Ιταλία Κομισιόν

Η σύγκρουση μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και της Ε.Ε έχει φτάσει στα πρωτοσέλιδα των μεγάλων εφημερίδων σε ολόκληρο τον κόσμο. Για να καταλάβουμε πλήρως την σημασία αυτής της σύγκρουσης και τις συνέπειες της, πρέπει να ανατρέξουμε πίσω στις πολιτικές αναταράξεις που προκάλεσαν οι εκλογές της 4ης Μαρτίου.

Οι ιταλικές μάζες αποφάσισαν να τιμωρήσουν τα πολιτικά κόμματα που ήταν στην εξουσία στην Ιταλία από το 2011 (και εφάρμοσαν σκληρές πολιτικές λιτότητας), το Δημοκρατικό Κόμμα και το κόμμα Φόρτσα Ιτάλια, ψηφίζοντας τις μοναδικές εμφανιζόμενες εναλλακτικές λύσεις: το Κίνημα Πεντε Αστέρων (Μ5) και την Λέγκα.

Το αποτέλεσμα ήταν το χειρότερο πιθανό σενάριο για την ιταλική μπουρζουαζία, που βρίσκεται αντιμέτωπη με μία κατάσταση όπου τα κόμματα μέσω των οποίων έλεγχε την κυβέρνηση τα τελευταία 25 χρόνια έχουν περάσει στην αντιπολίτευση.

Οι μικροαστοί, σοκαρισμένοι από τις επιπτώσεις της κρίσης, έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις. Στρέφονται ενάντια (αν και με ένα συγχυσμένο τρόπο) στο μεγάλο κεφάλαιο, ιδιαίτερα το χρηματιστικό κεφάλαιο. Υπάρχει ένα γενικευμένο μίσος ενάντια στις τράπεζες και τους τραπεζίτες, οι οποίοι απέφυγαν την κρίση εις βάρος της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού. Γι’ αυτό έχει υπάρξει μία ριζοσπαστικοποίηση (μερικώς προς αντιδραστική κατεύθυνση) αυτών των στρωμάτων στην Ιταλία. Αυτό εξηγεί εν μέρει την άνοδο της δημοτικότητας του Σαλβίνι.

Η «κιτρινοπράσινη» κυβέρνηση

Την ίδια στιγμή, η νέα κυβέρνηση είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες στην εργατική τάξη. Το M5 είναι ένα τυπικό μικροαστικό κόμμα, που αμφιταλαντεύεται διαρκώς, δεξιά και αριστερά. Κέρδισε τις εκλογές με ένα πρόγραμμα που συμπεριλάμβανε αρκετά ριζοσπαστικά αιτήματα, συμπεριλαμβανομένου και ενός «μισθού του πολίτη» (το αντίστοιχο του επιδόματος ανεργίας, το οποίο δεν υπάρχει στην Ιταλία) των 780 ευρώ τον μήνα, το τέλος των ελαστικών μορφών εργασίας και το τέλος του νόμου Φορνέρο, μιας αντιδραστικής μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος, που εφαρμόστηκε κατά την διάρκεια της κυβέρνησης Μόντι (2011-2013). Το Μ5 παρουσιάστηκε σαν κόμμα κατά του κατεστημένου και γι’ αυτό και κέρδισε τις εκλογές.

Η (πρώην Βόρεια) Λέγκα, ένα μικροαστικό, αντιδραστικό κόμμα, δεν συμμετείχε σε καμία κυβέρνηση εθνικής ενότητας τα τελευταία επτά χρόνια και έτσι ο Σαλβίνι μπορούσε να σταθεί μπρόστα στο εκλογικό σώμα με «καθαρό» μητρώο.

Η στάση της πλειοψηφίας των εργατών ήταν (και είναι) αυτή του «περίμενε και θα δούμε», μιας και πιστεύουν ότι αυτή η κυβέρνηση μπορεί να κάνει μεταρρυθμίσεις. Πολλοί εργάτες πιστεύουν ότι αυτή μπορεί να αποδειχθεί μια «φιλική κυβέρνηση», που θα τους λύσει τα προβλήματα τα οποία τα συνδικάτα δεν κατάφεραν να λύσουν: μειώσεις συντάξεων, ελαστικές σχέσεις εργασίας, ανεργία κτλ.

Ο Ντι Μάιο, αρχηγός του Μ5, είναι ο νέος υπουργός Εργασίας και Οικονομικής ανάπτυξης. Θεωρείται ότι είναι διαφορετικός από τους προηγούμενους υπουργούς σε αυτό τον τομέα και πως είναι πιο ανοιχτός στις απαιτήσεις τις εργατικής τάξης. Αυτό έχει φέρει στην επιφάνεια προσδοκίες και αιτήματα που είχαν καταπιεστεί για χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ αυτών των προσδοκιών και εκείνων που πραγματικά μπορεί να καταφέρει η κυβέρνηση.

Ήδη από την πρώτη πράξη, το λεγόμενο «Decreto dignità» (Διάταγμα Αξιοπρέπειας), με το οποίο ο Ντι Μάιο δήλωσε ότι θα έδινε τέλος στις ελαστικές σχέσεις εργασίας, είδαμε πόσο μεγάλη είναι η απόσταση μεταξύ προθέσεων και πραγματικότητας. Το “Decreto dignità” δεν εξάλειψε τις ελαστικές σχέσεις, αλλά απλώς εισήγαγε κάποιες επιφανειακές αλλαγές. Για τη μπουρζουαζία, παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αυτό ήταν πάρα πολύ και πίεσε τον Σαλβίνι, ο οποίος ζήτησε να μη γίνουν αλλαγές στο διάταγμα.

Το σενάριο επαναλαμβάνεται συνεχώς: όποτε προσπαθούν οι υπουργοί του Μ5 να εφαρμόσουν κάποιου είδους «προοδευτικά» μέτρα, οι καπιταλιστές ασκούν τεράστια πίεση μέσω των ανθρώπων τους στην κυβέρνηση (του Τρία, υπουργού Οικονομικών και του Μοαβέρο Μιλανέζι, υπουργού Εξωτερικών) και μέσω της Λέγκας, για να ανακόψουν κάθε τέτοιο βήμα. Και βέβαια το Μ5 πάντα υποχωρεί.

Ο προϋπολογισμός

Ο προϋπολογισμός του 2019 προοριζόταν να είναι η τελική αναμέτρηση για την κυβέρνηση. Ο Ντι Μάιο περιέγραψε τον προϋπολογισμό ως «προϋπολογισμό του λαού» («la manovra del popolo»), όμως περιέχει ελάχιστα στοιχεία για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των οικογενειών της εργατικής τάξης.

Η σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και Τρόικας αφορά μερικά δεκαδικά ψηφία του ελλειμματικού προϋπολογισμού. Η λεγόμενη εναντίωση στη λιτότητα και η αντιπαράθεση με την ΕΕ αποτελούν μια φάρσα. Θα προσθέσουν επιπλέον 0,8 ποσοστιαίες μονάδες στο έλλειμμα το επόμενο έτος, με αποτέλεσμα να δαπανηθούν 13,7 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα. Με αυτό το ποσό θα είναι αδύνατη η οικονομική στήριξη 7 εκατομμυρίων Ιταλών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και τριών εκατομμυρίων ανέργων, καθώς και να καλύψουν το επιπλέον κόστος της συνταξιοδότησης εκατομμυρίων συνταξιούχων.

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να επιτρέψει ακόμη και αυτή την πρόσθετη προσαύξηση κατά 0,8% στο έλλειμμα. Ο Μοσκοβισί (ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων) εφαρμόζει αυθαίρετα ένα διπλό πρότυπο. Στο παρελθόν, η ΕΕ επέτρεψε στη Γερμανία να παραβιάζει τους κανόνες πολλές φορές. Αλλά η Γερμανία, φυσικά, είναι ο πλοίαρχος της ΕΕ και η γερμανική άρχουσα τάξη επιτρέπεται να παραβιάζει κάθε κανόνα που επιθυμεί, επιβάλλοντας ταυτόχρονα αυστηρές προϋποθέσεις σε όλα τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ.

Ο αρχικός αυστηρός τόνος του Ντι Μάιο διήρκεσε λίγες μέρες. Η κυβέρνηση πολύ γρήγορα ανακοίνωσε ότι το εισόδημα των πολιτών και η «ποσόστωση 100» δεν θα συμπεριληφθούν στον προϋπολογισμό του 2019 και ότι θα μετατεθούν σε μελλοντικούς προϋπολογισμούς. Αλλά για την ΕΕ, ακόμη και αυτό δεν αρκεί: θέλουν η ιταλική κυβέρνηση να παραδοθεί άνευ όρων.

Αυτή η προσέγγιση εκ μέρους της Κομισιόν θα οξύνει περαιτέρω τη δυσαρέσκεια των ιταλικών μαζών. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήγαγε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μόνο το 44% των Ιταλών υποστηρίζει τώρα την συμμετοχή στην ΕΕ. Με τις Ευρωεκλογές που θα διεξαχθούν τον προσεχή Μάιο, αυτό προκαλεί κίνδυνο για την ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη. Η Ιταλία δεν είναι η Ελλάδα. Είναι η δεύτερη βιομηχανική δύναμη στην Ευρώπη και μια κρίση στην Ιταλία θα μπορούσε να καταστρέψει την εύθραυστη δομή της ΕΕ.

Η λύση που παρουσιάζει το Μ5 είναι καθαρά κεϋνσιανή. Ο Ντι Μάιο, σε πρόσφατη συνέντευξη στους Financial Times, δήλωσε: «Πιστεύουμε στο γεγονός ότι μπορούμε να μειώσουμε σημαντικά το δημόσιο χρέος με έναν ελλειμματικό προϋπολογισμό. Είμαι πεπεισμένος ότι μπορούμε να αλλάξουμε τους κανόνες για την λιτότητα και τις επενδύσεις (…) Θα εξηγήσουμε στην επενδυτική κοινότητα ότι δεν θέλουμε να εγκαταλείψουμε την Ευρωζώνη ».

Το πώς μπορεί κάποιος να σκεφτεί να αυξήσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού και ταυτόχρονα να μειώσει το χρέος, διατηρώντας παράλληλα τη θέση του στην Ευρωζώνη, είναι ένα μυστήριο, ειδικά μπροστά στο φάσμα της ύφεσης. Το ΑΕΠ της Ιταλίας το τρίτο τρίμηνο του 2018 αυξήθηκε μόλις κατά 0,8%. Η πρόβλεψη για το 2018 είναι αύξηση 1,1%.

Εδώ έχουμε το παλιό όνειρο των ρεφορμιστών για τη δυνατότητα συμφιλίωσης των συμφερόντων των αφεντικών με τα συμφέροντα των εργαζομένων. Τώρα όμως αυτό, περισσότερο από ένα όνειρο, είναι μια ουτοπία.

Φασισμός προ των πυλών;

Το κύριο κόμμα της αντιπολίτευσης είναι το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο αποκαλείται ειρωνικά, «το κόμμα των σπρεντ» (λόγω της διαρκούς υπενθύμισης οτι εάν τα μέτρα λιτότητας δεν συνεχιστούν, τότε το «σπρεντ» των ιταλικών ομολόγων θα αυξηθούν). Κάθε μέρα, ηγετικά στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος προειδοποιούν την κυβέρνηση οτι αν δεν ακολουθήσει τους κανόνες που ορίζει η ΕΕ, η Ιταλία θα βιώσει τις «Επτά Πληγές του Φαραώ». Είναι οι βασικοί υποστηρικτές της ΕΕ και της πολιτικής της λιτότητας. Το κόμμα των μεγάλων επιχειρήσεων.

Η κύρια αντίληψη της αυτοαποκαλούμενης προοδευτικής αριστερής διανόησης (διανοούμενοι που προσπαθούν απελπισμένα να στηρίξουν το Δημοκρατικό Κόμμα και την άρχουσα τάξη), είναι οτι ο κόσμος είναι ηλίθιος, αγράμματος, οτι πιστεύει σε «fake news» κ.λ.π., και γι’ αυτό και ψήφισε το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και τη Λέγκα. Αυτό υπερτονίζει πόσο εκτός πραγματικότητας βρίσκονται πραγματικά αυτοί οι άνθρωποι, καθώς και το γιατί αυτή η δήθεν Αριστερά αδυνατεί να μιλήσει στις μάζες.

Οποιοσδήποτε διαβάζει άρθρα αυτών των «διανοούμενων» (συμπεριλαμβανομένων και των ευρέως γνωστών εκτός Ιταλίας) θα φανταστεί οτι η Ιταλία είναι στο χείλος του φασισμού. Ο Σαλβίνι μπορεί να φαντασιώνεται την επιστροφή στον παλιό καλό καιρό του Μουσολίνι. Αλλά δε ζούμε στον κόσμο της φαντασίας. Στον πραγματικό κόσμο βλέπουμε οτι η κοινωνική βάση του φασισμού δεν υφίσταται πλέον στην Ιταλία.

Ο νέος Υπουργός Εσωτερικών (Σαλβίνι) εκφράζει όλα τα αντιδραστικά αισθήματα της Ιταλικής κοινωνίας παρόμοια με τα τυπικά χαρακτηριστικά του φασισμού: δημαγωγική ρητορική ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και υπέρ των μικροαστών, εθνικισμός που διέπεται από το χειρότερο είδος ξενοφοβίας, υπερσυντηρητισμός κ.ο.κ.

Αυτού του είδους η προπαγάνδα όμως, ωθεί τις μάζες των Ιταλών στους δρόμους και στην επίθεση ενάντια σε μετανάστες; Η απάντηση είναι όχι. Αν και έχουν υπάρξει επιθέσεις, έχουν γίνει από μικρές ομάδες φασιστών, χωρίς τη συμμετοχή καθημερινών ανθρώπων. Υπάρχουν ευρείες ρατσιστικές προκαταλήψεις ανάμεσα στα πιο καθυστερημένα στρώματα της κοινωνίας, αλλά εκφράζονται μόνο παθητικά. Αυτό που βλέπουμε είναι διάδοση αντιδραστικής προπαγάνδας που βρίσκει αντίκρισμα λόγω της απουσίας ταξικών αγώνων που θα μπορούσαν να την ανακόψουν. Παρ’ όλ’ αυτά, με την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, όλα θα αλλάξουν στο αντίθετό τους. Αυτές οι αντιδραστικές ιδέες δεν προέρχονται απο μια ενεργή και μαζική τάξη μικροαστών και λούμπεν-προλεταριων που σπάνε τα κεφάλια μεταναστών και κομμουνιστών όπως τη δεκαετία του 1920. Ο Σαλβίνι ξέρει οτι δε μπορεί να καταφύγει σε αυτές τις μεθόδους, οπότε προσπαθεί να επιβάλει την αντίδραση μέσω του κρατικού μηχανισμού. Η Λέγκα λοιπόν, εμφανίζεται σαν «το κόμμα του νόμου και της τάξης», ένα «μοντέρνο» αντιδραστικό και συντηρητικό κόμμα.

Το διάταγμα για την ασφάλεια που μόλις ενέκρινε η Κάτω Βουλή και συντάχτηκε απο τη Λέγκα, είναι μια κύρηξη πολέμου ενάντια στους μετανάστες, αλλά έχει σχεδιαστεί και ως μέτρο ενάντια σε όποιον διαδηλώνει κατά της κυβέρνησης. Μιλώντας σε μια «καλή και υπεύθυνη» γλώσσα, με φράσεις όπως «η βελτίωση της αστικής ασφάλειας», ο Σαλβίνι προετοιμάζει την επίθεση ενάντια σε κάθε είδους διαμαρτυρίες και απεργίες. Σε πόλεις που αριθμούν πάνω απο 100.000 κατοίκους, η αστυνομία θα έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί Tasers (ηλεκτροσόκ) για την καταπολέμιση του τοπικού εγκλήματος. Μπλόκα δρόμων και καταλήψεις θα περάσουν στο ποινικό δίκαιο και πλέον δε θα τιμωρούνται με ένα διοικητικό πρόστιμο. Από εδώ και πέρα, όποιος εργάτης κάνει κατάληψη σε εργοστάσιο ή κλείνει τον δρόμο μπορεί να πάει φυλακή.

Στην παρούσα στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχει ανάγκη για τέτοιου είδους μέτρα. Αν κοιτάξει κανείς την επιφάνεια, βλέπει οτι στην Ιταλία δεν υπάρχουν ούτε απεργίες, ούτε διαμαρτυρίες, και πολύ λίγες διαδηλώσεις. Αυτά όμως είναι μέτρα για το μέλλον, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά ότι η θύελλα της ταξικής πάλης προετοιμάζεται.

Όλη η ξενοφοβική προπαγάνδα χρησιμοποιείται για να ενισχύσει τον ηγετικό ρόλο του Σαλβίνι μέσα στην κυβέρνηση. Η άρχουσα τάξη πάντα δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους για να αποσπάσει την προσοχή των μαζών απο τα αληθινά προβλήματα.

Το μέλλον των εργατικών αγώνων

Ενώ η ηγεσία των συνδικάτων είναι σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα δημοτικότητας, η ρεφορμιστική αριστερά συνεχίζει να διασπάται. Οι δύο πιο σημαντικές «λίστες» που δημιουργήθηκαν στις παραμονές των εκλογών της 4ης Μαρτίου, οι Liberi e Uguali (Ελεύθεροι και Ίσοι) και το Potere al Popolo (Εξουσία στο Λαό) έχουν ήδη διασπαστεί.

Η μεγάλη πλειοψηφία των παλαιότερων ακτιβιστών στην Αριστερά είναι σε κατάσταση βαθιάς κατάθλιψης, καθώς βλέπουν μόνο μαύρη αντίδραση και όχι την προοπτική άμεσης απάντησης των μαζών. Οι Μαρξιστές, απο την άλλη πλευρά, είναι αισιόδοξοι για τις μελλοντικές προοπτικές, καθώς υπάρχει ένας ξεκάθαρος αριθμός παραγόντων που προετοιμάζει το έδαφος για ένα νέο κύμα αγώνων.

Από την περίοδο των εκλογών και μετά, έχει υπάρξει ένα κλίμα ευρύτερου πολιτικού διαλόγου από αυτό που δεν έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Τα μέτρα της κυβέρνησης και οι πολιτικές θέσεις των διαφορετικών κομμάτων είναι θέματα για συζήτηση, όχι μόνο ανάμεσα σε ακτιβιστές και αγωνιστές, αλλά και σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Αλλά πρεπει να καταλάβουμε ένα σημαντικό πράγμα. Τα μέχρι πρόσφατα αδρανή, ανενεργά στρώματα των μαζών πολιτικοποιούνται. Δεν θα πρέπει λοιπόν να μας εκπλήσει το γεγονός ότι αυτά τα στρώματα είναι αρχικά συγχυσμένα. Η σύγχυση αυτή θα ξεκαθαριστεί απο τα μεγάλα γεγονότα που έπονται.

Σε αυτές τις συνθήκες οτιδήποτε μπορεί να γίνει σπίθα για ένα κίνημα, από οικονομικές κρίσεις, μέχρι και μια διαμάχη γύρω από τα κυβερνητικά μέτρα, την κρατική καταστολή, περιβαλλοντικές καταστροφές, κ.λ.π.

Στην αρχή, οποιοδήποτε μαζικό κίνημα θα είναι πολιτικά ετερογενές μέχρι και αντιφατικό. Η διαδικασία του πολιτικού ξεκαθαρίσματος πρέπει να περάσει από μια σειρά φάσεις, καθώς και πολλές – αποτυχημένες πολλές φορές – προσπάθειες και δοκιμές. Αλλά μπορούμε να είμαστε σίγουροι οτι μάλλον σύντομα, η ίδια εναντίωση στο κατεστημένο και το status quo που εκφράστηκε στις κάλπες, θα φανεί και στους δρόμους με μαχητικούς αγώνες.΄Εχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε οτι η Ιταλική εργατική τάξη θα ξαναχτίσει τις παλιές της παραδόσεις του 1920, της Αντίστασης ενάντια στο φασισμό και τους ισχυρούς αγώνες που ξεκίνησαν με το «θερμό Φθινόπωρο» του 1969.

Ρομπέρτο Σάρτι

Αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Rivoluzione», του Ιταλικού Τμήματος της Διεθνούς Μαρξοστικής Τάσης (IMT).
Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com:
Ηλίας Κυρούσης, Αλέξης Μητσόπουλος, Λένα Περάκη, Στέλλα Χρήστου