίνες του ΚΔ από την πλευρά τους, δεν τόλμησαν να καταψηφίσουν τον Παυλόπουλο: η μία υπερψήφισε (σ/σα Ψαρέα) και η άλλη δήλωσε τη διαφωνία της περιοριζόμενη σε αποχή (σ/σα Γαϊτάνη).

Η ταπεινωτική συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, έγινε δεκτή με μια αντιφατική και για μια ακόμα φορά, άτολμη στάση από την ΑΠ. Έπρεπε να περάσουν αρκετά 24ωρα και να μεσολαβήσει η έγκαιρη και σαφής δημόσια εναντίωση της Κομμουνιστικής Τάσης, του σ. Μανώλη Γλέζου και της σ/σας Σοφίας Σακοράφα για να υπάρξει μια σαφής σχετική θέση από την ΑΠ, προφανώς, στο πλαίσιο μια μεθόδου που δυσανάλογα με την πολιτική σημασία του γεγονότος, «μετρούσε» πρώτα τις αντιδράσεις. Τελικά η ΑΠ διαφώνησε με το περιεχόμενο της συμφωνίας, χωρίς όμως να ζητά την κατάργησή της και να λαμβάνει μια καθαρή θέση για το τι θα έπρεπε να κάνουν οι αριστεροί βουλευτές αν αυτή έρθει στη Βουλή.

Ένα ακόμα τελευταίο δείγμα αυτής της πολιτικά άτολμης στάσης ήταν η υπερψήφιση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) για τα ταμειακά διαθέσιμα δήμων και άλλων κρατικών φορέων. Παρά τη δημόσια εκφρασμένη διαφωνία τους, όλοι οι βουλευτές της ΑΠ υπερψήφισαν την ΠΝΠ αποδεχόμενοι εν μέρει την κυβερνητική επιχειρηματολογία, η οποία κινείται στη γραμμή του «έντιμου συμβιβασμού», με το ΚΔ σε σχετική ανακοίνωσή του να επιχειρεί φάσκοντας και αντιφάσκοντας να συνδυάσει την υπερψήφιση με την υπεράσπιση της προοπτικής μιας «ρήξης».

Η επιρροή και η ισχύς της ΑΠ ανησυχούν δικαιολογημένα τους αστούς, που τρέμουν στην ιδέα ότι αυτοαποκαλούμενοι κομμουνιστές θα μπορούσαν να πάρουν στα χέρια τους το έλεγχο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός όμως, δεν απαλλάσσει την ηγεσία της ΑΠ από τα σοβαρά πολιτικά λάθη και τις αντιφάσεις της πολιτικής της. Το βασικό πολιτικό της καθήκον, σήμερα περισσότερο από ποτέ όπου κορυφώνεται η σύγχυση, η αβεβαιότητα και η ανησυχία ανάμεσα στις εργατικές μάζες σχετικά με την πολιτική του «έντιμου συμβιβασμού», είναι να ξεκαθαρίσει τη θολή πολιτική της στάση και να δώσει μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πολιτική λύση στο εργατικό κίνημα, τη νεολαία και τους αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ.

Ποια είναι η κεντρική πολιτική πρόταση της ΑΠ σήμερα; Για να την πληροφορηθούμε φυσικά θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον βασικό ηγέτη του ΑΡ, τον σ. Παναγιώτη Λαφαζάνη. Διαβάζουμε στην πιο πρόσφατη συνέντευξη του («Καθημερινή» 03/05) : «..Αυτήν την ώρα η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς κάποιες «κόκκινες γραμμές», που να διασώζουν ορισμένα κρίσιμα κεκτημένα, όσο και αν αυτό είναι αναγκαίο. Η χώρα μας χρειάζεται επειγόντως ένα θετικό και πολύ συνεκτικό προοδευτικό πρόγραμμα-πακέτο, το οποίο να δίνει προτεραιότητα στην απομείωση του χρέους, στην παροχή ισχυρής ρευστότητας στην οικονομία και στην ανάπτυξη με παραγωγικό προσανατολισμό. Οι νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις, η σφοδρή πίεση στα λαϊκά στρώματα και οι ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών κερδοφόρων επιχειρήσεων, αφήνουν ανέγγιχτη την υπερεξουσία των διαπλεκόμενων ολιγαρχών, και δεν παράγουν νέο πλούτο αλλά κέρδη για λίγους, μείωση εισοδημάτων, ύφεση, ανεργία, τέλμα και απογοήτευση. Οφείλουμε να κινηθούμε στον αντίποδα αυτών των μίζερων και ασύμμετρων δογματισμών, που μοιάζουν ως προτεραιότητα για τους θεσμούς…»

Ποιο είναι όμως αυτό το «συνεκτικό πρόγραμμα» και πότε επιτέλους θα παρουσιαστεί στο λαό; Ο σ. Παναγιώτης δεν μας διαφωτίζει γι’ αυτό το αποφασιστικό ζήτημα. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στην πιο κρίσιμη φάση των τελευταίων χρόνων: στις παραμονές μια επικείμενης χρεοκοπίας από «ατύχημα» ή μιας υποταγής της κυβέρνησης με την υπογραφή ενός νέου Μνημονίου. Αν ο εργαζόμενος λαός δεν μάθει τώρα γι΄ αυτό το «συνεκτικό πρόγραμμα» σωτηρίας και δεν πεισθεί να κινητοποιηθεί άμεσα για την εφαρμογή του στην εξουσία, τότε σε λίγες εβδομάδες μπορεί να είναι πολύ αργά.

Επιχειρώντας να μάθουμε περισσότερα από το τελευταίο άρθρο στην ιστοσελίδα ΙΣΚΡΑ του επίσης ηγετικού στελέχους του ΑΡ σ. Στάθη Λεουτσάκου με τίτλο «ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ» στις 24/4/15, διαβάζουμε: «..Απέναντι στο εκβιαστικό δίλημμα των δανειστών υποταγή ή οικονομικό στραγγαλισμό, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προετοιμάσει τους εργαζόμενους και το λαό για τη μεγάλη ταξική αναμέτρηση με τις εγχώριες και ξένες πολιτικές – οικονομικές ελίτ. Η άμεση επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών λύσεων στη χρηματοδότηση της Ε.Ε.-ΕΚΤ-ΔΝΤ μπορεί να σπάσει το φόβο που καλλιεργείται συστηματικά εδώ και πέντε χρόνια από το εγχώριο και ευρωπαϊκό κατεστημένο και την προπαγάνδα του ότι δήθεν δεν υπάρχει ζωή για τη χώρα στο ενδεχόμενο ρήξης με τους κυρίαρχους κύκλους της Ευρωζώνης, που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα και στην έξοδο από αυτήν. Μια τέτοια, όμως, εξέλιξη, την οποία χρησιμοποιούν ως «μπαμπούλα» για να διατηρούν την επικυριαρχία τους συνιστά πρωτίστως απειλή για τους ίδιους και το σαθρό ακραία νεοφιλελεύθερο οικοδόμημά τους, και όχι για τον ελληνικό λαό. Αντίθετα, αν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υλοποιηθεί μέσα στο ασφυκτικό και εχθρικό πλαίσιο της Ευρωζώνης και εφόσον δεν υλοποιηθούν άμεσες και ριζικές αλλαγές στο χαρακτήρα της Ευρωζώνης – εξέλιξη που δε φαίνεται πραγματοποιήσιμη – τότε όλα τα ενδεχόμενα πρέπει να είναι ανοικτά. Η συντεταγμένη νομισματική αλλαγή, ενταγμένη στο συνολικό προοδευτικό ανορθωτικό πρόγραμμα, συνιστά επιλογή που δεν είναι η συντέλεια του κόσμου, όπως διατείνονται οι κυρίαρχοι κύκλοι και την οποία πρέπει να έχει στο οπλοστάσιό του ο ΣΥΡΙΖΑ και εφ’ όσον χρειαστεί, να είναι έτοιμος να την υλοποιήσει, προκειμένου να αντιμετωπίσει εκβιασμούς και απειλητικά διλήμματα

Δυστυχώς ούτε ο σ. Λεωτσάκος μας κάνει σοφότερους. Το άρθρο είναι γραμμένο με μια συνηθισμένη μέθοδο για τον αριστερό ρεφορμισμό : περισσεύουν τα δίχως ανάλυση συνθήματα και οι υπαινιγμοί, τα κάθε λογής διφορούμενα «αν και εφ’ όσον». Εδώ δεν έχουμε απλά να κάνουμε με ένα συγκεκριμένο στυλ ανάπτυξης πολιτικών θέσεων. Πρόκειται για ασάφεια που αντανακλά είτε σύγχυση, είτε μια προσπάθεια να καμουφλαριστεί μια πολιτική θέση με έναν μανδύα «νομιμοφροσύνης» προς την επίσημη κυβερνητική γραμμή. Έτσι αναπόφευκτα, δημιουργούνται μια σειρά κρίσιμα αναπάντητα ερωτήματα. Ποιες είναι οι «εναλλακτικές λύσεις» χρηματοδότησης; Τι σημαίνει «συντεταγμένη νομισματική αλλαγή»; Τι περιλαμβάνει το «προοδευτικό ανορθωτικό πρόγραμμα» και ποια είναι η διαφορά του από ένα αντικαπιταλιστικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα;

Σκεφτήκαμε ότι ένα άλλο πρόσφατο άρθρο ενός στελέχους της ΑΠ, του σ. Στάθη Κουβελάκη με τίτλο «Η ώρα της έντιμης ρήξης» 25/04, θα μπορούσε ίσως να μας φανεί πιο χρήσιμο. Διαβάζουμε σε αυτό: «..Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι η ριζική αλλαγή πορείας και το άνοιγμα δρόμων ανατροπής και χειραφέτησης για τον λαό της, για τις εργαζόμενες τάξεις, αλλά και για το μέλλον των λαών και των εργαζόμενων της Ευρώπης…Και είναι, πάνω απ’όλα, η ώρα να προετοιμαστούμε επιτέλους, πολιτικά, τεχνικά και πολιτισμικά, για την μοναδική «έντιμη» διέξοδο, την ρήξη με αυτόν τον εσμό αδίστακτων τοκογλύφων και τζιχαντιστών του νεοφιλελευθερισμού. Είναι η ώρα να συγκεκριμενοποιηθεί το περιεχόμενο και να εξηγηθεί η βιωσιμότητα της απελευθερωτικής για την κοινωνική πλειοψηφία πορείας που ξεκινά με το δίπτυχο «στάση πληρωμών (έναντι των δανειστών) – εθνικοποίηση τραπεζών» και προεκτείνεται, αν χρειαστεί, στην επιλογή του εθνικού νομίσματος, με την απαραίτητη προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία.».

Εκτός από γενικόλογες διαπιστώσεις, ο σ. Κουβελάκης δεν μας πληροφορεί για τίποτα συγκεκριμένο. Τι σημαίνει «να προετοιμαστούμε πολιτικά, τεχνικά και πολιτισμικά»; Πότε επιτέλους και από ποιους θα συγκεκριμενοποιηθεί το περιεχόμενο της «απελευθερωτικής πορείας που ξεκινάει από τη στάση πληρωμών και την εθνικοποίηση τραπεζών»; Ποια μορφή λαϊκής ετυμηγορίας προτείνεται στο τέλος : οι εκλογές ή το δημοψήφισμα και για ποιο λόγο; Δυστυχώς, στο «παραπέντε» μιας τόσο μεγάλης δοκιμασίας για την κυβέρνηση και τον εργαζόμενο λαό, οι ηγέτες της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ μιλούν και γράφουν με αριστερούς γρίφους…

Τις αναγκαίες στοιχειώδεις πολιτικές απαντήσεις τέλος, δεν μας τις δίνουν ούτε οι δυνάμεις του ΚΔ. Στο κύριο άρθρο του τελευταίου τεύχους της εφημερίδας «Εργατική Αριστερά» διαβάζουμε : « ..Η διαφυγή από αυτή την παγίδα είναι η στάση πληρωμών προς τους διεθνείς και ντόπιους τοκογλύφους. Η συγκέντρωση όλων των διαθέσιμων πόρων και δυνάμεων προς κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Πρόκειται για μια μείζονα επιλογή ρήξης. Ρήξης με διεθνείς δυνάμεις και «θεσμούς», όπως η ΕΕ, η ΕΚΤ, το ΔΝΤ. Όμως και ρήξης με εσωτερικές δυνάμεις: τις καθεστωτικές δυνάμεις εδώ, που συναίνεσαν στις μνημονιακές πολιτικές, που τις εφάρμοσαν με ζήλο και πλούτισαν από αυτές. Και ρήξεις τέτοιας κλίμακας δεν είναι δυνατόν να αποφασιστούν την τελευταία στιγμή. Είναι αναγκαία η προετοιμασία γι’ αυτές. Προετοιμασία στην κυβέρνηση, με την ανάπτυξη των προγραμματικών εναλλακτικών λύσεων και των μέσων που θα τις υποστηρίξουν. Προετοιμασία στο κόμμα, με την εγκατάλειψη της παθητικότητας, με την άρνηση του ρόλου τού εκ των υστέρων «νομιμοποιητικού» παράγοντα. Προετοιμασία στις συμμαχίες, με το άνοιγμα της συζήτησης προς την όλη Αριστερά, που θα πρέπει και αυτή να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Προετοιμασία μέσα στην εργατική τάξη και στο λαό, που ως απαράβατη προϋπόθεση έχει το να γίνει γνωστή όλη η αλήθεια. Όλα αυτά (πρέπει να) συγκλίνουν προς την επείγουσα συγκρότηση μιας πλατιάς κοινωνικοπολιτικής δύναμης, που θα έχει να αναμετρηθεί με μεγάλους αντιπάλους και σοβαρά ζητήματα. Χωρίς αυτές τις επιλογές και αυτές τις προϋποθέσεις, ανεξάρτητα από τις προθέσεις στελεχών που μπορεί να παραμένουν και οι αγνότερες, ο κίνδυνος να παρουσιαστεί η υποταγή ως μονόδρομος γίνεται καθημερινά μεγαλύτερος…».

Σε αυτές τις γραμμές κάθε άλλο παρά εμφανίζεται η συγκεκριμένη και ξεκάθαρη γλώσσα του επαναστατικού μαρξισμού,. Βλέπουμε την ίδια γενικόλογη και αόριστη πολιτική τοποθέτηση των ζητημάτων με εκείνη των στελεχών του ΑΡ: «προετοιμασία» για κάποιες εναλλακτικές προγραμματικές λύσεις και για συγκρότηση μιας πλατιάς κοινωνικοπολιτικής δύναμης… Φυσικά εδώ δεν έχουμε ένα πρόβλημα γλώσσας, αλλά πολιτικού περιεχομένου. Ούτε το ΑΡ, ούτε το ΚΔ διαθέτουν ένα επεξεργασμένο πολιτικό πρόγραμμα που θα μπορούσε να γίνει σήμερα κτήμα και οδηγός της δράσης της εργατικής τάξης στην πάλη της με τους δανειστές και την ελληνική άρχουσα τάξη. Στην «έλλειψη πολιτικής προετοιμασίας» λοιπόν, οι σύντροφοι της ηγεσίας της ΑΠ θα πρέπει να συμπεριλάβουν δυστυχώς πρώτους και καλύτερους τους εαυτούς τους.

Αυτή η αποφασιστική πολιτική αδυναμία, θα παίξει καθοριστικό ρόλο στα κρίσιμα γεγονότα που έρχονται. Η διατήρησή της είναι δυνατό να στιγματίσει την ΑΠ ως συνυπεύθυνη για τις πιθανές νέες, μεγαλύτερες κυβερνητικές υποχωρήσεις, δημιουργώντας πρόβλημα συνοχής στις ίδιες τις δυνάμεις και συνιστώσες που τη συγκροτούν.

Η ΑΠ διαθέτει σήμερα την αναγκαία οργανωτική δύναμη και τα υλικά μέσα για να αλλάξει άμεσα τους συσχετισμούς στο κόμμα και να κερδίσει τις μάζες της εργατικής τάξης – ξεκινώντας από την πρωτοπορία – στην πάλη για το αναγκαίο πρόγραμμα ανατροπής των μνημονίων και του καπιταλισμού. Διαθέτει υπουργούς, βουλευτές, έντυπα, ιστοσελίδες και «έναν στρατό» επαγγελματικών στελεχών. Της λείπει όμως το πιο αποφασιστικό στοιχείο. Το ίδιο το πρόγραμμα και η θέληση να το εφαρμόσει.

Η Κομμουνιστική Τάση διαθέτει και τα δύο! Αλλά σαν η πιο νέα και νεαρότερη ηλικιακά τάση μέσα στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος, δεν έχει ακόμα την απαραίτητη υλική και οργανωτική δύναμη. Οι καλύτεροι αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ, του εργατικού κινήματος και της νεολαίας – κι ανάμεσά τους βρίσκονται εκατοντάδες σύντροφοι της αριστερής πτέρυγας που παρακολουθούν στενά την κρυστάλλινη πολιτική στάση και τον συνεπή αγώνα της Κομμουνιστικής Τάσης – είναι οι μόνοι που μπορούν και πρέπει επειγόντως να της την δώσουν!

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 7ο” ]

Γιατί ματαιώθηκε η «ενδιάμεση συμφωνία»

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η «διαπραγμάτευση», δηλαδή ο διαρκής εκβιασμός των δανειστών έναντι της κυβέρνησης με όπλο τη χρηματοδοτική ασφυξία, βρίσκεται στο κρισιμότερο σημείο. Τα όρια αντοχής του ελληνικού κράτους εξαντλούνται μέρα με τη μέρα, καθώς μέχρι τα τέλη του μήνα, τα επίσημα κυβερνητικά στοιχεία μιλούν για 2 δισεκατομμύρια ευρώ που δεν υπάρχουν στα ταμεία και θα πρέπει να βρεθούν, ώστε η μερική στάση πληρωμών προς τους προμηθευτές, δικαιούχους διαφόρων επιδομάτων κ.λ.π να μην επεκταθεί στους μισθούς των κρατικών υπαλλήλων, τις συντάξεις και τις προβλεπόμενες δόσεις προς τους δανειστές.

Η κυβέρνηση μέχρι πρότινος προσδοκούσε την υπογραφή μιας «ενδιάμεσης συμφωνίας», που θα περιλάμβανε ορισμένα από τα ηπιότερα μέτρα που αξιώνουν οι δανειστές, συνεχίζοντας τη διαπραγμάτευση για τα σκληρότερα, όπως η περικοπή των συντάξεων και η απελευθέρωση των απολύσεων, στο δρόμο για μια «συνολική» συμφωνία τον Ιούνιο – στην πραγματικότητα για ένα νέο Μνημόνιο – όπου θα προβλέπεται και η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού μέχρι και το 2017, που υπολογίζεται σε 25 με 30 δισεκατομμύρια ευρώ.

Όμως όπως ήδη προβλέψαμε σε προηγούμενο άρθρο μας, οι δανειστές δείχνουν ότι δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε μια τέτοια «ενδιάμεση συμφωνία», αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αναδιπλωθεί και να προσανατολιστεί απευθείας σε μια «συνολική» συμφωνία μέχρι τον Ιούνιο. Ο Σόιμπλε και η υπόλοιπη παρέα των «εταίρων» – εκβιαστών, έχοντας βάλει την κυβέρνηση «με την πλάτη στον τοίχο», δεν έχουν κανέναν λόγο να οδηγηθούν σε «ενδιάμεσες συμφωνίες». Δίνοντας τώρα λίγα χρήματα από τις οφειλόμενες δόσεις, απλά θα έδιναν «ανάσες» χρόνου στην κυβέρνηση, τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ακόμα και για μια προσφυγή στις κάλπες ή σε ένα δημοψήφισμα, γεγονότα που με την αβέβαιη τους έκβαση έχουν αποσταθεροποιητικές συνέπειες και είναι μόνιμα ανεπιθύμητα για τους δανειστές.

Το μόνο που φάνηκε ότι θα μπορούσαν να συζητήσουν οι δανειστές ήταν μια αρχική συμφωνία σε κάποια μέτρα, τα οποία όμως ζήτησαν ρητά δια εκπροσώπου τους αξιωματούχου της Κομισιόν να έχουν «ξεκάθαρο πολιτικό κόστος», δηλαδή να είναι μέτρα λιτότητας και αντεργατικές πολιτικές, με «αντάλλαγμα», όχι χρήματα από τις οφειλόμενες δόσεις, αλλά ορισμένες διευκολύνσεις από την ΕΚΤ σχετικά με το όριο έκδοσης εντόκων γραμματίων. Με άλλα λόγια, το περισσότερο που έδειξαν ότι μπορούν να ανεχθούν είναι μια «γερή δόση» πολιτικής ταπείνωσης από τον ΣΥΡΙΖΑ με «αντάλλαγμα» δανεικό χρήμα στο κράτος από τις ίδιες τις ελληνικές τράπεζες, τους μοναδικούς πιθανούς αγοραστές εντόκων σήμερα…

Από την πλευρά της κυβέρνησης, στο σημείο που βρίσκεται πλέον η «διαπραγμάτευση», η ματαίωση μιας ενδιάμεσης συμφωνίας με αυτούς τους όρους είναι πρακτικά βολική. Θα χρειαστεί να φέρει στη Βουλή και στο κόμμα «μια και καλή» και όχι σε «επώδυνες δόσεις», μια συνολική συμφωνία συμβιβασμού με τους εκβιαστές. Μέχρι τότε, για να καλυφθούν οι άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες θα ελπίζει σε μια έκθεση ή έστω σε μια δήλωση από την πλευρά των δανειστών ότι «οι συνομιλίες προχωρούν καλά» σαν ένα σήμα για να επιτρέψει η ΕΚΤ τον απαραίτητο δανεισμό μέσω εντόκων γραμματίων ύψους 3-5 δισ. ευρώ. Τίποτα όμως δεν προεξοφλεί ότι μπορεί να υπάρξει τέτοια γενναιοδωρία χωρίς έμπρακτες ταπεινωτικές κυβερνητικές υποχωρήσεις.

Τι σημαίνει «χρεοκοπία μέσα στο ευρώ»;

Οι δανειστές δείχνουν με κάθε τρόπο ότι θα ακολουθήσουν μια πολύ σκληρή γραμμή μέχρι τέλους, μη διστάζοντας για να πάρουν την επιθυμητή ταπείνωση του ΣΥΡΙΖΑ, να σπρώξουν την Ελλάδα ακόμα και εκτός Ευρωζώνης. Με ψυχρούς οικονομικούς όρους, ήδη η ανελέητη πίεση των τελευταίων μηνών με την ανολοκλήρωτη λεγόμενη 5η αξιολόγηση και τις παρακρατούμενες δόσεις, συνιστά μια έμπρακτη ώθηση της Ελλάδας εκτός Ευρωζώνης.

Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ιδωθεί η πολυσυζητημένη τις τελευταίες μέρες δυνατότητα «χρεοκοπίας της Ελλάδας μέσα στο ευρώ», την οποία αποδέχονται με δημόσιες δηλώσεις τους σαν πιθανή οι αξιωματούχοι των δανειστών. Μόνο αφελείς, ακούγοντας αυτές τις δηλώσεις θα μπορούσαν να δηλώσουν ανακούφιση για μια υποτιθέμενη διασφάλιση της θέσης της χώρας στην Ευρωζώνη, ακόμα και μετά από ένα «πιστωτικό γεγονός». «Χρεοκοπία της Ελλάδας εντός ευρώ» σημαίνει παραμονή στο ευρώ μόνο στη θεωρία, την ώρα που το νόμισμα θα γίνεται όλο και πιο «ακριβοθώρητο», καθώς θα συντελείται μαζική φυγή κεφαλαίων και όλες οι πηγές «ρευστότητας» από τους δανειστές θα έχουν κλείσει ερμητικά.

Και όλα αυτά, απλά μέχρι η ίδια η κυβέρνηση να αναγκαστεί να λάβει την απόφαση είτε να εκδώσει εθνικό νόμισμα επιδιώκοντας τη συναίνεση και τη βοήθεια των δανειστών, είτε να εκλιπαρήσει για μια νέα συμφωνία στη βάση των σκληρότερων δυνατών μέτρων λιτότητας και περικοπών, είτε απλά να εγκαταλείψει την εξουσία για να αντικατασταθεί από μια άλλη, αστική μνημονιακή κυβέρνηση. Συνεπώς το στάδιο της «χρεοκοπίας εντός ευρώ» αντιπροσωπεύει μια φάση ακόμα πιο ανελέητης πίεσης από τους δανειστές, που σε τελική ανάλυση φέρνει πιο κοντά την προοπτική της εξόδου από την Ευρωζώνη.

Η στάση της κυβέρνησης, οι «κόκκινες γραμμές» και τα όριά της

Η κυβέρνηση έχοντας δεχθεί να αναβάλει επ’ αόριστο την εφαρμογή του προγράμματος για το οποίο εκλέχθηκε στην εξουσία, κατά τις τελευταίες εβδομάδες έχει πλέον περιοριστεί να επαναλαμβάνει ότι διαθέτει «κόκκινες γραμμές», που θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν στη φράση «άρνηση για κάθε μέτρο που θα μειώσει μισθούς και συντάξεις και θα αυξήσει τους φόρους για τα φτωχότερα τμήματα του λαού, όπως είναι η αύξηση του ΦΠΑ». Φυσικά είναι περιττό να θυμίσουμε ότι οι εργαζόμενοι στης 25 του Γενάρη δεν ψήφισαν «κόκκινες γραμμές», αλλά την κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων. Αλλά ακόμα και αυτές οι ελάχιστες πλέον, κυβερνητικές «κόκκινες γραμμές», βρίσκονται σε ασυμφιλίωτη αντίθεση με την πραγματικότητα της βαθιάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και με την απαρέγκλιτη τακτική της ανελέητης πίεσης για ταπείνωση από τους δανειστές.

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση συνειδητοποιεί ότι ακόμα και αυτές οι περιορισμένες «κόκκινες γραμμές» είναι ασυμβίβαστες με μια συμφωνία. Έχοντας δει όλες τις διαπραγματευτικές της προσδοκίες να διαψεύδονται, βιώνοντας τη φυσιολογική και αναμενόμενη απομόνωση απ’ όλες τις αστικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συνειδητοποιώντας ότι βρίσκεται ένα βήμα μόνο πριν από το «πιστωτικό γεγονός» και την έξοδο από το ευρώ και πάνω από όλα, χωρίς να διαθέτει ούτε τη βούληση, ούτε το αναγκαίο σχέδιο για μια ρήξη προς όφελος του εργαζόμενου λαού, η κυβέρνηση συνεχίζει απελπισμένα να επιδιώκει μια συμφωνία, ενώ ταυτόχρονα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού, εξετάζει τη δυνατότητα για μια φυγή από τις πολιτικές της ευθύνες μέσα από ένα πιθανό δημοψήφισμα.

Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, πληρώνοντας τις αυταπάτες της, η κυβέρνηση μοιάζει να αντιδρά όλο και πιο σπασμωδικά. Η τακτική της καθορίζεται από την κατάρρευση του οικοδομήματος της στρατηγικής της, δηλαδή της στρατηγικής της διαπραγμάτευσης, αφού οι δανειστές εμφανίζουν την εικόνα ενός ενιαίου, ανυποχώρητου μπλοκ. Και όταν σε μια αντιπαράθεση έχει καταρρεύσει το οικοδόμημα της στρατηγικής, η τακτική μετατρέπεται σε αυτοσχεδιασμούς, αμηχανία και σπασμωδικές κινήσεις που προϊδεάζουν για μια άτακτη υποχώρηση. Μέσα σε αυτό το γενικότερο πνεύμα εντάσσεται και ο παραμερισμός του Γ. Βαρουφάκη και η αλλαγή της σύνθεσης της διαπραγματευτικής ομάδας. Η μετάβαση στη φάση της παραβίασης και των ελάχιστων πια «κόκκινων γραμμών» απαιτεί τα κατάλληλα πρόσωπα.
Το πιο κρίσιμο ερώτημα πλέον για τις εξελίξεις είναι το ποια είναι τα πραγματικά όρια στις υποχωρήσεις της κυβέρνησης, με δεδομένο ότι και οι ελάχιστες «κόκκινες γραμμές» της είναι ασυμβίβαστες με μια συμφωνία. Η απάντηση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Εξαρτάται από το μέγεθος των πιέσεων που δέχεται, από το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των διαφορετικών ομάδων στο εσωτερικό της και από τον τρόπο που εκτιμά την κατάσταση η κυρίαρχη ομάδα, γύρω από το πρόσωπο του πρωθυπουργού.

Οι πιέσεις από τους δανειστές και από την ελληνική άρχουσα τάξη για να περάσουν οι ταπεινωτικές υποχωρήσεις και να υπογραφεί ένας συμβιβασμός είναι τεράστιες και επικεντρώνονται όπως αναφέραμε στο πρόσωπο του ίδιου του πρωθυπουργού, ως του «ανθρώπου – κλειδί». Οι πιέσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση είναι σήμερα πολύ πιο ανίσχυρες. Μαζικές συγκεντρώσεις με σύνθημα «Ούτε βήμα πίσω» πλέον δεν υπάρχουν, αφού τα βήματα που έχει κάνει πίσω η κυβέρνηση είναι ήδη πολλά και η πολιτική της στάση δεν εμπνέει τη διάθεση για ενεργή λαϊκή υποστήριξη. Στις μάζες κυριαρχεί η σύγχυση και η παθητικότητα, ενώ η ρήξη, απόλυτα φυσιολογικά, με δεδομένη την απουσία ενός διακριτού στα μάτια τους εναλλακτικού ριζοσπαστικού σχεδίου, γίνεται αντιληπτή από την πλειονότητα σαν μια περιπέτεια που το καλύτερο θα ήταν να αποφευχθεί.

Η ηγεσία της «Αριστερής Πλατφόρμας», έχει ήδη κάνει πολλές υποχωρήσεις (ΑΝΕΛ, Παυλόπουλος,, 20η Φλεβάρη, αναβολή προγράμματος Θεσ/νικης, ΠΝΠ κλπ) και παρά την δημόσια εναντίωσή της σε κάθε παραβίαση των «κόκκινων γραμμών», δεν έχει λάβει καμία πρακτική πρωτοβουλία ικανή να μπει φραγμός στην πολιτική του «συμβιβασμού». Τέλος, η κυρίαρχη πολιτική ομάδα στη κυβέρνηση συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού, υπό την επιρροή του νυν αντιπροέδρου και παλιού υπουργού των συγκυβερνήσεων με τη ΝΔ Γ. Δραγασάκη, δείχνει να μην διανοείται τη ρήξη, φοβούμενη να διαχειριστεί τις συνέπειές της και να ανταποκριθεί στα επαναστατικά καθήκοντα που θα της έθετε για να προστατευθεί το βιοτικό επίπεδο των μαζών.

Με δεδομένη αυτή την κατάσταση στις πιέσεις και τους συσχετισμούς στην κυβέρνηση και το κόμμα, αλλά και την οργανικά άτολμη στάση του πυρήνα της ηγετικής ομάδας, οι κυβερνητικές επιλογές μπορούν να κυμανθούν από την άμεση υπογραφή μιας ταπεινωτικής συμφωνίας μέχρι – το περισσότερο – την απόφαση για διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, με σκοπό να μετατεθεί η ευθύνη για το συμβιβασμό στους ώμους των συγχυσμένων και φοβισμένων λαϊκών μαζών.
Αν στο μεταξύ προκύψει λόγω των υφιστάμενων καθυστερήσεων μια ανεπιθύμητη για την κυβέρνηση «ρήξη» από το «ατύχημα» ενός πιστωτικού γεγονότος, αυτή με τα σημερινά δεδομένα της πιστής υπεράσπισης του μονόδρομου του «έντιμου συμβιβασμού», δεν φαίνεται ότι είναι πιθανό να οδηγήσει την ηγετική ομάδα στον τολμηρό δρόμο της στήριξης στον εργαζόμενο λαό και της λήψης ριζοσπαστικών μέτρων, αλλά στο αδιέξοδο της επιδίωξης νέων διαπραγματεύσεων για μια ακόμα πιο ταπεινωτική συμφωνία ή στο άνοιγμα του δρόμου για μια συμμαχική κυβέρνηση φιλική στην άρχουσα τάξη και τους δανειστές.

Δημοψήφισμα: μέσο υποταγής και λαϊκής συνενοχής στη λιτότητα

Στις εκλογές της 25ης Γενάρη ο ελληνικός λαός έδωσε μια καθαρή εντολή: να καταργηθούν εδώ και τώρα τα Μνημόνια και η λιτότητα. Η επαναφορά 4 μήνες μετά, του ίδιου πολιτικού ζητήματος που απάντησαν οι εκλογές με τη μορφή αυτή τη φορά ενός διλλήματος «ναι ή όχι σε μια συμφωνία με τους δανειστές», εξυπηρετεί μόνο αντιδραστικές πολιτικές σκοπιμότητες και όχι την ανάγκη ο λαός να εκφράσει δημοκρατικά τη θέλησή του.

Η προσφυγή σε δημοψήφισμα σχετικά με μια νέα συμφωνία είναι ένα αντιδραστικό μέσο, ένα όπλο εκβιασμού και καθυπόταξης του λαού με «δημοκρατικό μανδύα», για τους ακόλουθους λόγους: 1ο) Δεν θα συνοδευτεί από τη διατύπωση ενός εναλλακτικού σχεδίου ρήξης από την κυβέρνηση και έτσι το δίλλημα στα μάτια του λαού πρακτικά θα είναι «σταθερότητα ή χάος». Έτσι ο λαός θα αναγκαστεί να γίνει συνένοχος στη λιτότητα, στο όνομα της «σταθερότητας». 2ο) Θα διεξαχθεί μέσα σε καθόλου δημοκρατικές συνθήκες και όρους, μέσα στο κλίμα μιας κυρίαρχης υστερίας υπέρ του «ναι». Τα αστικά ΜΜΕ και τα αστικά κόμματα θα διεξάγουν μια ισχυρή καμπάνια υπέρ του «ναι» χωρίς ισχυρό αντίπαλο. 3ο) Θα χωρίσει την εργατική τάξη τεχνητά σε υποστηρικτές του ευρώ και της δραχμής, την ώρα που το πραγματικό ιστορικό, πολιτικό δίλλημα είναι «καπιταλιστική βαρβαρότητα ή σοσιαλισμός». 4ο) Ένα πιθανό αποτέλεσμα υπέρ του «ναι» σε αυτές τις συνθήκες, θα γίνει μόνιμο «επιχείρημα» στα χείλη των πολέμιων κάθε μελλοντικού μαζικού κινήματος ενάντια στη λιτότητα και τον καπιταλισμό.

Αν είναι έτσι όμως, τότε γιατί το δημοψήφισμα απορρίπτεται από τους δανειστές και την ελληνική άρχουσα τάξη; Αυτό αντανακλά γενικά τον αυξημένο βαθμό της αντιδραστικότητας, της ανασφάλειας και της κοινωνικής τους απομόνωσης. Οι δανειστές φοβούνται ότι το δημοψήφισμα μπορεί να δημιουργήσει ένα προηγούμενο όπου οι ευρωπαϊκοί λαοί θα ερωτώνται για την λιτότητα και την κυρίαρχη πολιτική του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Επίσης, όπως και οι έλληνες αστοί, φοβούνται ότι το δημοψήφισμα σαν εγχείρημα που θα αξιοποιήσει επικοινωνιακά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, θα εδραιώσει τη θέση της στην κυβέρνηση, απομακρύνοντας την προοπτική μιας ευκολότερα ελέγξιμης κυβέρνησης «εθνικής ενότητας». Τέλος η ελληνική άρχουσα τάξη, αντιστρατεύεται το δημοψήφισμα γιατί φοβάται ότι οι διαδικασίες που θα απαιτηθούν για τη διενέργειά του θα καθυστερήσουν τη συμφωνία, φέρνοντας πιο κοντά το «ατύχημα» ενός «πιστωτικού γεγονότος» και επίσης, ότι θα επιδεινώσουν τις τεταμένες σχέσεις της «χώρας» με τους δανειστές.

Η από τακτική σκοπιά λοιπόν, εναντίωση των δανειστών και των ελλήνων αστών στο δημοψήφισμα δεν σημαίνει καθόλου ότι οι εργαζόμενοι και οι αριστεροί αγωνιστές θα πρέπει να το υποστηρίξουν. Το επαναλαμβάνουμε : στις παρούσες συνθήκες το δημοψήφισμα αποτελεί ένα αντιδραστικό εργαλείο για να περάσει με λαϊκή νομιμοποίηση ένας ολέθριος συμβιβασμός με τους δανειστές. Αν όμως τελικά το δημοψήφισμα προκηρυχτεί, θα πρέπει να γίνει προσπάθεια από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, ώστε γύρω από την υποστήριξη του «όχι» να προπαγανδιστεί πλατιά η αναγκαιότητα για ένα εναλλακτικό σχέδιο σοσιαλιστικής ρήξης και να κερδηθεί ένα μεγάλο τμήμα του εργαζόμενου λαού στην υπόθεση της ενεργής του στήριξης.

Ζοφερό μέλλον στον καπιταλισμό είτε με ευρώ, είτε με εθνικό νόμισμα

Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της, έχει υποστηρίξει ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει καμία ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην παραμονή της καπιταλιστικής Ελλάδας μέσα στο ευρώ και στην επιστροφή της σ’ ένα εθνικό νόμισμα. Το πρόβλημα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είναι ο καπιταλισμός και όχι το νόμισμα.

Διατήρηση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη σημαίνει διαρκής επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, μέσα από ασταθείς συμφωνίες με τους δανειστές, που όλες τους θα στηρίζονται στη μεταφορά του τιμήματος της κρίσης του συστήματος στις πλάτες των εξαθλιωμένων από τη φτώχια και την ανεργία.
Υπογραφή συμφωνίας με τους δανειστές σήμερα στο όνομα της ανάγκης για παραμονή στο ευρώ, σημαίνει πρακτικά αποδοχή της προοπτικής δεκαετιών λιτότητας και Μνημονίων. Την ίδια στιγμή όμως, όπως έχουμε εξηγήσει επανειλημμένα, είναι τόσο μεγάλη και βαθιά η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, που καμία συμφωνία δεν μπορεί να διασφαλίσει εκ των προτέρων την προοπτική της παραμονής του στο «κλαμπ» των ισχυρότερων της ΕΕ, δηλαδή στην Ευρωζώνη. Το τεράστιο κρατικό χρέος, τα «πήλινα πόδια» του υπερχρεωμένου και απόλυτα εξαρτημένου από την ρευστότητα της ΕΚΤ ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η μόνιμη ύφεση, η γενικότερη ευρωπαϊκή και διεθνής οικονομική στασιμότητα, είναι παράγοντες που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα προκαλέσουν ένα «ατύχημα», που είτε συναινετικά με τους δανειστές, είτε με τη θέληση της ίδια της ελληνικής άρχουσας τάξης θα οδηγήσει στην επιλογή της επιστροφής σε ένα εθνικό νόμισμα.

Από την άλλη πλευρά, μια έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη με παραμονή πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού θα σημάνει τη «συμπυκνωμένη» μέσα σε λίγους μήνες καταστροφή του – ήδη βαριά χτυπημένου – βιοτικού επιπέδου του εργαζόμενου λαού, που μέσα στην Ευρωζώνη (αν κάνουμε την αυθαίρετη υπόθεση ότι μπορούν να διατηρηθούν αμετάβλητα τα σημερινά δεδομένα στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία) θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σταδιακά και σε βάθος μερικών χρόνων. Καπιταλιστική Ελλάδα με εθνικό νόμισμα σημαίνει ότι στα σημερινά δεινά του λαού θα προστεθούν οι επιπτώσεις μιας απότομης φυγής κεφαλαίων με κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων, ο καλπάζων πληθωρισμός και οι ελλείψεις σε αγαθά.

Φυσικά, μια μελλοντική ανάκαμψη της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας μπορεί να υπάρξει και στις δύο περιπτώσεις. Αν η ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία γίνει κατορθωτό να αποφύγουν μια βαθειά ύφεση στο άμεσο μέλλον, τόσο η εύθραυστη καπιταλιστική Ελλάδα του ευρώ, όσο και η ξεπεσμένη καπιταλιστική Ελλάδα της δραχμής, θα γνωρίσουν αναπόφευκτα φάσεις ανάκαμψης του ΑΕΠ. Όμως αυτές δεν πρόκειται να βελτιώσουν ουσιαστικά τη δεινή κατάσταση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Αυτή είναι ολόκληρη η αλήθεια που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χρέος να πει στον εργαζόμενο λαό. Από αυτή και μόνον και όχι από κάποιον υποτιθέμενο «δογματισμό», πηγάζει η επίμονη υπεράσπιση από τους κομμουνιστές της σοσιαλιστικής προοπτικής ως μόνης προοδευτικής λύσης για τον εργαζόμενο λαό.

Τι πρέπει να γίνει τώρα; Μόνη λύση η αριστερή κυβέρνηση για σοσιαλιστική ρήξη

Οι απολογητές της πολιτικής του «έντιμου συμβιβασμού» ειρωνεύονται τους κομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ, καταλογίζοντάς τους ότι δεν έχουν πρόταση για το σήμερα και ότι παραπέμπουν τα πάντα στην περίοδο της προλεταριακής επανάστασης και του σοσιαλισμού. Εκτός από την αδυναμία αυτών των επικριτών μας να κατανοήσουν ότι με ιστορικούς όρους η περίοδος αυτή βρίσκεται πολύ πιο κοντά από όσο φαντάζονται, ή ορθότερα, από όσο θα ήθελαν, λένε ψέματα, γιατί οι κομμουνιστές όχι μόνο διαθέτουμε πρόταση, αλλά αυτή εκφράζει τη μόνη υπαρκτή ρεαλιστική λύση υπέρ της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, στο βαθμό φυσικά που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται ειλικρινά να αναγνωρίσει την πραγματικότητα και να υπερασπίσει τα συμφέροντα τους.

Τι προτείνουν λοιπόν οι κομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ να γίνει τώρα; Η ηγεσία του κόμματος πρέπει να παραδεχτεί ειλικρινά ότι η στρατηγική της διαπραγμάτευσης αποδείχθηκε αναποτελεσματική και αδιέξοδη. Πρέπει στην πράξη να κάνει αυτό για το οποίο δίνει θεωρητικά διαβεβαιώσεις, δηλαδή να θέσει σαν προτεραιότητα τις ανάγκες του λαού και να προβεί σε μια άμεση στάση πληρωμών προς τους δανειστές.

Για να ανταποκριθεί στην ξεκάθαρη εντολή που έδωσε ο λαός στις 25 του Γενάρη για κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να λάβει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες ώστε να σχηματιστεί μια πραγματικά αριστερή κυβέρνηση: να απομακρύνει τους αστούς ΑΝΕΛ και κάθε άλλο υποστηρικτή της πολιτικής του «έντιμου συμβιβασμού» από τη σύνθεση της κυβέρνησης και να προτείνει στο ΚΚΕ κυβερνητική συμμαχία για την εφαρμογή ενός προγράμματος σοσιαλιστικής ρήξης ή έστω να του ζητήσει, μια ψήφο ανοχής στη Βουλή για μια τέτοια πολιτική.

Σαν μια αναγκαία έμπρακτη ένδειξη καλής πίστης και αλλαγής πολιτικής, η ηγεσία θα πρέπει να στηρίξει και να ψηφίσει στη Βουλή την πρόταση του ΚΚΕ για την κατάργηση των Μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων. Πάνω στη βάση μιας τέτοιας έμπρακτης και ειλικρινούς αλλαγής πολιτικής, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν θα μπορούσε να αρνηθεί έστω μια ψήφο ανοχής. Στην απίθανη περίπτωση που η ηγεσία του ΚΚΕ, σε πλήρη διάσταση με τη θέληση της ίδιας της βάσης της αρνηθεί, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να καταφύγει στην προκήρυξη νέων εκλογών, ζητώντας την λαϊκή εντολή για μια αυτοδύναμη αριστερή κυβέρνηση σοσιαλιστικής ρήξης.

Η πρώτη πράξη της αριστερής κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η άμεση ανταπόκριση στα αποκαλυπτικά πορίσματα του Λογιστικού Ελέγχου της Βουλής για το χρέος, που καταδεικνύουν τον απόλυτα παρασιτικό και ληστρικό του χαρακτήρα. Θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα στη διαγραφή του χρέους, αφαιρώντας έτσι από τους δανειστές το όπλο του διαρκούς εκβιασμού του εργαζόμενου λαού της χώρας.

Αμέσως μετά, η αριστερή κυβέρνηση θα πρέπει να ξεκινήσει την εφαρμογή όλων των μέρων του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, που έως τώρα χάριν της «διαπραγμάτευσης» έχουν αναβληθεί επ’ αόριστο. Όμως για να εφαρμοστούν αυτά τα μέτρα, χρειάζεται να εξασφαλιστούν άμεσα πολύ ισχυροί χρηματοδοτικοί πόροι, που δεν μπορούν να βρεθούν με την φορολογία, ούτε φυσικά από εξωτερικούς χρηματοδότες. Άλλωστε τα μέτρα της Θεσσαλονίκης είναι μέτρα δικαιότερης διανομής του πλούτου. Δεν μπορείς να διανείμεις δίκαια, ούτε να αναπτύξεις σχεδιασμένα έναν πλούτο που δεν ελέγχεις και δεν σου ανήκει. Ο πλούτος της χώρας λοιπόν, πρέπει να μετατραπεί σε κοινωνική ιδιοκτησία.
Για να επιτευχθεί αυτός ο ζωτικός σκοπός, τα μέτρα του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, πρέπει να συμπληρωθούν απαραίτητα από ένα ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, όπως αυτό που έχει καταθέσει η Κομμουνιστική Τάση στο ιδρυτικό συνέδριο και στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και το οποίο προβλέπει την εγκαθίδρυση μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας, μέσα από την κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, της βιομηχανίας, της μεγάλης ιδιοκτησίας γης, του ορυκτού πλούτου, των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, των μεταφορών και των συγκοινωνιών. Αυτή η διαδικασία σύμφωνα με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, ονομάζεται σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας. Περιέχεται στις ιδρυτικές αρχές και διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ και είναι ο μοναδικός δρόμος για να καταργηθεί οριστικά η λιτότητα και να εφαρμοστούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις.

Αυτονόητα, η οικονομία που αρχίζει να βαδίζει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό δεν μπορεί να έχει για νόμισμα το ευρώ. Ο Ντράγκι και ο Σόιμπλε δεν φημίζονται για τις αριστερές τους πεποιθήσεις, ώστε να θεωρούνται ικανοί για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας. Με την αναγγελία και μόνο των σοσιαλιστικών μέτρων θα θέσουν αμέσως την Ελλάδα σε καθεστώς νομισματικού αποκλεισμού. Έτσι η έκδοση εθνικού νομίσματος από την αριστερή κυβέρνηση είναι αναπόφευκτη και αναγκαστική.

Σε αυτό το σημείο, είναι ανάγκη να τονιστεί ότι αποτελεί προφανές ψέμα η κυβερνητική υπόσχεση πως οι προεκλογικές δεσμεύσεις και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης μπορούν να γίνουν πράξη «σε βάθος τετραετίας» πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, μετά από μια συμφωνία «έντιμου συμβιβασμού με τους εταίρους». Όπως έχουμε ήδη επανειλημμένα εξηγήσει και όπως πλέον εύκολα κάθε άνθρωπος του εργαζόμενου λαού μπορεί να συμπεράνει από την ίδια την εμπειρία των τελευταίων μηνών, οι δανειστές και η ελληνική άρχουσα τάξη δεν πρόκειται ποτέ να συναινέσουν σε μια αντιμνημονιακή, φιλολαϊκή πολιτική από τον ΣΥΡΙΖΑ. Επιπρόσθετα, η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού είναι τόσο βαθιά, που αποκλείεται στο άμεσο μέλλον «η οικονομία να επιστρέψει», σύμφωνα με τα λόγια τις κυβέρνησης, να πραγματοποιηθούν οι προεκλογικές δεσμεύσεις.

Από την άλλη πλευρά, επίσης δεν είναι καθόλου αληθές ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης μπορεί να εφαρμοστεί με θεμέλιο την άμεση έκδοση εθνικού νομίσματος και την εφαρμογή του δίπτυχου εθνικοποίηση τραπεζών – στάση πληρωμών, χωρίς να απαιτείται ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, όπως υπονοούν με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους τα ηγετικά στελέχη της «Αριστερής Πλατφόρμας». Το τραπεζικό σύστημα δεν παράγει πλούτο και τα χαρτονομίσματα δεν έχουν αξία από μόνα τους. Χωρίς την άμεση εφαρμογή ενός προγράμματος σοσιαλιστικού μετασχηματισμού καμία ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Άρα το ζητούμενο για τον εργαζόμενο λαό σήμερα, δεν είναι απλά η ρήξη με τους δανειστές με παραμονή πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, αλλά η ρήξη με τον ίδιο τον καπιταλισμό, η σοσιαλιστική ρήξη.

Ένας εύκολος δρόμος;

Ο δρόμος της σοσιαλιστικής ρήξης δεν θα είναι καθόλου ανέφελος και χωρίς εμπόδια για τον εργαζόμενο λαό. Το κεφάλαιο, εγχώριο και ξένο, θα προχωρήσει σ’ έναν πόλεμο με όλα τα διαθέσιμα οικονομικά και πολιτικά μέσα. Το νέο εθνικό νόμισμα θα έχει στην αρχή πολύ χαμηλή αξία, ο πληθωρισμός θα κάνει την εμφάνισή του αναπόφευκτα και οι ελλείψεις σε εισαγόμενα αγαθά επίσης. Η Ελλάδα δεν θα σπρωχτεί μόνο έξω από την Ευρωζώνη, αλλά και από την ΕΕ, ενώ όλες οι συμφωνίες για κοινοτικές χρηματοδοτήσεις θα καταργηθούν. Η μαζική φυγή κεφαλαίων, η επενδυτική αποχή και οι εργοδοτικές απεργίες, η ανυπακοή στην εφαρμογή της φιλεργατικής και φορολογικής νομοθεσίας, το σαμποτάζ με τη χρησιμοποίηση των υψηλόβαθμων στελεχών του κρατικού μηχανισμού, η απόπειρα κινητοποίησης καθυστερημένων μικροαστικών στρωμάτων και λούμπεν στοιχείων στους δρόμους θα είναι ορισμένα από τα μέσα με τα οποία οι καπιταλιστές θα εκφράσουν τη μανιασμένη τους αντίδραση.

Όλα αυτά αντιπροσωπεύουν αναπόφευκτα εμπόδια στην απόπειρα του εργαζόμενου λαού να σπάσει την αλυσίδα της σκλαβιάς του χρέους και των Μνημονίων και να οικοδομήσει μια κοινωνία χωρίς φτώχεια και εκμετάλλευση. Καμία άρχουσα τάξη δεν ανατράπηκε από την εξουσία της χωρίς σκληρή και μανιασμένη αντίδραση. Τα αναπόφευκτα αυτά εμπόδια όμως, μπορούν σχετικά σύντομα να ξεπεραστούν μέσα από την έμπρακτη απόδειξη της ανωτερότητας της σχεδιασμένης οικονομίας και την αυτο-οργάνωση και κινητοποίηση της εργατικής τάξης για να υπερασπίσει τις κατακτήσεις της.

Οι κοινωνικοποιήσεις και η δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία μπορούν να εγγυηθούν ότι όλα τα βασικά για μια ανθρώπινη διαβίωση αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται στη χώρα θα είναι προσιτά στον εργαζόμενο λαό. Η εφαρμογή της κινητής κλίμακας ωρών εργασίας, δηλαδή της μείωσης των ωρών εργασίας όσο απαιτείται για να απορροφηθούν στην οικονομία όλα τα διαθέσιμα εργατικά χέρια, μαζί με την εκτέλεση ενός μεγάλου προγράμματος δημόσιων και κοινωφελών έργων, θα βάλουν εκατοντάδες χιλιάδες άνεργους στην παραγωγή και θα δώσουν τεράστια ώθηση στην οικονομία, θέτοντάς την σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης. Οι καρποί αυτής της ανάπτυξης με τα μέσα παραγωγής και διανομής να ανήκουν στην κοινωνία, δεν θα μετατρέπονται πια σε υπερκέρδη για το κεφάλαιο, αλλά θα κάνουν εφικτή πολύ σύντομα, όχι μόνο την εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής του προγράμματος της Θεσσαλονίκης, αλλά μια πρωτόγνωρη και γενικευμένη άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Η ανάγκη για κινητοποίηση της εργατικής τάξης, δημιουργία νέας εξουσίας και διεθνιστική αλληλεγγύη

Η κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της νεολαίας με αυτο-οργάνωση στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές, μπορεί να συντρίψει το οικονομικό σαμποτάζ και να αποτρέψει το τεχνητό χάος που θα επιχειρήσει να δημιουργήσει η αστική αντίδραση.

Για να στερεωθούν οι κοινωνικές και οικονομικές κατακτήσεις, χρειάζεται να θεμελιωθεί ένα ριζικά διαφορετικό, αληθινά δημοκρατικό πολιτικό καθεστώς. Η αριστερή κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει στην αφαίρεση της πολιτικής εξουσίας από την αστική τάξη, με την αντικατάσταση του σημερινού αυταρχικού και διεφθαρμένου αστικού κρατικού μηχανισμού από τον δημοκρατικά οργανωμένο σε εξουσία εργαζόμενο λαό, που θα εκλέγει και θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακαλεί τους αντιπροσώπους του και τους δικαστές, θα περάσει στον έλεγχό του το στρατό και τα σώματα ασφαλείας και θα αμείβει τους κρατικούς αξιωματούχους με τον μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη.

Για να αφοπλιστεί κάθε επίδοξος εξωτερικός πολέμιος της σοσιαλιστικής Ελλάδας και για να ξεπεραστεί γρήγορα η αναπόφευκτη μεταβατική φάση μιας ορισμένης διεθνούς απομόνωσης μέσα σ’ έναν εχθρικό καπιταλιστικό περίγυρο, η αριστερή κυβέρνηση θα πρέπει να απευθύνει έκκληση αλληλεγγύης στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια εργατική τάξη. Ταυτόχρονα, το έμπρακτο παράδειγμα σοσιαλιστικής ρήξης με τους δυνάστες – δανειστές και τους Έλληνες καπιταλιστές θα είναι ικανό από μόνο του να δημιουργήσει ταχύτατα ένα «ντόμινο» κοινού, διεθνούς αγώνα του εργατικού κινήματος και της νεολαίας για το σοσιαλισμό στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτός είναι ο μόνος δρόμος προόδου για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Όλοι οι άλλοι δρόμοι μέσα στον καπιταλισμό, είτε με εύθραυστες συμφωνίες και Μνημόνια εντός Ευρωζώνης, είτε με εθνικό νόμισμα και την ίδια ολιγαρχία του κεφαλαίου και του πλούτου να κυριαρχεί και να εκμεταλλεύεται τον εργαζόμενο λαό, αποτελούν ακόμα πιο αποκρουστικές παραλλαγές του σημερινού εφιάλτη της μαζικής εξαθλίωσης.

Όχι στο δηλητήριο του κυνισμού, του σκεπτικισμού και του πεσιμισμού! Οργανωθείτε στην Κομμουνιστική Τάση!

Οι κυνικοί, οι σκεπτικιστές και οι πεσιμιστές κάθε είδους, θα μιλήσουν για τον δρόμο της σοσιαλιστικής ρήξης με τα γνωστά λόγια απαξίωσης: «Ουτοπίες μιας μικρής τάσης!».

Όσοι από αυτούς παροικούν στους κύκλους της ηγετικής ομάδας ή των απολογητών της, απλά αντανακλούν τον εθισμό τους στη γραφειοκρατική ρουτίνα και τη διάθεση υπεράσπισης νεοαποκτημένων, μικρών ή μεγάλων προνομίων. Ορισμένοι ακτιβιστές που αποπροσανατολίστηκαν και συγχύστηκαν από την εμπειρία των ηττών των ταξικών μαχών ενάντια στα Μνημόνια, αλλά και από τον γρήγορο σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, ίσως να συνταχθούν μαζί τους, από μια υποτιθέμενη αριστερή σκοπιά, μιλώντας για «τον κόσμο που δεν θέλει να αγωνιστεί και δεν καταλαβαίνει».

Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ, από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής της έχει αποφασίσει να μείνει συνειδητά μακριά από το δηλητήριο του κυνισμού, του σκεπτικισμού και του πεσιμισμού. Τα αφτιά μας είναι κλειστά για τις μοιρολογίστρες της ήττας και της παθητικότητας! Ο επαναστατικός μαρξισμός δεν έχει ούτε χώρο, ούτε χρόνο για τα μοιρολόγια τους.

Είναι απόλυτα εφικτό την επόμενη περίοδο οι ιδέες της σοσιαλιστικής ρήξης να κατακτήσουν τις μάζες και να εφαρμοστούν στην εξουσία. Οι εργαζόμενοι και οι νέοι μπορούν να καταλάβουν και να παλέψουν γι’ αυτή την πολιτική, γιατί είναι η μόνη που ανταποκρίνεται αυθεντικά στις ανάγκες τους. Το μόνο που λείπει σήμερα είναι ο μαζικός υποκειμενικός παράγοντας που θα τις οργανώσει και θα δείξει το δρόμο για τη νίκη. Για να μπορέσει αυτός να δημιουργηθεί το συντομότερο δυνατό, υπάρχει ένας μόνο ένας αποτελεσματικός δρόμος για τους αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ, του εργατικού κινήματος και της νεολαίας: να υποστηρίξουν και να δυναμώσουν τη φωνή της μόνης τάσης μέσα στο κόμμα που αγωνίζεται γι’ αυτή την αναγκαία πολιτική. Να οργανωθούν στην Κομμουνιστική Τάση!

Όχι στον «έντιμο» – ανέντιμο συμβιβασμό!

Στάση πληρωμών στους δανειστές – Διαγραφή του χρέους!

Έκτακτο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ για να υιοθετηθεί η πολιτική της σοσιαλιστικής ρήξης!


Για μια αριστερή κυβέρνηση που θα εφαρμόσει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα!


Για τη σοσιαλιστική Ελλάδα και τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης!


Οργανωθείτε στην Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ!

[/nextpage]