Ποιοι είμαστε

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Uncategorized ΚΚΕ: Γιατί το παλιό πρόγραμμα του ΑΑΔΜ είναι ρεφορμιστικό

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

ΚΚΕ: Γιατί το παλιό πρόγραμμα του ΑΑΔΜ είναι ρεφορμιστικό

Ένα κείμενο, στο οποίο εξετάζεται από Μαρξιστική σκοπιά το πρόγραμμα που είχε ψηφίσει το 15ο συνέδριο του ΚΚΕ (1996), με το περίφημο ΑΑΔΜ. Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί μια εκδοχή της ρεφορμιστικής «θεωρίας των σταδίων» και έτσι η υπεράσπισή του δεν μπορεί να αποτελεί σε καμία περίπτωση στοιχείο που συμβάλει στον γνήσιο, μαρξιστικό προσανατολισμό του ΚΚΕ.

[nextpage title=”Μέρος 1ο” ]

Εισαγωγική σημείωση

Ζούμε σε μια ταραγμένη εποχή, όπου η κρίση του καπιταλισμού θέτει επιτακτικά στο προσκήνιο το ζήτημα του σοσιαλισμού. Στην εποχή της παρακμής του καπιταλισμού, ένα σωστό πολιτικό πρόγραμμα είναι υπόθεση ανεκτίμητης σημασίας για τους χιλιάδες αγωνιστές του εργατικού κινήματος που παίρνουν καθημερινά το δρόμο του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.

Σε αυτές τις συνθήκες, το παραδοσιακό κόμμα του ελληνικού προλεταριάτου, το ΚΚΕ, έχει το ζωτικό καθήκον να δώσει τη σωστή προγραμματική πρόταση στους εργαζόμενους. Το πρόγραμμα του κόμματος στις σημερινές κρίσιμες περιστάσεις αποκτά καθοριστική σημασία, αφού είναι σε τελική ανάλυση ένας από τους παράγοντες που θα καθορίσουν την ίδια την έκβαση των μεγάλων ταξικών και πολιτικών μαχών του προλεταριάτου στην Ελλάδα την ερχόμενη περίοδο.

Η Πολιτική Κίνηση Μαρξιστική Τάση δημοσιεύοντας εδώ την κριτική της στα βασικότερα σημεία του προγράμματος του ΚΚΕ θέλει να συμβάλει στην κατανόηση των βασικών πολιτικών καθηκόντων της εποχής μας. Η σκοπιά της κριτικής μας δεν είναι ανταγωνιστική, αλλά απόλυτα φιλική και καλοπροαίρετη. Η κριτική πηγάζει από την πρόθεση την υπεράσπισης του αποτελεσματικότερου δυνατού δρόμου για την νίκη της επανάστασης και του σοσιαλισμού και επιχειρεί να στηριχθεί στα ακλόνητα θεμέλια των ιδεών και της μεθόδου του Μαρξ και του Λένιν, που αποτελούν την ιδρυτική πηγή έμπνευσης και του ίδιου του ΚΚΕ.

Αθήνα – Νοέμβριος 2008

Η θεωρία των σταδίων: μια παλιά κληρονομιά στο πρόγραμμα του ΚΚΕ

Ένα κόμμα είναι πάνω από όλα πρόγραμμα, ιδέες, μέθοδοι και παραδόσεις και δευτερευόντως ένας μηχανισμός. Το πρόγραμμα είναι ένα σημαντικό στοιχείο για την πολιτική και ταξική φυσιογνωμία ενός κόμματος.

Το ΚΚΕ είναι το παλαιότερο και πιο ιστορικό μαζικό εργατικό κόμμα της χώρας. Από τη στιγμή της ίδρυσής του είναι συνδεδεμένο με την πορεία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Εξαιτίας της καθυστερημένης εμφάνισης του ελληνικού καπιταλισμού στο ιστορικό προσκήνιο, το ελληνικό εργατικό κίνημα δεν πέρασε – όπως συνέβη με τα εργατικά κινήματα της Δυτικής Ευρώπης – από το «σχολείο» της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά στράφηκε κατευθείαν στην πιο επαναστατική μαζική Διεθνή στην Ιστορία, την Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ) και τον εκπρόσωπο της στην Ελλάδα, το ΚΚΕ.

Η πολιτική πορεία του ΚΚΕ καθορίστηκε από τις εξελίξεις στην ΕΣΣΔ και την ΚΔ. Η επικράτηση της γραφειοκρατικής κάστας στην Σοβιετική Ένωση μετά το θάνατο του Λένιν, είχε την πολιτική της αντανάκλαση και μέσα στο ΚΚΕ, όπως και σε όλα τα κόμματα της ΚΔ.

Μέσα από μια διαδικασία γραφειοκρατικών πολιτικών διώξεων των αντιπάλων της πολιτικής γραμμής του Στάλιν που κορυφώθηκε με τη διαγραφή της Αριστερής αντιπολίτευσης της οποίας ηγούταν ο πρώτος γραμματέας του ΚΚΕ και πιο αξιόλογη προσωπικότητα του μαρξισμού στην Ελλάδα, ο Παντελής Πουλιόπουλος, η σταλινική γραφειοκρατία έλεγξε πλήρως την ηγεσία του ΚΚΕ.

Από τότε η σταλινική ηγεσία του ΚΚΕ έδωσε εξετάσεις σε σημαντικά γεγονότα – σταθμούς για την πορεία της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και με την πολιτική της οδήγησε το κίνημα στην ήττα. Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους σταθμούς ήταν η εξέγερση των εργατών της Θεσσαλονίκης το 1936 και η ηρωική επαναστατική περίοδος 1944-49, κατά την οποία είχαμε την εκδήλωση δύο ηττημένων επαναστάσεων και δύο αντεπαναστάσεων. Σε αυτές τις κρίσιμες περιστάσεις, η ηγεσία του ΚΚΕ δεν ακολούθησε μια πολιτική παρόμοια με αυτή του Λένιν και των Μπολσεβίκων το 1917. Αντίθετα εφάρμοσε πιστά την πολιτική της «θεωρίας των σταδίων» και της ταξικής συνεργασίας, με την οποία η σταλινική ηγεσία της ΚΔ είχε οδηγήσει στην ήττα την Κινέζικη επανάσταση το 1925-27, την Ισπανική επανάσταση 1936-39 και την ήττα του προλεταριάτου στη Γαλλία το 1936.

Το βασικό στοιχείο αυτής της πολιτικής ήταν η αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός είναι ανεπίκαιρος και χρειάζεται να προηγηθεί ένα ενδιάμεσο, «δημοκρατικό», «αντιιμπεριαλιστικό» στάδιο διακυβέρνησης του καπιταλισμού, πριν τη σοσιαλιστική εξουσία του προλεταριάτου. Σαν συνέπεια αυτής της αντίληψης, επιδιώχθηκε η σύναψη συμμαχιών με υποτιθέμενα προοδευτικά τμήματα της αστικής τάξης, δηλαδή εφαρμόστηκε η μενσεβίκικη πολιτική της ταξικής συνεργασίας σε αντίθεση με την πολιτική ταξικής ανεξαρτησίας των μπολσεβίκων του 1917. Η πολιτική αυτή έδενε την εργατική τάξη στο άρμα των συμφερόντων και των πολιτικών σκοπών των εκάστοτε αστών συμμάχων.

Πρέπει να αναφέρουμε εδώ, ότι η «θεωρία των σταδίων» μπήκε για πρώτη φορά επίσημα στο πρόγραμμα του ΚΚΕ το 1934. Από την ίδρυση του το ΚΚΕ προπαγάνδιζε την αναγκαιότητα της ανατροπής του καπιταλισμού και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου, προσδιορίζοντας την επερχόμενη επανάσταση σαν σοσιαλιστική. Με την περίφημη 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής το Γενάρη του 1934, η απόφαση της οποίας επικυρώθηκε από το συνέδριο τον Μάη του ίδιου χρόνου, ο κεντρικός προγραμματικός στόχος του κόμματος άλλαξε. Η ηγεσία του Νίκου Ζαχαριάδη υποστήριξε ότι «…η επανάσταση αρχίζοντας σαν παλλαϊκή σοβιετική επανάσταση των αγροτών και εργατών, λύνοντας πρώτ’ απ’ όλα (σ.σ: η υπογράμμιση δική μας) τα καθήκοντα του αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα να μπορέσει στην εξέλιξη της να περάσει σε επανάσταση σοσιαλιστική και να αποτελειώσει έτσι τη νίκη της».

Το κύριο και άμεσο καθήκον λοιπόν έγινε μέσα σε μια νύκτα η λύση των «άλυτων» αστικοδημοκρατικών καθηκόντων και η δικτατορία του προλεταριάτου βγήκε από το πρόγραμμα σαν άμεσος πολιτικός σκοπός. Αντικαταστάθηκε από την περίφημη «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της φτωχομεσαίας αγροτιάς», που θα αποτελούσε το πρώτο, ενδιάμεσο στάδιο πριν τη εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό. (Βλέπε για περισσότερα το βιβλίο του Δημήτρη Λιβιεράτου «Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα 1932-1936» – Εναλλακτικές Εκδόσεις–1994).

Αυτή η αλλαγή αντανακλούσε μια γενικότερη στροφή που λάμβανε χώρα στην σταλινοκρατούμενη ΚΔ και οδηγούσε στην υιοθέτηση της πολιτικής των «Λαϊκών Μετώπων». Αυτή η πολιτική, στο όνομα του αγώνα ενάντια στην επικράτηση του φασισμού επέβαλε την επιδίωξη σχηματισμού κυβερνητικών μετώπων ταξικής συνεργασίας, μεταξύ των ΚΚ και αστικών κομμάτων. Όμως αυτές οι κυβερνήσεις, όπου τελικά σχηματίστηκαν, αντί να οδηγήσουν στην ήττα του φασισμού, οδήγησαν στην προδοσία της προλεταριακής επανάστασης όπως συνέβη στη Γαλλία και την Ισπανία. Στην Ελλάδα η αλλαγή του προγράμματος προετοίμασε το έδαφος για τη συμφωνία της ηγεσίας του ΚΚΕ με τους αστούς Φιλελεύθερους («Σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα») και την προδοσία της εργατικής εξέγερσης του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

Λίγα χρόνια μετά, η πιστή συνέχιση της πολιτικής των «Λαϊκών Μετώπων» από την ηγεσία του ΚΚΕ οδήγησε στην πεισματική επιδίωξη συμβιβασμού με την χρεοκοπημένη ελληνική αστική τάξη κατά την περίοδο της Κατοχής. Καρπός της ήταν οι επονείδιστες συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, με τις οποίες το πανίσχυρο επαναστατικό κίνημα των εργατών και των φτωχών αγροτών του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, στο βωμό της «Εθνικής Ενότητας», παραδόθηκε σαν πρόβατο για σφαγή στην αντιδραστική ελληνική άρχουσα τάξη και τους Βρετανούς προστάτες της, από την ίδια του την ηγεσία. Πολύ σωστά, η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις της έχει καταδικάσει επανειλημμένα αυτές τις συμφωνίες. Όμως η απόδοση των πολιτικών ευθυνών γίνεται συγκεκριμένα στα πρόσωπα των ηγετών του κόμματος εκείνη την περίοδο (Σιάντος, Ιωαννίδης κ.α) κι όχι στην γενικότερη πολιτική γραμμή της σταλινικής ΚΔ την οποία εκείνοι πιστά ακολουθούσαν.

Δυστυχώς, η ουσία της θεωρίας των σταδίων και της πολιτικής των «Λαϊκών Μετώπων» δηλώνουν παρών και στο σημερινό πρόγραμμα του ΚΚΕ («Το πρόγραμμα του ΚΚΕ» «Σύγχρονη Εποχή» – 1996). Στην πραγματικότητα από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 έως σήμερα, η κύρια θέση των προγραμματικών ντοκουμέντων του ΚΚΕ είναι η ίδια: πρώτα ένα ενδιάμεσο στάδιο διακυβέρνησης από ένα Μέτωπο ταξικής συνεργασίας και μετά η εργατική εξουσία και ο σοσιαλισμός. Το μόνο που άλλαζε είναι κάθε φορά ήταν η ονομασία αυτής της ενδιάμεσης εξουσίας και του Μετώπου που καλείται να την υλοποιήσει. Τη δεκαετία του 30’ και του 40’ ήταν ένα μέτωπο «δημοκρατικό – αντιφασιστικό». Τις επόμενες δεκαετίες ήταν ένα μέτωπο «δημοκρατικό – αντιιμπεριαλιστικό», ενώ την περίοδο από τη δεκαετία του ‘70 και μετά χαρακτηρίζεται και «αντιμονοπωλιακό». Το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο (ΑΑΔΜ) είναι σε τελική ανάλυση μόνο η σύγχρονη μορφή αυτού του διαχρονικού Μετώπου, που εξασφαλίζοντας μια μόνιμη θέση στο πρόγραμμα του κόμματος πάντοτε εκτόπιζε το σοσιαλισμό στα «τάρταρα» κάποιου μακρινού μέλλοντος, για χατίρι μιας «φιλολαϊκής» διακυβέρνησης, που τάχα θα πρέπει να προηγηθεί, πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 2ο” ]

Τα στάδια και οι προϋποθέσεις για το πέρασμα στο σοσιαλισμό μέσα στο πρόγραμμα

Παρότι η ηγεσία του ΚΚΕ εδώ και χρόνια διαβεβαιώνει κατηγορηματικά ότι δεν υποστηρίζει τη θεωρία των σταδίων, μια απλή ματιά στο πρόγραμμα την διαψεύδει. Εκεί υπάρχει καθαρά ο χωρισμός των πολιτικών καθηκόντων σε δύο στάδια, που αποτυπώνονται μάλιστα και σε δύο διαφορετικές, ασύνδετες μεταξύ τους, ενότητες, την Γ και την Δ.

Στην πρώτη ενότητα – στάδιο με τίτλο «Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ» (σελ. 25 – 41) περιγράφεται το πλαίσιο συγκρότησης του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) και η άνοδός του στην εξουσία. Στην δεύτερη ενότητα – στάδιο περιγράφεται «Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ» (σελ.43 – 53) μέσα στα όρια της Ελλάδας.

Το ίδιο το γεγονός της παντελούς έλλειψης σύνδεσης μεταξύ των δύο ενοτήτων – σταδίων δείχνει παραστατικά ότι ο σοσιαλισμός εμφανίζεται στο πρόγραμμα σαν ένα ζήτημα που δεν είναι άμεσο και θα προκύψει σε ένα απροσδιόριστο μέλλον. Εμφανίζεται δηλαδή η κλασσική σοσιαλδημοκρατική λογική του «μίνιμουμ» και του «μάξιμουμ» προγράμματος, μεταξύ των οποίων δεν μεσολαβεί καμία συγκεκριμένη γέφυρα σύνδεσης.

Σε αντιδιαστολή με αυτή τη λογική προγράμματος, ένα πραγματικά σοσιαλιστικό πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερα στάδια, ασύνδετα μεταξύ τους. Ούτε βέβαια όμως, από την άλλη πλευρά, προπαγανδίζει απλά και μόνο τις «μάξιμουμ», σοσιαλιστικές διεκδικήσεις, αγνοώντας τις ειδικότερες διεκδικήσεις των μαζών. Ένα γνήσιο σοσιαλιστικό πρόγραμμα είναι μεταβατικό, δηλαδή περιλαμβάνει μια γέφυρα σύνδεσης των επιμέρους αιτημάτων με τα σοσιαλιστικά καθήκοντα. Κι αυτή η γέφυρα δεν είναι άλλη, από ένα σύστημα μεταβατικών διεκδικήσεων, που ξεκινούν από τις σημερινές συνθήκες κι από τη σημερινή συνείδηση των πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξης και οδηγούν αμετάκλητα σε ένα και μόνο τελικό συμπέρασμα: την αναγκαιότητα κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο και την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Τέτοιο ήταν το πρόγραμμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος και της ΚΔ κατά την πρώτη περίοδο που καθοδηγούνταν από τον Λένιν και τον Τρότσκι (Βλέπε : «Τα Τέσσερα πρώτα συνέδρια της ΚΔ» – Εκδόσεις «Εργατική Πάλη» – 2008).

Στο σημερινό πρόγραμμα του ΚΚΕ – όπως και στην περίφημη απόφαση της 6ης Ολομέλειας του 1934 – υπάρχει μπόλικη σοσιαλιστική φρασεολογία, πολλές αντιφατικές εκφράσεις και αυτό, σε κάποιο βαθμό, συσκοτίζει την αληθινή, ρεφορμιστική φύση του. Ενδεικτικά, ενώ στη σελίδα 25 αναφέρεται ότι «Η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική», στη σελίδα 27 το πρόγραμμα προβάλει σαν επιβεβλημένη όχι τη σοσιαλιστική, αλλά «την αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης». Αυτός όπως γράφεται είναι ο δρόμος για να γίνει «η προσέγγιση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό». Ποιες είναι όμως αυτές οι «προϋποθέσεις» σύμφωνα με το πρόγραμμα; Διαβάζουμε στη σελίδα 27 ότι αυτές είναι «ο συσχετισμός δύναμης, η ετοιμότητα και η θέληση της εργατικής τάξης, η δύναμη και η προετοιμασία του ΚΚΕ και ο βαθμός αναζωογόνησης των ιδανικών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού».

Εδώ προκύπτουν ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα. Πως είναι δυνατόν να αναπτυχθούν γρηγορότερα αυτές οι «προϋποθέσεις» για το σοσιαλισμό, αν η ίδια η «γραμμής πάλης» του κόμματος δεν είναι σοσιαλιστική, αλλά απλά «αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή»; Πως ο «συσχετισμός δύναμης» για το σοσιαλισμό θα γίνει ευνοϊκός χωρίς μια σοσιαλιστική «γραμμή πάλης» από το κόμμα; Πως θα ετοιμαστεί το κόμμα για το πέρασμα στο σοσιαλισμό χωρίς να προβάλει το καθήκον της σοσιαλιστικής πάλης από σήμερα; Πως θα αναζωογονηθούν τα ιδανικά του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού αν αυτά αντικαθίστανται σήμερα από τα περιορισμένα και αμφιλεγόμενα «αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά δημοκρατικά» ιδανικά;

Οι προϋποθέσεις που επικαλείται το πρόγραμμα για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, στην πραγματικότητα αποτελούν προφάσεις για να υποστηριχθεί πως το ζήτημα του σοσιαλισμού δεν είναι επίκαιρο. Ο «συσχετισμός δύναμης» έτσι όπως τοποθετείται στο πρόγραμμα είναι κάτι εντελώς αφηρημένο, ενώ η «ετοιμότητα και θέληση της εργατικής τάξης», η «αναζωογόνηση των κομμουνιστικών ιδανικών», αλλά και η «προετοιμασία του ΚΚΕ» είναι ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με την ορθότητα ή μη της σημερινής πολιτικής του κόμματος.

Οι αληθινές προϋποθέσεις – όροι για το πέρασμα στο σοσιαλισμό είναι τρείς. Μια ανάγνωση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» των Μαρξ και Ένγκελς φθάνει για να κατανοήσει κάποιος πλήρως τις δύο από αυτές, που μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε αντικειμενικές. Η πρώτη είναι η επαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που θα επιτρέψουν να στηριχθεί πάνω τους η καινούργια σοσιαλιστική κοινωνία. Η σημερινή πρωτόγνωρη ανάπτυξη της τεχνολογίας, της επιστήμης και της βιομηχανίας και η επαπειλούμενη καταστροφή τους από την άναρχη και αντιφατική φύση του καπιταλισμού υπογραμμίζει ότι η προϋπόθεση αυτή είναι υπερώριμη. Η δεύτερη είναι η ύπαρξη μιας τάξης ικανής από την άποψη του όγκου και του κοινωνικού της ρόλου να παίξει τον ρόλο της καθοδηγητικής δύναμης στην πορεία για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Η τάξη αυτή, είναι ήδη στις περισσότερες χώρες το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού και ο αποφασιστικός ρόλος που διαδραματίζει στην κοινωνική και οικονομική ζωή την καθιστά την μόνη ικανή να καθοδηγήσει την κοινωνία στον σοσιαλισμό.

Όμως η Ιστορία ολόκληρου του 20ού αιώνα, έδειξε ότι υπάρχει και μια ακόμα καθοριστική, υποκειμενική προϋπόθεση. Αυτή η είναι η πολιτική της ηγεσίας των μαζικών οργανώσεων του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο έδωσε διαχρονικά σκληρές, ηρωικές μάχες για να αλλάξει την κοινωνία – με το ελληνικό προλεταριάτο να κατέχει εξέχουσα θέση μέσα σε αυτές – αλλά αυτές οι μάχες, με εξαίρεση την Οχτωβριανή επανάσταση, προδόθηκαν από την ηγεσία του, σοσιαλδημοκρατική και σταλινική. Η «θέληση και η ετοιμότητα του προλεταριάτου» ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι ήταν δεδομένη σε όλους τους μεγάλους σταθμούς της ταξικής πάλης στην Ελλάδα και Διεθνώς. Αυτό που δυστυχώς απουσίαζε, με εξαίρεση το Μπολσεβίκικο Κόμμα του 1917, ήταν η θέληση και η σωστή πολιτική της ηγεσίας του για να νικήσει η σοσιαλιστική επανάσταση. Συνεπώς, το χρέος μιας κομμουνιστικής ηγεσίας σήμερα, αντί να επιχειρεί να κρυφτεί πίσω από τον «βαθμό ετοιμότητας και τη θέλησης της εργατικής τάξης», είναι η ίδια να υιοθετήσει τη σωστή τακτική και το σωστό πρόγραμμα, ώστε να διαμορφωθεί και η τρίτη προϋπόθεση για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Η σημερινή Κομμουνιστική ηγεσία του προλεταριάτου έχει σε αυτό το καθήκον δύο πολύ σημαντικούς σύμμαχους. Την ιστορική εμπειρία από τις ήττες του 20ού αιώνα και τις μεγάλες πολιτικές παρακαταθήκες του Λένιν και των Μπολσεβίκων που ηγήθηκαν στην πρώτη νικηφόρα επανάσταση του προλεταριάτου στην Ιστορία. Υιοθετώντας μια γνήσια Μπολσεβίκικη – Λενινιστική πολιτική, τόσο ο «συσχετισμός δύναμης», όσο και η «ετοιμότητα και η θέληση της εργατικής τάξης», αργά ή γρήγορα θα διαμορφωθούν με τον ευνοϊκότερο δυνατό τρόπο, για την υπόθεση της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Η «αντιιμπεριαλιστική – αντιμονοπωλιακή – δημοκρατική» πάλη και ο αγώνας για το σοσιαλισμό

Το βασικό πρόβλημα με την «αντι-μονοπωλιακή, αντιιμπεριαλιστική, δημοκρατική» πάλη είναι ότι στην πράξη γίνεται αντιληπτή από την ηγεσία του ΚΚΕ σαν κάτι διαφορετικό από τον αγώνα για τον σοσιαλισμό. Γιατί ενώ σωστά στην ενότητα Γ του προγράμματος αναφέρεται ότι «…Το ΚΚΕ επιδιώκει να πείσει και άλλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους δεν υπηρετούνται με τη διατήρηση του καπιταλιστικού συστήματος. Ότι πρέπει να σταθούν στο πλευρό των δυνάμεων που παλεύουν για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό…» λίγο πιο κάτω, η προτεινόμενη «αντι-ιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή, δημοκρατική» γραμμή πάλης διαχωρίζεται – με τη μέγιστη δυνατή διακριτικότητα είναι αλήθεια – από τον αγώνα για το σοσιαλισμό: «…. Η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή δημοκρατική γραμμή πάλης συμβάλλει στη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, στην αντίσταση, και υπεράσπιση των συμφερόντων του από την επιθετικότητα του μεγάλου κεφαλαίου. Είναι ο δρόμος που βοηθά να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων, να γίνει η προσέγγιση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ο αγώνας αυτός συνδέεται περισσότερο και εντάσσεται οργανικά στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού. Περικλείει από τη φύση του ρήξεις που υπονομεύουν τα θεμέλια της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Δημιουργεί προϋποθέσεις για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της….» (τα έντονα γράμματα είναι δικά μας).

Βλέπουμε σε αυτές τις γραμμές μέσα από τις εκφράσεις που παρατίθενται με έντονα γράμματα την προσπάθεια να δημιουργηθεί μια απόσταση ανάμεσα στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλια και στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Έτσι αυτό το αντιιμπεριαλιστικό και αντιμονοπωλιακό είδος πάλης, αναφέρεται ότι μπορεί να βοηθήσει να γίνει «η προσέγγιση» και κάτω από «προϋποθέσεις» μπορεί να οδηγήσει στο πέρασμα στον σοσιαλισμό. Αναφέρεται επίσης πολύ προσεκτικά, ότι αυτό το είδος πάλης «εντάσσεται» στον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και «συνδέεται σήμερα περισσότερο», υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι τα προηγούμενα χρόνια συνδέονταν λιγότερο. Δεν αναφέρεται όμως πουθενά ότι η αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή πάλη ταυτίζεται με την ανατροπή του καπιταλισμού και το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Διότι η πραγματικότητα είναι ότι αυτό το είδος πάλης, όχι απλά συνδέεται ή εντάσσεται οργανικά, αλλά όπως έδειξε ο Λένιν στο έργο του «Ο Ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» ταυτίζεται με τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό. Κι αν κρίνουμε από το πότε γράφτηκε ο «Ιμπεριαλισμός» (1916), θα πρέπει να πούμε ότι αυτή η ταύτιση σίγουρα συνέβαινε εξίσου κι όχι λιγότερο όπως αναφέρει το πρόγραμμα και στα προηγούμενα, τουλάχιστον 80 χρόνια πριν από τη συγγραφή του προγράμματος του ΚΚΕ.

Η αντίληψη της διάκρισης της αντι-ιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής, δημοκρατικής πάλης από τον αγώνα για το σοσιαλισμό, πηγάζει σε τελική ανάλυση από μια λαθεμένη κατανόηση των εννοιών του ιμπεριαλισμού, των μονοπωλίων και της δημοκρατίας στη σημερινή εποχή. Ο ιμπεριαλισμός, δεν είναι ένα κακό καπιταλιστικό σύμπτωμα που μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να θιγούν οι αστικές σχέσεις ιδιοκτησίας. Όπως τόνιζε ο Λένιν «ο ιμπεριαλισμός είναι το ίδιο το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, δηλαδή ο ίδιος ο καπιταλισμός που σαπίζει» (Βλέπε «Ιμπεριαλισμός: το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» – εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»). Για κάθε γνήσιο Λενινιστή η αντιιμπεριαλιστική πάλη ταυτίζεται με την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό.

Όμοια, κάθε αντιμονοπωλιακός αγώνας είναι αντικειμενικά και αγώνας σοσιαλιστικός, αφού τα μονοπώλια είναι σήμερα αξεχώριστα από τον καπιταλισμό. Τα μονοπώλια είναι καρπός της εξέλιξης του καπιταλισμού και αποτέλεσμα του νόμου της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Στην εποχή μας τα μονοπώλια ελέγχουν το σύνολο σχεδόν της οικονομίας. Μια γνήσια αντιμονοπωλιακή πολιτική θα επιχειρούσε να τους αφαιρέσει αυτό τον έλεγχο, κοινωνικοποιώντας τα. Αυτό όμως εξαιτίας του όγκου τους πρακτικά θα οδηγούσε αυτόματα σε μια κρατικοποιημένη σχεδιασμένη οικονομία, άρα και στη δημιουργία της απαραίτητης υλικής βάσης για το σοσιαλισμό.

Τέλος, το κάλεσμα της πάλης για δημοκρατία γενικά, συσκοτίζει το τι είναι η δημοκρατία σε μια ταξική κοινωνία. Για τους μαρξιστές η δημοκρατία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια έννοια ταξικά προσδιορισμένη. Σήμερα που υπάρχουν 2 βασικές τάξεις στην κοινωνία, μόνο 2 είδη δημοκρατίας μπορούν να υπάρξουν: είτε η αστική, είτε η εργατική δημοκρατία.

Η αστική δημοκρατία προβλέπει ελευθερίες και δημοκρατικά δικαιώματα για τους εργάτες μέχρι εκεί που δεν απειλείται η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Στην οικονομία δεν υπάρχει κανένα είδος δημοκρατίας, αφού τα βασικά της κέντρα ελέγχονται από μια χούφτα καπιταλιστές.

Η εργατική δημοκρατία προβλέπει ελευθερίες μέχρι εκεί που δεν απειλούνται οι κατακτήσεις της προλεταριακής επανάστασης. Όμως στο πλαίσιο της εργατικής δημοκρατίας υπάρχει δημοκρατία και στο πεδίο της οικονομίας, αφού η εργαζόμενη πλειοψηφία κατέχει και διοικεί η ίδια τα μέσα παραγωγής. Ο Λένιν έγραφε σχετικά απαντώντας στον Κάουτσκι που αρέσκονταν να αναφέρεται στην δημοκρατία γενικά: «Η εργατική δημοκρατία είναι ένα εκατομμύριο φορές πιο δημοκρατική από κάθε αστική δημοκρατία. Η σοβιετικής εξουσία είναι ένα εκατομμύριο φορές πιο δημοκρατική από την πιο δημοκρατική αστική δημοκρατία» (σελ. 22 «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».)

Θεμελιώδης σκοπός κάθε Κομμουνιστικού κόμματος είναι, ξεκινώντας από τον αγώνα για περισσότερα δημοκρατικά δικαιώματα σήμερα, να προβάλει την ανωτερότητα της εργατικής δημοκρατίας έναντι της αστικής. Όμως δυστυχώς, στο προγραμματικό πλαίσιο του ΑΑΔΜ η εργατική δημοκρατία δεν αναφέρεται πουθενά. Το μόνο που προτείνεται είναι η πάλη για περισσότερα δημοκρατικά δικαιώματα.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 3ο” ]

Οι κοινωνικοί εταίροι του ΑΑΔΜ

Ποιες κοινωνικές δυνάμεις όμως θα συγκροτήσουν το ΑΑΔΜ σύμφωνα με το πρόγραμμα; Στη σελίδα 28 αναφέρεται ότι το Μέτωπο «εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, της εργαζόμενης αγροτιάς και των μεσαίων στρωμάτων της πόλης». Στη σελίδα 38 σημειώνεται επίσης ότι «..στις γραμμές του Μετώπου εντάσσονται δυνάμεις ανομοιογενείς από άποψη κοινωνικής θέσης και ιδεολογικοπολιτικής στάσης». Με άλλα λόγια, ομολογείται ότι στο Μέτωπο θα συμμετέχουν και κοινωνικές δυνάμεις που ούτε έχουν άμεσο συμφέρον, ούτε και συμφωνούν με τη μετάβαση στο σοσιαλισμό.

Η ομολογία αυτή γίνεται σαφέστερη στην ερμηνευτική του προγράμματος, πολιτική απόφαση του 17ου συνεδρίου του ΚΚΕ (2005), όπου και αναφέρεται ρητά ότι «…Η πολιτική πρόταση για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο είναι σαφής και συγκεκριμένη. Το ΚΚΕ δε θέτει όρο για τη διαμόρφωση κοινού πλαισίου δράσης τη συμφωνία για το σοσιαλισμό, την προγραμματική του θέση ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία ανάμεσα στην αστική πολιτική εξουσία και τη σοσιαλιστική. Συνεπώς, δεν υποχρεώνει τις άλλες δυνάμεις της συμμαχίας να υιοθετήσουν τις μορφές κατάκτησης της σοσιαλιστικής εξουσίας στην Ελλάδα, τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.»

Για να καταλάβουμε καλύτερα από μαρξιστική σκοπιά την ουσία αυτής της θέσης, πρέπει να ξεκινήσουμε αναφέροντας τον μαρξιστικό ορισμό για την πραγματική «κοινωνική θέση και ιδεολογικοπολιτική στάση» των μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων στον καπιταλισμό. Όπως έγραφαν οι Μαρξ και Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 38) τα στρώματα αυτά «είναι αντιδραστικές τάξεις γιατί ζητούν να στρέψουν προς τα πίσω τον τροχό της Ιστορίας», δηλαδή πριν την εποχή της μεγάλης βιομηχανίας. Και πιο κάτω στην ίδια σελίδα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου διαβάζουμε: «Αν οι μεσαίες τάξεις είναι επαναστατικές είναι σχετικά με το επικείμενο πέρασμα τους στο προλεταριάτο και τότε δεν υπερασπίζουν τα σημερινά αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου» (ο τονισμός δικός μας).

Σε αυτές τις φράσεις τίθεται με τον πιο ξεκάθαρο η μαρξιστική άποψη για τον ρόλο τον μικροαστικών στρωμάτων, η οποία όμως απουσιάζει παντελώς από το πρόγραμμα του ΚΚΕ. Στο πρόγραμμα αυτά τα στρώματα παρουσιάζονται να έχουν από τη φύση τους μια προοδευτική – δηλαδή κοινής αφετηρίας με την αντίστοιχη του προλεταριάτου αντι-ιμπεριαλιστική – αντι-μονοπωλιακή τοποθέτηση. Όμως ο Μαρξ και ο Ένγκελς με έναν καθαρό τρόπο, ξεκαθαρίζουν ότι η εναντίωση των μεσαίων στρωμάτων στην μεγαλοαστική τάξη, εκφράζεται όχι από μια προοδευτική, αλλά από μια αντιδραστική σκοπιά. Οι κλασσικοί εξηγούν ότι η εναντίωσή τους στην μεγαλοαστική τάξη γίνεται προοδευτική μόνο όταν εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου. Ρητά δηλαδή, αναφέρεται ότι η μόνη βάση πάνω στην οποία είναι δυνατό από μαρξιστική σκοπιά να υπάρξει από κοινού επαναστατικός αγώνας του προλεταριάτου με τις μεσαίες τάξεις, είναι το πρόγραμμα και οι σκοποί του προλεταριάτου, συνεπώς η αποδοχή της επιτακτικής αναγκαιότητας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Όμως η ηγεσία του ΚΚΕ, στο πρόγραμμα δε «θέτει όρο» στους μικροαστούς συμμάχους να ακολουθήσουν τους θεμελιώδεις σκοπούς του προλεταριάτου. Κάνει ακριβώς το αντίθετο. Καλεί το προλεταριάτο να λάβει υπόψη του την αντικειμενική δυσπιστία των μικροαστών έναντι του σοσιαλισμού και να συνάψει έτσι μια συμμαχία για να καταληφθεί η εξουσία, η οποία δεν θα έχει σαν βάση την αποδοχή του σοσιαλισμού. Έτσι οι «μεσαίοι» σύμμαχοι γίνονται το άλλοθι για την εγκατάλειψη της άμεσης αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, στην πράξη. Διότι η υποτιθέμενη «προγραμματική θέση ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία ανάμεσα στην αστική πολιτική εξουσία και τη σοσιαλιστική», είναι τόσο …«προγραμματική» που απουσιάζει σαν άμεσος, κεντρικός προγραμματικός στόχος, καθώς σαν τέτοιος τίθεται καθαρά η εξουσία του ΑΑΔΜ. Δηλαδή, μια ενδιάμεση εξουσία, μη σοσιαλιστική, σαν και αυτή που φέρεται ότι καταδικάζει η ηγεσία του ΚΚΕ.

Το προλεταριάτο και οι «κοινωνικές συμμαχίες»

Η ηγεσία του ΚΚΕ τονίζει διαρκώς ότι χωρίς τα μικρομεσαία αστικά στρώματα δεν μπορεί να διεξαχθεί αντι-ιμπεριαλιστική πάλη, γιατί «μας χρειάζονται κοινωνικοί σύμμαχοι». Όμως είναι έτσι τα πράγματα; Χρειάζονται «κοινωνικοί» σύμμαχοι για το προλεταριάτο και ποιοι πρέπει να είναι αυτοί;

Καταρχήν μιλώντας και μόνο με στατιστικούς όρους, πρέπει να πούμε ότι στις μέρες μας, ο ταξικός συσχετισμός δύναμης στην κοινωνία είναι συντριπτικά υπέρ της εργατικής τάξης. Ο Κ. Κάππος στο βιβλίο του με τίτλο «Η Ταξική σύνθεση της Ελληνικής κοινωνίας» (2004 εκδόσεις «Αλήθεια») αναφέρει ότι οι εργαζόμενοι αποτελούν το 58% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Αυτό σημαίνει ότι και αριθμητικά αποτελούν την πιο αποφασιστική δύναμη στην κοινωνία. Είναι παράλληλα, πασίδηλο σήμερα ότι μέσα από την εξέλιξη του καπιταλισμού το ποσοστό των αγροτών έχει μειωθεί δραματικά, μαζί με τη βαρύτητα του ρόλου τους στην κοινωνική και την πολιτική ζωή. Τα επίσημα στοιχεία μιλούν μόνα τους. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο «Ριζοσπάστη» στις 10 Γενάρη του 2008: «Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, στο τέλος του τρίτου τριμήνου του 2007, ο αριθμός των απασχολουμένων (ηλικίας άνω των 15 ετών) στον πρωτογενή τομέα – γεωργία, κτηνοτροφία, δασοκομία και θήρα, πλην αλιείας – έπεσε στα 496.700 άτομα. Το 1998 ο αριθμός ήταν 710.200 και ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 2000 ήταν 697.400 και το 2005 531.400 άτομα. Έτσι, προκύπτει ότι μέσα σε μια δεκαετία 213.500 αγρότες εγκατέλειψαν τον αγροτικό τομέα (αποχώρησαν, συνταξιοδοτήθηκαν, πέθαναν) και το ποσοστό των απασχολουμένων στη γεωργία και την κτηνοτροφία έπεσε στο 10,9%, στο σύνολο των απασχολουμένων στη χώρα μας, από 17,5% που ήταν πριν από δέκα χρόνια».

Επίσης τα παραδοσιακά μεσαία στρώματα της πόλης (μαγαζάτορες, βιοτέχνες, επαγγελματίες) σαν αποτέλεσμα της αύξησης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, είναι σε μια διαδικασία διαρκούς συρρίκνωσης. Μια σειρά τμημάτων κρατικών υπαλλήλων και μορφωμένων εργαζόμενων που παραδοσιακά δεν εντάσσονταν στην εργατική τάξη (διανόηση, δάσκαλοι, γιατροί, εργαζόμενοι στις δημόσιες υπηρεσίες κ.α) στην εποχή μας, από την άποψη των υλικών όρων διαβίωσης και της ταξικής τους συνείδησης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της εργατικής τάξης. Σήμερα λοιπόν, η εργατική τάξη είναι πανίσχυρη κοινωνικά. Συνεπώς η ανάγκη για συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά και τα μεσαία στρώματα της πόλης έχει ασφαλώς μικρότερη σημασία από ότι είχε στην εποχή του Λένιν και των Μπολσεβίκων, όπου η εργατική τάξη ήταν πληθυσμιακή μειονότητα στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια καθόλου ότι το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης πρέπει να υποτιμήσει αυτά τα μεσαία στρώματα και να μην προσπαθήσει να τα προσεταιριστεί ή έστω να τα ουδετεροποιήσει στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Αυτό όμως, σε κάθε περίπτωση πρέπει να γίνει – όχι υποκύπτοντας στις αυταπάτες τους για τον καπιταλισμό – αλλά επιχειρώντας να τα κερδίσει στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα της εργατικής τάξης. Έτσι έθεταν το ζήτημα οι αποφάσεις των πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) την εποχή του Λένιν: «…Στον αγώνα ενάντια στο κράτος των καπιταλιστών και των τσιφλικάδων, οι φτωχοί αγρότες και καλλιεργητές είναι οι φυσικοί σύντροφοι μάχης του βιομηχανικού και αγροτικού προλεταριάτου. Για να συνδεθεί το επαναστατικό τους κίνημα με τον αγώνα του προλεταριάτου της πόλης και του κάμπου χρειάζεται να πέσει το αστικό κράτος και να καταληφθεί η πολιτική εξουσία από το βιομηχανικό προλεταριάτο, να γίνει απαλλοτρίωση των μέσων παραγωγής καθώς και της γης και κατάργηση της κυριαρχίας των τσιφλικάδων και της μπουρζουαζίας στην ύπαιθρο.» (Ντοκουμέντα, Θέσεις και αποφάσεις του 2ου συνεδρίου της ΚΔ, Εκδόσεις…).

Ταυτόχρονα, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι, σαν πρώτο τους μέλημα για να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι όροι για τη νίκη της προλεταριακής εξουσίας, δεν έθεταν την «κοινωνική συμμαχία» με τους μικροαστούς, αλλά την ίδια την ενότητα του προλεταριάτου. Γιατί μόνο ένα ενωμένο και αποφασιστικό προλεταριάτο μπορεί να τραβήξει στην υποστήριξή του τα μικροαστικά στρώματα. Για το σκοπό αυτό μάλιστα την εποχή του Λένιν, η ΚΔ είχε συγκεκριμένα επεξεργαστεί την πολιτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, που θα έπρεπε να συγκροτηθεί από κοινού με τα υπόλοιπα μαζικά εργατικά κόμματα, στη βάση της αρχής «χτυπάμε μαζί βαδίζουμε χωριστά», που σημαίνει ενιαία χτυπήματα στον ταξικό εχθρό και πλήρη πολιτική, προγραμματική ανεξαρτησία για το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου. Δυστυχώς όμως, παρ’ ότι η ηγεσία του ΚΚΕ μιλάει για την αδήριτη αναγκαιότητα της κοινωνικής συμμαχίας με τους μικροαστούς, μέσα από την τακτική των χωριστών κινητοποιήσεων και συγκεντρώσεων οδηγεί στη διάσπαση το ίδιο το εργατικό κίνημα, αποδυναμώνοντας το – εκτός των άλλων – και στα μάτια των μικροαστών.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 4ο” ]

Το πρόγραμμα του ΑΑΔΜ: λαϊκή οικονομία

Έχοντας απομακρύνει τον στόχο του σοσιαλισμού από τα άμεσα καθήκοντα πάλης της «κοινωνικής συμμαχίας» με πρόσχημα την πολιτική και κοινωνική ετερογένεια των «κοινωνικών συμμάχων» του ΑΑΔΜ, φυσιολογικά το πολιτικό πρόγραμμα που τίθεται στο επίκεντρο της «κοινωνικής συμμαχίας» δεν είναι επαναστατικό. Είναι μια δέσμη μεταρρυθμίσεων, «αντιμονοπωλιακών» και φιλεργατικών, που όπως καθιερώθηκε να λέγεται από την εποχή της έκδοσης του προγράμματος και μετά, θα επιδιώξει την εγκαθίδρυση μιας «λαϊκής οικονομίας».

Διαβάζουμε σχετικά: «Στις βασικές προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχους πάλης εντάσσονται: …Η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως βασική προϋπόθεση για την αξιοποίηση των εγχώριων αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας… Η δράση που έχει στόχο να αντιμετωπιστεί το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας, η προστασία και πραγματική αύξηση του λαϊκού εισοδήματος… Η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή στους μισθούς, συντάξεις και επιδόματα… Η πάλη κατά της επιβολής των νέων εργασιακών σχέσεων…. Η μείωση των ωρών εργασίας με πλήρη διασφάλιση των οικονομικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών…. Η κατάργηση των υπερωριών και η λήψη μέτρων που αντιπαλεύουν και καταργούν τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών και των νέων… H ανάπτυξη και χρήση των νέων τεχνολογιών σε όφελος των εργαζομένων….Μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια στους εργασιακούς χώρους. Θεσμοί εργατικού και λαϊκού ελέγχου….Ίση αμοιβή για ίση δουλειά ανδρών και γυναικών, νέων και αλλοδαπών εργαζομένων…. Επιδότηση αόριστης διαρκείας στους ανέργους, επιδόματα στο 80% του βασικού μεροκάματου…. Διασφάλιση των κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ανέργων στη διάρκεια της ανεργίας….Ειδική προστασία στα άτομα με ειδικές ανάγκες και στην τρίτη ηλικία… Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων γενικότερα…Δημοκρατική, αντιμονοπωλιακή μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων… Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και των φοροαπαλλαγών του μεγάλου κεφαλαίου… Μηδενικός φορολογικός συντελεστής σε είδη και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης….Έλεγχος τιμών στις πηγές και μέτρα αντιμετώπισης της κερδοσκοπίας. Φθηνές τιμές σε είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης…Η δράση κατά των συμφωνιών που υποθηκεύουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Υπαγωγή όλων των βασικών υπηρεσιών κοινωνικής πολιτικής και πρόνοιας στο δημόσιο τομέα. Η διεκδίκηση και υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα επιχειρήσεων και τομέων στρατηγικής σημασίας (έρευνα, τεχνολογία, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, τράπεζες, ορυκτός πλούτος). Απεξάρτησή τους από μονοπωλιακές δεσμεύσεις, προώθηση ουσιαστικού κοινοβουλευτικού και λαϊκού ελέγχου….Αγώνας για την ενίσχυση, αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα υγείας, με έμφαση στην πρόληψη και στην προστασία από τις επαγγελματικές ασθένειες. Ανάπτυξη της κρατικής βιομηχανίας φαρμάκων και ιατρικών μηχανημάτων και άλλων αναλώσιμων υλικών. Πάλη για τον περιορισμό, με τελικό στόχο την κατάργηση, των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων στο τομέα της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης. Δράση ενάντια στην εμπορευματοποίηση της γνώσης. Δημόσια, δωρεάν, σύγχρονη, λαϊκή παιδεία χωρίς ταξικούς φραγμούς, που υπηρετεί και συνδυάζει σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικούς, ανθρωπιστικούς και επαγγελματικούς σκοπούς.. Η απόκρουση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και της GATT και των συνεπειών από την προώθησή τους. Ενίσχυση των αγροτικών συνεταιρισμών. Πολιτική για την ανάπτυξή τους, τη ρύθμιση των χρεών τους. Η υποστήριξη πολιτικής επιδοτήσεων για την αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής σύμφωνα με τις δυνατότητες της χώρας μας. Μέτρα στήριξης του εισοδήματος του μικρομεσαίου αγρότη, αύξηση δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων για έργα υποδομής. Αντιμονοπωλιακό πλαίσιο μέτρων για την υποστήριξη και ενίσχυση της βιοτεχνίας, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Κίνητρα για τη συνεταιριστική οργάνωσή τους…Μέτρα για την προστασία της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της νέας γενιάς στη μόρφωση, στην εργασία, στην πολιτιστική και πνευματική της ανάπτυξη, για τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου.»

Παρατηρούμε λοιπόν ότι από το πρόγραμμα του ΑΑΔΜ λείπει το θεμελιώδες στοιχείο ενός σοσιαλιστικού προγράμματος, που είναι η κοινωνικοποίηση των μεγαλύτερων βιομηχανιών και των λοιπών μεγάλων επιχειρήσεων, του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου και του τραπεζικού συστήματος, κάτω από εργατικό έλεγχο και διαχείριση. Οι κοινωνικοποιήσεις υπάρχουν μόνο στην ενότητα – στάδιο της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού», εντελώς ασύνδετες με τα άμεσα, σημερινά καθήκοντα της πάλης τους προλεταριάτου. Όσες φορές κι αν προσθέσει κάποιος τον όρο «λαϊκό» ή τα παράγωγά του στους στόχους του ΑΑΔΜ, η απουσία της κοινωνικοποίησης των βασικών μοχλών της οικονομίας, κάνει το πρόγραμμα του ρεφορμιστικό, ένα πρόγραμμα που προβλέπει δηλαδή κάποιες μερικού χαρακτήρα, ποσοτικές αλλαγές στο πλαίσιο του υπάρχοντος καπιταλιστικού συστήματος.

Ποια είναι όμως συγκεκριμένα τα προβλήματα που προκύπτουν από το ρεφορμιστικό πρόγραμμα του ΑΑΔΜ;

  1. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνονται προς διεκδίκηση, όπως η μείωση των ωρών εργασίας, η αυτόματη τιμαριθμική Αναπροσαρμογή σε μισθούς και συντάξεις, η κατάργηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων κ.α, δεν μπορεί να γίνουν αποδέκτες από τους καπιταλιστές. Θα προκαλέσουν επενδυτική αποχή και σαμποτάζ στην οικονομία, όσο οι μεγάλες επιχειρήσεις βρίσκονται στα χέρια τους. Άρα, χωρίς την κοινωνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων δεν μπορούν να σταθούν.
  2. Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στο πρόγραμμα, όπως η υποστήριξη της βιοτεχνίας, οι επιδοτήσεις για να υπάρξουν φθηνές τιμές στα βασικά είδη κατανάλωσης, η Δημόσια Δωρεάν, σύγχρονη Λαϊκή Παιδεία, η ρύθμιση των χρεών των αγροτικών συνεταιρισμών, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων για έργα υποδομής, η επιδότηση αόριστης διάρκειας στους ανέργους κ.λ.π χρειάζονται τεράστια κονδύλια. Για να γίνουν όλα αυτά, δεν αρκεί να αυξηθεί η φορολογία στα μονοπώλια τα οποία άλλωστε έχουν χιλιάδες νόμιμα παράθυρα για να φοροδιαφεύγουν. Πρέπει να κοινωνικοποιηθούν και τα κέρδη των μονοπωλίων, δηλαδή τα ίδια τα μονοπώλια, κάτω από εργατικό έλεγχο και διαχείριση.
  3. Οι «αντι-ιμπεριαλιστικές» μεταρρυθμίσεις, όπως η αποδέσμευση από την ΕΕ, η άρνηση συμμετοχής στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ θα είναι αναποτελεσματικές όσο το ξένο κεφάλαιο κατέχει ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής οικονομίας. Ουσιαστική αντι-ιμπεριαλιστική πολιτική είναι η κοινωνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων που ελέγχει το ξένο κεφάλαιο, για να μην μπορεί να εκβιάζει και να σαμποτάρει την οικονομία της χώρας.

Διαβάζοντας το προγραμματικό πλαίσιο του ΑΑΔΜ ξεκαθαρίζεται και η σύγχυση που δημιουργεί η αντιφατική παράγραφος στη σελίδα 31 με την οποία ξεκινάει η ενότητα με τίτλο «Προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχοι πάλης». Εκεί διαβάζουμε: «Το ΚΚΕ πρωτοστατεί ώστε το Μέτωπο να οργανώνει την πάλη, να ιεραρχεί τις κατευθύνσεις και τα αιτήματα με βάση ένα προγραμματικό πλαίσιο κατευθύνσεων και στόχων που εναντιώνονται και συγκρούονται με τις βασικές επιλογές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ένα πλαίσιο ανοιχτό σε ριζικές αλλαγές που θίγουν τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν μπορεί να είναι οποιοδήποτε ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αποτελεί πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης του συστήματος.» Οι φράσεις αυτές είναι σκόπιμα γενικές και αντιφατικές. Στην πρώτη φράση υπάρχει η αναφορά στην εναντίωση και σύγκρουση μόνο με «επιλογές» των μονοπωλίων. Στη δεύτερη παρατίθεται μια διπλωματική διατύπωση κατά την οποία, το προγραμματικό πλαίσιο είναι «ανοικτό» σε αλλαγές που θίγουν τα «βάθρα του συστήματος», χωρίς όμως, όπως μόλις είδαμε, αυτές τις αλλαγές να τις προβάλει. Αυτή η θολή, διπλωματική γλώσσα δεν έχει τίποτα κοινό με τη μαρξιστική μέθοδο. Όσο και να ψάξουμε δεν θα τη συναντήσουμε σε κανένα από τα κείμενα των κλασσικών του Μαρξισμού.

Μέσα στο προπέτασμα καπνού των διπλωματικών διατυπώσεων, ξεπροβάλει και η πολιτική δικαιολόγηση για τον ρεφορμιστικό χαρακτήρα του οικονομικού προγράμματος του ΑΑΔΜ, δηλαδή για την πολιτική της «λαϊκής οικονομίας». Διαβάζουμε σχετικά στο δεύτερο μισό της παραγράφου με την οποία αρχίζει η ενότητα «Προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχοι πάλης», ότι το πρόγραμμα του Μετώπου «πρέπει να αντανακλά το επίπεδο ωρίμανσης των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών κοινωνικών δυνάμεων. Να θεμελιώνει και να βαθαίνει τη συμμαχία τους. Να αναπτύσσει την κοινωνική και πολιτική συνείδηση της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Το Μέτωπο επηρεάζεται από το βαθμό συμφωνίας των δυνάμεων που το συγκροτούν σε συμμαχία με το ΚΚΕ…»

Το θεμελιακό λάθος που υπάρχει εδώ, είναι ότι ένα επαναστατικό πρόγραμμα δεν πρέπει να εκφράζει τον εκάστοτε βαθμό ωριμότητας της συνείδησης, αλλά το βαθμό ωριμότητας των αντικειμενικών συνθηκών. Αυτή είναι η μέθοδος όλων των θεμελιωδών πολιτικών ντοκουμέντων του μαρξισμού, από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο μέχρι τις αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς της εποχής του Λένιν. Αν οι αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες είναι ώριμες για το σοσιαλισμό, πράγμα που συμβαίνει εδώ και πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα και διεθνώς, τότε το πρόγραμμα που θα προβάλει το κόμμα πρέπει να είναι σοσιαλιστικό. Το ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτό το σημείο είναι ότι, από τη στιγμή που το πρόγραμμα «αντανακλά το επίπεδο ωρίμανσης των κοινωνικών του δυνάμεων», ομολογείται ανοιχτά ότι στο πρόγραμμα του ίδιου του κόμματος (που έχει το πλαίσιο του ΑΑΔΜ στο επίκεντρο) αντανακλώνται όλες οι αυταπάτες των μικροαστών.

Η Λαϊκή εξουσία και το ΑΑΔΜ

Ο δεύτερος προγραμματικός πυλώνας του ΑΑΔΜ είναι η «λαϊκή εξουσία». Για να αποκτήσουμε μια καθαρότερη εικόνα για αυτό τον όρο είναι ανάγκη να καταφύγουμε στα έργα των κλασσικών. Στα γραπτά του Μαρξ και του Λένιν, στην επαναστατική παράδοση των μπολσεβίκων και των πρώτων χρόνων της ΚΔ που καθοδηγούσε ο Λένιν, δεν χρησιμοποιούνταν ο όρος «λαϊκή εξουσία» για να περιγραφεί η προλεταριακή εξουσία. Ο όρος «λαϊκή εξουσία», πάντα εξέφραζε τη λογική της ταξικής συνεργασίας, στο πλαίσιο της οποίας το προλεταριάτο παραιτούνταν από τα σοσιαλιστικά καθήκοντα. Έτσι το 1875, ο Μαρξ επέκρινε δριμύτατα τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, οι οποίοι στο περίφημο συνέδριο της Γκότα υιοθέτησαν τον προγραμματικό στόχο του «λαϊκού κράτους», εξηγώντας ότι ένα τέτοιο κράτος δεν μπορεί να υπάρξει, καθώς πάντα σε τελική ανάλυση το κράτος θα είναι όργανο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης. Ο Μαρξ έγραφε αναφορικά με το «λαϊκό κράτος» της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας: «Μια και το κράτος είναι λοιπόν μόνο ένας προσωρινός θεσμός, που τον χρησιμοποιεί κανείς στον αγώνα, στην επανάσταση, για να καταστέλλει με τη βία τους αντιπάλους του, είναι καθαρή ανοησία να μιλάει κανείς για «ελεύθερο λαϊκό κράτος» (Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα σελ. 47.)

Ας δούμε τώρα τι θα είναι αυτή η εξουσία του ΑΑΔΜ και από τι θα αποτελείται. Στη σελ. 31 του προγράμματος μαθαίνουμε ότι τα έμβρυα της νέας πολιτικής εξουσίας του Μετώπου θα είναι οι «λαογέννητοι θεσμοί που εμφανίζονται στη διάρκεια των ταξικών αγώνων». Ποιοι είναι όμως αυτοί οι θεσμοί; Δεν περιγράφεται έστω ακόμα και ένα γενικό πλαίσιο που θα διέπει τη λειτουργία τους. Η ιστορική εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού και πάνω από όλα της Οχτωβριανής επανάστασης με το θεσμό των εργατικών συμβουλίων, δεν φαίνεται να είναι το σημείο αναφοράς της «λαϊκής εξουσίας».

Είναι επίσης χαρακτηριστικό το γεγονός, πως παρότι το ΚΚΕ αποτελεί από τις ιδρυτικές του αρχές κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας, στα σενάρια ανόδου του ΑΑΔΜ στην εξουσία δεν υπάρχει πουθενά ο ανεξάρτητος ρόλος της εργατικής τάξης. Πουθενά δεν διακρίνεται ο ανεξάρτητος ρόλος των εργατικών οργανώσεων (π.χ απεργιακών επιτροπών, απεργιακών φρουρών, εργατικών ομάδων αυτοάμυνας, εργατικής πολιτοφυλακής και βέβαια των σοβιέτ-εργατικών συμβουλίων). Άρα αφού δεν περιγράφονται στοιχειωδώς οι «λαογέννητοι θεσμοί», ανοίγει διάπλατα η πόρτα για έναν, όχι και τόσο «λαογέννητο» θεσμό: το αστικό κοινοβούλιο.

Στη σελίδα 38 λοιπόν μαθαίνουμε ότι «σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθορά στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντι-ιμπεριαλιστικών και αντι-μονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας»

1η παρατήρηση: Οι συνθήκες μεγάλων ταξικών αναμετρήσεων και η μεγάλη φθορά των αστικών κομμάτων είναι βασικότατοι όροι για το επαναστατικό πέρασμα. Σε τέτοιες συνθήκες, οποιαδήποτε υποστήριξη σε μια μη εργατική κυβέρνηση, που θα βασίζεται στο κοινοβούλιο και θα προσπαθεί να μεταρρυθμίσει ειρηνικά τον καπιταλισμό, χωρίς την πάλη για μια εργατική κυβέρνηση, μόνο επικίνδυνες αυταπάτες μπορεί να δημιουργήσει. Από τη στιγμή που θα υπάρχει ένα μαζικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αυτό για το οποίο πρέπει να αγωνίζεται ανοιχτά είναι ο ίδιος ο σκοπός της ίδρυσής του, δηλαδή η εγκαθίδρυση μιας εργατικής εξουσίας που θα προχωρήσει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

2η παρατήρηση: Το αστικό κοινοβούλιο μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα ως βήμα για επαναστατική προπαγάνδα. Μια κυβέρνηση όμως που θα το έχει σαν «βάση» όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα (δηλαδή με άλλα λόγια που δεν θα έχει σαν βάση τους ταξικά ανεξάρτητους επαναστατικούς θεσμούς του προλεταριάτου) δεν εξηγείται το πώς ακριβώς θα μπορούσε «να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας». Ο Λένιν που δεν συνήθιζε να μιλά με γρίφους, ήταν απόλυτα ξεκάθαρος για το ρόλο του αστικού κοινοβουλίου. Στην πολεμική του ενάντια στον Κάουτσκι έγραφε:
«Πάρτε το αστικό κοινοβούλιο. Μπορούμε να δεχθούμε ότι ο σοφός κύριος Κάουτσκι δεν άκουσε ποτέ πως το χρηματιστήριο και οι τραπεζίτες τόσο περισσότερο υποτάσσουν το αστικά κοινοβούλιο, όσο πιο εξελιγμένη είναι η αστική δημοκρατία. Από εδώ δεν βγαίνει ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τον αστικό κοινοβουλευτισμό (και οι μπολσεβίκοι τον χρησιμοποίησαν με τόση επιτυχία, που είναι ζήτημα αν το έκανε άλλο κόμμα στον κόσμο, αφού στα 1912-1914 κερδίσαμε όλη την εργατική κουρία της 4ης Δούμας). Απ’ εδώ όμως βγαίνει ότι μόνο ένας φιλελεύθερος μπορεί να ξεχνά τον ιστορικά περιορισμένο και συμβατικό χαρακτήρα του αστικού κοινοβουλευτισμού όπως το ξεχνά ο Κάουτσκι». («Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 19). Δυστυχώς όπως φαίνεται, αυτό το ρόλο από τότε τον λησμόνησαν πέρα από τους φιλελεύθερους και πολλοί ορκισμένοι «λενινιστές»….

Πιο κάτω πληροφορούμαστε ότι αυτή η κυβέρνηση του ΑΑΔΜ, για την οποία θα παλέψει τόσα χρόνια το ΚΚΕ, δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι θα ακολουθήσει τη σωστή πολιτική. Στη σελ. 39 αναφέρεται ότι «θα κριθεί αν θα προχωρήσει προς τα εμπρός». Χρόνια λοιπόν ολάκερα, τα μέλη του κόμματος και η εργατική τάξη θα παλεύουν για μια κυβέρνηση που τελικά δεν είναι και τόσο σίγουρο το τι θα κάνει.

Πιο μετά στην ίδια σελίδα, προβλέπεται ότι η αστική τάξη θα ανατρέψει αυτή την κυβέρνηση: «Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, τότε η κυβέρνηση θα ανατραπεί κάτω από την αντίδραση της αστικής τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά συνολικό πισωγύρισμα. Μπορεί να γίνει παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος»!!Δεν μπορούμε εδώ να βρούμε εδώ άλλο χαρακτηρισμό από τον όρο «πολιτική ανευθυνότητα». Τι μας λέει λοιπόν το πρόγραμμα με απλά λόγια; Παλέψτε για μια ρεφορμιστική κυβέρνηση, που με την πολιτική της θα δώσει χώρο και χρόνο (όπως για παράδειγμα συνέβη με την κυβέρνηση Αλιέντε και τη δικτατορία Πινοσέτ στη Χιλή) για την ανατροπή της από την αστική τάξη, ασφαλώς με χιλιάδες νεκρούς και το τσάκισμα του προλεταριάτου. Όμως αυτό μπορεί να είναι για το καλό σας, γιατί έτσι μπορεί να καταλάβετε ότι χρειάζεται η «ριζική ανατροπή του συστήματος» κι όχι αυτό που σας προτείναμε εμείς, δηλαδή μια κυβέρνηση μεταρρυθμίσεων! Τέτοιος παραλογισμός, τέτοια σύγχυση και τέτοιος εμπαιγμός δεν ταιριάζουν σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση όπως είναι το πρόγραμμα ενός Κομμουνιστικού κόμματος.

Βέβαια υπάρχει και το άλλο σενάριο στη σελίδα 38-39, δηλαδή «όταν η επαναστατική διαδικασία θα έχει ξεκινήσει, να προκύψει μια κυβέρνηση του ΑΑΔΜ χωρίς εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης». Και πάλι όμως αυτή η κυβέρνηση θα είναι μια ρεφορμιστική κυβέρνηση, αφού θα εφαρμόσει το περιορισμένο πρόγραμμα του ΑΑΔΜ. Και από την ώρα που στο πρόγραμμα ομολογείται ότι θα στηρίζεται σε ένα κοινωνικά και πολιτικά ανομοιογενές Μέτωπο της εργατικής τάξης με μικροαστικά στρώματα, δεν εξηγείται το πώς ξαφνικά μπορεί να είναι και η «εξουσία της εργατικής τάξης». Όσο για το περίφημο «θα ταυτίζεται ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση», αυτό αποτελεί μια ακόμα σπαζοκεφαλιά μπροστά στην οποία δεν μπορεί παρά κάποιος να σηκώσει τα χέρια ψηλά, αγανακτώντας με τη σύγχυση και την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το ζωτικό ζήτημα της εξουσίας στο σημαντικότερο ντοκουμέντο του κόμματος.

Ποια πρέπει όμως να είναι η σωστή θέση για το ζήτημα της εξουσίας σε ένα επαναστατικό πρόγραμμα; Οι κλασικοί δεν χρησιμοποιούσαν μισόλογα και θολές κουβέντες. Ο Μαρξ στην «Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα» έγραφε: «Ανάμεσα στην καπιταλιστική και την κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της πρώτης στη δεύτερη. Στην περίοδο αυτή αντιστοιχεί και μια πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από την επαναστατική διχτατορία του προλεταριάτου» («Κριτική στο πρόγραμμα της Γκότα» – «Σύγχρονη Εποχή», σελίδα 34).

Ας δούμε επίσης, το πώς μιλούσε το προγραμματικό ντοκουμέντο του ιδρυτικού συνεδρίου της Κομουνιστικής Διεθνούς, γραμμένο δια χειρός Λένιν:

«..2)) Καθήκον του προλεταριάτου είναι σήμερα να καταλάβει την εξουσία. Κατάληψη της εξουσίας σημαίνει την συντριβή του κρατικού μηχανισμού και οργάνωση ενός καινούριου μηχανισμού, του μηχανισμού της προλεταριακής εξουσίας.

3) καινούριος μηχανισμός της εξουσίας πρέπει να αντιπροσωπεύει τη διχτατορία της εργατιάς και σε ορισμένες χώρες των αγροτικών εργατών.

4) Η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να είναι ο μοχλός της άμεσης απαλλοτρίωσης του κεφαλαίου, της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της μετατροπής αυτής της ιδιοκτησίας σε κοινωνική ιδιοκτησία. Η κοινωνικοποίηση της μεγάλης βιομηχανία και των τραπεζών, των κέντρων οργάνωσής τους, η μονοπώληση του εμπορίου, η εισαγωγή της εργατικής διαχείρισης, να ποια είναι τα άμεσα καθήκοντα..»

(Μανιφέστα – Θέσεις και αποφάσεις του 1ου παγκόσμιου συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς – σελ. 35 – εκδόσεις «Σοσιαλισμός» – Αθήνα 1977).

Αυτή είναι η κρυστάλλινη και συγκεκριμένη γλώσσα με την οποία πρέπει να μιλάει το πρόγραμμα ενός Κομμουνιστικού Κόμματος. Το ιστορικό καθήκον του προλεταριάτου είναι να καταλάβει την εξουσία κι όχι να χτίζει ένα Μέτωπο που θα καταλάβει την εξουσία πριν από το προλεταριάτο και πριν την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, για να φέρει σε πέρας ένα αμφίβολου περιεχομένου, ενδιάμεσο στάδιο αντι-ιμπεριαλιστικής διακυβέρνησης. Το κόμμα του προλεταριάτου πρέπει από σήμερα να παλέψει για την εργατική εξουσία και την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου, παλεύοντας να κερδίσει την υποστήριξη σε αυτό το σκοπό των τσακισμένων από τον καπιταλισμό μικροαστικών στρωμάτων.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 5ο” ]

Οικοδόμηση του σοσιαλισμού: μια υπόθεση… ελληνική

Αλλά και το 2ο στάδιο, αυτό της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού», δεν είναι και τόσο μαρξιστικό και σοσιαλιστικό. Πρότυπο εδώ, δεν είναι το εργατικό κράτος όπως το περιέγραψαν στις γενικές του αρχές οι Μαρξ και Λένιν στα έργα τους ή όπως εμφανίστηκε στην υγιή του μορφή στην Κομμούνα του Παρισιού και στα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά το γραφειοκρατικά παραμορφωμένο εργατικό κράτος της εποχής του Στάλιν. Είναι μια καρικατούρα του σοσιαλισμού, αφού αποτελεί έναν «σοσιαλισμό» μέσα στα όρια ενός κράτους και δίχως εργατική δημοκρατία.

Το πρόγραμμα στη σελ. 48 αναφέρει: «Η διαδικασία ολοκληρωτικής κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο στην Ελλάδα, που θα επηρεαστεί, ασφαλώς, και από το διεθνές πλαίσιο, θα είναι πολύπλοκη, λόγω των δυσκολιών που κληρονομεί στη νέα κοινωνία ο ελληνικός καπιταλισμός και η συμμετοχή του στους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Οι δυσκολίες θα αντιμετωπίζονται από την επαναστατική δράση των ίδιων των λαϊκών μαζών..» Επίσης στη σελίδα 53 γράφεται ότι «Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού θα ανοίξει μια νέα εποχή στην ιστορία του ελληνικού λαού και της χώρας μας». Οι φράσεις αυτές με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο δείχνουν ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι για το πρόγραμμα μια «ελληνική» υπόθεση. Τέσσερα χρόνια μετά, η απόφαση του 16ου συνεδρίου του ΚΚΕ το 2000 εμβαθύνοντας αυτή τη θέση, τονίζει ότι «Η Ελλάδα διαθέτει τους πόρους και τις παραγωγικές δυνάμεις για μια φιλολαϊκή σοσιαλιστική ανάπτυξη». Αυτή η άποψη παραπέμπει εξολοκλήρου στην περίφημη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» του Στάλιν, η οποία στα μέσα της δεκαετίας του 1920 έγινε η βασική θεωρητική έκφραση του κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού της ανερχόμενης σοβιετικής γραφειοκρατίας.

Οι σταλινικοί έψαξαν πολύ για να βρουν στα γραπτά του Λένιν αναφορές που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τη θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα. Δεν το κατόρθωσαν όμως γιατί πολύ απλά, ο διεθνής χαρακτήρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αποτελούσε μια γενικά παραδεκτή αρχή στο μπολσεβίκικο κόμμα μέχρι και το πρώτο μισό του 1924.

Ο ίδιος ο Στάλιν μάλιστα το Φεβρουάριο του 1924, στο βιβλίο του «Οι Βάσεις του Λενινισμού» συνόψιζε τις θέσεις του Λένιν γύρω από αυτό το ζήτημα, σε ένα απόσπασμα που για ευνόητους λόγους εξαφανίστηκε από τις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου και αντικαταστάθηκε με ένα άλλο που ταίριαζε στη θεωρία «του σοσιαλισμού σε μια χώρα»: «Η ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και η εγκαθίδρυση μιας προλεταριακής κυβέρνησης σε μια χώρα δεν εγγυάται ακόμη την τελική νίκη του σοσιαλισμού. Το κύριο καθήκον του σοσιαλισμού – η οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής – παραμένει ενώπιον μας. Μπορεί αυτό το καθήκον να εκπληρωθεί, μπορεί η τελική νίκη του σοσιαλισμού σε μία χώρα να επιτευχθεί, χωρίς τις κοινές προσπάθειες του προλεταριάτου περισσοτέρων προηγμένων χωρών; Όχι, αυτό είναι αδύνατο. Για την ανατροπή της αστικής τάξης οι προσπάθειες μιας χώρας είναι αρκετές – η ιστορία της επανάστασής μας φέρει μαρτυρία γι’ αυτό. Για την τελική νίκη του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας μόνο χώρας, ιδιαίτερα μιας τέτοιας αγροτικής χώρας σαν τη Ρωσία, δεν είναι αρκετές. Γι’ αυτήν οι προσπάθειες των προλετάριων περισσοτέρων προηγμένων χωρών είναι απαραίτητες. Αυτά είναι, συνολικά, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της λενινιστικής θεωρίας της προλεταριακής επανάστασης.»(Παρατίθεται στο βιβλίο «Λένιν και Τρότσκι: Τι πραγματικά υποστήριζαν» των Τεντ Γκραντ και Άλαν Γουντς- εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή»-2008).

Η ίδια η δημιουργία της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς, μετά την κατάληψη της εξουσίας στην ΕΣΣΔ, ήταν η καθαρότερη έκφραση της μπολσεβίκικης αντίληψης της επανάστασης, όχι σαν ένα εθνικό φαινόμενο μέσα στα σύνορα της πρώην τσαρικής αυτοκρατορίας, αλλά σαν ένα διεθνές γεγονός. Από την αρχή, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι είδαν την ρώσικη επανάσταση άρρηκτα συνδεδεμένη με την παγκόσμια επανάσταση. Το Νοέμβριο του 1918, ο Λένιν έγραφε: «Τα γεγονότα της ιστορίας έχουν αποδείξει σ’ εκείνους τους ρώσους πατριώτες που δε θέλουν να ακούν για τίποτε άλλο παρά για τα άμεσα συμφέροντα της χώρας, ότι η μετατροπή της ρωσικής επανάστασής μας σε σοσιαλιστική επανάσταση, δεν ήταν μια περιπέτεια, αλλά μια αναγκαιότητα, καθώς δεν υπήρχε άλλη επιλογή· ο αγγλο-γαλλικός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αναπόφευκτα θα στραγγαλίσουν την ανεξαρτησία και την ελευθερία της Ρωσίας αν δε θριαμβεύσει η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, ο παγκόσμιος μπολσεβικισμός.» (Παρατίθεται στο βιβλίο «Λένιν και Τρότσκι: Τι πραγματικά υποστήριζαν» των Τεντ Γκραντ και Άλαν Γουντς- εκδόσεις «Μαρξιστική Φωνή» – 2008)

Δεν είναι ο χώρος εδώ να μπούμε σε λεπτομέρειες για τις διεθνείς πολιτικές του σταλινισμού. Αρκεί να τονίσουμε ότι η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα» οδήγησε στη σταδιακή μεταμόρφωση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής από μια επαναστατική στρατηγική, που βασιζόταν στις εργατικές τάξεις όλων των χωρών, σε μια πολιτική ελιγμών και «συμφωνιών» με τις αστικές κυβερνήσεις, τους γραφειοκράτες των συνδικάτων και τους «δημοκράτες» αστούς των αποικιών του τύπου του σφαγέα των Κινέζων εργατών Τσιάνγκ Κάι Σεκ. Είχε επίσης την πιο ολέθρια επίδραση στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, καθώς σύμφωνα με το παράδειγμα της σταλινικής ΕΣΣΔ, οι κατά χώρα ηγεσίες των ΚΚ αναζητούσαν «εθνικούς δρόμους προς το σοσιαλισμό», που τους οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην αντικατάσταση του προλεταριακού διεθνισμού από τον πατριωτισμό και τελικά, στην αγκαλιά της δικής τους εθνικής αστικής τάξης.

Το ίδιο ολέθρια ήταν η λογική του «εθνικού δρόμου» και στην περίπτωση των σχέσεων ανάμεσα στα παραμορφωμένα εργατικά κράτη τύπου σταλινικής ΕΣΣΔ που εγκαθιδρύθηκαν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ανατολική Ευρώπη και τον πρώην αποικιακό κόσμο (Κίνα, Κούβα, Βιετνάμ κ.α). Η μυωπική γραφειοκρατική πολιτική του «εθνικού δρόμου», με πρώτη διδάξασα της σταλινική γραφειοκρατία, οδήγησε στην απροθυμία για ενοποίηση των τεράστιων πλουτοπαραγωγικών πηγών αυτών των κρατών και στην εμφάνιση οδυνηρών συγκρούσεων μεταξύ τους, που απογοήτευσαν την παγκόσμια εργατική τάξη και ισχυροποίησαν τον ιμπεριαλισμό. Η εμμονή στην ύπαρξη ξεχωριστών νομισμάτων, στρατών και γραφειοκρατιών οδήγησε το αδιέξοδο τις οικονομίες τους και έβαλε τις βάσεις για την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Οι Μαρξ και Ένγκελς εξηγούσαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι ο καπιταλισμός έχει ενοποιήσει το σύνολο της υδρογείου σε ένα ενιαίο και αλληλεξαρτώμενο σύνολο. Στο σημερινό κόσμο αυτή η εκτίμηση ισχύει ακόμα πιο πολύ. Η ανάπτυξη των γιγάντιων, πολυεθνικών επιχειρήσεων, που μετακινούνται από τη μία ήπειρο στην άλλη, παρέχει στους εργάτες διαφορετικών χωρών ένα κοινό εχθρό. Τώρα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ο διεθνισμός του Κομμουνιστικού Μανιφέστου αποτελεί τον μόνο δρόμο για την ανθρωπότητα και για ένα γνήσιο κομμουνιστικό κίνημα.

Η θέση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού μέσα στα όρια της Ελλάδας στην εποχή της πλήρους αλληλοσύνδεσης και αλληλεξάρτησης όλων των εθνικών οικονομιών από την παγκόσμια αγορά, είναι μια καθαρά αντιδραστική ουτοπία. Είναι διπλά ουτοπικό να υποστηρίζει αυτή την άποψη κάποιος για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που έχει μια πολύ αδύναμη παραγωγική βάση συγκριτικά με τις υπόλοιπες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης.

Τα βήματα για τον σοσιαλισμό μπορούν να αρχίσουν σε εθνικά όρια, αλλά η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε εθνικά σύνορα. Ο σοσιαλισμός είναι η κοινωνία της δικαιοσύνης πάνω στη βάση της ευημερίας. Στη σημερινή εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της παγκόσμιας αγοράς, ο «σοσιαλισμός» μέσα στα όρια μια μόνο χώρας θα είναι στην καλύτερη περίπτωση μια κοινωνία δικαιοσύνης, στη βάση όμως της φτώχειας και των στερήσεων.

Κομμουνισμός και πατριωτισμός

Η υποστήριξη της ελληνικής οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι η βάση για τον πατριωτικό εκφυλισμό της πολιτικής της ηγεσίας του κόμματος. Αν ο σοσιαλισμός είναι μια υπόθεση «εθνικά οικοδομήσιμη», ένα «χρέος απέναντι στην πατρίδα», τότε και ο πατριωτισμός αποτελεί για τους κομμουνιστές μια αρετή. Καθόλου τυχαία λοιπόν στην εισαγωγή του προγράμματος, στη σελίδα 8 διαβάζουμε: «Το ΚΚΕ είναι κόμμα βαθιά πατριωτικό, είναι ο γνήσιος και αντάξιος κληρονόμος των εθνικών, δημοκρατικών και επαναστατικών παραδόσεων του ελληνικού λαού».

Οι κομμουνιστές όμως οφείλουν να είναι διεθνιστές, βάζουν δηλαδή όπως έγραφε το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», πάνω από όλα, το συμφέρον της εργατικής τάξης σαν σύνολο, ανεξάρτητα από έθνος και φυλή, χωρίς να κάνουν καμία παραχώρηση στην υπεράσπιση της πατρίδας, έννοιας που χρησιμοποιείται από τους αστούς για την εξαπάτηση των εργατών και την μετατροπή τους σε «κρέας για τα κανόνια» τους.

Όπως σημείωναν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στο «Μανιφέστο», ο αγώνας των εργατών είναι «εθνικός μόνο στη μορφή, αλλά διεθνικός στο περιεχόμενο». Σύμφωνα με αυτή την αρχή η πολιτική των κομμουνιστών πρέπει απαραίτητα να απαλλαγεί από κάθε πατριωτικό στοιχείο και να αντιτάξει στον πατριωτισμό τον προλεταριακό διεθνισμό. Είναι λάθος να προβάλλεται ο πατριωτισμός σαν προλεταριακή αρετή. Οι προλετάριοι όπως δίδαξε ο Λένιν (ενδεικτικά μπορεί κανείς να δει την πολεμική του στους σοσιαλπατριώτες στα έργα «Η χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς», «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή») πρέπει να γίνονται «πατριώτες» μόνο όταν η πατρίδα γίνει πραγματικά δική τους μέσα από το πέρασμα της εξουσίας και της οικονομίας στα δικά τους χέρια. Σήμερα η «πατρίδα» ανήκει στους τραπεζίτες, τους βιομηχάνους και τους εφοπλιστές, δεν μπορούμε λοιπόν στην υπεράσπιση αυτής της πατρίδας σαν κομμουνιστές να κάνουμε καμία παραχώρηση.

Είναι σωστό αυτό που υποστηρίζει συχνά η ηγεσία του ΚΚΕ, επικαλούμενη τον Λένιν, δηλαδή ότι «είναι διαφορετικός ο πατριωτισμός των εκμεταλλευτών από τον πατριωτισμό των εκμεταλευόμενων». Όμως ο Λένιν, τόνιζε πάντα ενάντια στους σοσιαλπατριώτες, ότι οι μαρξιστές, παρότι διαχωρίζουν τον ψεύτικο πατριωτισμό των καπιταλιστών από τον – αγνών και αγαθών προθέσεων πατριωτισμό των εργατών – ΠΑΝΤΑ πρέπει να προβάλουν σαν λύση των προλεταριακό διεθνισμό και κανενός είδους πατριωτισμό, ακόμα και εκείνον με τις πιο καλές προθέσεις. Αυτό το καθήκον, σε επίπεδο πολιτικών σκοπών και προγράμματος, σημαίνει ότι οι Έλληνες κομμουνιστές παλεύοντας για την ανατροπή της αστικής τάξης της δικής τους πατρίδας, πρέπει παράλληλα να προωθούν τον κοινό αγώνα όλων των εργατών ανεξαρτήτου εθνικότητας, υποστηρίζοντας την Ενωμένη Σοσιαλιστική Ομοσπονδία των Βαλκανίων, την Ενωμένη Σοσιαλιστική Ευρώπη και τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες ολόκληρου του κόσμου.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 6ο” ]

Το πρότυπο της σταλινικής ΕΣΣΔ και τα αίτια της καπιταλιστικής παλινόρθωσης

Η αδυναμία να βγουν τα σωστά μαρξιστικά συμπεράσματα για τα αίτια της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και η ταύτιση του σοσιαλισμού με την σταλινική καρικατούρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», έχει ολέθρια αποτελέσματα στο περιεχόμενο του προγράμματος του κόμματος. Έτσι δυστυχώς, η ηγεσία του ΚΚΕ προτείνει στην εργατική τάξη να μιμηθεί το σταλινικό μοντέλο «σοσιαλισμού», με τις γραφειοκρατικές παραμορφώσεις που οδήγησαν στην καπιταλιστική παλινόρθωση.

Είναι ανάγκη εδώ πολύ συνοπτικά, να δώσουμε την εξήγηση για τα αίτια κατάρρευσης της ΕΣΣΔ. Η οικονομική και πολιτισμική καθυστέρηση της ρωσικής κοινωνίας, η εξόντωση ενός σημαντικού αριθμού πρωτοπόρων αγωνιστών στα πεδία των μαχών του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη Ρώσικη επανάσταση και πάνω απ’ όλα, η ήττα της διεθνούς επανάστασης, με πιο αποφασιστική την ήττα της Γερμανίας την περίοδο 1918-23, δημιούργησαν τις απαραίτητες αντικειμενικές συνθήκες για την ανάπτυξη μιας νέας κοινωνικής κάστας, της γραφειοκρατίας, η οποία σφετερίστηκε την εξουσία από την εργατική τάξη.

Η σταλινική γραφειοκρατία είχε τις ρίζες της στην οικονομική και πολιτιστική καθυστέρηση την οποία η επανάσταση κληρονόμησε από τον τσαρισμό. Τρεφόταν από κάθε ήττα του διεθνούς προλεταριάτου, μονάχα η νίκη του οποίου θα μπορούσε να προμηθεύσει το σοβιετικό κράτος με τους πόρους για να ξεπεράσει τα χρόνια προβλήματα καθυστέρησης και να ολοκληρώσει το μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστικές βάσεις. Η γραφειοκρατία στηριζόταν πάνω στα πιο καθυστερημένα, αντι-σοσιαλιστικά στοιχεία μέσα στη Ρωσία (τους πλούσιους αγρότες και τους κερδοσκόπους της ΝΕΠ) προκειμένου να επιφέρει πλήγματα κατά του προλεταριάτου και της εμπροσθοφυλακής του, της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Από την άλλη πλευρά, στερούμενη κάθε πίστης στις ικανότητες των εργατών της Δύσης να πραγματοποιήσουν μία επανάσταση, λειτούργησε σαν ένα φρένο πάνω στην ανάπτυξη των νέων, ανώριμων κομμάτων της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Όσο αναπτύσσονταν η σχεδιασμένη οικονομία και η Διεθνής επανάσταση γνώριζε την μια ήττα μετά την άλλη, η κάστα αυτή όλο και πιο πολύ εδραίωνε τη θέση της οικειοποιούμενη τα επιτεύγματα της κρατικοποιημένης οικονομίας και αποκτούσε τεράστια προνόμια, λειτουργώντας σαν παράσιτο πάνω στο σώμα του εργατικού κράτους. Η διαφθορά και η κακοδιαχείριση που προκλήθηκαν από τον αποκλεισμό των εργατών από τη διοίκηση του κράτους και της οικονομίας, οδήγησαν στην οικονομική στασιμότητα κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980.

Ο Τρότσκι από τη δεκαετία του 1930 εξήγησε ότι στην ΕΣΣΔ χρειάζονταν μια πολιτική επανάσταση, που θα διατηρούσε την μεγάλη κατάκτηση της σχεδιασμένης οικονομίας και θα εγκαθίδρυε ξανά την εξουσία των σοβιέτ, στη θέση της αυταρχικής διοίκησης της γραφειοκρατίας. Αν όμως δεν συνέβαινε αυτό, όπως προέβλεψε ο Τρότσκι, σε κάποιο στάδιο η γραφειοκρατία θα επιχειρούσε να αποκτήσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα στα μέσα παραγωγής και θα πρωτοστατούσε στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Δυστυχώς ο Τρότσκι επαληθεύτηκε, όμως η ηγεσία του ΚΚΕ ούτε είδε, ούτε έμαθε κάτι γι’ αυτό.

Επίσημα, η ηγεσία μόλις πριν από λίγους μήνες έδωσε μια οριστική εκδοχή «εξήγησης» των αιτιών της πτώσης της ΕΣΣΔ. Αυτή η εκδοχή όμως στην πραγματικότητα είναι απλά μια ακόμα απολογητική του σταλινισμού, που αθωώνει τη σταλινική γραφειοκρατία για όλα της τα εγκλήματα. Αντί να υποδείξει τη γραφειοκρατία ως τον θύτη της παλινόρθωσης, επιλέγει να στρέψει τα βέλη της ενάντια σε μια ορισμένη περίοδο της γραφειοκρατικής διακυβέρνησης, υποβάλλοντας την σε εντελώς επιφανειακή και επιλεκτική κριτική. Είναι φυσικό λοιπόν, από τους πολιτικούς απολογητές του σταλινισμού να μην μπορούμε να περιμένουμε κανενός είδους μαρξιστική εξήγηση.

Γραφειοκρατικό εργατικό κράτος και υγιές εργατικό κράτος

Πάνω στο κρίσιμο ζήτημα του πως πρέπει να είναι το εργατικό κράτος στην Ελλάδα κατά την φάση οικοδόμησης του σοσιαλισμού, λαμβάνουμε από το πρόγραμμα απογοητευτικές απαντήσεις. Κάποιες από αυτές είναι γενικόλογες και ελλιπείς και κάποιες άλλες, αποτελούν απόπειρες θεωρητικοποίησης των γραφειοκρατικών δομών της σταλινικής ΕΣΣΔ, που ουδεμία σχέση είχαν με ένα υγιές εργατικό κράτος.

Ας δούμε μια προς μια αυτές τις απαντήσεις: «Ανεξάρτητα από την μορφή που θα πάρει, το σοσιαλιστικό κράτος από την άποψη της ταξικής ουσίας θα είναι επαναστατική εξουσία της εργατικής τάξης, η δικτατορία του προλεταριάτου. (σελ. 44)… Θα εκφράζει μια ανώτερη μορφή δημοκρατίας, με βασικό χαρακτηριστικό της την ενεργητική συμμετοχή της εργατικής τάξης, του λαού, στην επίλυση των βασικών προβλημάτων οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας και στον έλεγχο της εξουσίας και των οργάνων της. (σελ. 44)… Η μορφή που θα πάρει το επαναστατικό εργατικό κράτος στην Ελλάδα θα λυθεί μέσα στην επαναστατική πάλη, μέσα στους σκληρούς ταξικούς αγώνες, σε συνθήκες που ξεσπάει και αναπτύσσεται η επαναστατική διαδικασία. Η ιστορία της ταξικής πάλης του εργατοαγροτικού κινήματος στην Ελλάδα, στις ειδικές συνθήκες της πάλης για την εθνική απελευθέρωση, όπως και η ιστορία των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ανέδειξε διάφορες μορφές θεσμών λαϊκής εξουσίας (σοβιέτ, λαϊκά συμβούλια άμυνας, ασφαλείας, επισιτισμού, λαϊκά δικαστήρια κλπ.)».

Η «ενεργητική συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού στον έλεγχο της εξουσίας» είναι μια γενικότητα που θέλει εξήγηση. Ασφαλώς το έργο ενός προγράμματος δεν μπορεί να είναι η απόλυτα λεπτομερής περιγραφή των θεσμών και των επιμέρους λειτουργιών ενός εργατικού κράτους. Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι το να μην διατυπώνονται με ένα σαφή τρόπο οι γενικές αρχές που θα διέπουν τη λειτουργία ενός υγιούς εργατικού κράτους, με την υπεκφυγή ότι αυτό «θα λυθεί μέσα στην ταξική πάλη» υπάρχει μεγάλη απόσταση. Πάνω στο ζήτημα του πως πρέπει να λειτουργεί ένα υγιές εργατικό κράτος υπάρχει μια σημαντική ιδεολογική παρακαταθήκη από τον Μαρξ και τον Λένιν, καθώς και μια πλούσια ιστορική εμπειρία από τα διδάγματα δεκάδων επαναστάσεων και πάνω απ’ όλες, της ίδιας της Οχτωβριανής επανάστασης. Από όλα αυτά όμως δεν αναφέρεται με έναν αναλυτικό τρόπο καμιά συγκεκριμένη αρχή, κανένας συγκεκριμένος θεσμός εργατικής δημοκρατίας. Το πρόγραμμα περιορίζεται σε μια γραμμή και σε παρένθεση, να παραθέσει απλά ορισμένους θεσμούς, χωρίς στοιχειώδη ανάλυση, αναμιγνύοντας τα εργατικά σοβιέτ με θεσμούς «λαϊκής εξουσίας».

Τα μόνα εργατικά όργανα τα οποία αναφέρονται είναι τα συνδικάτα, για τα οποία γράφεται ότι «είναι οι φορείς με τους οποίους η εργατική τάξη ελέγχει το κράτος της, προστατεύεται από κινδύνους αυθαιρεσίας, γραφειοκρατίας, απόσπασης από το γενικό συμφέρον». Το πιο αποφασιστικό ζήτημα σε ένα εργατικό κράτος όμως, δεν είναι τα συνδικάτα. Είναι οι ίδιοι οι θεσμοί της εργατικής δημοκρατίας. Γι’ αυτούς δεν μαθαίνουμε τίποτα συγκεκριμένο από το πρόγραμμα. Μόνο πολύ γενικές αναφορές γίνονται εκεί που το πρόγραμμα αναφέρει ότι «ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι θεμελιακή αρχή στη συγκρότηση και λειτουργία του σοσιαλιστικού κράτους, στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Υπηρετεί τη συνεχή προσέλκυση των εργαζομένων στην άσκηση των λειτουργιών της εξουσίας, σε αδιάρρηκτη σχέση με την αυξανόμενη σημασία της κεντρικής διοίκησης» (σελ. 45), ότι «..Η λαϊκή συμμετοχή και ο κοινωνικός έλεγχος, η προσέλκυση των εργαζομένων στην άσκηση των λειτουργιών της εξουσίας, δεν είναι ούτε αυθόρμητη διαδικασία ούτε εύκολη υπόθεση. (51)» και τέλος, ότι «ο κρατικός και εργατικός έλεγχος αντιμετωπίζει την κερδοσκοπία, το χρηματισμό, τη μαύρη αγορά.(σελ.48)». Το ερώτημα όμως παραμένει: μέσω ποιών θεσμών;

Η απουσία του προσδιορισμού αυτών των θεσμών επιχειρείται να καλυφθεί με την επίκληση του ρόλου του κόμματος: «Το ΚΚΕ θα έχει στο κέντρο της προσοχής του την ανάπτυξη της λαϊκής πρωτοβουλίας, την αξιοποίηση του ρόλου των εργατικών ομάδων και των έμπειρων και ειδικευμένων στελεχών, τη ζωντανή δημοκρατική λειτουργία της κατώτερης βαθμίδας οργάνων διοίκησης και εξουσίας.(σελ.51) …Θα επαγρυπνά ώστε να αποτρέπονται φαινόμενα αυθαιρεσίας, διακρίσεων και προνομίων. (σελ. 52)». Στην πραγματικότητα εδώ έχουμε ένα κόμμα το οποίο διεκπεραιώνει λειτουργίες ελέγχου και άσκησης της εργατικής εξουσίας, χωρίς να έχουν αναφερθεί οι θεσμοί μέσα από τους οποίους η ίδια η εργατική τάξη θα επιτελεί αυτές τις λειτουργίες.

Έτσι το γεγονός της απουσίας μιας αναλυτικής διατύπωσης των γενικών μαρξιστικών – λενινιστικών αρχών λειτουργίας ενός υγιούς εργατικού κράτους και της αναφοράς σε συγκεκριμένους ιστορικά κατακτημένους από την εργατική τάξη θεσμούς διακυβέρνησης όπως τα σοβιέτ, παραμένει μια πραγματικότητα. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, το πρόγραμμα ενός κομμουνιστικού κόμματος είναι απόλυτα ελλιπές.

Οι βασικές αρχές ενός εργατικού κράτους έχουν περιγραφεί από τον Λένιν στο έργο του «Κράτος κι Επανάσταση» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»). Αυτές θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τέσσερα σημεία. 1ο: Κανένας αξιωματούχος δεν πρέπει να λαμβάνει παραπάνω από το μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη. 2ο: Όλη η εξουσία πρέπει να ασκείται από τα εκλεγμένα και ανακλητικά εργατικά συμβούλια. 3ο: Όχι μόνιμος στρατός και μόνιμη αστυνομία, αλλά ένοπλος λαός και εργατική πολιτοφυλακή. 4ο: Ανακύκλωση όλων των κρατικών αξιωμάτων, έτσι ώστε να μην αποκτούν γραφειοκρατική συνείδηση οι κρατικοί λειτουργοί.

Στο σκέλος της οικοδόμησης του σοσιαλισμού όμως, το πρόγραμμα δεν προβάλει αυτούς τους 4 όρους. Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για το ζήτημα των απολαβών και της μονιμότητας των αξιωματούχων, καμία αναφορά στα εκλεγμένα και ανακλητά εργατικά συμβούλια, απουσιάζουν πλήρως οι θεμελιώδεις επαναστατικές θέσεις για ένοπλο λαό και πολιτοφυλακή που θα πάρουν τη θέση των σημερινών καταπιεστικών μηχανισμών του αστικού κράτους.

Η αποστασιοποίηση από τις θεμελιώδεις Λενινιστικές θέσεις για το εργατικό κράτος δεν είναι καθόλου τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα της υπεράσπισης του σταλινισμού που αθέτησε και ποδοπάτησε και τους 4 Λενινιστικού όρους. Τα σοβιέτ συντρίφτηκαν από την γραφειοκρατία και αργότερα καταργήθηκαν και τυπικά με το σύνταγμα του Στάλιν το 1936. Οι αξιωματούχοι έφθασαν να απολαμβάνουν μισθούς 50 και 60 φορές μεγαλύτερους από αυτούς των εργατών και μια σειρά ειδικών προνομίων (πολυτελή σπίτια, ξεχωριστά μαγαζιά κ.λ.π), αποτελώντας ένα μόνιμο και ανεξέλεγκτο από τους εργαζόμενους στρώμα. Την ίδια τύχη είχε και η θέση του Λένιν για τον στρατό και την πολιτοφυλακή. Ο Κόκκινος Στρατός και η Λαϊκή Πολιτοφυλακή σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο της Οχτωβριανής επανάστασης, λειτούργησαν στην σταλινική ΕΣΣΔ με έναν γραφειοκρατικό και αδιαφανή τρόπο, με βαθμούς, παράσημα, αξιωματικούς καριέρας και προνόμια.

[/nextpage]

[nextpage title=”Μέρος 7ο” ]

Μια γραφειοκρατικά διαστρεβλωμένη εκδοχή σοσιαλισμού

Το πρόγραμμα όμως προχωράει ακόμα πιο πολύ στην απολογητική του σταλινισμού. Διαστρεβλώνει τις θεμελιώδεις ιδέες του μαρξισμού για το σοσιαλισμό. Στη σελίδα 49 διαβάζουμε: «Με την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της αρχίζει η μεταβατική περίοδος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Η ταξική πάλη δεν σταματά, αλλάζουν οι μορφές εκδήλωσής της. Οι επιβιώσεις και συνέπειες από τα κατάλοιπα του καπιταλισμού παραμένουν για σχετικά μεγάλο διάστημα, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες της κάθε χώρας. Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν εξαλείφει τα αποτυπώματα αυτά αυτόματα, αλλά σε μια πορεία, ανάλογα με τις εσωτερικές συνθήκες και την επίδραση των διεθνών εξελίξεων».

Εδώ βλέπουμε τη θεωρητικοποίηση της απομόνωσης της ΕΣΣΔ και τα αδιέξοδα της θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια χώρα». Το πρόγραμμα θεωρεί σαν δεδομένη αρχή τον «εθνικό» χαρακτήρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και έτσι κάνει λόγο για νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης που εξαρτάται «από τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε χώρας» και μια κάποια «επίδραση των διεθνών εξελίξεων», χωρίς να αναγνωρίζει κανένα ρόλο στην παγκόσμια επανάσταση. Στη βάση αυτή της εθνικής πορείας προς το σοσιαλισμό, προεξοφλείται ότι τα «κατάλοιπα» του καπιταλισμού παραμένουν για ένα «μεγάλο διάστημα», χωρίς να γίνεται το σημαντικότερο, να εξηγείται δηλαδή συγκεκριμένα ποια είναι αυτά τα «κατάλοιπα» και ποιοι θα είναι οι τρόποι για την εξάλειψή τους.

Και το πρόγραμμα συνεχίζει στον ίδιο σκοπό: «Ακόμα και μετά την οικοδόμηση των βάσεων του σοσιαλισμού και την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας υπάρχει αντικειμενική, υλική βάση, για την όξυνση παλιών και την εμφάνιση νέων αντιθέσεων. Όπως έδειξε η πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα, η υποτίμηση των αντιθέσεων μπορεί να οδηγήσει στη μετεξέλιξη τους σε σοβαρούς ανταγωνισμούς, στην υπόσκαψη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, στην ενίσχυση των στοιχείων της αντεπανάστασης, στην παλινόρθωση του καπιταλισμού».

Εδώ περιλαμβάνονται σε μια συνοπτική μορφή δύο θεμελιώδη λάθη.

Το πρώτο είναι η άποψη ότι μετά τη δημιουργία της «βάσης» του σοσιαλισμού εμφανίζονται «νέες αντιθέσεις και οξύνονται οι παλιές». Παρότι αυτές οι αντιθέσεις τίθενται με έναν εντελώς αφηρημένο τρόπο και δεν προσδιορίζονται, προφανώς υπονοούνται οι κοινωνικές, οι ταξικές αντιθέσεις. Αν όμως αυτού του είδους οι αντιθέσεις οξύνονται ακόμα και μετά τη δημιουργία της «βάσης τους σοσιαλισμού», τότε αυτή η βάση, δηλαδή η κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, χάνει πλέον το νόημά της. Αυτή η θέση είναι εντελώς αστήρικτη από μαρξιστική σκοπιά. Αναγκαία και πρωταρχική προϋπόθεση για την εξάλειψη των ταξικών αντιθέσεων είναι η κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Ασφαλώς αυτό όπως τονίζει ο Λένιν στο «Κράτος κι επανάσταση» στο κεφάλαιο «Η πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας», δεν σημαίνει ότι εξαλείφονται μεμιάς όλες οι ανισότητες στην κοινωνία, αφού το αστικό δίκαιο που καταργήθηκε στην παραγωγή, παραμένει για μια πρώτη περίοδο στη διανομή, μέσω ενός συστήματος αμοιβής όχι με βάση τις ανάγκες, αλλά με βάση την εργασία που προσφέρουν τα άτομα. Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι το να υποστηρίξει κάποιος ότι παρά την υλοποίηση της πρωταρχικής προϋπόθεσης για την εξάλειψη των ταξικών αντιθέσεων θα οδηγηθούμε τελικά στην όξυνση των παλιών αντιθέσεων και στην δημιουργία και νέων υπάρχει μεγάλη διαφορά.

Το δεύτερο λάθος έρχεται σαν φυσική συνέπεια του πρώτου. Οι συντάκτες του κειμένου χρησιμοποιούν αυτές τις αφηρημένες «αντιθέσεις» για να αμνηστεύσουν την σοβιετική γραφειοκρατία και να φορτώσουν σε εκείνες την πτώση της ΕΣΣΔ. Και επειδή αυτές οι αντιθέσεις «υποτιμήθηκαν» οδήγησαν τάχα σε «σοβαρούς ανταγωνισμούς», που έφεραν την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που υποτιμάται διαχρονικά από την ηγεσία του ΚΚΕ είναι η ίδια η ύπαρξη της γραφειοκρατίας και ο καθοριστικός της ρόλος στην τύχη της ΕΣΣΔ. Διότι πράγματι στην ΕΣΣΔ η παλινόρθωση του καπιταλισμού προήλθε από μια αντίθεση, αυτή όμως δεν ανήκει στις φανταστικές, αφηρημένες αντιθέσεις που υπονοεί το πρόγραμμα, αλλά ήταν η αντίθεση ανάμεσα στη κρατικοποιημένη, σχεδιασμένη οικονομία που εγκαθίδρυσε η μεγάλη Οχτωβριανή επανάσταση και τον παρασιτικό ρόλο της γραφειοκρατίας.

Όμως οι διαστρεβλώσεις του σοσιαλισμού στο πρόγραμμα δεν έχουν τέλος. Έτσι στη σελίδα 43 αναφέρεται ότι στον σοσιαλισμό θα έχουμε «…την άνοδο του επιπέδου της κοινωνικής και πολιτιστικής ευημερίας του λαού με βάση της σοσιαλιστική αρχή : στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του». Η φράση αυτή δεν είναι εφεύρημα των συγγραφέων του προγράμματος. Αποτελεί μια αντιγραφή από το σύνταγμα του Στάλιν του 1936: «Στην ΕΣΣΔ εφαρμόζεται η σοσιαλιστική αρχή: από τον καθένα κατά τις ικανότητες του, στον καθένα κατά την εργασία του». Η αρχή αυτή αποτελεί μια ελεύθερη «διασκευή» της περίφημης ρήσης του Μαρξ στην «Κριτική στο πρόγραμμα της Γκότα» «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», με την οποία περιγραφόταν η κομμουνιστική κοινωνία.

Στην γραφειοκρατικά παραμορφωμένη ΕΣΣΔ του μεσοπολέμου, με τις παραγωγικές δυνάμεις στο πλαίσιο του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» – λόγω της καθυστέρησης της διεθνούς νίκης του σοσιαλισμού στις προοδευμένες καπιταλιστικές χώρες – να βρίσκονται ακόμα σε επίπεδα κατώτερα από αυτά των χωρών του προηγμένου καπιταλισμού, η «σοσιαλιστική αρχή» στην πράξη εφαρμόστηκε αποφέροντας τεράστια προνόμια για τη γραφειοκρατία και δύσκολες συνθήκες ζωής και εργασίας για την εργατική τάξη. Το πρόγραμμα του ΚΚΕ όμως αντί να να εξηγεί πως αυτή η αρχή διαστρεβλώθηκε στην ΕΣΣΔ από την γραφειοκρατία, προβαίνει σε μια αντιγραφή διατυπωμένη με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνει σαν «αρχή του σοσιαλισμού» τα γραφειοκρατικά προνόμια. Στο πρόγραμμα η γενική αρχή «αμοιβή κατά την εργασία», μετατρέπεται σε αμοιβή «ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας». Μες δεδομένη την άκριτη αποδοχή του ρόλου της σοβιετικής γραφειοκρατίας από την ηγεσία του ΚΚΕ οι συγγραφείς είναι σαφές ότι υπονοούν εδώ, εμμέσως πλην σαφώς την «ανώτερη ποιοτικά» δουλειά των διευθυντικών στρωμάτων, που πρέπει να τυγχάνει ανάλογης, ειδικής αμοιβής.

Κατά πόσο όμως η αρχή ανάλογα με την εργασία είναι στην ουσία της μια σοσιαλιστική αρχή; Ας διαβάσουμε τι γράφει σχετικά ο Λένιν στο «Κράτος κι επανάσταση» (σελ. 112-113 εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»): «…Ο Μαρξ όχι μόνο λαμβάνει υπ’ όψη του όσο πρέπει την αναπόφευκτη ανισότητα των ανθρώπων, αλλά, αναγνωρίζει και το γεγονός ότι η μετατροπή των μέσων της παραγωγής σε κοινή ιδιοκτησία του συνόλου της κοινωνίας –ο «σοσιαλισμός» στη σημασία του που είναι γενικά δεκτή- δεν αλλάζει τα επακολουθήματα της διανομής και την ανισότητα του «αστικού δικαίου», που εξακολουθούν να υπάρχουν εφ’ όσον τα προϊόντα μοιράζονται σύμφωνα με την ποσότητα της «παρεχομένης εργασίας. Οι αδικίες όμως αυτές (εξακολουθεί ο Μαρξ) είναι μοιραίες στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, με την μορφή που αυτή εμφανίζεται ύστερα από την περίοδο της εγκυμοσύνης της μέσα στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία. Το δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να προπορευθεί από το αντίστοιχο στάδιο της οικονομικής εξέλιξης και της ανάπτυξης του πολιτισμού της κοινωνίας, που καθορίζεται από την οικονομική αυτή εξέλιξη. Έτσι, στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας (που ονομάζεται γενικά σοσιαλισμός) το «αστικό δίκαιο» δεν καταργείται τελείως, αλλά μόνο εν μέρει, μόνο σε αναλογία προς την συντελούμενη οικονομική μεταβολή δηλαδή, μόνο σε σχέση με τα μέσα της παραγωγής. Το «αστικό δίκαιο» αναγνωρίζει αυτά τα μέσα ως ατομική ιδιοκτησία ορισμένων προσώπων. Ο σοσιαλισμός τα μετατρέπει σε κοινή ιδιοκτησία και ως προς αυτό, και μόνο αυτό, το σημείο εξαφανίζεται το «αστικό δίκαιο». Εξακολουθεί όμως να ζει από τις άλλες του απόψεις και λειτουργεί ακόμη ως ρυθμιστής στην διανομή της εργασίας και την κατανομή των προϊόντων μεταξύ των μελών της κοινωνίας.«Όποιος δεν δουλεύει, δεν πρέπει να τρώει» – η σοσιαλιστική αυτή αρχή εφαρμόζεται αμέσως. «Για ορισμένο ποσό εργασίας, ορισμένο ποσό προϊόντων» η σοσιαλιστική αυτή αρχή εφαρμόζεται επίσης αμέσως. Μολαταύτα αυτό δεν είναι ακόμη κομμουνισμός και δεν καταργεί το «αστικό δίκαιο», που παρέχει σε άνισα άτομα έναντι άνισου (πραγματικά) ποσού εργασίας, ίσο ποσό προϊόντων. Αυτό είναι «αδικία», λέει ο Μαρξ, αλλά είναι μοιραία στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, γιατί μόνο αν βρισκόμαστε στο νησί της Ουτοπίας μπορούμε να φαντασθούμε ότι ανατρέποντας την Κεφαλαιοκρατία, ο κόσμος θα μάθει αμέσως να εργάζεται για την κοινωνία, χωρίς κανένα νομοθετικό κανονισμό, πραγματικά η κατάργηση του καπιταλισμού δεν παρέχει αμέσως τις οικονομικές βάσεις για μια παρόμοια αλλαγή»,

Πράγματι, εδώ ο Λένιν χαρακτηρίζει 2 φορές την αμοιβή κατά την εργασία «σοσιαλιστική αρχή». Όμως αυτό γίνεται ξεκάθαρα για τις ανάγκες κατανόησης της κατ’ ανάγκη αντιστοίχησης του χαμηλού ακόμα επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας (σοσιαλισμός) με συγκεκριμένους κανόνες διανομής. Ο Λένιν όμως παράλληλα ξεκαθαρίζει ότι αυτή η διανομή με βάση την εργασία είναι κληρονομημένο χαρακτηριστικό του «αστικού δικαίου», που επιβιώνει αναγκαστικά μέχρι να αναπτυχθούν κι άλλο οι παραγωγικές δυνάμεις. Με άλλα λόγια η αρχή αυτή είναι τυπικά «σοσιαλιστική», επειδή επιβιώνει αναγκαστικά στους κόλπους της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας μέχρι να αναπτυχθούν επαρκώς οι παραγωγικές δυνάμεις, αλλά η πηγή της βρίσκεται στο αστικό δίκαιο, αφού ακόμα δεν μπορεί να γίνει πράξη η αρχή για την οποία αγωνίζονται οι κομμουνιστές «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Αντί όμως οι συγγραφείς του προγράμματος να κάνουν αυτές τις διευκρινίσεις, περιορίζονται να μιλούν με ένα απόλυτο τρόπο για «σοσιαλιστική αρχή», τραβώντας τη μάλιστα, μέσω του όρου «ποιότητα της εργασίας», όσο χρειάζεται για να χωρέσουν μέσα τα γραφειοκρατικά προνόμια. Σε αυτό το σημείο φυσικά πρέπει να τονιστεί ότι στον Λένιν δεν αναφέρεται τίποτα για αμοιβή ανάλογα με την «ποιότητα της εργασίας», μια και όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ο Λένιν σαν βασικό όρο για την ύπαρξη ενός υγιούς εργατικού κράτους έθετε την ισότητα της αμοιβής των κάθε λογής αξιωματούχων με τον μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη.

Το μόνο στοιχείο διαφοροποίησης του Προγράμματος από τις παρακαταθήκες της σταλινικής ΕΣΣΔ είναι η θέση υπεράσπισης του πολυκομματισμού: «Η σοσιαλιστική δημοκρατία θα κατοχυρώσει την ύπαρξη των κομμάτων που δρουν μέσα στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συντάγματος». (σελ. 45). Με δεδομένη όμως την κυριαρχία της μονοκομματικής διακυβέρνησης στην σταλινική ΕΣΣΔ και στα άλλα παραμορφωμένα εργατικά Κράτη του 20ού αιώνα, θα έπρεπε το πρόγραμμα για να γίνει πειστικότερο, να αφιερώσει έστω δύο λόγια κριτικής στην υιοθέτηση του μονοκομματισμού με την οποία ο σταλινισμός στιγμάτισε την έννοια του κομμουνισμού στα μάτια των μαζών.

Ολοκληρώνοντας την κριτική εξέταση της προγραμματικής ενότητας για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, δεν μπορούμε να μην τονίσουμε την πλήρη απουσία αναφοράς στην προοπτική απονέκρωσης του κράτους, όπως ξεκάθαρα τονίζεται από τον Μαρξ και το Λένιν στα σχετικά τους έργα. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο καθώς ο σταλινισμός για να δικαιώσει την γραφειοκρατική καταπίεση και αυθαιρεσία στην ΕΣΣΔ διαστρέβλωσε τη μαρξιστική άποψη για την αναγκαία και αναπόφευκτη απονέκρωση του κράτους.

Ο Στάλιν και οι ιδεολογικοί του απολογητές, διατύπωσαν την άποψη ότι μετά την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο και την κατάργηση του καπιταλισμού (βλέπε χαρακτηριστικά τον λόγο του σταλινικού θεωρητικού Αλεξαντρώφ) , σε αντίθεση με τα γραφόμενα των κλασσικών, το κράτος θα πρέπει να γίνεται όλο και πιο ισχυρό και συγκεντρωτικό, για να αντιμετωπίσει τάχα τις απειλές για το σοσιαλισμό από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Την καλύτερη απάντηση σε αυτή την διαστρέβλωση των σταλινικών έδωσε ο Λένιν στο «Κράτος κι επανάσταση» απαντώντας στους οπορτουνιστές: «Το προλεταριάτο χρειάζεται ένα κράτος – αυτό επαναλαμβάνεται από όλους τους οπορτουνιστές, σοσιαλσοβινιστές και καουτσκιστές, που μας βεβαιώνουν ότι αυτό είναι που δίδαξε ο Μαρξ. «Ξεχνάνε» όμως να προσθέσουν ότι, πρώτον, το προλεταριάτο, σύμφωνα με το Μαρξ, χρειάζεται μόνο ένα κράτος που απονεκρώνεται, δηλαδή οργανωμένο έτσι που ν’ αρχίζει αμέσως ν’ απονεκρώνεται και να μην μπορεί παρά να απονεκρωθεί. Δεύτερον, οι εργαζόμενοι χρειάζονται ένα «κράτος», δηλαδή το προλεταριάτο οργανωμένο σε άρχουσα τάξη..» («Κράτος και Επανάσταση» εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Η απουσία έστω και μιας αναφοράς στην προοπτική απονέκρωσης του κράτους στο πρόγραμμα του ΚΚΕ, επισφραγίζει το χάσμα που το χωρίζει από την ουσία των μαρξιστικών, λενινιστικών αρχών και επιβεβαιώνει την σταλινική, αιρετική του φύση.

Οι ιδρυτικές θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς: η βάση για ένα πραγματικά μαρξιστικό πρόγραμμα

Συνοψίζοντας την κριτική μας, συμπεραίνουμε ότι το πρόγραμμα του ΚΚΕ στα πιο κύρια σημεία του δεν είναι μαρξιστικό. Στα κύρια πολιτικά καθήκοντα που προβάλει είναι ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει τις χρεοκοπημένες θέσεις και τη μέθοδο του σταλινικού ρεφορμισμού. Αν αυτό το πρόγραμμα επιχειρηθεί να εφαρμοστεί, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των ηγετών που θα το επιχειρήσουν, θα οδηγήσει σε ήττες της εργατική τάξη, όπως αντίστοιχα οδήγησαν στην ήττα οι σταλινικές ρεφορμιστικές πολιτικές στο παρελθόν, στην Ελλάδα και διεθνώς.

Ο σταλινικός ρεφορμισμός είναι αλήθεια, ότι είναι ιστορικά βαθιά ριζωμένος μέσα στους κόλπους του ΚΚΕ. Όμως το ίδιο βαθιά ριζωμένος υπήρξε και ο ρεφορμισμός μέσα στη 2η Διεθνή. Αλλά αυτό δεν απέτρεψε τον Λένιν και τους μπολσεβίκους από το να διεξάγουν έναν υπομονετικό αγώνα μέσα στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία για να τον ξεριζώσουν. Χωρίς αυτό τον αγώνα σε τελική ανάλυση δεν θα υπήρχαν ούτε το Μπολσεβίκικο κόμμα, ούτε η ΕΣΣΔ, ούτε η Κομμουνιστική Διεθνής. Η μοιρολατρία και η λογική υποταγής στην παράδοση και στην ηγεσία ανεξάρτητα από το είδος των απόψεων που εκφράζουν, είναι χαρακτηριστικό της θρησκευτικής πίστης, όχι όμως της στάσης των κομμουνιστών.

Οι αληθινά επαναστατικές παραδόσεις του ΚΚΕ δεν είναι ο σταλινισμός, αλλά το πρόγραμμα και οι ιδρυτικές αρχές της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Οι χιλιάδες αγωνιστές του ΚΚΕ πρέπει να ξανασυνδεθούν με αυτές. Πρέπει να παλέψουν για την υιοθέτηση ενός πραγματικά μαρξιστικού, λενινιστικού προγράμματος. Ενός προγράμματος που ξεκινώντας από διεκδικήσεις που θα δίνουν λύση στα πιο ζωτικά προβλήματα των εργατικών μαζών (ακρίβεια, ανεργία κ.λ.π) θα υπερασπίζει και θα προβάλει την άρρηκτη σύνδεση αυτών των διεκδικήσεων με τον αγώνα για μια δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομία, σε καθεστώς εργατικής δημοκρατίας, για μια σοσιαλιστική Ελλάδα, τμήμα των σοσιαλιστικών πολιτειών της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου.

Στην προσπάθειά τους να υιοθετηθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα οι αγωνιστές του κόμματος δεν χρειάζεται να ανακαλύψουν κάτι νέο. Η βάση ενός τέτοιου προγράμματος και η μέθοδός του υπάρχουν ήδη. Βρίσκονται στα έργα του Μαρξ και του Λένιν, ενώ ακόμα πιο μεστά και συγκεκριμένα, τις συναντάμε στα ιδρυτικά ντοκουμέντα της πιο μαζικής επαναστατικής Διεθνούς στην Ιστορία, της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Τα περισσότερα από αυτά τα ντοκουμέντα έχουν εμπνευστή και συγγραφέα τον ίδιο το Λένιν. Εδώ θα παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα από την απόφαση του 1ου συνεδρίου της ΚΔ (Πλατφόρμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς – Πρώτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς – Μάρτιος 1919 «Μανιφέστα – Θέσεις και αποφάσεις του 1ου συνεδρίου της ΚΔ» – εκδόσεις «Σοσιαλισμός») στα οποία δίνεται μια ξεκάθαρη μαρξιστική τοποθέτηση στα κρισιμότερα ζητήματα ενός προγράμματος, δηλαδή στα ζητήματα της οικονομία και του κράτους. Αυτή η κρυστάλλινη τοποθέτηση διαφέρει όσο η μέρα με τη νύχτα από τις συγχυσμένες, θολές και μεσοβέζικες θέσεις και διατυπώσεις που κυριαρχούν στο πρόγραμμα του ΚΚΕ.
Γι’ αυτό οι αγωνιστές του κόμματος εμπνεόμενοι από τα ιδρυτικά κείμενα τις ΚΔ πρέπει να απαιτήσουν από τις κομματικές εκδόσεις να τα εκδώσουν άμεσα, αντιδρώντας στην χρόνια προσπάθεια αποσιώπησής και απόκρυψής τους από τις χιλιάδες των κομμουνιστών αγωνιστών της Ελλάδας.

«..Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο σημαίνει την εκμηδένιση της πολιτικής εξουσίας της μπουρζουαζίας. Ο κυβερνητικός μηχανισμός με τον καπιταλιστικό του στρατό, που βρίσκεται κάτω από τις διαταγές ενός σώματος αστών και αριστοκρατών αξιωματικών, με την αστυνομία και τη χωροφυλακή του, τους δεσμοφύλακες και τους δικαστές του, τους παπάδες του και την υπαλληλοκρατία του κ.λ.π, αποτελεί στα χέρια της μπουρζουαζίας το ισχυρότερο όργανο διακυβέρνησης. Η κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλή αλλαγή προσώπων στα υπουργεία, αλλά πρέπει να σημαίνει την εξόντωση ενός ξένου κρατικού μηχανισμού, την κατάκτηση της πραγματικής δύναμης, τον αφοπλισμό της μπουρζουαζίας, του σώματος των αντεπαναστατών αξιωματικών, των λευκοφρουρών, τον εξοπλισμό του προλεταριάτου, των επαναστατών στρατιωτών και της εργατικής πολιτοφυλακής. Την απόλυση όλων των αστών δικαστών και την οργάνωση προλεταριακών δικαστηρίων, την εξόντωση του αντιδραστικού δημοσιουπαλληλισμού και την δημιουργία καινούριων οργάνων προλεταριακής διοίκησης. Η προλεταριακή νίκη είναι εξασφαλισμένη από την αποδιοργάνωση της εχθρικής εξουσίας και την οργάνωση της προλεταριακής εξουσίας. Μόνο με την ολοκληρωτική νίκη, όταν το προλεταριάτο θα έχει οριστικά τσακίσει την αντίσταση της μπουρζουαζίας, θα μπορέσει να αναγκάσει τους παλιούς αντιπάλους του να το υπηρετήσουν χρήσιμα, οδηγώντας τους προοδευτικά κάτω από τον έλεγχο του, στο έργο της κομμουνιστικής οικοδόμησης.

..Όπως κάθε κράτος, έτσι και το προλεταριακό Κράτος αντιπροσωπεύει έναν μηχανισμό εξαναγκασμού και ο μηχανισμός αυτός σήμερα στρέφεται εναντίον των εχθρών της εργατικής τάξης. Ο προορισμός του είναι να τσακίσει και να καταστήσει αδύνατη την αντίσταση των εκμεταλλευτών, που χρησιμοποιούν στον απελπισμένο αγώνα τους όλα τα μέσα για να πνίξουν την επανάσταση μέσα στο αίμα. Από την άλλη μεριά, η δικτατορία του προλεταριάτου με το να κάνει την εργατική τάξη διευθύνουσα τάξη, δημιουργεί μια μεταβατική κατάσταση. Στο μέτρο που θα τσακιστεί η αντίσταση της μπουρζουαζίας, θα απαλλοτριωθεί αυτή και θα μετατραπεί σε μάζα εργαζόμενη. Η δικτατορία του προλεταριάτου θα πάψει να υπάρχει, το Κράτος θα πεθάνει και οι κοινωνικές τάξεις θα εξαφανιστούν μαζί του.

…..Η ουσία της αστικής δημοκρατίας βρίσκεται σε μια καθαρά τυπική αναγνώριση δικαιωμάτων και ελευθεριών που είναι απρόσιτες στο προλεταριάτο και στα μισοπρολεταριακά στοιχεία, λόγω της έλλειψης υλικών μέσων, ενώ η μπουρζουαζία έχει πάντοτε πιθανότητες να αποκομίσει ωφελήματα από τα υλικά της μέσα, από τον τύπο και την οργάνωσή της, για να μπορεί να λέει ψέματα στο λαό και να τον εξαπατάει. Αντίθετα, η ουσία του σοβιετικού συστήματος – αυτού του νέου τύπου κυβερνητικής εξουσίας – συνίσταται στο ότι το προλεταριάτο αποκτάει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει πραγματικά το δικαιώματα του και την ελευθερία του. Η εξουσία των σοβιέτ δίνει στο λαό τα πιο όμορφα παλάτια, σπίτια, τυπογραφεία, αποθέματα χαρτιού κ.λ.π, για τον τύπο του, τις συγκεντρώσεις του, τα συνδικάτα του. Τότε μόνο γίνεται πραγματικά δυνατή η προλεταριακή δημοκρατία.

Με το κοινοβουλευτικό της σύστημα, η αστική δημοκρατία μόνο στα λόγια δίνει την εξουσία στις μάζες. Οι οργανώσεις τους είναι εντελώς παραμερισμένες από την πραγματική εξουσία και την πραγματική διοίκηση της χώρας. Στο σύστημα των Σοβιέτ οι οργανώσεις των μαζών κυβερνάνε και μέσω αυτών, οι ίδιες οι μάζες, με τα Σοβιέτ που καλούν στη διοίκηση του κράτους ένα ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό εργατών. Και μόνο με αυτό τον τρόπο, όλος ο εργατικός κόσμος σχεδόν καλείται να πάρει πραγματικά ενεργό μέρος στη διακυβέρνησή του κράτους. Το σύστημα των Σοβιέτ στηρίζεται έτσι πάνω στις οργανώσεις των προλεταριακών μαζών, που αντιπροσωπεύονται από τα ίδια τα Σοβιέτ, τις επαναστατικές ενώσεις, τους συνεταιρισμούς κ.λ.π
Η αστική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός με την ανεξαρτησία της νομοθετικής από την εκτελεστική εξουσία και την ανυπαρξία του δικαιώματος ανάκλησης των βουλευτών, καταλήγουν στο να διαχωρίζουν τις μάζες από το κράτος. Αντίθετα, το σύστημα των Σοβιέτ, με το δικαίωμα ανάκλησης που έχει, με τη συνένωση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας και επομένως με την ικανότητα των Σοβιέτ να δίνουν ομαδικό χαρακτήρα στην εργασία, συνδέει τις μάζες με τα διοικητικά όργανα. Ο δεσμός αυτός σταθεροποιείται ακόμα περισσότερο λόγω του ότι στο σύστημα των σοβιέτ, εκλογές δεν γίνονται με βάση τεχνητές εδαφικές υποδιαιρέσεις, αλλά συμπίπτουν με τις τοπικές μονάδες παραγωγής.

Το σύστημα των Σοβιέτ εξασφαλίζει μ’ αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα μιας πραγματικής προλεταριακής δημοκρατίας, δημοκρατίας για το προλεταριάτο και μέσα στους κόλπους του προλεταριάτου, η οποία και στρέφεται κατά της μπουρζουαζίας. Σ’ αυτό το σύστημα μια ιδιαίτερη θέση είναι εξασφαλισμένη στο βιομηχανικό προλεταριάτο, στο οποίο και ανήκει, λόγω της καλύτερης οργάνωσής του και του ανώτερου επιπέδου πολιτικής ανάπτυξής του, ο ρόλος της διευθύνουσας τάξης , της οποίας η ηγεμονία θα επιτρέψει στο μισοπρολεταριάτο και στους φτωχούς αγρότες να εξυψωθούν προοδευτικά. Αυτή η πρόσκαιρη ανωτερότητα του βιομηχανικού προλεταριάτου πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αποσπάσει τις μη κατέχουσες μάζες της μικροαστικής αγροτικής τάξης από την επιρροή των μεγαλογαιοκτημόνων και της μπουρζουαζίας για να τις οργανώσει και να τις καλέσει να συνεργαστούν στην οικοδόμηση του κομμουνισμού.
Η απαλλοτρίωση της μπουρζουαζίας και η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής

Η αποσύνθεση του καπιταλιστικού συστήματος και της καπιταλιστικής πειθαρχίας της εργασίας κάνουν αδύνατη, αν ληφθούν υπόψη οι σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, την αποκατάσταση της παραγωγής πάνω στις παλιές βάσεις. Ο αγώνας των εργατών για την αύξηση των ημερομισθίων, ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας δεν οδηγεί στην ελπιζόμενη βελτίωση των συνθηκών ζωής, γιατί η αύξηση της τιμής των προϊόντων εκμηδενίζει οπωσδήποτε κάθε επιτυχία.

Η ενεργητική πάλη των εργατών για την αύξηση των ημερομισθίων στις χώρες όπου η κατάσταση είναι ολοφάνερα απελπιστική, λόγω του ορμητικού και παθιασμένου χαρακτήρα της και της τάσης της για γενίκευση κάνει αδύνατη στο εξής την πρόοδο της καπιταλιστικής παραγωγής. Η βελτίωση της κατάστασης των εργατών μόνο όταν το προλεταριάτο πάρει στα χέρια του την παραγωγή είναι δυνατή. Για να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας και για να τσακίσει το γρηγορότερο την αντίσταση της μπουρζουαζίας, που παρατείνει την αγωνία της παλιάς κοινωνίας, δημιουργώντας έτσι τον κίνδυνο μιας ολοκληρωτικής κατάρρευσης της οικονομικής ζωής, η προλεταριακή δικτατορία πρέπει να πραγματοποιήσει την απαλλοτρίωση της μεγάλης μπουρζουαζίας και της αριστοκρατίας και να μετατρέψει τα μέσα παραγωγής και μεταφορών σε κοινή ιδιοκτησία του προλεταριακού κράτους.

Η δικτατορία του προλεταριάτου δεν συνεπάγεται καμιά διανομή των μέσων παραγωγής και μεταφοράς. Αντίθετα η επιδίωξή της είναι να πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση των μέσων και της διεύθυνσης όλης της παραγωγής σύμφωνα με ένα ενιαίο σχέδιο. Το πρώτο βήμα για την εφαρμογή του σοσιαλισμού σε όλη την οικονομία συνεπάγεται αναγκαστικά τα επόμενα μέτρα : Κοινωνικοποίηση των μεγάλων τραπεζών που διευθύνουν σήμερα την παραγωγή. Ανάληψη από μέρους της προλεταριακής εξουσίας όλων των μονάδων του καπιταλιστικού κράτους που διευθύνουν και ρυθμίζουν την οικονομική ζωή. Ανάληψη όλων των κοινοτικών επιχειρήσεων. Κοινωνικοποίηση εκείνων των κλάδων της βιομηχανίας που είναι οργανωμένες σε τραστ ή σε συνδικάτα. Κοινωνικοποίηση επίσης εκείνων των κλάδων της βιομηχανίας στους οποίους ο βαθμός της συγκέντρωσης κάνει την κοινωνικοποίηση τεχνικά δυνατή. Κοινωνικοποίηση των αγροτικών ιδιοκτησιών και μετατροπή τους σε αγροτικές επιχειρήσεις διευθυνόμενες από την κοινωνία. Όσο για τις μικρότερης σημασίας επιχειρήσεις το προλεταριάτο οφείλει παίρνοντας υπόψη του το μέγεθος τους, να τις κοινωνικοποιεί σιγά – σιγά. Χρειάζεται να υπογραμμίσουμε εδώ ότι η μικρή ιδιοκτησία δεν πρέπει να απαλλοτριωθεί κι ότι οι μικροϊδιοκτήτες που δεν εκμεταλλεύονται ξένη εργασία δεν πρέπει καθόλου να υποστούν βία. Αυτή η τάξη θα τραβηχτεί σιγά-σιγά στη σφαίρα της κοινωνικής οργάνωσης, από το παράδειγμα και την πρακτική που θα δείχνουν την υπεροχή της νέας κοινωνικής δομής που απελευθερώνουν την τάξη των μικροκαλλιεργητών και των μικροαστών από το ζυγό των μεγαλοκαπιταλιστών, όλης της αριστοκρατίας και των υπερβολικών φόρων (κυρίως λόγω της ακύρωσης των χρεών προς το κράτος, κ.λ.π).

Το έργο της προλεταριακής δικτατορίας στον οικονομικό τομέα είναι πραγματοποιήσιμο μόνο στο μέτρο που το προλεταριάτο θα σταθεί ικανό να δημιουργήσει όργανα διεύθυνσης της συγκεντροποιημένης παραγωγής και θα πραγματοποιήσει τη διαχείριση τους από τους ίδιους τους εργάτες. Για το σκοπό αυτό θα αναγκαστεί να στηριχθεί σε κείνες τις οργανώσεις των μαζών που συνδέονται στενότερα με τη διαδικασία της παραγωγής.

Στον τομέα της διανομής, η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να πραγματοποιήσει την αντικατάσταση του εμπορίου με μια δίκαιη διανομή των προϊόντων. Ανάμεσα στα μέτρα που είναι απαραίτητα γι’ αυτό το σκοπό πρέπει να σημειώσουμε: την κοινωνικοποίηση των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων, τη μεταβίβαση στο προλεταριάτο όλων των οργάνων διανομής του Κράτους και των αστικών δημοτικών και κοινοτικών αρχών. Το έλεγχο των μεγάλων συνεταιριστικών ενώσεων των οποίων ο οργανωτικός μηχανισμός θα έχει ακόμα ακόμα, κατά τη μεταβατική περίοδο, σημαντική σπουδαιότητα. Την προοδευτική συγκέντρωση όλων αυτών των οργάνων και τη μετατροπή τους σε ένα ενιαίο σύνολο για τη λογική διανομή των προϊόντων.

Όπως και στον τομέα της παραγωγής, έτσι και στον τομέα της διανομής, χρειάζεται, να χρησιμοποιήσουμε όλους τους καταρτισμένους τεχνικούς και ειδικούς – από τη στιγμή που η αντίσταση στον πολιτικό τομέα θα συντριβεί και θα είναι αυτοί σε θέση να υπηρετήσουν το νέο σύστημα παραγωγής, αντί για το κεφάλαιο.

Το προλεταριάτο δεν έχει διόλου την πρόθεση να τους καταπιέσει: αντίθετα αυτό μόνο θα τους δώσει πρώτο τη δυνατότητα να αναπτύξουν την πιο ενεργητική δημιουργική δραστηριότητα. Το διαχωρισμό της φυσικής εργασίας από τη διανοητική, που κυριαρχεί στον καπιταλισμό, η προλεταριακή δικτατορία θα τον αντικαταστήσει με την ένωσή τους, ενώνοντας έτσι την εργασία με την επιστήμη.

Σύγχρονα με την απαλλοτρίωση των εργοστασίων των μεταλλείων, των ιδιοκτησιών κ.λ.π, το προλεταριάτο πρέπει να τερματίσει και την εκμετάλλευση του πληθυσμού από τους καπιταλιστές ιδιοκτήτες ακινήτων και να μεταβιβάσει τις μεγάλες κατοικίες στα τοπικά εργατικά Σοβιέτ, να εγκαταστήσει τον εργατικό πληθυσμό στα αστικά διαμερίσματα, κ.λ.π

Στη διάρκεια αυτή της τεράστιας μεταβολής, η εξουσία των Σοβιέτ πρέπει, από τη μια μεριά να οικοδομήσει ένα τεράστιο κυβερνητικό μηχανισμό, όλο και πιο συγκεντρωτικό στη μορφή του και από την άλλη πρέπει να καλεί σε μια άμεση διευθυντική εργασία ολοένα και μεγαλύτερα στρώματα του εργαζόμενου λαού».

[/nextpage]

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα