Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΕπικαιρότηταΔιεθνήΟ πόλεμος κατά του Ιράν και η στάση των κομμουνιστών

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Ο πόλεμος κατά του Ιράν και η στάση των κομμουνιστών

Άρθρο του ηγετικού στελέχους της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς Άλαν Γουντς για την ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν.

Το πρωί του Σαββάτου 28 Φεβρουαρίου, η Τεχεράνη σείστηκε από μια σειρά δυνατών εκρήξεων καθώς πύραυλοι των ΗΠΑ και του Ισραήλ έπληξαν την πρωτεύουσα του Ιράν. Στήλες καπνού υψώθηκαν πάνω από την Τεχεράνη, το Κομ και άλλες ιρανικές πόλεις, σαλπίζοντας την έναρξη του πολέμου.

Σε μια στιγμή, η ατελείωτη παρωδία των ανούσιων διαπραγματεύσεων διακόπηκε ξαφνικά από την πραγματικότητα. Εδώ και μήνες αυτή η παρωδία παιζόταν με σκοπό να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση στην παγκόσμια κοινή γνώμη ότι σύντομα θα επιτευχθεί συμφωνία και ότι θα επικρατήσουν η ειρήνη και η σταθερότητα.

Ενήμερος για τις προθέσεις της Ουάσινγκτον και για το πόσο κοντά φαινόταν μια στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν (μιας χώρας που διευκόλυνε τις διαπραγματεύσεις), Μπεντρ Αλμπουσαΐντι, έσπευσε στην Ουάσινγκτον σε μια επιτακτική προσπάθεια να παρουσιάσει τις συνομιλίες με τον πιο θετικό τρόπο. Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, εμφανίστηκε ακόμη και στο CBS και αποκάλυψε σημαντικές λεπτομέρειες για την επικείμενη συμφωνία, δηλώνοντας ότι μια ειρηνευτική συμφωνία βρισκόταν κοντά.

Ωστόσο, ο Αλμπουσαΐντι μπόρεσε να συναντηθεί μόνο με τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς, στον οποίο εξήγησε ότι οι διαπραγματεύσεις βρισκόντουσαν στα πρόθυρα αποφασιστικής προόδου. Υποστήριξε ότι η προτεινόμενη συμφωνία θα υπερέβαινε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του 2015, απ’ την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε το 2018.

Σύμφωνα με τον Αλμπουσαΐντι, το Ιράν είχε αποδεχθεί όρους που περιλάμβαναν την εξάλειψη των αποθεμάτων του υψηλού επιπέδου εμπλουτισμένου ουρανίου που κατέχει, τη μετατροπή των υπαρχόντων αποθεμάτων του σε ουράνιο χαμηλότερου εμπλουτισμού και τη δυνατότητα για εκτενή εποπτεία από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA). Πρόσθεσε ότι ενδεχομένως θα μπορούσε να επιτραπεί η παρουσία επιθεωρητών των ΗΠΑ στο Ιράν παράλληλα με την Υπηρεσία. Με τους προτεινόμενους όρους, το Ιράν θα περιοριζόταν στον εμπλουτισμό ουρανίου αυστηρά στα επίπεδα απαραίτητα για σκοπούς ειρηνικής πυρηνικής ενέργειας.

Αυτό ήταν ένα πολύ ευνοϊκό σύνολο προτάσεων που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από την πλευρά των ΗΠΑ — με την προϋπόθεση βέβαια ότι οι τελευταίες είχαν το παραμικρό ενδιαφέρον για μία ειρηνευτική συμφωνία. Η απάντηση σε αυτές τις λογικές προτάσεις ήρθε με βροχή βομβών και πυραύλων.

Ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, επέκρινε τον Τραμπ για την επίθεση στο Ιράν και αμφισβήτησε ποιος από τους εμπλεκόμενους θα μπορέσει να αντέξει περισσότερο, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ έχουν μία σύντομη ιστορία 250 ετών, ενώ ο περσικός πολιτισμός έχει 2.500 χρόνια ιστορίας.

«Ο ειρηνοποιός έδειξε και πάλι το πρόσωπό του», είπε ο Μεντβέντεφ. «Όλες οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν είναι μια κάλυψη. Κανείς δεν το αμφισβήτησε. Κανείς πραγματικά δεν ήθελε να διαπραγματευτεί τίποτα».

Όπως το έθεσε ένα ιρανικό κανάλι στο Telegram: «Για άλλη μια φορά οι ΗΠΑ επιτέθηκαν ενώ το Ιράν επιδίωκε τη διπλωματία. Για άλλη μια φορά η διπλωματία δεν λειτουργεί απέναντι στο τρομοκρατικό κράτος των ΗΠΑ».

Δεν είναι η πρώτη φορά που γινόμαστε μάρτυρες μιας τέτοιας παρωδίας. Το ίδιο διπλωματικό παιχνίδι παίχτηκε ακριβώς και το προηγούμενο καλοκαίρι. Το σενάριο ήταν ίδιο. Οι ηθοποιοί, περισσότερο ή λιγότερο οι ίδιοι. Και το φινάλε, εξίσου προβλέψιμο. Ο άνδρας στον Λευκό Οίκο τώρα παραπονιέται ότι οι διαπραγματεύσεις απέτυχαν επειδή οι Ιρανοί δεν ήταν πρόθυμοι να διαπραγματευτούν «με καλή πίστη».

Αυτό είναι ψέμα. Αν κάποιος διαπραγματευόταν με κακή πίστη, δεν ήταν οι Ιρανοί, αλλά οι Αμερικανοί, που χρησιμοποίησαν σκόπιμα το πρόσχημα των ψευδών διαπραγματεύσεων για να καλύψουν την απόφασή τους να επιτεθούν στο Ιράν και να ανατρέψουν την κυβέρνησή του. Αλλά αυτή τη φορά υπάρχουν κάποιες σημαντικές διαφορές σε αυτό το παιχνίδι διπλωματικού «κρυφτού».

Το προηγούμενο καλοκαίρι, οι Ιρανοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι σε μια δόλια επίθεση, που εξαπολύθηκε ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, ακριβώς εν μέσω των διαπραγματεύσεων, οι οποίες φαίνονταν ότι θα προχωρούσαν καλά.

Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Η ιρανική πλευρά δεν εμπιστευόταν πλέον τους Αμερικανούς ότι θα διαπραγματευτούν «με καλή πίστη». Ιδιαίτερα δεν εμπιστεύονταν τον Ντόναλντ Τραμπ, και προειδοποίησαν εκ των προτέρων ότι δεν θα πιαστούν απροετοίμαστοι και ότι θα αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε επίθεση με μαζική στρατιωτική απάντηση. Εδώ βλέπουμε μια δεύτερη σημαντική διαφορά.

Παρά την πολεμοχαρή ρητορική του, η προτίμηση του Τραμπ είναι να προσπαθεί πρώτα να κάνει μια συμφωνία (που κοστίζει λιγότερο) παρά να διεξάγει πόλεμο (που κοστίζει περισσότερο με περισσότερους από έναν τρόπους).

Μετά από περίπου μια εβδομάδα τον Ιούνιο, όταν οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί συνειδητοποίησαν ότι είχαν αποτύχει στον κεντρικό τους στόχο, που ήταν να ανατρέψουν το καθεστώς, επανεξέτασαν την ισορροπία δυνάμεων και κατέληξαν ότι δεν βρισκόντουσαν σε θέση να παρατείνουν τον πόλεμο περαιτέρω.

Παρά τα σοβαρά πλήγματα στα αρχικά στάδια της επίθεσης, το Ιράν επέζησε και πέρασε στην αντεπίθεση, ρίχνοντας βροχή πυραύλων κατά του Ισραήλ, που άρχισαν να διαπερνούν τον λεγόμενο «Σιδηρούν Θόλο» του, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν αδιαπέραστος.

Και ενώ το Ιράν διέθετε μεγάλο απόθεμα πυραύλων που είχε συγκεντρωθεί σε μία παρατεταμένη περίοδο, οι προμήθειες πυραύλων αντιαεροπορικής άμυνας που διέθεταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ήταν ανεπαρκείς για να συντηρήσουν έναν πόλεμο για μεγάλο διάστημα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, λοιπόν, αποφάσισε να τερματίσει τις εχθροπραξίες όταν είδε ότι θα ήταν επικίνδυνο να συνεχίσει. Έτσι διέταξε αναστολή αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν «ο πόλεμος των δώδεκα ημερών».

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα; Είναι αλήθεια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συγκεντρώσει μια επιβλητική στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, υποστηριζόμενης από το ισχυρό Αμερικανικό Ναυτικό. Αλλά αυτή η φαινομενική ισχύς κρύβει μια υποκείμενη αδυναμία, που δεν είναι νέα, και που θέτει έναν πολύ σοβαρό κίνδυνο για ολόκληρη την επιχείρηση.

Πρόσφατα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε συνάντηση με κορυφαίους εκπροσώπους των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ και της CIA. Τους ζήτησε να εκτιμήσουν τις δυνατότητες μιας επιτυχημένης επίθεσης στο Ιράν και τους κινδύνους που θα μπορούσαν να υπάρξουν σε αυτήν.

Η συνάντηση έγινε κεκλεισμένων των θυρών, αλλά σύμφωνα με ορισμένες διαρροές στον Τύπο δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις απαντήσεις που έλαβε. Κανένας από τους συγκεντρωμένους στρατιωτικούς αρχηγούς δεν μπόρεσε να του εγγυηθεί τη διασφάλιση της επιτυχίας. Ούτε μπορούσαν να τον βεβαιώσουν ότι αυτός ο πόλεμος θα μπορούσε να λήξει τόσο γρήγορα και εύκολα όσο ο περσινός. Του είπαν ακόμη ότι οι αμερικανικές δυνάμεις ενδέχεται να υποστούν απώλειες — δυνητικά πολύ σοβαρές απώλειες σε μια τέτοια σύγκρουση.

Για έναν άνθρωπο που είναι εμμονικός με τη δημοφιλία του στις δημοσκοπήσεις, αυτό δεν ήταν το είδος της είδησης που περίμενε να ακούσει. Ο Τύπος ανέφερε ότι ο πρόεδρος βγήκε από τη συνάντηση και ήταν τόσο θυμωμένος όσο και απογοητευμένος.

Αυτές οι αναφορές θα έπρεπε να έκαναν τον Ντόναλντ Τραμπ να το ξανασκεφτεί. Ο κ. Τραμπ βέβαια δεν είναι ένας άνθρωπος που καταπιάνεται με σοβαρό στοχασμό. Αντίθετα, δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που κινείται από ξαφνικές παρορμήσεις και ένστικτο, επηρεαζόμενος από τον τελευταίο άνθρωπο με τον οποίο μίλησε για οποιοδήποτε θέμα — και ειδικότερα για θέματα στα οποία έχει διαμορφώσει πολύ σταθερές απόψεις. Αυτό περιλαμβάνει το Ιράν, μια χώρα για την οποία ποτέ δεν μπόρεσε να κρύψει εντελώς την βαθιά απέχθειά του.

Σε μια εκπληκτική δήλωση που εκδόθηκε κατά τον χρόνο της αμερικανικής επίθεσης στο Ιράν το πρωί της 28ης Φλεβάρη, ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε έναν εκτενή κατάλογο εγκλημάτων που υποτίθεται ότι διαπράχθηκαν από τους «κακούς» Ιρανούς εναντίον αθώων πολιτών των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια δεκαετιών.

Ξεκινά την επίθεσή του αναφερόμενος σε «μια βίαιη κατάληψη της πρεσβείας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τεχεράνη, το κράτημα δεκάδων Αμερικανών ομήρων για 444 ημέρες». Το περιστατικό αυτό συνέβη στις 4 Νοεμβρίου 1979, όταν ένοπλοι φοιτητές ιρανικής καταγωγής έθεσαν υπό πολιορκία την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Δηλαδή, ένα γεγονός που συνέβη σχεδόν μισό αιώνα πριν! Κι όμως ο άνθρωπος στον Λευκό Οίκο το παρουσιάζει σαν να έγινε μόλις χτες. Προφανώς, αυτό το γεγονός του έχει μείνει στο μυαλό από τότε, σαν ένα ψαροκόκαλο κολλημένο στον λαιμό του.

Και, τελειώνοντας τελικά τη λίστα του, προσθέτει θριαμβευτικά: «Και ήταν ο “δορυφόρος” του Ιράν, η Χαμάς, που εξαπέλυσε τις φρικτές επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου εναντίον του Ισραήλ». Παραβλέπει βολικά το γεγονός ότι η ίδια η CIA εξέδωσε μια έκθεση που δηλώνει σαφώς ότι αυτή η επίθεση δεν είχε σχέση με το Ιράν, που δεν είχε γνώση και εμπλοκή σε αυτή.

Αλλά δεν πρέπει ποτέ να αφήνουμε τα γεγονότα να χαλάσουν μια καλή ιστορία. Στο μυαλό του Αμερικανού προέδρου, το Ιράν έχει γίνει η προσωποποίηση του κακού στη Γη, ένα τρομοκρατικό καθεστώς, ένοχο για μια μακριά λίστα απαράδεκτων εγκλημάτων, η πηγή όλων των προβλημάτων και αναστατώσεων στη Μέση Ανατολή, και μια απειλή για την ασφάλεια (ακόμη και την ίδια την ύπαρξη) των ΗΠΑ

Ένα πολύ εκπληκτικό σενάριο, και ένα σενάριο που θα ταίριαζε πολύ σε ένα είδος τηλεοπτικού δράματος τόσο αγαπητού στον άνθρωπο στον Λευκό Οίκο. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως και οι περισσότερες τέτοιες δραματοποιήσεις, η σχέση του με την αλήθεια είναι ιδιαίτερα χαλαρή, και συχνά εντελώς ψευδής.

Αν θέλουμε να υποδείξουμε το καθεστώς που είναι υπεύθυνο για περισσότερους πολέμους, αναταραχές, θάνατο και καταστροφή σε παγκόσμια κλίμακα τις τελευταίες δεκαετίες, αυτό είναι το καθεστώς των ΗΠΑ.

Με αυτό δεν επιδιώκουμε με κανέναν τρόπο να μετριάσουμε τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το καθεστώς των μουλάδων στην Τεχεράνη. Αλλά, συγκριτικά, αυτά ωχριούν μπροστά στο απαίσιο ιστορικό μαζικής τρομοκρατίας, εγκληματικών πολέμων και επιθέσεων, σφαγής και καταστροφής που έχει διαπράξει ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός.

Και αν ψάχνουμε για τον κύριο ένοχο που έχει προκαλέσει τις περισσότερες αναταραχές, πολέμους και τρομοκρατικές ενέργειες στη Μέση Ανατολή, αναμφίβολα ο ένοχος θα ήταν ο κύριος σύμμαχος και τοποτηρητής των ΗΠΑ στην περιοχή — το Ισραήλ.

Επί χρόνια, η Ουάσινγκτον έχει δώσει στο καθεστώς του Ισραήλ πλήρη ελευθερία κινήσεων για να ακολουθεί τις επιθετικές και επεκτατικές πολιτικές του στη Μέση Ανατολή. Το έχει εξοπλίσει μέχρι τα δόντια και έχει επιδοτήσει την οικονομία του, επιτρέποντάς του να εκπληρώνει τις επιθετικές του φιλοδοξίες χωρίς κανένα εμπόδιο.

Αφήνοντας κατά μέρος τον γενοκτονικό πόλεμο που διαπράττεται από το Ισραήλ εναντίον του λαού της Γάζας και την τερατώδη καταπίεση των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, το Ισραήλ δεν σταμάτησε ποτέ να πραγματοποιεί συνεχείς πράξεις απρόκλητης επιθετικότητας κατά γειτονικών χωρών, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, της Συρίας, της Υεμένης, του Ιράκ — και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, του ίδιου του Ιράν.

Είναι εμφανές ότι αυτός ο πόλεμος που επιβλήθηκε στο Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους ισραηλινούς τους συνεργούς στο έγκλημα, είναι μία άμεση συνέχεια των επιθετικών πολιτικών του πολεμοκάπηλου Νετανιάχου, που πασχίζει απεγνωσμένα να διατηρήσει τον έλεγχο πάνω σε έναν ολοένα και πιο δυσαρεστημένο πληθυσμό στο Ισραήλ.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ήταν η πίεση από τον Βενιαμίν Νετανιάχου που ώθησε τον Ντόναλντ Τραμπ να κηρύξει πόλεμο κατά του Ιράν, όταν, παρά όλη τη ρητορική του, αποτελεί γεγονός ότι το Ιράν δεν παρουσιάζει απολύτως καμία απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην πραγματικότητα, το Ιράν αυτή τη στιγμή δεν παρουσιάζει άμεση απειλή για το Ισραήλ, ή για οποιαδήποτε άλλη χώρα στη Μέση Ανατολή. Μακριά από το να είναι ένα τρομοκρατικό καθεστώς με διάθεση να προκαλέσει πολέμους, έχει καταβάλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τον πόλεμο και να συνάψει ειρήνη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι στην Ουάσινγκτον και στην Ιερουσαλήμ, όχι στην Τεχεράνη, που πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια του παρόντος πολέμου.

Σε κάθε πόλεμο, οι εμπλεκόμενες δυνάμεις πρέπει να έχουν δύο πράγματα σαφώς στο μυαλό τους: ποιοι είναι οι στόχοι τους και ποιο είναι το αναμενόμενο τελικό αποτέλεσμα. Η απουσία τέτοιων σαφών στόχων είναι βέβαια συνταγή για ατέλειωτες περιπλοκές, αντιφάσεις και, τελικά, ήττα.

Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να έχει σκοντάψει σε αυτόν τον πόλεμο σαν μεθυσμένος που περπατά χωρίς κατεύθυνση σε έναν δρόμο, χωρίς σαφή ιδέα προς το πού πηγαίνει. Ο τρόπος δράσης αυτού του κυρίου υποδηλώνει πως ενεργεί συνεχώς παρορμητικά. Αλλά μια τέτοια προσέγγιση είναι ακόμη λιγότερο αποδεκτή στην περίπτωση του πολέμου.

Φαίνεται να υποθέτει ότι η χρήση συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος μπορεί να επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για ορισμένους λόγους που θα εξετάσουμε αργότερα, επιθυμεί με κάθε κόστος να αποφύγει την παράταση των εχθροπραξιών.

Αλλά ποιος είναι ο κεντρικός στόχος; Αυτό δεν έχει ποτέ διευκρινιστεί. Ορθότερα, διαφορετικοί στόχοι έχουν προταθεί σε διάφορες στιγμές. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων μαζικών διαδηλώσεων εναντίον του καθεστώτος, απείλησε ότι θα προβεί σε στρατιωτική δράση εάν το καθεστώς προέβαινε σε καταστολή κατά των διαδηλωτών.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η καταστολή πραγματοποιήθηκε και αρκετοί διαδηλωτές σκοτώθηκαν. Οι αριθμοί των θυμάτων που αναφέρθηκαν από τον Ντόναλντ Τραμπ είναι ασφαλώς υπερβολικοί, καθώς ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος ήταν ο πραγματικός αριθμός.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό έχει ελάχιστη σημασία, δεδομένου ότι δεν σημειώθηκε καμία δράση ούτε κατά τη διάρκεια ούτε αμέσως μετά τις διαδηλώσεις. Πλέον σπάνια γίνεται αναφορά στο όλο ζήτημα, αν ποτέ γίνεται κάποια αναφορά.

Προφανώς, η μοίρα των διαδηλωτών δεν βρισκόταν πολύ ψηλά στη λίστα προτεραιοτήτων του Προέδρου. Τώρα τους λέει να μένουν μακριά από τους δρόμους και στο σπίτι τους, διότι διαφορετικά είναι πιθανό να σκοτωθούν, όχι από το καθεστώς, αλλά από αμερικανικές βόμβες που δήθεν στάλθηκαν για να τους βοηθήσουν!

Άλλοι στόχοι που αναφέρονται είναι η εξάλειψη των αποθεμάτων βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, τα οποία έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αλλά δεν υπάρχει τρόπος οι Ιρανοί να αποδεχθούν ένα τέτοιο αίτημα καθώς ισοδυναμεί με απαίτηση αφοπλισμού μπροστά στην ισραηλινή επιθετικότητα. Δηλαδή, είναι αίτημα αυτοκτονίας για τους Ιρανούς.

Δεδομένου ότι οι Ιρανοί δεν μπορούν ποτέ να συμφωνήσουν σε αυτό, και δεδομένου ότι οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί δεν θα μπορούσαν να τους καταστρέψουν στρατιωτικά, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστικός πολεμικός στόχος.

Το ίδιο ισχύει για την απαίτηση το Ιράν να σταματήσει να υποστηρίζει τους συμμάχους του στην περιοχή, όπως τη Χαμάς στη Γάζα, τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και τους Χούθι στην Υεμένη. Η απαίτηση το Ιράν να εγκαταλείψει ουσιαστικά ολόκληρο το πυρηνικό του πρόγραμμα ήταν επίσης μη αποδεκτή. Στην πραγματικότητα, καμία κυρίαρχη χώρα δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί ένα τέτοιο αίτημα, που συνιστά απαράδεκτη άρνηση των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων της.

Έτσι, στο τέλος, μένουμε με έναν μόνο σαφή στόχο — και έναν που πλέον αναγνωρίζεται ανοιχτά από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ: Ο κύριος και στην πράξη ο μοναδικός πραγματικός πολεμικός στόχος των ΗΠΑ είναι η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν.

Η αρχική επίθεση του Ισραήλ κατά του Ιράν στον πόλεμο των δώδεκα ήμερων ήταν μια προσπάθεια να καταστραφεί η κυβέρνηση στην Τεχεράνη με μια επίθεση «αποκεφαλισμού» του καθεστώτος. Κατάφεραν να δολοφονήσουν αρκετούς εξέχοντες Ιρανούς στρατιωτικούς αξιωματούχους. Αλλά ο στόχος «αποκεφαλισμού» του καθεστώτος δεν επιτεύχθηκε.

Το καθεστώς επέζησε και αντεπιτέθηκε με μια επίθεση πυραύλων που έθεσε το Ισραήλ σε πολύ επικίνδυνη θέση. Γι’ αυτόν και για κανέναν άλλον λόγο, ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να διατάξει εκεχειρία εκείνη την περίοδο. Φαίνεται πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αλλά οι συνθήκες είναι τώρα εντελώς διαφορετικές, και το αποτέλεσμα πιθανότατα θα είναι επίσης διαφορετικό.

Δορυφορικές εικόνες φαίνεται να δείχνουν ότι η κατοικία του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, έχει σχεδόν καταστραφεί ολοσχερώς, αν και κατά τον χρόνο της γραφής αυτού του άρθρου δεν υπάρχουν στοιχεία για το κατά πόσο βρισκόταν μέσα στο συγκρότημα (ΣτΜ: η επιβεβαίωση του θανάτου του έγινε την επόμενη ημέρα από τη συγγραφή του παρόντος άρθρου). Είναι σαφές ότι οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί έχουν στοχοποιήσει τους βασικούς ηγέτες της ιρανικής κυβέρνησης.

Παράλληλα, επίσημες ισραηλινές πηγές ισχυρίζονται ότι ο επικεφαλής των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, ο Μοχάμαντ Πακπούρ, πιθανώς σκοτώθηκε στις σημερινές επιθέσεις στο Ιράν, όπως και ο επικεφαλής των ιρανικών μυστικών υπηρεσιών και ο υπουργός Άμυνας. Ωστόσο, προς το παρόν, καμία από αυτές τις δηλώσεις δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί.

Την ίδια στιγμή, οι αναφορές για απώλειες αμάχων στο Ιράν πληθαίνουν. Ένα ισραηλινό βλήμα χτύπησε ένα δημοτικό σχολείο θηλέων στη Μινάμπ, μια πόλη στην επαρχία Χορμοζγκάν του νότιου Ιράν, σκοτώνοντας περισσότερες από 80 μαθήτριες. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των θυμάτων, θα αυξηθεί και η οργή του πληθυσμού.

Αυτό στερεί βάση από την ιδέα ότι μια αμερικανική επίθεση θα οδηγήσει σε ανατροπή του καθεστώτος σύντομα. Παρότι μεγάλο τμήμα του πληθυσμού μισεί το καθεστώς, το μίσος για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και το Ισραήλ είναι πολύ μεγαλύτερο. Φαίνεται απίθανο να τους θεωρήσουν εν δυνάμει απελευθερωτές. Και δεν θα έπρεπε.

Ο Εμπραχίμ Αζίζι, πρόεδρος της επιτροπής εθνικής ασφάλειας του ιρανικού κοινοβουλίου, προειδοποίησε ότι το Ιράν θα απαντήσει «συντριπτικά». «Σας προειδοποιήσαμε! Τώρα έχετε μπει σε ένα μονοπάτι του οποίου το τέλος δεν είναι πλέον υπό τον έλεγχό σας», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το Ιράν άρχισε να εξαπολύει πυραύλους ως αντίποινα σε λιγότερο από μία ώρα μετά την έναρξη των επιθέσεων. Υπήρξαν εκρήξεις σε όλο το Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων του Τελ Αβίβ, της Ιερουσαλήμ και της Χάιφα, καθώς τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν τους εισερχόμενους πυραύλους.

Επίσης αναφέρθηκε ότι ιρανικοί πύραυλοι έχουν εκτοξευθεί προς αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που βρίσκονται σε όλη την περιοχή, όπως οι αεροπορικές βάσεις Αλ Ουντεΐντ στο Κατάρ, Αλ Σαλέμ στο Κουβέιτ και Αλ Ντάφρα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, και η έδρα του Πέμπτου Αμερικανικού Στόλου στο Μπαχρέιν. Σε Ριάντ και Σαουδική Αραβία, ακούστηκαν επίσης εκρήξεις.

Στην Υεμένη, οι Χούθι διακήρυξαν ότι σκοπεύουν να ξαναρχίσουν τις πυραυλικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ. Ταυτόχρονα, οι πολιτοφυλακές στο Ιράκ που ευθυγραμμίζονται με το Ιράν ανακοίνωσαν ότι «θα ξεκινήσουν σύντομα επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις ως απάντηση στις επιθέσεις των ΗΠΑ».

Αυτά τα γεγονότα υπογράμμισαν την πλήρη ασημαντότητα της Ευρώπης στις παγκόσμιες υποθέσεις. Οι Ευρωπαίοι δεν ενημερώθηκαν ούτε και ερωτήθηκαν σχετικά με τα σχέδια των Αμερικανών.

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε: «Οι εξελίξεις στο Ιράν είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Παραμένουμε σε στενή επαφή με τους εταίρους μας στην περιοχή. Επιβεβαιώνουμε τη σταθερή δέσμευσή μας για τη διαφύλαξη της περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας. Η εξασφάλιση της πυρηνικής ασφάλειας και η αποτροπή οποιωνδήποτε ενεργειών που θα μπορούσαν να κλιμακώσουν περαιτέρω τις εντάσεις ή να υπονομεύσουν το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης πυρηνικών όπλων είναι υψίστης σημασίας. Καλούμε όλα τα μέρη να ασκήσουν μέγιστη αυτοσυγκράτηση, να προστατεύσουν τους αμάχους και να σεβαστούν πλήρως το διεθνές δίκαιο». Πιο ανούσια επανάληψη κενών φράσεων δεν θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς!

Ωστόσο, ο υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας φαίνεται ότι διαφοροποιήθηκε, δηλώνοντας ότι οι επιθέσεις στο Ιράν παραβίασαν το διεθνές δίκαιο, καλώντας για διπλωματική λύση στην κρίση. Αντιφατικές δηλώσεις από το Λονδίνο φαίνεται να υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση ως προς την αντίδρασή της στα γεγονότα αυτά.

Η αρχική δήλωση ενός ανώνυμου εκπροσώπου της βρετανικής κυβέρνησης ανέφερε: «Δεν θέλουμε να δούμε περαιτέρω κλιμάκωση προς έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο». Αλλά σε μεταγενέστερη δήλωση, ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ υπαινίχθηκε ότι η Βρετανία θα στείλει μαχητικά αεροπλάνα στην περιοχή – αν και για ποιο σκοπό, είναι δύσκολο να πει κανείς. Σε κάθε περίπτωση, είναι μάλλον προφανές ότι κανείς δεν δίνει μεγάλη σημασία πια σε αυτά που λένε οι Ευρωπαίοι.

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης είπε ότι ο πόλεμος είναι η πιο πολύπλοκη όλων των εξισώσεων. Είναι πάντα δύσκολο να προβλεφθεί το αποτέλεσμα οποιουδήποτε πολέμου, γιατί υπάρχουν πλήθος άγνωστων παραγόντων που είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να γίνουν γνωστοί εκ των προτέρων.

Η παρούσα σύγκρουση δεν αποτελεί εξαίρεση. Μπορούν να υπάρξουν διάφορα αποτελέσματα, ανάλογα με τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος θα γίνει σαφής μόνον κατά την εξέλιξη της σύγκρουσης.

Αυτά τα αποτελέσματα δεν θα συμπίπτουν απαραίτητα με τις υποκειμενικές προθέσεις των μερών που εμπλέκονται στη σύγκρουση. Στην πραγματικότητα, τα δύο αυτά στοιχεία συχνά θα αντιφάσκουν.

Η σαφής πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ είναι να επιτύχει μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Αλλά θα κάνει μεγάλο λάθος αν θεωρήσει ότι αυτό μπορεί να γίνει εύκολα. Οι στρατηγοί του τον έχουν προειδοποιήσει ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου βέβαιο.

Ακόμη χειρότερα, του έχουν πει ότι σίγουρα δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αλλά ο χρόνος είναι ακριβώς κάτι που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν σε μεγάλη ποσότητα.

Αντίθετα με την κοινή πεποίθηση στη Δύση ότι οι ΗΠΑ έχουν απεριόριστους οικονομικά και στρατιωτικά αποθέματα, τα στοιχεία δείχνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ως αποτέλεσμα της συνεχούς εμπλοκής σε πολλούς διαφορετικούς πολέμους τα τελευταία χρόνια, το οπλοστάσιο της Αμερικής έχει εξαντληθεί σοβαρά. Υπάρχουν πολλές ελλείψεις – και ειδικότερα μια οξεία έλλειψη πυραύλων αεράμυνας, όπως οι Patriot.

Η σύγκρουση στην Ουκρανία, ιδιαίτερα, λειτούργησε ως κολοσσιαία πηγή αφαίμαξης πόρων της Αμερικής – τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. Το αποτέλεσμα είναι τώρα σαφές. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η Αμερική μπορεί να αντέξει έναν πόλεμο με το Ιράν μόνο για μια περίοδο μεταξύ πέντε και δέκα ημερών – όχι περισσότερο.

Πριν από μερικές μέρες, οι Financial Times δημοσίευσαν ένα άρθρο με τίτλο «Οι ελλείψεις αμυντικών πολεμοφοδίων θα διαμορφώσουν την επίθεση στο Ιράν». Το άρθρο ξεκινά πληροφορώντας μας ότι οι «ΗΠΑ και το Ισραήλ εξάντλησαν τους πυραύλους αναχαίτισης με πρωτοφανή ρυθμό κατά τη διάρκεια του περσινού πολέμου των 12 ημερών». Και καταλήγει πως «οι περιορισμένες προμήθειες κρίσιμων αμυντικών πυρομαχικών για την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων και των συμμάχων από τους πυραύλους της Τεχεράνης είναι πιθανό να διαμορφώσουν τη στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, σύμφωνα με αξιωματούχους και αναλυτές».

Κατά τη διάρκεια του πολέμου των 12 ημερών, το Ιράν εκτόξευσε πάνω από 500 πυραύλους προς το Ισραήλ. Περίπου 35 κατάφεραν να διαπεράσουν τις πολυεπίπεδες αεράμυνες του Ισραήλ. Αυτό αποτέλεσε σοβαρό ψυχολογικό σοκ για πολλούς Ισραηλινούς, που είχαν διδαχθεί να πιστεύουν ότι ο αποκαλούμενος «Σιδηρούς Θόλος» αεράμυνας ήταν άτρωτος.

Και το Ιράν διαθέτει απόθεμα χιλιάδων πυραύλων, που του επιτρέπει να συνεχίσει το πρόγραμμα εντατικού βομβαρδισμού του Ισραήλ για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ’ όσο μπορούν να ανταπεξέλθουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, δεδομένου του σοβαρού προβλήματος που αντιμετωπίζει η παραγωγή όπλων στις ΗΠΑ.

Επομένως, ο Ντόναλντ Τραμπ ποντάρει σε έναν σύντομο πόλεμο, που να μπορεί να τον τελειώσει γρήγορα, όπως έκανε πέρυσι. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι βρίσκεται τώρα σε θέση να το πετύχει. Τώρα μιλάει για μια «περιορισμένη επίθεση», με την ελπίδα ότι και οι Ιρανοί θα δείξουν αυτοσυγκράτηση στην απάντησή τους, όπως έκαναν πέρυσι.

Αλλά οι Ιρανοί έχουν προειδοποιήσει ότι αυτή τη φορά, ο Τραμπ μπορεί να ξεκινήσει έναν πόλεμο, αλλά δεν μπορεί να αποφασίσει πότε θα τελειώσει. Αυτή η απόφαση θα είναι στα χέρια των Ιρανών, που δεν θα βιαστούν να εξυπηρετήσουν τον ένοικο του Λευκού Οίκου. Άλλωστε, γιατί να το κάνουν;

Η παράταση της σύγκρουσης, σε συνδυασμό με την οξεία έλλειψη πυραύλων από πλευράς Αμερικής και Ισραήλ, θα τους επέφερε σοβαρά. Αργά ή γρήγορα, ο Ντόναλντ Τραμπ θα υποχρεωνόταν σε μια ταπεινωτική υποχώρηση.

Αυτό θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τη δημοτικότητά του στην Αμερική, κάτι που, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, αποτελεί για εκείνον πολύ σημαντικό ζήτημα. Ο Τραμπ τώρα βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Η οικονομική του πολιτική απέτυχε να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και υπάρχει αυξανόμενη δυσαρέσκεια στη βάση του MAGA. Ήταν ακριβώς αυτός ο λόγος που τον ώθησε να μπει στην παρούσα περιπέτεια στη Μέση Ανατολή – κάτι που είχε υποσχεθεί ότι δεν θα έκανε ποτέ.

Ως παίκτης με ροπή στον τζόγο, σκέφτηκε να ποντάρει σε έναν εύκολο και γρήγορο πόλεμο με το Ιράν, που θα τελείωνε με νίκη, ιδανικά και με την κατάρρευση του καθεστώτος και την εγκατάσταση μιας φιλοαμερικανικής κυβέρνησης στην Τεχεράνη. Αλλά όπως συμβαίνει συχνά στους καθ’ έξιν τζογαδόρους, τα στοιχήματά τους δεν πληρώνουν πάντα. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, καταλήγουν σε καταστροφή.

Ένας καταστροφικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα σήμαινε το τέλος των φιλοδοξιών του Ντόναλντ Τραμπ, και μια αργή καθοδική πορεία προς μια ταπεινωτική ήττα, την απώλεια της Προεδρίας, την απώλεια του γοήτρου του – την απώλεια όλων όσα είναι σημαντικά για εκείνον.

Ποια λοιπόν είναι τα πιθανά εναλλακτικά ενδεχόμενα του πολέμου; Πρώτον, αυτό που ελπίζει ο Ντόναλντ Τραμπ: ένας σύντομος, επιτυχής πόλεμος, που θα οδηγήσει σε κατάρρευση του καθεστώτος, σε λαϊκή εξέγερση και στην ανάδειξη μιας φιλοαμερικανικής κυβέρνησης στο Ιράν. Παρότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, υπό τις παρούσες συνθήκες φαίνεται εξαιρετικά απίθανο. Θα έλεγα, ειλικρινά, ότι είναι εντελώς απίθανο.

Παρεμπιπτόντως, αν οι Αμερικανοί καταφέρουν να ανατρέψουν το σημερινό καθεστώς, το αποτέλεσμα δεν θα είναι απαραίτητα της αρεσκείας τους. Ας θυμηθούμε ότι όλες οι αμερικανικές απόπειρες αλλαγής καθεστώτος οδήγησαν σε καταστροφή. Τα παραδείγματα του Ιράκ, της Συρίας και της Λιβύης έρχονται κατά νου αμέσως.

Η ανατροπή του σημερινού καθεστώτος στο Ιράν θα οδηγούσε πολύ πιθανά σε μια κατάσταση χάους, στην οποία όλες οι λανθάνουσες αντιφάσεις της ιρανικής κοινωνίας θα έρχονταν στο προσκήνιο σε έναν εφιάλτη βίας, εθνικών και θρησκευτικών συγκρούσεων και όλων των συναφών φρικαλεοτήτων που έχουμε δει σε άλλες χώρες όπου οι Αμερικανοί έφεραν το χάος.

Αυτό, με τη σειρά του, θα προκαλούσε τρομερές αναταραχές, πολέμους και κρίσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, δημιουργώντας έναν εφιάλτη για τις μάζες που μπορεί να διαρκέσει για δεκαετίες. Όχι και πολύ ευχάριστη προοπτική!

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι το καθεστώς να αντέξει στην αρχική επίθεση, παρά τις αναμενόμενες απώλειες και ζημιές από τους βομβαρδισμούς, οι οποίες θα είναι πολύ σημαντικές, αλλά όχι αποφασιστικές.

Για να το πούμε καθαρά: είτε οι ΗΠΑ και το Ισραήλ πετυχαίνουν γρήγορη νίκη, είτε, αν ο πόλεμος παραταθεί, σύντομα θα βρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρές δυσκολίες.

Κατά τον Πόλεμο του Βιετνάμ, ο Χένρι Κίσινγκερ παρατήρησε κάποτε: «χάνουμε, επειδή δεν κερδίζουμε. Και αυτοί (οι Βιετναμέζοι) κερδίζουν, επειδή δεν χάνουν».

Η ίδια λογική ισχύει τώρα ακόμη περισσότερο για το Ιράν. Το μόνο που χρειάζεται το καθεστώς είναι να αντέξει, να μη διαλύσει και να περιμένει, χτυπώντας στόχους που θα βλάψουν σοβαρά τις ΗΠΑ και οι οποίοι βρίσκονται σαφώς εντός των ιρανικών δυνατοτήτων.

Ο πιο προφανής στόχος θα ήταν να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις πιο σημαντικές αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου. Ένα τέτοιο κλείσιμο θα είχε καταστροφική επίδραση στην παγκόσμια οικονομία. Τελικά, οι ΗΠΑ θα αναγκάζονταν να παραδεχτούν την ήττα και να επιχειρήσουν να καταλήξουν σε κάποιο συμβιβασμό.

Στην πραγματικότητα, δεν αποκλείεται εντελώς ότι παρασκηνιακές, μυστικές διαπραγματεύσεις μπορεί να λαμβάνουν χώρα μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών για να βρεθεί κάποιος τρόπος αποφυγής του χειρότερου σεναρίου.

Προς το παρόν, αυτό φαίνεται να έχει πολύ λίγες πιθανότητες. Το κρεσέντο αλληλοκατηγοριών και σκληρών και υβριστικών δηλώσεων, η εξαιρετική συσσώρευση στρατιωτικής ισχύος, και ιδίως το αγύριστο κεφάλι του Τραμπ, όλα φαίνεται να οδηγούν σε περαιτέρω όξυνση των εχθροπραξιών.

Αυτό, όντως, φαίνεται να είναι το πιο πιθανό αποτέλεσμα. Αλλά ποιος μπορεί να ξέρει; Ο σκοτεινός κόσμος της διεθνούς μυστικής διπλωματίας ενεργεί πάντα κεκλεισμένων των θυρών, όπου υπό ορισμένες συνθήκες μπορεί να επιτευχθούν φαινομενικά απίθανες συμφωνίες.

Πρέπει να αφήσουμε αυτό το ζήτημα ανοιχτό, για τον απλό λόγο ότι είναι αδύνατον να πούμε με ακρίβεια ποιο θα είναι το αποτέλεσμα του πολέμου.

Η στάση των κομμουνιστών απέναντι στον πόλεμο είναι πάντα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν καθορίζεται από ηθικιστικές ή συναισθηματικές σκέψεις, αλλά καθαρά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από τα γενικά συμφέροντα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης. Η στάση μας δεν καθορίζεται ποτέ από τέτοια τυπικά ζητήματα όπως το ποιος επιτέθηκε πρώτος. Πολύ συχνά, χώρες που εμπλέκονται σε έναν αμυντικό πόλεμο αναγκάζονται να περάσουν πρώτες στην επίθεση.

Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής είναι η πιο τερατώδης, αντιδραστική και αντεπαναστατική δύναμη στον πλανήτη. Και είναι καθήκον μας ως διεθνιστές να διεξάγουμε αταλάντευτο αγώνα ενάντια σε αυτό το αντεπαναστατικό τέρας και τους ισραηλινούς αντιπροσώπους του με κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεσή μας.

Και αν ποτέ υπήρξε παράδειγμα απρόκλητης πράξης επιθετικότητας εναντίον οποιασδήποτε χώρας, σίγουρα αυτό είναι το τωρινό. Η Επαναστατική Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να κάνει τη θέση της ξεκάθαρη και χωρίς αμφισημίες: Τασσόμαστε υπέρ της άνευ όρων υποστήριξης του Ιράν ενάντια στις επιθετικές ενέργειες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και των ισραηλινών του αντιπροσώπων.

Αυτό με κανένα τρόπο δεν συνεπάγεται υποστήριξη στο καθεστώς της Τεχεράνης. Ωστόσο, το καθήκον της αντιμετώπισης αυτού του καθεστώτος είναι έργο του ιρανικού λαού – και μόνο του ιρανικού λαού. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσβλέπουν στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό για να λύσει αυτό το πρόβλημα για λογαριασμό τους.

Πάνω απ’ όλα, στεκόμαστε ενάντια στους αντιδραστικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους και υπέρ της ενότητας όλων των εργαζόμενων λαών ενάντια στον πραγματικό εχθρό. Και ο πραγματικός εχθρός είναι ο αρπαχτικός ιμπεριαλισμός και το καπιταλιστικό σύστημα πίσω από αυτόν.

Άλαν Γουντς

28/2/2026

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.