prooptikes-09-14

Η σύγχρονη ιστορική κρίση του καπιταλισμού αντανακλάται διεθνώς τόσο στα νεότερα στοιχεία για την παγκόσμια οικονομία, όσο και στην αναπτυσσόμενη πολιτική αστάθεια και τη γενικευμένη – και σε ορισμένες περιπτώσεις πολεμική – ένταση στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη.

Έξι χρόνια μετά τη μεγάλη ύφεση του 2008 ο κόσμος διολισθαίνει σε μια νέα, πιθανότατα βαθύτερη ύφεση, όπως συνομολογούν οι στρατηγικοί αναλυτές του διεθνούς κεφαλαίου, με την Ευρωζώνη να πρωτοστατεί στην οικονομική συρρίκνωση, την Ιαπωνία να ακολουθεί, την Κίνα να επιβραδύνει σταθερά και τις ΗΠΑ να μην έχουν στην πραγματικότητα ανακάμψει από την προηγούμενη ύφεση στους καθοριστικούς τομείς της απασχόλησης και των επενδύσεων.

Το καλοκαίρι που πέρασε στάθηκε εφιαλτικό για τους λαούς που ζουν σε περιοχές του πλανήτη που ο καπιταλισμός έχει διαχρονικά βυθίσει στο τέλμα της μαζικής εξαθλίωσης, της εθνικής καταπίεσης και των ληστρικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων. Στην Γάζα οι ισραηλινοί καπιταλιστές διεξήγαγαν την πιο δολοφονική στρατιωτική επέμβαση των τελευταίων δεκαετιών, επιχειρώντας να δείξουν ξανά ότι είναι το αφεντικό της Μέσης Ανατολής, σε μια εποχή που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός από αδυναμία προσεγγίζει το ανταγωνιστικό με το ισραηλινό κράτος, θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν.

Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί δολοφόνησαν 2.130 Παλαιστίνιους και άφησαν άστεγους περισσότερους από 108.000! «Νερό στο μύλο» του δολοφονικού έργου του Ισραηλινού κράτους έριξαν οι απελπισμένες μέθοδοι των σποραδικών τυφλών επιθέσεων με ρουκέτες κατά αμάχων από την αντιδραστική «Χαμάς». Με μια άλλη, σοσιαλιστική, διεθνιστική ηγεσία στη θέση τόσο της θεοκρατικής και φασίζουσας «Χαμάς», όσο και της υποταγμένης στον Δυτικό ιμπεριαλισμό «Παλαιστινιακής Αρχής» του Αμπάς, η λαϊκή παλαιστινιακή αντίσταση θα μπορούσε να αποσπάσει την ενεργή υποστήριξη της ισραηλινής εργατικής τάξης και της νεολαίας και να αφοπλίσει έτσι τον ισραηλινό ιμπεριαλισμό μέσα στο «σπίτι» του.

Στο Ιράκ ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός περιορισμένος σε αεροπορικές επιδρομές, με πιόνι της κουρδικές εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις και με τη βοήθεια του Ιράν αδυνατεί να σταματήσει την προέλαση του σκοταδιστικού ISIS. Έτσι μετά από δεκαετίες ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που κορυφώθηκαν με την αμερικανική εισβολή του 2003, στη χώρα διαμορφώθηκε μια κατάσταση πολεμικού χάους και τρόμου δίχως τέλος, ανάλογη με τον εφιάλτη που ζουν τα τελευταία χρόνια οι λαοί της Συρίας και της Λιβύης. Η ταχύτατη διολίσθηση στη βαρβαρότητα χωρών που στο πρόσφατο παρελθόν σαν αποτέλεσμα της αποικιακής επανάστασης και της επιρροής του κοινωνικού παραδείγματος της ΕΣΣΔ είχαν κατακτήσει ένα ημι-πολιτισμένο επίπεδο διαβίωσης, συνιστά μια ακόμα ξεκάθαρη ένδειξη για το σύγχρονο βαθμό αντιδραστικότητας του καπιταλισμού.

Στην Ουκρανία παρακολουθούμε τη θεαματική αντεπίθεση των αντιφασιστικών, αντικυβερνητικών αντάρτικων δυνάμεων της Νοτιοανατολικής περιοχής της χώρας, που ύπουλα και αποπροσανατολιστικά αποκαλούνται από τα δυτικά αστικά ΜΜΕ «φιλορώσοι αυτονομιστές». Η εξέλιξη αυτή, βυθίζει σε αδιέξοδο τη νέα αντιδραστική ουκρανική εξουσία – τοποτηρητή του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ταυτόχρονα, η νικηφόρα αντεπίθεση των Νοτιοανατολικο-Ουκρανών αντιφασιστών τονώνει το αίσθημα της αυτοπεποίθησης του εργαζόμενου λαού της περιοχής και του δίνει ισχύ χειραφέτησης έναντι της ιμπεριαλιστικής Ρωσίας, που επιθυμεί τους ρωσόφωνους πληθυσμούς της Ουκρανίας υποταγμένους στα ανταγωνιστικά με την ιμπεριαλιστική Δύση συμφέροντα και σχέδιά της στην περιοχή.

Τη μεγαλύτερη απειλή όμως για τα συμφέροντά του ο Δυτικός ιμπεριαλισμός την αντιμετωπίζει στη «Μέκκα» του. Η μαζική εξέγερση στο Μιζούρι ενάντια στα εγκλήματα της αστυνομίας ανέδειξε το επαναστατικό δυναμικό που κρύβεται στα θεμέλια της κοινωνίας των ΗΠΑ. Η αμήχανη αντίδραση της κυβέρνησης, η διάσπαση στις γραμμές της αμερικάνικης άρχουσας τάξης για το πώς θα αντιμετωπιστεί το κίνημα και πάνω από όλα, η συμπάθεια που αυτό απέσπασε έξω από τα όρια του μαύρου προλεταριάτου είναι στοιχεία που φανέρωσαν ότι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι σήμερα ένας «γίγαντας με πήλινα πόδια».

Η Ευρωζώνη στο επίκεντρο της κρίσης

H Ευρωζώνη αποτελεί την «ατμομηχανή» της νέας παγκόσμιας ύφεσης. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι οι σημαντικότερες χώρες της Ευρωζώνης, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, σέρνουν το χορό της ύφεσης. Η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρώπη επιτείνεται από τη σύγκρουση με την Ρωσία γύρω από το ζήτημα της Ουκρανίας και από το εμπάργκο που επέβαλε η ρωσική κυβέρνηση στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων της ΕΕ, με βάσιμη και την οικονομικά καταστροφική πιθανότητα διακοπής της ροής ρώσικου φυσικού αερίου προς τις ευρωπαϊκές χώρες καθώς θα πλησιάζουμε στον Χειμώνα.

Από τις δυσμενείς οικονομικές προοπτικές δεν εξαιρείται καθόλου η Γερμανία. Χαρακτηριστικά, ο γνωστός Γερμανός οικονομικός αναλυτής των «Financial Times» Βόλφγκαγκ Μινχάου σε άρθρο του στο περιοδικό «Spiegel» στα μέσα Αυγούστου τόνισε ότι και η ίδια η Γερμανία «βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο της κατάρρευσης» («Εφημ. των Συντακτών» 20/8).

Η νέα βουτιά της Ευρωζώνης στην ύφεση θέτει στο προσκήνιο τη λήψη ακόμα σκληρότερων μέτρων λιτότητας σε όλες της ευρωπαϊκές χώρες και υπονομεύει διαρκώς τη συνοχή της ΕΕ. Μια σειρά εκπροσώπων του κεφαλαίου στον ευρωπαϊκό Νότο αρχίζουν πια ανοικτά να δυσφορούν με τη «σιδηρά» δημοσιονομική πειθαρχία που προωθεί η Γερμανία, καθώς συνειδητοποιούν με φόβο ότι αποτελεί συνταγή για τη βέβαιη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και την προετοιμασία της επανάστασης στη μια ευρωπαϊκή χώρα μετά την άλλη. Καρπός αυτής της δυσφορίας ήταν και η πρόσφατη σοβαρή πολιτική κρίση στη Γαλλία με την ανοικτή διαφοροποίηση υπουργών από τη «γερμανική συνταγή» που οδήγησε στην αλλαγή της κυβέρνησης, αντανακλώντας έστω έμμεσα και διαστρεβλωμένα τη δυσαρέσκεια της εργατικής βάσης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που βλέπει τις υποσχέσεις για μια «αριστερή» διαχείριση του σάπιου καπιταλισμού να διαψεύδονται.

Ο γενικότερος προβληματισμός των ευρωπαίων αστών όμως για τις πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης του συστήματός τους ήδη αρχίζει να γίνεται τρόμος, καθώς, αμέσως μετά την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις Ευρωεκλογές στην Ελλάδα, η θεαματική εκτόξευση των ποσοστών του νέου αριστερού κόμματος «PODEMOS» (κυρίως) αλλά και της «Ενωμένης Αριστεράς» που καταγράφεται στις τελευταίες δημοσκοπήσεις στην Ισπανία, δείχνει ότι το ενδεχόμενο εκλογής αριστερών κυβερνήσεων στην Ευρώπη γίνεται πλέον όλο και πιο πιθανό.

Με τη νέα ύφεση στο «κατώφλι» και τη σκληρή λιτότητα που τη συνοδεύει να προκαλεί συνθήκες πολιτικής αστάθειας, ριζοσπαστικοποίησης και προετοιμασίας για ένα νέο εκρηκτικό γύρο ταξικών αγώνων, τα περιθώρια της Γερμανίας και γενικότερα του ισχυρού καπιταλιστικού Βορά για γενναιόδωρες παραχωρήσεις στον υπερχρεωμένο ευρωπαϊκό Νότο είναι ανύπαρκτα. Σε αυτές της συνθήκες οι μεγαλόστομες διακηρύξεις της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου για «φοροελαφρύνσεις» και «έξοδο από τα Μνημόνια και την επιτήρηση της τρόικας», αποτελούν «όνειρα θερινής νύκτας» και ταυτόχρονα, φτηνή προπαγάνδα για το «χρύσωμα του χαπιού» του δοκιμαζόμενου από την κρίση και τις βάρβαρες αστικές πολιτικές εργαζόμενου λαού.

Ελληνικός καπιταλισμός: προς την «ανάπτυξη» ή βαθύτερα στο τέλμα;

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου εμφανίζεται να διεξάγει «σκληρές διαπραγματεύσεις» με την τρόικα στο Παρίσι για το ζήτημα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους και της κάλυψης του υφιστάμενου χρηματοδοτικού κενού και επίσης, να ζητά απαλλαγή από την επιτήρηση, αλλά και το «πράσινο φως» για φορο-ελαφρύνσεις. Στην πραγματικότητα και οι ίδιοι οι φερόμενοι ως σκληροί διαπραγματευτές καταλαβαίνουν ότι τα αντικειμενικά περιθώρια για τέτοιες παραχωρήσεις από την τρόικα δεν υπάρχουν, όχι μόνο εξαιτίας της γενικότερης δυσμενούς πορείας της διεθνούς και της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και εξαιτίας των ίδιων των κακών τρεχουσών οικονομικών επιδόσεων του ελληνικού καπιταλισμού.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το β’ τρίμηνο του έτους που έδειξαν πτώση του ΑΕΠ κατά 0,3% (1,1% η πτώση το α’ τρίμηνο) διαψεύδοντας τις επίσημες προβλέψεις κυβέρνησης και τρόικας, φανέρωσαν ότι πιθανότατα και η φετινή χρονιά θα είναι και τυπικά μια ακόμα χρονιά ύφεσης – η 7η κατά σειρά – επισφραγίζοντας μια συνολική απώλεια άνω του ¼ του ελληνικού ΑΕΠ.

Η άνοδος του τουρισμού δεν μπορεί να αποτελέσει παρά μια πολύ ασταθή και προσωρινή ανάσα για τους οικονομικούς δείκτες. Δεν έχει καμία ουσιαστική αντανάκλαση στο βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενου λαού, μη δημιουργώντας σταθερές θέσεις εργασίας και με τη «μερίδα του λέοντος» από τα έσοδα να την καρπώνεται μια χούφτα μεγάλων συμφερόντων που συνδέονται με τον τουριστικό κλάδο.

Η διαφαινόμενη και φέτος συνέχιση της ύφεσης θα σημάνει ταυτόχρονα – όχι ασφαλώς φορο-ελαφρύνσεις όπως υποκριτικά διατείνεται ότι προετοιμάζει η κυβέρνηση – αλλά νέα, ακόμα σκληρότερα μέτρα λιτότητας. Εκεί οφειλόταν και το υποτιθέμενο λάθος του νέου φόρου ακινήτων. Ο ΕΝΦΙΑ σχεδιάστηκε με τον γνωστό σκανδαλώδη τρόπο, όχι εξαιτίας κάποιου τεχνικού «λάθους», αλλά για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες για κρατικά έσοδα εξαιτίας της διάψευσης των προβλέψεων για επιστροφή στην ανάπτυξη.

Αλλά ο δείκτης της εξέλιξης του ΑΕΠ δεν είναι ό μόνος που προβληματίζει τους έλληνες αστούς. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αυξήθηκε κατά 6% το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν μια διαρκή πτωτική πορεία, μειωμένες κατά 4,1% το β’ τρίμηνο. Χωρίς μια αποφασιστική αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων – με τις κρατικές να είναι στο ναδίρ λόγω του χρέους – ακόμα και αν η μικρή ανάσα από την άνοδο του τουρισμού οδηγήσει τελικά σε μια οριακή άνοδο του ΑΕΠ τα δυο επόμενα τρίμηνα του έτους, δεν είναι δυνατό το επόμενο διάστημα να υπάρξει οποιαδήποτε πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Αυτή η δυσοίωνη γενική οικονομική προοπτική οδηγεί αναπόφευκτα στην αύξηση όλων των ειδών των χρεών, κρατικών, επιχειρηματικών, καθώς και των νοικοκυριών.

Στο μέτωπο του ελληνικού κρατικού χρέους των 321 δις. ευρώ (176% του ΑΕΠ), εκτός από την προαναφερθείσα απροθυμία των δανειστών για «γενναιόδωρες» παραχωρήσεις (δραστική περικοπή χρέους), η κυβέρνηση αναπόφευκτα θα βρεθεί αντιμέτωπη με την αποφασιστική εκδήλωση της αδυναμίας των υπό πτώχευση λαϊκών μαζών να πληρώσουν τους δυσβάσταχτους φόρους, την ώρα μάλιστα που η συνέχιση του βαλτώματος της οικονομίας θα απαιτεί όλο και περισσότερα μέτρα λιτότητας και περικοπών, αφού οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα (1,5% φέτος, 3% το 2015 και 4,5% το 2016) έχουν τεθεί στη βάση εξωπραγματικών προβλέψεων για ανάπτυξη φέτος και τα επόμενα χρόνια. Κι όλα αυτά, σε μια στιγμή που η τελευταία σχετική ανακοίνωση από την κυβέρνηση κάνει λόγο για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2,3 δις ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους σε ιδιώτες είναι υπερδιπλάσιες και ανέρχονται σε 5,3 δις, καθιστώντας από τώρα, πριν ακόμα κλιμακωθεί η φοροδοτική αδυναμία των μαζών, το πλεόνασμα αυτό εντελώς πλασματικό…

Στο επίσης «καυτό» πεδίο των μη κρατικών χρεών, η διαρροή των στοιχείων για την πραγματική κατάσταση των ελληνικών τραπεζών έχει δημιουργήσει έντονη ανησυχία στους αστικούς κύκλους. Το 35% των δανείων, δηλαδή δάνεια συνολικού ύψους 75 δις ευρώ, πλέον δεν εξυπηρετούνται, σε μια περίοδο μάλιστα που τα επικείμενα «στρες τεστ» από την τρόικα μπορεί να αποδείξουν ότι οι τράπεζες χρειάζονται και νέα χρηματοδότηση που θα επιβαρύνει το ελληνικό χρέος. Αυτή η ανησυχία μάλιστα έχει ανακόψει απότομα τον ενθουσιασμό των ξένων κερδοσκόπων που αγόραζαν αθρόα τους προηγούμενους μήνες μετοχές των ελληνικών τραπεζών στο ελληνικό Χρηματιστέριο. Έτσι εκτός από τα προαναφερθέντα τελευταία στοιχεία των βασικών οικονομικών δεικτών και η πορεία του ελληνικού Χρηματιστηρίου, που έχει γνωρίσει πτώση κατά 21% συγκριτικά με τον Μάρτιο, αντανακλά καθαρά τη δυσπιστία «των αγορών», δηλαδή του διεθνούς κεφαλαίου, για τις υποτιθέμενες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Τέλος, αποφασιστικής σημασίας για τις οικονομικές προοπτικές, είναι η κατάσταση υπερδανεισμού που εμφανίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις. Ο συνολικός δανεισμός των 35 μεγαλύτερων επιχειρήσεων της χώρας ανέρχεται σε 26,65 δις ευρώ! Η μεγάλη αυτή εξάρτηση των ισχυρότερων καπιταλιστικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στη χώρα από τις συντηρούμενες με το χρήμα των εργαζόμενων φορολογουμένων τράπεζες, εκφράζει το μέγεθος του παρασιτισμού τους. Αν είναι οι εργαζόμενοι φορολογούμενοι αυτοί που διαμέσου των τραπεζών αιμοδοτούν τόσο καθοριστικά τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις τις χώρας, τότε ποια είναι οι κοινωνική χρησιμότητα του ρόλου των κ.κ καπιταλιστών και ποιος ο λόγος η εργαζόμενη κοινωνία να μην αποκτήσει μαζί με τον πλήρη έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και τον πλήρη έλεγχο των μεγάλων επιχειρήσεων της χώρας; Όμως αυτό το ερώτημα θα πρέπει να μας το απαντήσει πρώτη και πάνω από όλους η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που περιορίζεται να μιλά για την αποκατάσταση του κατώτατου μισθού, χωρίς να τολμά να υποστηρίξει την κοινωνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ηγεσία ΣΥΡΙΖΑ: συνέχιση της δεξιάς στροφής σε πρόγραμμα και τακτική

Το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης συνθλίβεται. Η τελευταία έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ ανέδειξε αυτή την πραγματικότητα με τον πιο επίσημο τρόπο. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση 4 στους 10 εργαζόμενους αμείβονται σήμερα με λιγότερα από 630 ευρώ το μήνα, 1 στους 4 λαμβάνει μισθό χαμηλότερο από αυτόν του ανειδίκευτου εργάτη, 850.000 εργαζόμενοι σε σύνολο 1.621.259 έχουν να πληρωθούν για ένα διάστημα που κυμαίνεται από 2 έως και 12 μήνες και το 51% των νέων προσλήψεων γίνεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Στο εφιαλτικό κοινωνικό «πάζλ» του ελληνικού καπιταλισμού θα πρέπει φυσικά να προστεθούν και οι μάζες των ανέργων, οι επίσημα καταγεγραμμένοι μόνο από τους οποίους ανέρχονται με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σε 1.309.213 άτομα, με επίσημο ποσοστό ανεργίας το 27,3%.

Αυτή η κατάσταση αποτελεί την υλική βάση της σημερινής παράλυσης του εργατικού κινήματος. Κάθε απεργία στις παρούσες συνθήκες ισοδυναμεί με το άμεσο φάσμα της απόλυσης και της πείνας. Όμως εκτός από αυτή την υλική αιτία για την παράλυση των μαζικών ταξικών αγώνων, υπάρχει και η πολιτική. Αυτή είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης των εργαζόμενων και της νεολαίας στις ηγεσίες των μαζικών τους συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων.

«Οι εργαζόμενοι είναι στον καναπέ τους» ισχυρίζονται αυτάρεσκα και προκλητικά δεκάδες στελέχη των συνδικάτων και της Αριστεράς όλο αυτό το τελευταίο διάστημα της υποχώρησης των ταξικών αγώνων, υποστηρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η εργατική τάξη έχει καταστεί παθητική και είναι ανίκανη να παλέψει για να αλλάξει την κοινωνία. Τίποτα όμως δεν βρίσκεται πιο μακριά από την αλήθεια.

Μετά από 3 χρόνια σκληρών μαζικών αγώνων ενάντια στα Μνημόνια, οι εργαζόμενοι κουράστηκαν να λαμβάνουν από τις οργανώσεις τους μόνο συμβολικά, αποσπασματικά και αναποτελεσματικά καλέσματα δράσης. Καμία από τις ηγεσίες του κινήματος αυτά τα χρόνια (ηγεσίες συνδικάτων, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ) δεν τόλμησε να πάρει την ευθύνη της ενεργής προώθησης μέσα στους χώρους δουλειάς, στους νεολαιίστικους χώρους και τις εργατικές γειτονιές ενός συγκεκριμένου σχεδίου κλιμακούμενης μαζικής δράσης για να ανατραπούν τα Μνημόνια και οι κυβερνήσεις τους, κορυφωμένου σε μια καλά οργανωμένη γενική πολιτική απεργία για να ανοίξει ο δρόμος για την εκλογή μιας αριστερής, εργατικής κυβέρνησης. Έτσι οι εργαζόμενοι φυσιολογικά έπαψαν να ανταποκρίνονται στα «άσφαιρα καλέσματα» των ηγεσιών τους και έχουν υιοθετήσει μια στάση αναμονής, βγάζοντας παράλληλα πολιτικά συμπεράσματα.

Η βασική ελπίδα των εργαζόμενων για την ανατροπή της κυβέρνησης και των Μνημονίων είναι πλέον οι πρόωρες εκλογές και η ψήφος στο ΣΥΡΙΖΑ. Όμως όπως έδειξε το καθόλου ικανοποιητικό ποσοστό που έλαβε το κόμμα στις πρόσφατες Ευρωεκλογές, οι πλατιές εργατικές μάζες και ιδιαίτερα η νεολαία, έχουν χάσει τον αρχικό ενθουσιασμό τους για την πολιτική και τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Η αιτία είναι η λαθεμένη πολιτική και τακτική της ηγετικής ομάδας γύρω από τον πρόεδρο και η ανεπάρκεια των προγραμματικών θέσεων που αυτή υπερασπίζει. Αυτά τα στοιχεία συγκροτούν μία δεξιά πολιτική στροφή και για να μιλήσουμε με μαρξιστικούς θεωρητικούς όρους, μια κίνηση από τον κλασσικό αριστερό ρεφορμισμό προς τις πιο χρεοκοπημένες διαχειριστικές συνταγές της σοσιαλδημοκρατίας.

Βασικά στοιχεία αυτής της πολιτικής – προγραμματικής διολίσθησης στη σοσιαλδημοκρατία όπως επανειλημμένα έχουμε τονίσει, είναι οι διαρκείς δημόσιες απόπειρες καθησυχασμού και εξευμενισμού του μεγάλου κεφαλαίου με συναντήσεις και ομιλίες σε βήματα των ενώσεων του, ο περιορισμός της κοινωνικής ατζέντας των θέσεων του κόμματος στην επαναφορά του κατώτερου μισθού και η υπεράσπιση μιας λογικής διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές, που αναγνωρίζει το ληστρικό κρατικό χρέος και την υποχρέωση εξυπηρέτησης του από την εργατική τάξη και το φτωχό λαό.

Τελευταία στοιχεία της δημόσιας πολιτικής – προγραμματικής δεξιάς μετατόπισης της ηγετικής ομάδας αποτέλεσαν τόσο το θάψιμο της θεμελιώδους ιδρυτικής θέσης του ΣΥΡΙΖΑ για τον πλήρη διαχωρισμό Εκκλησίας και κράτους, στο πλαίσιο μιας κωμικοτραγικής απόπειρας προσέγγισης της αντιδραστικής Ορθόδοξης ιεραρχίας (επισκέψεις και προσκυνήματα στο Άγιο Όρος), όσο και η αποδοχή της αντιδραστικής αντίληψης για την ανάγκη φορολόγησης ακινήτων που συνδέονται με την πρώτη κατοικία και δεν γίνονται αντικείμενο κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης, με άλλα λόγια η ίδια η ντροπαλή αποδοχή της λογικής των χαρατσιών των Μνημονίων.

Στην προσπάθειά της η ηγεσία να απαλλαγεί από τον έλεγχο και την κριτική του κόμματος παραμερίζει τις κομματικές διαδικασίες και ανακοινώνει ως δεσμευτικές προγραμματικές θέσεις στη ΔΕΘ μέτρα που επεξεργάστηκαν τεχνοκρατικές επιτροπές κορυφής, διορισμένες από την ίδια.

Πρακτική αντανάκλαση της συνεχιζόμενης δεξιάς πολιτικής – προγραμματικής στροφής της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί η πλήρης εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας ανατροπής της συγκυβέρνησης μέσα από το κίνημα των εργατικών μαζών και της νεολαίας και η ταυτόχρονη προσήλωση σε μία προσπάθεια κοινοβουλευτικής «ανατροπής» με αφορμή την επικείμενη διαδικασία εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας, με την επιδίωξη ενός ευκαιριακού κοινοβουλευτικού αθροίσματος ψήφων. Οι μικροαστοί καριερίστες της ΔΗΜΑΡ και οι αστοί δημαγωγοί των ΑΝΕΛ (και όχι μόνο..) ανάγονται σε ζωτικούς συμμάχους της Αριστεράς και σε ρυθμιστές της μοίρας εκατομμυρίων εξαθλιωμένων εργαζόμενων ανθρώπων. Με αυτό τον τρόπο η ηγεσία, αντί να ενισχύει της πίστη της εργατικής τάξης στη σημασία των μαζικών της αγώνων και στον ανεξάρτητο ρόλο που μπορούν να παίξουν τα μαζικά αριστερά της κόμματα, την σπρώχνει σε ρόλο παθητικού θεατή των μηχανορραφιών και των παζαριών που διεξάγονται στα πολιτικά παρασκήνια με «μήλον της έριδος» τις ψήφους ιδιοτελών κρατικοδίαιτων μελών του αστικού κοινοβουλίου.

Όμως δυστυχώς ούτε η ηγεσία του άλλου μαζικού κόμματος της εργατικής τάξης, του ΚΚΕ, προσφέρει την αναγκαία πολιτική διέξοδο. Οι εργαζόμενοι και η νεολαία δεν βλέπουν από την ηγεσία του ΚΚΕ παρά μόνο συμβολικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις, που συνοδεύονται από μονότονες πολιτικές καταγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς τη λήψη καμίας ουσιαστικής πρωτοβουλίας για την προετοιμασία μιας κινηματικής ανατροπής της κυβέρνησης και δίχως την υπεράσπιση μίας ορατής σοσιαλιστικής λύσης εξουσίας, ικανής να δώσει στις μάζες έναν σκοπό για άμεση πολιτική πάλη.

Κυβέρνηση και αστική τάξη προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο

Αξιοποιώντας τα λάθη, την ανικανότητα και την παθητικότητα των εργατικών ηγεσιών, η κυβέρνηση και η αστική τάξη προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο για να περάσουν όσα περισσότερα αντιδραστικά Μνημονιακά μέτρα προλάβουν και παράλληλα, να μπορέσουν να αναδιατάξουν το πολιτικό τους στρατόπεδο για να αποτρέψουν την άνοδο μιας αυτοδύναμης αριστερής κυβέρνησης στην εξουσία.

Το ιδανικό για αυτούς θα ήταν να ξεπεράσουν το σκόπελο της προεδρικής εκλογής συγκεντρώνοντας την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και εξαγοράζοντας όσες περισσότερες ψήφους βουλευτών μπορούν. Έτσι μετά από μία ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια κοινοβουλευτικής «ανατροπής» από τον ΣΥΡΙΖΑ και με το ηθικό των εργατικών μαζών στο ναδίρ, η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου θα μπορούσε να διασφαλίσει για σημαντικό ακόμα διάστημα την πολυπόθητη για τον εύθραυστο ελληνικό καπιταλισμό κυβερνητική σταθερότητα και να πάει στις εκλογές του 2016 με νέα κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κομματικά προσωπεία.

Όμως οι «αστάθμητοι» παράγοντες που θα μπορούσαν να ματαιώσουν μια τέτοια ιδανική, απρόσκοπτη θητεία της παρούσας συγκυβέρνησης είναι πολλοί. Τέτοιοι είναι οι ακόλουθοι. Μία άδοξη κατάληξη της διαπραγμάτευσης με την τρόικα, που θα κατέληγε στην άμεση λήψη νέων Μνημονιακών μέτρων για να καλυφθούν τα χρηματοδοτικά κενά της διετίας 2014-15, χωρίς να υπολογίζουμε σε αυτά τους προσυμφωνημένους εφαρμοστικούς νόμους που αναμένονται άμεσα προς ψήφιση σχετικά με την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, τις νέες μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο, την περιστολή των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και το «δικαίωμα των εργοδοτών σε ανταπεργία». Μία ραγδαία επιδείνωση της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας που θα «πάγωνε» το Ελληνικό πρόγραμμα και θα έριχνε την Ελλάδα σε ένα νέο κύκλο ύφεσης. Μία αυθόρμητη αγωνιστική «έκρηξη» των νεαρότερων και πιο άφθαρτων από τις ήττες τμημάτων της εργατικής τάξης, που θα όξυνε την κρίση μέσα στο κυβερνητικό στρατόπεδο και θα πίεζε ασφυκτικά τις κοινοβουλευτικές του ομάδες. Μια θεαματική δημοσκοπική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ που θα έσπρωχνε την συγκυβέρνηση σε εκλογές εσπευσμένα για να προλάβει το ενδεχόμενο μιας βέβαιης αυτοδυναμίας του αργότερα.

Και από τους αστάθμητους παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πτώση της συγκυβέρνησης, δεν θα μπορούσε κανείς να εξαιρέσει την κατάσταση διάλυσης που επικρατεί στο σημερινό αντιδημοφιλές «κουφάρι» του πάλαι ποτέ κραταιού ανάμεσα στις εργατικές μάζες ΠΑΣΟΚ. Στις τάξεις του σημερινού ΠΑΣΟΚ ήδη εμφανίζονται δύο εξίσου ιδιοτελείς και αποκομμένες από τα συμφέροντα των εργατικών μαζών πολιτικές τάσεις. Η μία υπό τον Βενιζέλο επιδιώκει την συγχώνευση ενός μετονομασμένου κόμματος σε μια ευρύτερη, μόνιμη συμμαχία με τον κύριο κορμό των κεντροδεξιών πολιτικών εκπροσώπων του κεφαλαίου. Η άλλη υπό τον Γ. Παπανδρέου, με την ταμπέλα του «παλιού ΠΑΣΟΚ» επιδιώκει καιροσκοπικά μια κυβερνητική συνεργασία με τον προελαύνοντα ΣΥΡΙΖΑ, εκμεταλλευόμενη τη βαθιά λαθεμένη τακτική αναζήτησης από την ηγεσία του δεύτερου μελλοντικών κυβερνητικών συμμάχων εκτός των ορίων της Αριστεράς.

Όλα αυτά αναδεικνύουν την ύπαρξη ενός τρομερά ρευστού πολιτικού σκηνικού, πάνω στο έδαφος του οποίου δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Το μόνο που μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα είναι ότι η αστική τάξη κυβερνά σήμερα, από οικονομική κοινωνική και πολιτική σκοπιά, με την «πλάτη στον τοίχο». Βαδίζει τέσσερα χρόνια τώρα, στο «τεντωμένο σκοινί» της υπερχρέωσης, της αυξανόμενης κοινωνικής οργής για το σύστημα και τις πολιτικές της και της διαρκώς εντεινόμενης κρίσης του παραδοσιακού πολιτικού της στρατοπέδου. Ο βασικός παράγοντας που σταθεροποιεί προσωρινά την κυριαρχία της είναι η απροθυμία των αριστερών σοσιαλδημοκρατικών και σταλινικών πολιτικών ηγεσιών της εργατικής τάξης να διεξάγουν έναν πραγματικό αγώνα για την εξουσία.

Σε άλλες εποχές οι Έλληνες καπιταλιστές θα είχαν ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση της επιβολής ενός ανοικτά βοναπαρτιστικού καθεστώτος για να δώσουν μια σχετικά μόνιμη και σταθερή λύση στο αδιέξοδο τους, στηριγμένοι στη στρατιωτική και αστυνομική βία. Όμως οι σημερινοί συσχετισμοί δύναμης στην κοινωνία, με μια πανίσχυρη αριθμητικά και οργανωτικά εργατική τάξη, με τις παραδοσιακές μικροαστικές μάζες αριθμητικά αποδυναμωμένες και χωρίς εμπιστοσύνη σε μια αστική εξουσία που παραβιάζει συστηματικά «το ιερό» τους δικαίωμα στην μικρο-ιδιοκτησία, κάνουν τον δρόμο για ένα βοναπαρτιστικό καθεστώς (στην παρούσα φάση) κλειστό. Μία απόπειρα επιβολής ενός τέτοιου καθεστώτος χωρίς να έχουν εξαντληθεί προηγουμένως όλα τα αστικοδημοκρατικά μέσα για την επιδίωξη κυβερνητικής σταθερότητας, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του αστικού καθεστώτος και να προκαλέσει κύματα επαναστατικής διέγερσης στις εργατικές μάζες.

Η συνειδητοποίηση αυτού του κινδύνου είναι που κάνει τους αστούς σήμερα από τη μία πλευρά «πολέμιους» και «διώκτες» της φασιστικής Χρυσής Αυγής, επιδιώκοντας να τιθασεύσουν την ανυπομονησία της και από την άλλη, τους σπρώχνει στη συνδιαλλαγή και τον συμβιβασμό με ένα κόμμα προερχόμενο από το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό να το ποδηγετήσουν, στρέφοντάς το στην κατεύθυνση της σοσιαλδημοκρατίας για να μπορέσουν να στηριχθούν κυβερνητικά σε αυτό.

Συνεπώς η κύρια πολιτική προοπτική που έχουμε μπροστά μας για τα επόμενα χρόνια είναι το ανεβοκατέβασμα ασταθών κυβερνητικών σχημάτων στην εξουσία, μέχρι τη στιγμή που είτε η εργατική τάξη θα δώσει μέσα από την πάλη της μια οριστική σοσιαλιστική λύση στο ζήτημα της εξουσίας, είτε η αστική τάξη θα επιβάλλει πάνω στα συντρίμμια του εργατικού κινήματος ένα βοναπαρτιστικό καθεστώς, ο βαθμός σταθερότητας του οποίου θα εξαρτάται από τις οικονομικές αντοχές και τα όποια αποθέματα κοινωνικής υποστήριξης του καπιταλισμού θα μπορούν να υπάρχουν σε εκείνη τη συγκυρία.

Η μόνη λύση

Μέσα σε ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό που δεν αναδεικνύει μια ορατή, ριζική λύση εξουσίας για την εργατική τάξη, η μόνη λύση δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στην δική της ανεξάρτητη ταξική δράση και στην πολιτική πάλη των πιο συνειδητών και προχωρημένων στρωμάτων της. Οι εργαζόμενοι από τους λιγοστούς εργατικούς χώρους που κινητοποιούνται σήμερα θα πρέπει να συντονιστούν μεταξύ τους και να πιέσουν τα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα να υιοθετήσουν ένα σχέδιο κλιμακούμενης μαζικής δράσης, που θα κορυφώνεται σε ένα οργανωμένο κίνημα ανυπακοής στην πληρωμή φόρων και χαρατσιών για την εξυπηρέτηση του ληστρικού κρατικού χρέους, αλλά και στη διενέργεια μιας καλά προετοιμασμένης από επιτροπές δράσης σε κάθε εργατικό χώρο και κάθε γειτονιά γενικής πολιτικής απεργίας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης και την εκλογή μιας νέας που θα υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, θα ξεριζώσει τα Μνημόνια και τον καπιταλισμό και θα ανοίξει τον δρόμο για τη νίκη του σοσιαλισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Στην κατεύθυνση της υπεράσπισης αυτής της μόνης αναγκαίας λύσης θα πρέπει να ενώσουν επειγόντως τις δυνάμεις τους ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, μαζί με τις μαζικές συνδικαλιστές οργανώσεις σε ένα ενιαίο μέτωπο ταξικού και πολιτικού αγώνα. Οι ηγεσίες που δεν αντιλαμβάνονται την επιτακτική αναγκαιότητα αυτού του μονόδρομου δεν δικαιούνται να φέρουν τον τίτλο «εργατικές», «αριστερές» ή πολύ περισσότερο «κομμουνιστικές».

Ο αγώνας που έχουμε μπροστά μας είναι κρίσιμος, βαθειά πολιτικός και πρέπει να δοθεί οργανωμένα. Η Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ σας καλεί λοιπόν να αγωνιστείτε μέσα από τις γραμμές της για τις ιδέες του γνήσιου κομμουνισμού που ο καιρός τους έχει φτάσει, ανταποκρινόμενοι με αυτόν τον τρόπο στο πιο επιτακτικό καθήκον κάθε σύγχρονου συνειδητού ανθρώπου.