Συμπεράσματα από τη «μομφή»: τα σοβαρά λάθη πρέπει να αναγνωριστούν και να διορθωθούν!

protash-momfis-sumperasmata

Διαβάστε τα συμπεράσματά μας από την κατάληξη της πρότασης μομφής που κατέθεσε στη Βουλή το κόμμα μας. Ποια σοβαρά πολιτικά λάθη είναι επιτακτική ανάγκη να διορθωθούν.

Η απόρριψη της πρότασης μομφής που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή με 153 ψήφους κατά, καθώς και η συζήτηση και οι πρωτοβουλίες δράσης που προηγήθηκαν, ανέδειξαν πολύ ενδιαφέροντα πολιτικά ζητήματα για τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα, το αστικό – κυβερνητικό και εκείνο του κόμματός μας.

Η κυβέρνηση κατέγραψε στη ψηφοφορία οριακές, όχι αποφασιστικές, απώλειες, αναδεικνύοντας εικόνα μέγιστης δυνατής συσπείρωσης στις παρούσες συνθήκες που όμως όλα δείχνουν ότι είναι εξαιρετικά ασταθής και προσωρινή. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέπει το γεγονός ότι η κυβέρνηση αυτή ξεκίνησε με τη στήριξη 179 βουλευτών και μέσα σε 1,5 χρόνο έχει ήδη χάσει τη στήριξη 25 βουλευτών.

Επιπρόσθετα, 5 μήνες μετά την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση, η χθεσινή απώλεια της βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Τζάκρη, αν συνδυαστεί με τις «ψυχρές» τοποθετήσεις των Σκανδαλίδη και Μωραΐτη, την αναγγελία του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Κασσή ότι θα καταψηφίσει το νέο νόμο για τη φορολογία των ακινήτων και τους πλειστηριασμούς, τη γενικότερη αδυναμία του Βενιζέλου να συσπειρώσει την Κοινοβουλευτική του Ομάδα, αλλά και την – μόνο προσωρινά ελεγχόμενη – δυσαρέσκεια από τους «Καραμανλικούς» στην Κ.Ο. της Ν.Δ, αναδεικνύεται η πραγματικότητα μιας κυβέρνησης εξαιρετικά «εύθραυστης».

Με δεδομένη τη διαρκή τάση επιδείνωσης της πραγματικής οικονομίας, αλλά και τη σκληρή στάση της τρόικας – παράγοντες που από κοινού οδηγούν αναπόφευκτα σε νέα μέτρα – υποχρεούται να συμπεράνει κανείς ότι η κυβέρνηση με τη σημερινή της μορφή, δεν είναι δυνατό να εξαντλήσει τη θητεία της, όπως φιλάρεσκα διαβεβαιώνει ο Σαμαράς.

Η παρουσία του Σαμαρά στη Βουλή ήταν στα βασικά της σημεία μια τυπική αντανάκλαση της ψυχολογίας και των προθέσεων των Ελλήνων αστών στη σημερινή συγκυρία. Από τη μία πλευρά επέδειξε αλαζονεία που εξηγείται από την προσωρινή αποφυγή μια ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας, την προσδοκία εμφάνισης πρωτογενούς πλεονάσματος σαν αποτέλεσμα μιας ακήρυχτης, μερικής εσωτερικής στάσης πληρωμών και από την προσωρινή υποχώρηση των μαζικών ταξικών αγώνων. Από την άλλη, για μια ακόμα φορά, φανέρωσε έκδηλη νευρικότητα και ανησυχία για την προοπτική ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και προέβη σε μια κυνική αξιοποίηση των αντιφάσεων και αδυναμιών της πολιτικής και του προγράμματος της ηγεσίας του.

Ο Σαμαράς αποδείχθηκε για μια ακόμα φορά προκλητικά ανάλγητος και υποκριτής για «ηγέτης του έθνους», αλλά επίσης και ένας αυθεντικός και ιδιαίτερα ικανός ηγέτης για την ελληνική άρχουσα τάξη. Πρόκειται για έναν ματαιόδοξο αστό, που μεταμφιέζεται επιδέξια από «αντι-Μνημονιακός» σε «Μνημονιακός» και τούμπαλιν, χωρίς να λογαριάζει ηθικό κόστος, με αποκλειστικό σκοπό να σώσει τον ελληνικό καπιταλισμό.

Η πολιτική κατάληξη του Σαμαρά είναι βέβαιο ότι θα είναι άδοξη. Αναπόφευκτα, η τάξη του και οι διεθνείς της «εταίροι» θα αναγκαστούν την επόμενη περίοδο να τον θυσιάσουν, ώστε να ανακατέψουν ξανά την πολιτική τους τράπουλα και στηριγμένοι σε ένα άλλο κυβερνητικό σχήμα να κερδίσουν λίγο ακόμα χρόνο για το καθεστώς τους. Ο Σαμαράς θα λάβει δίκαια μια παρακατιανή θέση στη συλλογική μνήμη της πλειοψηφίας του λαού, σαν ένα μισητό πρόσωπο. Το παράδειγμά του σαν ταξικού ηγέτη όμως θα παραμένει αξιοσημείωτο. Αν η εργατική τάξη διέθετε σήμερα ηγέτες με την ίδια αποφασιστικότητα και καθαρότητα ταξικών σκοπών, η έκβαση της οξυμένης ταξικής πάλης των τελευταίων τριάμισι χρόνων θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Λάθη για «συναγερμό»!

Η κατάθεση πρότασης μομφής από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε ένας αναποτελεσματικός και συμβολικός τρόπος επιδίωξης της πτώσης της κυβέρνησης. Οι σύντροφοι της ηγετικής ομάδας επικαλούνται την κυβερνητική απώλεια της βουλευτή Τζάκρη, προσπαθώντας να πείσουν ότι η πρόταση μομφής τελικά απέδωσε. Όμως το να εμφανίζεται η άρνηση στήριξης της κυβέρνησης από μια βουλευτή που εδώ και καιρό ήταν «ξένο σώμα» στην Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ σαν ένα αποτέλεσμα που δικαιώνει την κινητοποίηση ολόκληρου του κομματικού και κοινοβουλευτικού μηχανισμού, τη διοργάνωση ενός συλλαλητηρίου «για τη Δημοκρατία» και τη σπατάληση ενός συνταγματικού δικαιώματος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πιο αποτελεσματικά σε συνθήκες σοβαρής κυβερνητικής κρίσης και μιας πραγματικά μαζικής αντικυβερνητικής κινητοποίησης των εργατικών μαζών, είναι σαν ο ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωρίζει ότι έχει απέναντί του μια κυβέρνηση «συμπαγή και ανθεκτική», κάτι που στην πραγματικότητα, όπως ήδη εξηγήσαμε, δεν συμβαίνει.

Όλοι οι βασικοί χειρισμοί της ηγεσίας του κόμματος αυτές τις μέρες, δυστυχώς αποδείχθηκαν λαθεμένοι: λάθος επιλογή πολιτικού χρόνου, λάθος τρόπος απεύθυνσης στις μάζες, λάθος περιεχόμενο συνθημάτων και θέσεων. Όλα αυτά αποτελούν τη φυσική κατάληξη μιας ακατάλληλης πολιτικής γραμμής που ακολουθεί το κόμμα από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, τόσο σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, όσο και σε σχέση με το κίνημα της εργατικής τάξης και της νεολαίας.

Η ηγεσία επιχειρεί να διαμορφώσει την τακτική της με «επικοινωνιακούς» – συμβολικούς όρους. Βλέπει τα συνθήματα και τη δημόσια στάση της όχι σαν μέσα για την συστηματική επιδίωξη της ανάπτυξης του κινήματος των εργατικών μαζών, τη σωστή πολιτική τους εκπαίδευση και τον ορθό πολιτικό τους προσανατολισμό, αλλά σαν μέσα απόκτησης υψηλών ποσοστών στα τρέχοντα γκάλοπ. Η υπομονετική, πραγματική δουλειά μέσα στις δοκιμαζόμενες μάζες γύρω από ένα καλά επεξεργασμένο πρόγραμμα θεμελιακών κοινωνικών αλλαγών και με προώθηση ξεκάθαρων και αποτελεσματικών μορφών πάλης, υποκαθίσταται από θέσεις και πράξεις σπασμωδικές, που επιδιώκουν να λειτουργήσουν «πολυσυλλεκτικά» (βλέπε ψηφοθηρικά), πότε προς τα δεξιά (κυρίως) και πότε προς τ’ αριστερά (όταν η εσωκομματική πίεση ή εκείνη από το κίνημα είναι ισχυρή προς αυτή την κατεύθυνση).

Το λάθος αυτό δεν γεννιέται από μια προσωπική αδυναμία του σ. προέδρου και των συμβούλων του. Έχει πολιτική και μόνο βάση. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ – σε αντίθεση με την απόλυτα συνειδητοποιημένη για την ταξική της αποστολή ηγεσία της αστικής τάξης – δεν έχει εμπιστοσύνη στη δική της κοινωνική βάση, δηλαδή την εργατική τάξη που την υποστηρίζει και προσβλέπει στο κόμμα. Προσεγγίζει την εργατική τάξη με σκεπτικισμό. Δεν πιστεύει ότι είναι ικανή να επιβάλει με την κινητοποίησή της την «ανατροπή». Δεν πιστεύει ότι είναι σε θέση να αξιολογήσει θετικά και να επιβάλει την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου επαναστατικού προγράμματος, κάνοντας τις θυσίες που απαιτούνται. Έτσι επενδύει σε άλλους, πιο άμεσους και εφικτούς τάχα, τρόπους διαμόρφωσης της δημόσιας στάσης του κόμματος. Σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο επενδύει στην τακτική της «έξυπνης ατάκας», της «επικοινωνιακής ανάληψης της πρωτοβουλίας των κινήσεων», των επιθέσεων φιλίας σε πολιτικά δυσαρεστημένα ή ευκαιριακά διαχωρισμένα τμήματα του ταξικού αντιπάλου και της τρόικας και σε επίπεδο δράσης στην κοινωνία, στην προώθηση της φιλανθρωπίας αντί για την πολιτική δράση και στην υποκατάσταση του αναγκαίου σχεδίου κλιμάκωσης «για την ανατροπή» από απελπισμένα και αποσπασματικά καλέσματα.

Η μέθοδος αυτή, οδηγεί το κόμμα, αλλά και το κίνημα, σε αδιέξοδο. Οι εργατικές μάζες αντί για ξεκάθαρες ιδεολογικές αρχές και πολιτικές θέσεις – έστω αυτές που αποφάσισε το ιδρυτικό συνέδριο, με τις οποίες είναι γνωστό ότι η Τάση μας διαφωνεί σε καίρια σημεία – βλέπουν από το κόμμα μια θολή και αντιφατική στάση. Βλέπουν μια ηγεσία να προσπαθεί να εξευμενίσει τμήματα της άρχουσας τάξης και της τρόικας σε ειδικές, επίσημες τελετές και ανησυχούν βάσιμα για τον ταξικό της αποπροσανατολισμό. Εκπαιδεύονται έτσι στην επικίνδυνη αυταπάτη ότι «μόνοι μας δεν μπορούμε» και ότι τάχα χρειαζόμαστε την εύνοια «δημοκρατών» και «πατριωτών» από το απέναντι στρατόπεδο. Κι όταν η ίδια η ηγεσία αισθάνεται ότι με την επίθεση φιλίας στο κεφάλαιο κινδυνεύει «να διαβεί το Ρουβίκωνα», βλέπουν από αυτήν ξαφνικά καλέσματα σε «εξέγερση», όπως εκείνα της 28ης Οκτωβρίου και της περασμένης Κυριακής, που τους δημιουργούν τη βάσιμη εντύπωση ότι το κόμμα δεν βρίσκεται σε στοιχειώδη επαφή με το «σφυγμό» τους.

Η «επικοινωνιακή» μέθοδος διαμόρφωσης της πολιτικής του κόμματος, οδήγησε λοιπόν στην κατάθεση πρότασης μομφής, σε μια ακατάλληλη στιγμή. Σε μια στιγμή που το κίνημα – σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας της απουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ ενός συγκεκριμένου σχεδίου μαζικού αγώνα για την ανατροπή της κυβέρνησης – βρίσκεται σε υποχώρηση και πριν ακόμα οι εσωτερικές αντιθέσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο αναπτυχθούν με αληθινά οξύ τρόπο, η υποβολή πρότασης μομφής ήταν δεδομένο, όπως όλοι οι νοήμονες αναλυτές κάθε ταξικής και πολιτικής απόχρωσης σημείωναν, ότι θα συσπειρώσει την κυβέρνηση και δεν θα φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αυτό τελικά συνέβη.

Η ηγεσία όμως, παραδομένη στην (στενόμυαλη και αδιέξοδη) «επικοινωνιακή» μέθοδο διαμόρφωσης της δημόσιας στάσης του κόμματος, πίστεψε ότι η πρόταση μομφής θα έπρεπε να κατατεθεί οπωσδήποτε με σκοπό να ανακοπεί η δημόσια αντι-τροϊκανή εσκτρατεία που διεξάγει η κυβέρνηση με σημαία τη «σκληρή διαπραγμάτευση» και να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις από τις παλινωδίες και τις αντιφάσεις της γνωστής, (κομψά) ατυχούς ομιλίας του Τέξας. Η επικοινωνιακή λογική των «εντυπώσεων», υπερτέρησε της σοβαρής και ψύχραιμης αποτίμησης των πολιτικών και ταξικών συσχετισμών. Έτσι η αποτυχία επήλθε σαν μια μοιραία νομοτέλεια. Μια ηγεσία όμως που πολιτεύεται με μια τέτοια μέθοδο και με τέτοιου είδους κριτήρια – ανεξάρτητα από τις προθέσεις της, τις οποίες είμαστε οι τελευταίοι που θα επιθυμούσαμε να αμφισβητήσουμε – δεν μπορεί να διαχειριστεί σωστά τις πολιτικές προσδοκίες εκατομμυρίων εκμεταλλευομένων και εξαθλιωμένων ανθρώπων.

Μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να αξιοποιήσει η ηγεσία την πρόταση μομφής και να τη μεταβάλει, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας σε μια πολιτική ενέργεια με θετικό αποτέλεσμα για το κόμμα και τον αγώνα των μαζών: να εξηγήσει με κατανοητό τρόπο στις μάζες ένα εναλλακτικό πολιτικό πρόγραμμα εξουσίας για το ξερίζωμα των πολιτικών των Μνημονίων και του ίδιου του καπιταλισμού που τις γέννησε. Ο πρόεδρος όμως και οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να αξιοποιήσουν το αυξημένο πολιτικό ενδιαφέρον των μαζών για τη συζήτηση στη Βουλή και να παρουσιάσουν μια πειστική αριστερή προγραμματική πρόταση, περιοριστήκαν σε ομιλίες περιγραφής της κατάστασης, σε πομπώδη ρητορικά σχήματα και αφηρημένες υποσχέσεις για καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, χωρίς αναφορές στον αναγκαίο εργατικό έλεγχο και σ’ ένα πρόγραμμα εθνικοποιήσεων που θα μπορούσε να αφαιρέσει τον έλεγχο της οικονομίας από τα χέρια των αρπακτικών του κεφαλαίου.

Ακόμα και η πολιτική καταγγελία της αστυνομικής βίας με θύματα βουλευτές του κόμματος και ιδιαίτερα τη μαχητική Ζωή Κωνσταντοπούλου έξω από την ΕΡΤ, είχε τον χαρακτήρα της γνωστής ψοφοδεούς επίκλησης της «Δημοκρατίας» και των «θεσμών». Αντίθετα, μια ταξική, σοσιαλιστική ηγεσία θα έπρεπε να απαντήσει στην κρατική τρομοκρατία προβάλλοντας θέσεις όπως η κατάργηση των ειδικών δυνάμεων καταστολής των αγώνων, η εκκαθάριση των Σωμάτων ασφαλείας από τους φασίστες και τους αντιδραστικούς και πάνω από όλα, η κατάργηση των σημερινών αντιδραστικών δομών και λειτουργιών τους και η υπαγωγή τους στον πλήρη έλεγχο των μαζικών εργατικών οργανώσεων.

Εξίσου σοβαρά λάθη όμως, έγιναν και στη δράση του κόμματος έξω από τη Βουλή. Ενώ τους προηγούμενους μήνες η ηγεσία τηρούσε στάση ουραγού στα εκτονωτικά καλέσματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, ντύνοντάς τα με «ανατρεπτική φρασεολογία», δίχως ουσιαστικές αντιπροτάσεις για ένα εναλλακτικό σχέδιο πάλης ικανό να οδηγήσει σε νίκες, έκανε ξαφνικά 180 μοίρες στροφή προς το άλλο άκρο, εκείνο του αριστερισμού, εκδίδοντας κομματικά διατάγματα (συμβολικής πάντα) μαζικής δράσης. Το πρώτο δείγμα ήταν η έκκληση για «λαϊκό ξεσηκωμό» στις 28 του Οκτώβρη και το δεύτερο και επίσης αποτυχημένο, ήταν η έκκληση για συλλαλητήριο «ανατροπής» στο Σύνταγμα. Η λέξη φιάσκο, παρά τη φορτισμένη της έννοια, είναι ό μόνος όρος που μπορεί να εκφράσει την κατάληξη αυτών των καλεσμάτων. Γι’ αυτή την κατάληξη, την ευθύνη φέρει ΜΟΝΟ Η ΗΓΕΣΙΑ και καθόλου «ο κόσμος» που δεν ανταποκρίθηκε.

Δικαιούμαστε στο σημείο αυτό, να απευθύνουμε το ερώτημα: γιατί στ’ αλήθεια σύντροφοι της ηγεσίας – και των δύο βασικών πτερύγων, πλειοψηφίας και Αριστερής Πλατφόρμας – να ανταποκριθεί ο κόσμος σε τέτοια καλέσματα; Πώς να αντιμετωπιστούν σοβαρά όταν είναι ξεκάθαρο ότι δεν αποτελούν αντικείμενο σοβαρής ζύμωσης και προετοιμασίας, όταν εκτοξεύονται στο «παρά πέντε», όταν το περιεχόμενό τους είναι «η τιμή των όπλων» και η προοπτική κλιμάκωσής τους είναι ανύπαρκτη; Σύντροφοι, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και η νεολαία δεν είναι μωρά παιδιά, ούτε «γλάστρες» για να διακοσμούν τις κοινοβουλευτικές μας πρωτοβουλίες και εμπνεύσεις. Μια ηγεσία που συμπεριφέρεται στις βασανισμένες και ηττημένες (προσωρινά) μάζες με τέτοιο τρόπο, ακολουθεί τη βέβαιη συνταγή για να απομονώσει το κόμμα από αυτές.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επιζήμιο για το κίνημα όταν αυτό βρίσκεται σε μια φάση υποχώρησης, από τα σπασμωδικά, πρόχειρα και απελπισμένα καλέσματα, από τις άναρθρες, αναρχικές, συναισθηματικές κραυγές «όλοι στους δρόμους», από την απόπειρα να μετατεθούν οι ευθύνες των ηγετών και των κομμάτων πάνω στις ίδιες τις μάζες. Η ηγεσία και μαζί της και ολόκληρο το κόμμα, αντί να πελαγοδρομεί και να καταριέται την υποτιθέμενη συντηρητική φύση της συνείδησης του κόσμου, θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά τη δική της πολιτική και τακτική, τις δικές της ευθύνες.

Οι μάζες συνεχίζουν να θέλουν να αγωνιστούν. Δεν προσδοκούν τίποτα από τη διαπραγμάτευση του Σαμαρά. Έχουν καταλάβει ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει καμία λύση να τους προσφέρει. Αλλά έχοντας τα προηγούμενα χρόνια δοκιμάσει όλων των ειδών τις αυθόρμητες κινητοποιήσεις και έχοντας ανταποκριθεί επανειλημμένα σε διάφορα αναποτελεσματικά καλέσματα των οργανώσεών τους, έχουν αρχίσει να δυσπιστούν και να κουράζονται. Θα κινητοποιηθούν αποφασιστικά μόνο αν αισθανθούν ότι υπάρχει ένα σοβαρό και αποτελεσματικό σχέδιο δράσης και μια ηγεσία αποφασισμένη να φτάσει τον αγώνα μέχρι το τέλος. Αν αυτά τα στοιχεία δεν υπάρξουν, η σημερινή παθητική στάση – που για εκατομμύρια απεργούς και γενικότερα ανθρώπους που τα προηγούμενα χρόνια ξόδεψαν αρκετό χρόνο και κόπο σε δρόμους και πλατείες χωρίς αποτέλεσμα, αποτελεί μια αναγκαία ψυχολογικά (και οικονομικά για τους απεργούς) ανάπαυλα ξεκούρασης – θα συνεχιστεί. Είναι δυνατό να «σπάσει» μόνο μέσα από ένα πραγματικά μεγάλο γεγονός που θα «ταρακουνούσε» τις μάζες (μια νέα συνολική επίθεση στο βιοτικό επίπεδο, μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, ένα κύμα συστηματικής και εκτεταμένης βίας ενάντια στο κίνημα κλπ) και θα δημιουργούσε κίνητρο για αυθόρμητη δράση. Αυτό το γεγονός είναι βέβαιο ότι θα συμβεί. Σε καμία περίπτωση όμως, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι μια καταδικασμένη εκ των προτέρων, συμβολική, πρόταση μομφής στη Βουλή.

Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να θυμίσει ότι είχε προειδοποιήσει έγκαιρα την ηγεσία για αυτές τις εξελίξεις, αμέσως μετά την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση. Είχαμε τονίσει την ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ, υπερασπίζοντας αξιόπιστες και αποτελεσματικές μορφές δράσης, να δώσει νικηφόρο διέξοδο στη μαζική διάθεση για αγώνα. Ταυτόχρονα έπρεπε να υιοθετήσει το κατάλληλο πρόγραμμα εξουσίας που θα είναι ικανό να πείσει τον εργαζόμενο λαό ότι υπάρχει λύση έξω από τα Μνημόνια και τον καπιταλισμό, για το οποίο αξίζει να αγωνιστεί. Είχαμε εξηγήσει ότι αν αυτά δεν γίνουν, τότε αναπόφευκτα οι μάζες θα χάσουν τον ενθουσιασμό τους για τον ΣΥΡΙΖΑ και τα καλέσματά του.

Όμως οι ηγέτες του κόμματός μας που «φούσκωναν σαν παγώνια» για την εκλογική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ – η οποία προέκυψε από αδήριτη ταξική αναγκαιότητα και όχι λόγω της φωτισμένης τους πολιτικής γραμμής – μας αποκαλούσαν περιθωριακούς και αριστεριστές, αρνούμενοι να δουν την πραγματικότητα. Σε μια από τις πρόσφατες προσπάθειές μας στην ΚΕ, στις αρχές του Φθινοπώρου, να υιοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ μια απόφαση υποστήριξης της ανάγκης σοβαρής προετοιμασίας για μια γενική πολιτική απεργίας διαρκείας μαζί με το ΚΚΕ και τις Ομοσπονδίες, μας απαγορεύτηκε ουσιαστικά το δικαίωμα να βάλουμε τη σχετική πρόταση στην ψηφοφορία.

Οι σύντροφοι στην ηγεσία έχουν φθάσει στο σημείο να αρνούνται να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα και από αυτό ακόμα το απότομο άδειασμα του κόμματος από ενεργά μέλη μέσα σε λίγους μήνες. Γι’ αυτό επίσης φαίνεται να ρίχνουν τις ευθύνες στο κόσμο που «δεν καταλαβαίνει και κάθεται στον καναπέ»…Ναι, στον ίδιο κόσμο που αποθέωναν στο κίνημα στις πλατείες και στις διαδηλώσεις – λαοθάλασσες του Φλεβάρη και του Νοέμβρη του 2012.

Σημαντικές πολιτικές ευθύνες βαρύνουν και την ηγεσία της Αριστερής Πλατφόρμας. Είναι εμφανές ότι με εξαίρεση λιγοστές δηλώσεις και άρθρα, μετά το συνέδριο έχει συναινέσει πλήρως στις βασικές επιλογές της ηγεσίας, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τη στάση της στην ΚΕ. Στελέχη της μάλιστα, από την ηγεσία της ΔΕΑ, ήταν αυτά που πρωτοστάτησαν στην παρεμπόδιση της κατάθεσης σε ψήφιση της πρότασής μας υπέρ της ανάγκης προετοιμασίας μιας γενικής πολιτικής απεργίας στη συνεδρίαση της ΚΕ της 1η Σεπτέμβρη. Αποτελεί δε τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι την πρόταση που πολέμησαν σφοδρά στην ΚΕ όταν το κίνημα βρίσκονταν σε άνοδο, την προβάλουν (φιλολογικά) σε πρόσφατο άρθρο τους στο «R-PROJECT» τώρα που το κίνημα βρίσκεται σε πραγματική – προσωρινή – υποχώρηση (η οπορτουνιστική μικροπολιτική σε όλο της το μεγαλείο…).

Η παρούσα φάση είναι πολύ κρίσιμη για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Όχι, δεν πιστεύουμε καθόλου ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μια πολιτική «φούσκα» καταδικασμένη να «ξεφουσκώσει» εύκολα. Υπάρχει ακόμα ο απαιτούμενος χρόνος για να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ το κόμμα που έχει ανάγκη η εργατική τάξη και η νεολαία. Αναπόφευκτα, το κόμμα θα σπρωχτεί δυνατά προς την εξουσία, έστω και με τον παθητικότερο δυνατό τρόπο, δια της απλής ψήφου της πλειονότητας των εργαζόμενων και της νεολαίας στις εκλογές. Όμως αν οδηγηθεί στην εξουσία με τη σημερινή πολιτική και τακτική της ηγεσίας – δηλαδή, πολιτικά και προγραμματικά, τραγικά απροετοίμαστος – τότε θα απογοητεύσει τους εργαζόμενους, ανοίγοντας το δρόμο για επώδυνα διαλείμματα αστικής αντίδρασης, ενώ και η συνοχή του θα δεχθεί αποφασιστικά πλήγματα.

Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ αισθάνεται την ανάγκη να σημάνει πολιτικό συναγερμό, με αποδέκτη κάθε αριστερό αγωνιστή και υποστηρικτή του κόμματος. Όμως η Κομμουνιστική Ταση δημιουργήθηκε, όχι απλά για να προειδοποιεί, αλλά για να παρεμβαίνει και να παλεύει ενεργά για τη νίκη του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος που σήμερα εκπροσωπείται πλειοψηφικά από το κόμμα μας. Τα μέλη και τα στελέχη της την επόμενη περίοδο θα επιδιώξουν να ανοίξει στις Οργανώσεις Μελών του ΣΥΡΙΖΑ η ζωτική συζήτηση για τη διόρθωση των σοβαρών πολιτικών λαθών που αναφέραμε σε αυτό το άρθρο.

Καλούμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες να υποστηρίξουν τις θέσεις και τις ιδέες μας σε αυτή τη συζήτηση. Πάνω από όλα, καλούμε κάθε αριστερό αγωνιστή και αγωνίστρια σε συσπείρωση και κοινό συντονισμό στο ζωτικό αγώνα για τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σ’ ένα αληθινά μαρξιστικό και πρωτοπόρο κόμμα της εργατικής τάξης. Στον αγώνα για ένα μαζικό κίνημα ανατροπής της κυβέρνησης με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και τα συνδικάτα που θα κορυφωθεί με μια καλά προετοιμασμένη γενική πολιτική απεργία διαρκείας. Για τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΚΚΕ με επαναστατικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα!

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος – Μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ

{fcomment}