ρήξη με τους δανειστές

Με τη συμπλήρωση τριών μηνών διακυβέρνησης από τη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη χώρα καθορίζεται από την επιδείνωση της βαθειάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, επηρεάζεται αποφασιστικά από την αυξανόμενη αδιαλλαξία των ξένων χρηματοδοτών του και σφραγίζεται από την πλήρη διάψευση των προσδοκιών των νέων διαχειριστών του για τη δυνατότητα μιας φιλολαϊκής αστικής διαχείρισης, χωρίς λιτότητα και νέα Μνημόνια.

Ένα «σάπιο κλαδί»

Η παρούσα αυξανόμενη οικονομική και πολιτική αβεβαιότητα, σε τελική ανάλυση αντανακλά την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να ανακάμψει από τη βαθειά ύφεση, που με βάση την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ έφερε μια συνολική υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 26,4% από το 2008 έως το 2013. Μετά από ένα έτος (2014) αναιμικής ανάκαμψης (0,8% συνολικά) που οφειλόταν κύρια στο μεγάλο τουριστικό ρεύμα, το τελευταίο 6μηνο σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης «Standard & Poor’s», η ελληνική οικονομία έχει εισέλθει σε νέα ύφεση, με συρρίκνωση κατά 1%.

Η επανεμφάνιση της ύφεσης επιβαρύνει την ήδη οριακή κατάσταση των οικονομικών του κράτους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της «Ελληνικής Στατιστικής Αρχής» για το 2014. Το πρωτόγεννες πλεόνασμα (το αποτέλεσμα της σχέσης κρατικών εσόδων – εξόδων αν αφαιρεθούν οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους) ήταν 3 φορές χαμηλότερο του στόχου που προέβλεπαν τα Μνημόνια, μόλις 0,4% του ΑΕΠ ή 630 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου 1,5%. Για μια ακόμα χρονιά, οι κρατικές δαπάνες που ανήλθαν σε 88,3 δισ. ευρώ ξεπέρασαν τα έσοδα που ανήλθαν σε 82 δισ. ευρώ, διαμορφώνοντας έτσι ένα έλλειμμα ύψους 6,3 δισ. ευρώ ή 3,5% του ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος ανήλθε σε 317 δισ. ευρώ και σημείωσε νέα αύξηση ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανερχόμενο σε 177,1% από 175% το 2013.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2014 ήταν η χρονιά της πλήρους «άνθισης» της εργοδοτικής ασυδοσίας και της υπερεκμετάλλευσης που εισήγαγαν τα Μνημόνια, στο όνομα της τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε σε επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας και ανάπτυξη. Όμως η χρονιά αυτή αντί να αποδειχθεί «πρόλογος» της ανάπτυξης, αποδείχθηκε «χαλί» για μια νέα ύφεση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εκατομμύρια ανέργων και οι οικογένειές τους δεν έχουν καμία βάσιμη δυνατότητα να βελτιώσουν ουσιαστικά τη μοίρα τους στο άμεσο μέλλον.

Μήπως όμως, η εντεινόμενη ανικανότητα του ελληνικού καπιταλισμού να εξασφαλίσει δουλειές στους ανέργους μπορεί με κάποιο τρόπο να «διασκεδαστεί» από μια πολιτική χαλάρωσης της υπερφορολόγησης και των περικοπών; Όταν τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν είσοδο σε μια νέα ύφεση και επιδείνωση των κρατικών οικονομικών, αυτό που μπορεί μόνο να περιμένει κανείς από μια κυβέρνηση που διαχειρίζεται τον καπιταλισμό είναι να επιδιώξει με την πολιτική της περισσότερα έσοδα από φόρους και νέες περικοπές. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι για να πραγματοποιηθεί φέτος ο – κατά τα φαινόμενα κοινά αποδεκτός από κυβέρνηση και δανειστές – στόχος αύξησης του πρωτογενούς πλεονάσματος από 0,4% σε 1,5% του ΑΕΠ, χρειάζονται νέα δημοσιονομικά μέτρα.

Η κυβέρνηση προς το παρόν διαβεβαιώνει ότι τα μέτρα αυτά θα είναι «κοινωνικά δίκαια». Ακόμα και αυτό να συμβεί τελικά – πράγμα που είναι εξαιρετικά αμφίβολο από τη στιγμή που οι δανειστές έχουν αποφασιστικό λόγο στην οικονομική πολιτική – τα νέα «κοινωνικά δίκαια» μέτρα προϋποθέτουν τη διατήρηση των παλιών κοινωνικά άδικων μέτρων (φόρων, περικοπών κλπ) των Μνημονίων. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση της καλύτερης δυνατής έκβασης των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, η σημερινή άθλια κατάσταση των μαζών της εργατικής τάξη και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων θα διατηρηθεί τους προσεχείς μήνες, ακυρώνοντας στην πράξη τη λαϊκή εντολή της 25ης Γενάρη για κατάργηση της λιτότητας και των Μνημονίων.

Αλλά αν ρίξουμε μια ψυχρή ματιά στις γενικότερες οικονομικές τάσεις που διαφαίνονται σε διεθνές επίπεδο, ακόμα και η διατήρηση του σημερινού επιπέδου εξαθλίωσης μοιάζει πολυτέλεια. Ο κανόνας στην παγκόσμια οικονομία είναι η επιβράδυνση και η στασιμότητα, ενώ το ευρύτερο πεδίο διαμόρφωσης της μοίρας της ελληνικής οικονομίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη, βρίσκεται σε ύφεση, που οξύνει το πρόβλημα των κρατικών χρεών και ελλειμμάτων. Η «ποσοτική χαλάρωση» της ΕΚΤ απλά επιβραδύνει με έναν τεχνητό τρόπο αυτή τη διαδικασία. Κάνει φθηνότερο τον δανεισμό προσωρινά, αλλά ούτε μειώνει τα χρέη, ούτε μπορεί από μόνη της να σπρώξει τους καπιταλιστές να επενδύσουν μαζικά σε μια αγορά που από την κρίση και τη λιτότητα έχει «στενέψει» και που παραμένει εκτεθειμένη σε μεγάλα κρατικά και τραπεζικά χρέη .

Αν σε αυτό το δυσμενές διεθνές περιβάλλον για τον ελληνικό καπιταλισμό προσθέσουμε τα προβλήματα που γεννά η διατήρηση του τεράστιου κρατικού του χρέους, δηλαδή τα απαγορευτικά επίπεδα επιτοκίων δανεισμού, τον αποκλεισμό από το νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, την πλήρη χρηματοδοτική εξάρτηση από ευρωπαϊκούς και διεθνείς κρατικούς και διακρατικούς φορείς, τη διαρκή απειλή χρεοκοπίας, καθώς και την εύθραυστη κατάσταση των τραπεζών και την απόλυτη εξάρτησή τους από τα προγράμματα παροχής ρευστότητας της ΕΚΤ, τότε καταλαβαίνουμε ότι οι γενικές οικονομικές προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού είναι απόλυτα δυσοίωνες.

Πάνω σε αυτό το σαθρό έδαφος, κάθε μικρό ή μεγάλο οικονομικό «ατύχημα» είναι όχι μόνο δυνατό, αλλά και αναπόφευκτο: από την κατάρρευση μεγάλων εταιρειών, τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων, μέχρι τη μερική ή πλήρη στάση πληρωμών του κράτους, τη χρεοκοπία και την υποχρεωτική έξοδο από το ευρώ. Αυτή η αντικειμενική νομοτέλεια μπορεί μόνο να επιβραδυνθεί, αλλά δεν μπορεί να ματαιωθεί, ακόμα και με την πιο επιτυχημένη διαπραγματευτική τακτική με τους πιστωτές. Η υφιστάμενη στάση πληρωμών σε προμηθευτές του κράτους και σε δικαιούχους ορισμένων επιδομάτων και επιστροφών φόρων και πάνω από όλα, η απελπισμένη κυβερνητική δέσμευση με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου των ταμειακών διαθεσίμων των κρατικών φορέων και οργανισμών για να εξυπηρετηθεί το χρέος, δείχνει πόσο κοντά είμαστε σε ένα τέτοιο «ατύχημα» ανοικτής και άτακτης κρατικής χρεοκοπίας, που πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού θα μεταφερθεί στις πλάτες του εργαζόμενου λαού με νέα κύματα φτώχειας και εξαθλίωσης.

Οι σύντροφοι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ συνηθίζουν ειρωνικά να αντιτάσσουν στην υπομονετική υπεράσπιση ενός αντικαπιταλιστικού – σοσιαλιστικού προγράμματος από την πλευρά της Κομμουνιστικής Τάσης έναν μεταφυσικό αφορισμό: «δεν είναι τώρα η ώρα για το σοσιαλισμό». Εμείς οι κομμουνιστές τους απαντάμε: η ίδια η ζωή αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο! Ουδέποτε ο καπιταλισμός ήταν πιο ανίκανος να ικανοποιήσει τις στοιχειωδέστερες ανάγκες του λαού και ουδέποτε ο σοσιαλισμός ήταν περισσότερο αναγκαίος για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες! Το γεγονός ότι σήμερα η φωνή των κομμουνιστών του ΣΥΡΙΖΑ είναι ασύγκριτα πιο αδύναμη από εκείνη των «αστέρων» υπουργών της ηγεσίας, δεν σημαίνει καθόλου ότι οι πολιτικές τους θέσεις και προειδοποιήσεις είναι λαθεμένες. Αντίθετα, είναι οι μόνες που στηρίζονται στα ακλόνητα θεμέλια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης της πραγματικότητας και των προοπτικών ενός συστήματος που βαδίζει και θα βαδίζει από κρίση σε κρίση.

Οι σύντροφοι της ηγεσίας δυστυχώς, αποδεχόμενοι τον ρόλο του διαχειριστή αυτού του συστήματος, επιλέγουν να στηριχθούν πάνω σ’ ένα «σάπιο κλαδί». Έτσι η επώδυνη πτώση και η περαιτέρω εξαθλίωση των μαζών που θα τη συνοδέψει, δεν θα συνιστά «ατύχημα», αλλά φυσιολογική συνέπεια της εμμονικής, σοσιαλδημοκρατικής αυταπάτης τους για μια «προοδευτική» διαχείριση του καπιταλισμού. Μόνο η εφαρμογή ενός αντικαπιταλιστικού, σοσιαλιστικού προγράμματος μπορεί αποτρέψει αυτή την ολέθρια προοπτική. Όσο η ηγεσία δεν τολμά να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, τόσο πιο κοντά θα έρχεται προς την αντίθετη : προς τη λήψη νέων σκληρών μέτρων λιτότητας και την υπογραφή νέων Μνημονίων.