Γαλλία

Οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που κινητοποιήθηκαν στις 17 Νοεμβρίου σε πολλές περιπτώσεις το έκαναν για πρώτη φορά στη ζωή τους. Δεν ήταν μια κινητοποίηση των πιο οργανωμένων στρωμάτων της εργατικής τάξης. Δεν ήταν καν κινητοποίηση μόνο εργαζομένων: υπήρχαν επίσης τεχνίτες, μικροί αγρότες, συνταξιούχοι, κ.λπ. Έτσι, αυτό το κίνημα ήταν – και παραμένει – πολιτικά ετερογενές. Μερικοί επικριτές των κίτρινων γιλέκων ονειρεύονται μια «καθαρή κοινωνική επανάσταση», αλλά όπως έγραψε ο Λένιν, αυτοί «προσφέρουν κακή υπηρεσία στην επανάσταση χωρίς κατανόηση του τι είναι η επανάσταση». Μια επανάσταση, εξ ορισμού, αποτελεί την κινητοποίηση των πλατύτερων στρωμάτων της κοινωνίας.

Το «Λαϊκό Δημοψήφισμα» και η «εξουσία στο λαό»

Το «Λαϊκό Δημοψήφισμα» (Λ.Δ) έχει αναδειχθεί ως κεντρικό αίτημα των κίτρινων γιλέκων. Η αρχή του είναι απλή: εάν το ζητήσει ένας επαρκής αριθμός πολιτών, μπορεί να διεξαχθεί δημοψήφισμα για οποιοδήποτε θέμα δημοσίου συμφέροντος: νόμοι, Σύνταγμα, ανάκληση εκλεγμένου εκπροσώπου κ.λπ.

Η δημοτικότητα αυτού του αιτήματος είναι ενδεικτική μιας βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Για δεκαετίες, η Δεξιά και η σοσιαλδημοκρατία έχουν κυβερνήσει εναλλάξ, υλοποιώντας διαδοχικά ουσιαστικά την ίδια αντιδραστική πολιτική. Στο Κοινοβούλιο, η πλειονότητα των «εκπροσώπων του λαού» οργάνωσε τις λεηλασίες προς όφελος μερικών εκατοντάδων μεγάλων καπιταλιστικών οικογενειών.

Η κρίση του καπιταλισμού υπονομεύει τα θεμέλια της αστικής δημοκρατίας. Τα θεσμικά όργανα της Πέμπτης Δημοκρατίας εμφανίζονται όλο και περισσότερο ως μια γιγάντια μηχανή που ο ρόλος της είναι να δώσει την ψευδαίσθηση ότι «η πλειοψηφία αποφασίζει», όταν στην πραγματικότητα μια μικρή μειοψηφία ελέγχει και αποφασίζει τα πάντα.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Λ.Δ γίνεται αντιληπτό ως ένα μέσο άμεσης παρέμβασης από το λαό στις υποθέσεις της χώρας: ένας τρόπος για να επιβάλει τη θέλησή του παρακάμπτοντας τους επίσημους, «δημοκρατικούς» θεσμούς. Με αυτή την έννοια, το αίτημα του Λ.Δ έχει ένα δυνητικά επαναστατικό χαρακτήρα. Τα κίτρινα γιλέκα συνέδεσαν στενά αυτό το αίτημα με ένα άλλο, το «Όλη η εξουσία στο λαό!» Αυτό με τη σειρά του συνδέεται με μια ολόκληρη σειρά κοινωνικών αιτημάτων (μισθοί, συντάξεις, κ.λπ.).

Οι αστοί πολιτικοί το έχουν καταλάβει και γι’ αυτό έχουν τρομοκρατηθεί με το αίτημα. Για παράδειγμα, είναι προφανές ότι ένα δημοψήφισμα ανάκλησης για την Προεδρία της Δημοκρατίας, μεσοπρόθεσμα, θα ήταν μοιραίο για τον Μακρόν. Έχοντας επίγνωση αυτού του γεγονότος, οι πολέμιοι του δημοψηφίσματος προβάλουν το θλιβερό επιχείρημα της «σταθερότητας των θεσμών». Στο όνομα αυτής της «σταθερότητας», οι μάζες καλούνται να αφήσουν τον Μακρόν να συνεχίσει την πολιτική του μέχρι το επίσημο τέλος της θητείας του, τον Μάιο του 2022!

Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν απορρίπτουν όλοι οι πολιτικοί της αστικής τάξης το Λ.Δ, επειδή πιστεύουν ότι μπορούν να το αδρανοποιήσουν και να τον καταστήσουν ακίνδυνο για τα συμφέροντα και τη δύναμη της άρχουσας τάξης. Σε τελική ανάλυση, αυτό συμβαίνει ήδη σε ορισμένες καπιταλιστικές δημοκρατίες, όπως η Ιταλία και η Ελβετία, όπου η δυνατότητα πρόκλησης δημοψηφισμάτων δεν υπονομεύει την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης. Έτσι, στη Γαλλία, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, με την ελπίδα να αποδυναμώσει τα κίτρινα γιλέκα, η κυβέρνηση θα αναλάβει την πρωτοβουλία να διευρύνει τη δυνατότητα διοργάνωσης δημοψηφισμάτων, μέσα σε αυστηρά καθορισμένα όρια που συνάδουν με την «σταθερότητα » του συστήματος.

Για μια Εργατική Δημοκρατία!

Το εργατικό κίνημα πρέπει να εξηγήσει αυτόν τον κίνδυνο της αφομοίωσης του αιτήματος του Λ.Δ από τους αντιπάλους της τάξης μας. Αν είναι μόνο ένα απλό γρανάζι για τη «δημοκρατική» μηχανή της Πέμπτης Δημοκρατίας, το Λ.Δ θα καταλήξει αναπόφευκτα να «αφομοιωθεί». Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να τσακίσουμε τους μηχανισμούς του αστικού καθεστώτος και να τους αντικαταστήσουμε με δημοκρατικά όργανα της εργατικής τάξης, που να συνδέονται σε τοπικό και εθνικό επίπεδο με ένα σύστημα αιρετών αντιπροσώπων. Η εξουσία δεν μπορεί να μοιραστεί με τους καπιταλιστές, θα πρέπει να κατακτηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και αν το αίτημα για Λ.Δ, όπως υποστηρίζεται από τα κίτρινα γιλέκα, είναι προοδευτικό, η «εξουσία στο λαό» θα γίνει πραγματικότητα μόνο με τη μορφή της κυβέρνησης των εργαζομένων, στηριγμένη σε δημοκρατικά όργανα που έχουν τις ρίζες τους σε χώρους εργασίας, γειτονιές, δημόσιες υπηρεσίες κ.λπ. Αυτά τα όργανα, επιπλέον, δεν πέφτουν από τον ουρανό: πρέπει να βγουν από τον ίδιο τον αγώνα. Η απουσία τέτοιων δημοκρατικών σωμάτων είναι ακριβώς μια από τις αδυναμίες των κίτρινων γιλέκων.

Τέλος, μια αυθεντική Εργατική Δημοκρατία προϋποθέτει τον έλεγχο της παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς: την εργατική τάξη. Εφ’ όσον μια χούφτα των γιγαντιαίων παρασίτων (Bouygues, Αρνό, Λαγκαρντέρ κ.λπ.) συνεχίζουν να είναι κύριοι των τραπεζών και των βασικών μέσων παραγωγής, δεν θα υπάρξει καμία πραγματική «δημοκρατία». Στον καπιταλισμό, η Δημοκρατία σταματά στις πόρτες των επιχειρήσεων, όπου βασιλεύει η δικτατορία του αφεντικού και των μετόχων. Αντιστρόφως, ο σοσιαλισμός προϋποθέτει τον δημοκρατικό έλεγχο της παραγωγής από τους ίδιους τους εργαζομένους, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, στο πλαίσιο του οικονομικού σχεδιασμού, ο οποίος έχει ως στόχο να ικανοποιήσει τις ανάγκες της κοινωνίας.

Τα δημοκρατικά και κοινωνικά αιτήματα των κίτρινων γιλέκων δεν μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως χωρίς μία σοσιαλιστική επανάσταση. Σε αυτό το στάδιο, αυτή η ιδέα είναι μακριά από το να είναι προφανής σε όλους. Αλλά η πείρα είναι ένας σπουδαίος δάσκαλος.

Στροφή στ’ αριστερά

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων, ο κυρίαρχος πολιτικός προσανατολισμός του κινήματος έχει γίνει όλο και πιο σαφής: κατά της φορολόγησης των φτωχών, για τη φορολόγηση των πλουσίων, για καλύτερους μισθούς, καλύτερες συντάξεις, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και τέλος, κατά της «κυβέρνηση των πλουσίων», για την «εξουσία στο λαό». Το αίτημα για Λ.Δ είναι η άμεση έκφραση αυτής της φιλοδοξίας των μαζών να αναλάβουν τον έλεγχο της μοίρας τους. Στο «καμίνι» της συλλογικής πάλης, η πολιτική τους συνείδηση έχει κάνει τεράστια άλματα. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.

Αυτή η στροφή προς τ’ αριστερά έχει προκαλέσει την αυξανόμενη εχθρότητα όλων των αντιδραστικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των δεξιών και πολύ δεξιών πολιτικών, οι οποίοι στην αρχή έδωσαν στα κίτρινα γιλέκα την υποκριτική τους υποστήριξη. Ο Λοράν Βοκιέ (Πρόεδρος των Ρεπουμπλικάνων) έβγαλε γρήγορα κίτρινο γιλέκο του. Η Λεπέν παραμονεύει στις σκιές, όπως κάνει πάντα όταν οι μάζες ασχολούνται με τον αγώνα. Αντιστρόφως, οι καλύτεροι ακτιβιστές στ’ αριστερά και το εργατικό κίνημα έχουν δώσει στα κίτρινα γιλέκα όλο και πιο ενθουσιώδη υποστήριξη. Αυτό ισχύει για την Ανυπότακτη Γαλλία, η οποία, παρά τα ελαττώματά της, έχει αναδειχθεί ως η πολιτική οργάνωση που ευθυγραμμίζεται περισσότερο με αυτό το κίνημα. Αυτό θα έχει μεγάλες πολιτικές επιπτώσεις μακροπρόθεσμα.

Οι προοπτικές της αστικής τάξης

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε την εξέλιξη του κινήματος τις επόμενες εβδομάδες. Είναι πιθανό να αναπτυχθεί περαιτέρω τον Ιανουάριο. Σε κάθε περίπτωση, ένα κίνημα αυτού του είδους και εμβέλειας δεν μπορεί να είναι μια απλή παρένθεση μεταξύ δύο φάσεων σχετικής κοινωνικής σταθερότητας. Αντίθετα, είναι η αρχή μιας φάσης επιτάχυνσης της ταξικής πάλης.

Η αστική τάξη το γνωρίζει αυτό. Η Le Figaro έγραφε στις 2 Ιανουαρίου: «Θα μπορέσει ο Μακρόν να πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις του το 2019;» Μια πολύ καλή ερώτηση, στην οποία ο πολιτικός επιστήμονας Ζερόμ Σαιντ-Μαρί απαντά: «Κάθε φιλελεύθερη μεταρρύθμιση, η οποία φαίνεται να απαιτεί άμεσες θυσίες [από τις μάζες], θα μπορούσε να αναζωπυρώσει το κίνημα. Τους επόμενους μήνες, ο Μακρόν θα πρέπει να ηγηθεί της χώρας υπό αυτή τη μόνιμη απειλή αντίστασης ».

Αυτό είναι απολύτως σωστό. Το 2019, η κυβέρνηση έχει προγραμματίσει περικοπές στις συντάξεις, στο επίδομα ανεργίας και στις δημόσιες υπηρεσίες (μεταξύ άλλων). Κάθε μία από αυτές τις επιθέσεις είναι πιθανό να ρίξει λάδι στην κοινωνική πυρκαγιά.

Ορισμένοι παρατηρητές προτείνουν στο Μακρόν να σταματήσει τις αντιμεταρρυθμίσεις. Αλλά για τη γαλλική αστική τάξη, δεν τίθεται θέμα. Δεν μπορεί να ανεχθεί την παραμικρή παύση της διαδικασίας συστηματικής καταστροφής όλων των κατακτήσεων της εργατικής τάξης από το παρελθόν, δεδομένης της ανάγκης να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα του γαλλικού καπιταλισμού, η οποία υποχώρησε επί τρεις δεκαετίες σε όλες τις αγορές (παγκόσμια, Ευρωπαϊκή και εθνική). Με άλλα λόγια, παρόλο που η αστική τάξη φοβάται νέες κοινωνικές εκρήξεις, δεν έχει άλλη επιλογή από το να ρισκάρει. Και για να προχωρήσει σ’ αυτή την επίθεση, δεν έχει καμία άμεση εναλλακτική λύση από την κυβέρνηση Μακρόν. Η αστική τάξη δεν έχει καμία εγγύηση ότι οι πρόωρες κοινοβουλευτικές εκλογές θα οδηγήσουν σε μια ισχυρή, δεξιά κυβέρνηση. Έτσι, κατά τους προσεχείς μήνες, θα προσκολλώνται στον Μακρόν, παρά την αλαζονεία του, την προκλητική γλώσσα και το μίσος που διεγείρει στις μάζες.

Το συνδικαλιστικό κίνημα

Η αστική τάξη βασίζεται επίσης στη μετριοπαθή επιρροή των συνδικαλιστικών ηγετών. Εκφράζει τη λύπη της για το ότι τα κίτρινο γιλέκα δεν είναι προικισμένα με «λογικούς » ηγέτες, ανοιχτούς σε «διάλογο» και «συμβιβασμούς» οι οποίοι να είναι ικανοποιημένοι με την οργάνωση άκακων «ημερών δράσης»(i), από καιρό σε καιρό! Στις 12 Δεκεμβρίου, η Le Figaro παραδέχτηκε τα ακόλουθα:

«Για έναν αιώνα, η CGT καναλιζάριζε τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η κρίση των «κίτρινων γιλέκων» έδειξε πόσο πολύτιμη ήταν αυτή η ικανότητα. Και πώς η γενική κρίση του συνδικαλισμού είναι τόσο προβληματική. »

Στην πραγματικότητα, η ηγεσία των εργατικών συνομοσπονδιών δεν ασκούσε κανένα έλεγχο στο κίνημα των κίτρινων γιλέκων. Ο Λωράν Μπερζέρ (της CFDT) του επιτέθηκε ανοιχτά. Κλονισμένη από μια εσωτερική κρίση, η ηγεσία της FO κράτησε απόστασή από τα γεγονότα. Όσο για τη CGT, απέτυχε πλήρως στο καθήκον της, το οποίο ήταν να στηριχθεί στη δυναμική των κίτρινων γιλέκων για να θέσει στην ημερήσια διάταξη μια γενική κινητοποίηση της εργατικής τάξης, με τη μορφή ενός μαζικού απεργιακού κινήματος. Αντί γι’ αυτό, ο Μαρτίνεζ (ii) κράτησε απόσταση από τα κίτρινα γιλέκα, οργάνωσε μερικές μέρες δράσης χωρίς σχέδιο κλιμάκωσης και τελικά, πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην κυβέρνηση, υποσχόμενος να συμμετάσχει σε «διαπραγματεύσεις» με λογική και χωρίς κουλτούρα «βίας».

Η στάση του Μαρτίνεζ προκάλεσε πολλές επικρίσεις στη βάση της CGT, όπου πολλοί αγωνιστές κατανοούν την ανάγκη να στηρίξουν τα κίτρινα γιλέκα, αλλά και να βασιστούν στην τρομερή ενέργεια του κινήματος για να σαλπίσουν αντεπίθεση ενάντια σε ολόκληρη την κυβερνητική πολιτική του Μακρόν. Η εσωτερική αντιπολίτευση στην ηγεσία της CGT θα ενταθεί κατά πάσα πιθανότητα τους επόμενους μήνες, ειδικά ενόψει του ετήσιου συνεδρίου της, τον επόμενο Μάιο.

Αλλά στο άμεσο μέλλον, η αριστερά και το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να λάβουν μέτρα για την πολιτική κατάσταση και να αντλήσουν πρακτικά συμπεράσματα από αυτήν. Η κυβέρνηση Μακρόν βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Πρέπει και μπορούμε να προχωρήσουμε από εδώ. Αν το κίνημα των κίτρινων γιλέκων ξαναβρει και υπερβεί το σθένος που είχε στις αρχές Δεκεμβρίου, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο Μακρόν θα αναγκαστεί να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση. Αλλά το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να περιμένει παθητικά αυτό το ενδεχόμενο. Πρέπει να περάσουμε στην επίθεση. Ας μην ακούσουμε αυτή τη φορά από τους γραφειοκράτες ότι «οι εργαζόμενοι δεν θέλουν να παλέψουν!», τα κίτρινα γιλέκα έχουν γκρεμίσει αυτό το επιχείρημα. Το πρόβλημα δεν είναι η μαχητικότητα των μαζών, είναι η συντηρητική ηγεσία των συνδικάτων. Σε λίγες μόνο εβδομάδες, τα κίτρινα γιλέκα έχουν κερδίσει περισσότερες παραχωρήσεις από την κυβέρνηση από τις δεκάδες «ημέρες δράσης» που οργανώθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια.

Καταρχάς, το ζήτημα ενός μαζικού απεργιακού κινήματος πρέπει να τεθεί σοβαρά και να συζητηθεί στα σωματεία, αλλά και στις πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς. Μια μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης πρέπει να διεξαχθεί στους χώρους εργασίας, τις γειτονιές, τα πανεπιστήμια, τα σχολεία και, φυσικά, στις συνελεύσεις των κίτρινων γιλέκων. Εν ολίγοις, οι απεργίες πρέπει να είναι σοβαρά προετοιμασμένες. Τα κίτρινα γιλέκα έχουν αποδείξει ότι ο Μακρόν είναι πολύ πιο αδύναμος από όσο ισχυρίστηκε. Η ανάπτυξη ενός μαζικού απεργιακού κινήματος θα μπορούσε να δώσει τη χαριστική βολή στην κυβέρνησή του.

i. Μια πρακτική αντίστοιχη με αυτή των ξεκομμένων και χωρίς σχέδιο κλιμάκωσης γενικών απεργιών που οργάνωνε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.
ii. Γενικός Γραμματέας της CGT

 

Ζερόμ Ματελίς
Αρχισυντάκτης εφημερίδας Revolution , του γαλλικού τμήματος της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT)

Μετράφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com: Ηλίας Κυρούσης