Ολλανδία εκλογές 2017 λαϊκισμός

Σε «κανονικές» συνθήκες, οι ολλανδικές εκλογές δε θα αποτελούσαν πρωτοσέλιδο για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Αλλά δεν βρισκόμαστε σε κανονικές συνθήκες. Η Ολλανδία για δεκαετίες θεωρούταν μια εκ των χωρών της Βόρειας Ευρώπης όπου επικρατεί πλήρης πολιτική σταθερότητα. Αυτή η θεώρηση αποτελεί πλέον παρελθόν λόγω του αντίκτυπου που έχει η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού στις μικρές χώρες.

Πριν γνωστοποιηθούν τα αποτελέσματα των εκλογών η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη ανησυχούσε για την πιθανή άνοδο του Κόμματος για την Ελευθερία (PVV)-με ηγέτη τον ακροδεξιό εθνικιστή Γκέερτ Βίλντερς-στην πρώτη θέση. Την ίδια ανησυχία είχαν και πολλοί από τους ξένους δημοσιογράφους που είχαν κατακλύσει τη χώρα. Άλλωστε μετά το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο και την εκλογή του Τραμπ στις Η.Π.Α, όλα ήταν ικανά να συμβούν. Αυτή η φοβία για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ολλανδία ήταν εμφανής σε όλες τους τις δηλώσεις, στα άρθρα και στα σχόλια τους. Ισοδύναμα ευδιάκριτη ήταν και η ανακούφιση τους όταν το κόμμα (VVD) του πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε ήρθε πρώτο.

Όταν το εκλογικό αποτέλεσμα είχε πια κριθεί, δίνοντας στο Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και την Δημοκρατία (VVD) 33 από τις 150 έδρες (21,3%), οι Ευρωπαίοι κυβερνήτες ήταν περιχαρείς. Ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Βουλής Μάρτιν Σουλτς, δημοσίευσε στο Twitter ότι είναι ευχαριστημένος με το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνεχάρη τον Ρούτε καλώντας τον να χτίσουν μια ισχυρή Ευρώπη μαζί. Παράλληλα ελπίζει ότι ο Εμανουέλ Μακρόν θα κερδίσει τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία έναντι της Μαρί Λεπέν και ότι ο Μάρτιν Σουλτς ή η Αγκέλα Μέρκελ θα επικρατήσουν στη Γερμανία αφήνοντας το αντι-μεταναστευτικό ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AFD) πίσω. Πιστεύουν ότι τέτοιου είδους εκλογικές νίκες θα αποτελέσουν τροχοπέδη για τον ακροδεξιό λαϊκισμό που εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και έξω από αυτήν.

Το κόμμα του Γκέερτ Βίλντερς (PVV) ήρθε δεύτερο με 20 έδρες και 13,1% των συνολικών ψήφων. Το αποτέλεσμα αυτό ξεπέρασε το προηγούμενο του 2012 όπου κέρδισε 15 έδρες και 10,1% των ψήφων, αλλά παρέμεινε κάτω από το αποτέλεσμα του 2010 όπου το (PVV) είχε λάβει 24 έδρες και ποσοστό 15,4% το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο ποσοστό που έχει λάβει το κόμμα από την ίδρυση του.

Για την ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη τα ανωτέρω αποτελέσματα φαντάζουν σαν καλά νέα, αφού τώρα θα υπάρξει μια ευρεία κυβέρνηση συνασπισμού με φιλο-ΕΕ χαρακτηριστικά, κάτι το οποίο χρειάζονται απεγνωσμένα με τις ασταθής οικονομικές συνθήκες που επικρατούν την εποχή αυτή σε όλο τον κόσμο.
Ο Γκέερτ Βίλντερς έχει γίνει γνωστός για την αντι-ισλαμική και την αντι-προσφυγική του στάση, ζητώντας την απαγόρευση του Κορανίου, το κλείσιμο των τεμενών και των ισλαμικών σχολείων και την απαγόρευση της εισόδου σε όλους τους πρόσφυγες. Χρησιμοποίησε το δημαγωγικό επιχείρημα ότι οι περικοπές των δαπανών Υγείας οφείλονται στα έξοδα για τους πρόσφυγες. Δηλώνοντας ότι «οι αλλοδαποί παίρνουν δωρεάν λεφτά, ενώ οι δικοί μας άνθρωποι υποφέρουν». Αλλά όπως φαίνεται, αυτή η αντιδραστική προπαγάνδα έχει αρχίσει να καταρρέει. Ενώ παρουσίαζε τον εαυτό του σαν αντι-συστημικό ηγέτη για πολλά χρόνια, παρόλα αυτά δεν κατάφερε να επιτύχει την εκλογική «προέλαση» που ανέμενε.

Πολλοί εν δυνάμει ψηφοφόροι του PVV αποφάσισαν να ψηφίσουν το VVD του Μαρκ Ρούτε. Το κύριο στοιχείο που οδήγησε σε αυτή τη ροπή είναι η οικονομία. Τα τελευταία δύο χρόνια έχει σημειωθεί μια μικρή ανάκαμψη. Τον Μάρτιο του 2016 η ανεργία είχε σταθεροποιηθεί στο 6,4 % ενώ τώρα κυμαίνεται γύρω από το 5%. Μετά από δύο χρόνια ύφεσης το 2012 – 2013, η οικονομία κατάφερε να επιτύχει άνοδο του ΑΕΠ πάνω από 2% τα τελευταία δύο χρόνια. Η οικονομική αυτή η άνοδος ήταν αναμενόμενο να πιστωθεί στον Μαρκ Ρούτε. Οι ψηφοφόροι του, επηρεασμένοι από τη νίκη του Brexit στο Μεγάλο Βασίλειο, φοβήθηκαν ότι η άνοδος του ακροδεξιού PVV θα φέρει αποσταθεροποίηση τη χώρα και θα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ανάκαμψη που προαναφέρθηκε.

Τις τελευταίες μέρες πριν τις εκλογές η διαμάχη Ολλανδίας-Τουρκίας συνέβαλε στην μετακίνηση ψήφων από το PVV στο VVD του Ρούτε. Η ολλανδική κυβέρνηση αποφάσισε να απαγορεύσει την επίσκεψη στην Ολλανδία του Τούρκου υπουργού εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Ο τελευταίος είχε σκοπό να συμμετάσχει σε μια εκδήλωση με Τούρκους μετανάστες υπέρ του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για το αντιδραστικό δημοψήφισμα που πρόκειται να διεξαχθεί για την συνταγματική μεταρρύθμιση.

Μετά από ένα παιχνίδι διπλωματίας, καμία από τις δύο κυβερνήσεις δεν είχε διάθεση να υποχωρήσει και έτσι η σύγκρουση εξελίχθηκε σε μετωπική με την απέλαση της Τουρκάλας υπουργού οικογενειακών υποθέσεων Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, η οποία προσπάθησε να μεταβεί στο τουρκικό προξενείο στο Ρότερνταμ. Επιπλέον η ολλανδική αστυνομία διέλυσε τη συγκέντρωση Τούρκων συντηρητικών διαδηλωτών που είχαν συγκεντρωθεί το βράδυ κοντά στο τουρκικό προξενείο.

Τα ολλανδικά μέσα ενημέρωσης προσκείμενα στη Δεξιά πανηγύριζαν για τη στάση της ολλανδικής κυβέρνησης. Το γεγονός αυτό είχε θετική απήχηση στο εσωτερικό και των δύο χωρών δίνοντας πόντους στη δημοτικότητα του Ολλανδού πρωθυπουργού, μόλις λίγες μέρες πριν τις εκλογές.

Άλλες σημαντικές εξελίξεις ήταν: Ιστορική πτώση του ολλανδικού εργατικού κόμματος PvdA. Άνοδος για το Χριστιανοδημοκρατικό CDA και για το κόμμα Δημοκράτες 66. Μεγάλη άνοδος του κόμματος Πράσινη Αριστερά και στασιμότητα για το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SP).

Πλήγμα στην κυβέρνηση συνασπισμού και κατάρρευση της Σοσιαλδημοκρατίας

Παρά την λεγόμενη επιτυχία του πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε στον τομέα της οικονομίας, ο τελευταίος ο οποίος ηγούνταν μέχρι πρότινος του κυβερνητικού συνασπισμού βλέπει τη δημοτικότητα του να φθίνει. Τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού VVD και PvdA σημείωσαν πτώση των εδρών τους από 79 το 2012 σε 42 το 2017. Οι περισσότερες απώλειες σημειώθηκαν από την κατακόρυφη πτώση του κόμματος των Εργατικών PvdA, με ηγέτη τον Ντίντερικ Σάμσομ. Το Εργατικό Κόμμα απώλεσε 29 έδρες (38 έδρες και 24,8% το 2012, 9 έδρες και ποσοστό 5,7% το 2017), αποτέλεσμα το οποίο αποτελεί ιστορικό χαμηλό για τους Εργατικούς.

Το VVD το 2012, είχε δήλωσε ξεκάθαρα ότι θα επιβάλει μέτρα λιτότητας, ώστε να οδηγήσει τη χώρα εκτός κρίσης. Το σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα PvdA προεκλογικά είχε αντιταχθεί στην πολιτική λιτότητας. Όμως αμέσως μετά το πέρας των εκλογών διενήργησε στροφή 180 μοιρών, ώστε να λάβει μέρος στην κυβέρνηση συνασπισμού. Αυτή η ενέργεια κατέστησε το PvdA συνυπεύθυνο για όλη την λιτότητα, τις περικοπές δαπανών στην υγεία και την εισαγωγή φοιτητικών δανείων.

Το VVD υποστηρίζει ότι τα μέτρα λιτότητας ήταν το αναγκαίο κακό για να επιτευχθεί αυτή η μικρή ανάκαμψη της οικονομίας και ότι λόγω αυτών των πολιτικών η ανάπτυξη επανήλθε στην ημερήσια διάταξη «για τις επόμενες δεκαετίες».

Κανένα κόμμα δεν αμφισβήτησε το αφήγημα ότι αυτή η ανάκαμψη οφείλεται στις πολιτικές λιτότητας και έτσι το VVD μπορεί και επαίρεται για τα επιτεύγματα των πολιτικών του.

To PVDA από την άλλη πλευρά έλεγε ότι «αφού υπάρχει τελικά ανάπτυξη και πάλι αυτή τη φορά θα εφαρμόσουμε πραγματικά το πρόγραμμα μας του 2012». Εκτός από μερικές μικρές μεταρρυθμίσεις δεν έχουν καταφέρει τίποτα ούτε καν κάποια αντίμετρα για τα οποία μπορούν να θριαμβολογούν στα χρόνια της κρίσης.

Αυτό εξηγεί την κατάρρευση του κόμματος των εργατικών PVDA. Αποτελεί μέρος της γενικότερης κρίσης του ρεφορμισμού όπως έχει φανεί σε άλλες χώρες σαν την Ελλάδα με το ΠΑΣΟΚ, την Ισπανία με το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και την Γαλλία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Καθώς τα ρεφορμιστικά κόμματα δεν μπορούν πλέον να εφαρμόσουν ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην εποχή της καπιταλιστικής κρίσης, αντιμετωπίζουν ένα ιστορικό δίλημμα.

Σε όλη την ολλανδική επικράτεια έχουν αποτύχει να κερδίσουν έστω και ένα εργατικό συνδικάτο. Στις μεγάλες πόλεις η μεσαία τάξη και η νεολαία φυλλορροούν προς το κόμμα των Δημοκρατών 66 και προς το κόμμα της Πράσινης Αριστεράς. Η εκλογική βάση στους τούρκους και μαροκινούς μετανάστες δεύτερης γενιάς, η οποία υποστήριζε παραδοσιακά το PvdA, έχει απογοητευτεί λόγω της δεξιά στροφή του κόμματος στην μεταναστευτική πολιτική. Οι εργατικοί του PvdA υιοθέτησαν μια σκληρή και σοβινιστική στάση απέναντι στους μετανάστες, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα επαναφέρει τις ψήφους που είχαν κινηθεί προς το PVV. Κατά τη διαδικασία αυτή της αλλαγής, το κόμμα βίωσε την αποχώρηση δύο βουλευτών τουρκο-ολλανδικής καταγωγής, οι οποίοι δημιούργησαν το κόμμα Denk (Σκέψου). Ένα πολυπολιτισμικό κόμμα, το οποίο έχει γίνει αρκετά δημοφιλές σε τρεις μεγάλες πόλεις και κέρδισε 3 έδρες στο κοινοβούλιο. Είναι στην πραγματικότητα ένα συντηρητικό κόμμα, έχοντας δεσμούς με αντιδραστικές τουρκικές οργανώσεις, ενώ παράλληλα διαθέτει στο εσωτερικό του πλατφόρμα για την καταπολέμηση των διακρίσεων.

Ακόμα και στη βόρεια επαρχία του Γκρόνινγκεν, όπου υπάρχει μια σοσιαλιστική και κομμουνιστική παράδοση και που πάντα ψήφιζαν PvdA στο παρελθόν το κόμμα έχασε ψήφους προς το PVV και το SP. Η συμμετοχή του PvdA στην κυβέρνηση με κορμό το VVD δεν βοήθησε καθόλου, όταν ένα μαζικό κίνημα ξέσπασε ενάντια στις γεωτρήσεις φυσικού αερίου στο Γκρόνινγκεν. Οι γεωτρήσεις αυτές έχουν προκαλέσει σεισμούς με καταστροφές σε σπίτια πολιτών. Η κυβέρνηση του Ρούτε έχει ως προτεραιότητα τα συμφέροντα της εταιρείας πετρελαίου και φυσικού αερίου Ν.Α.Μ (που ανήκει στη Shell και στην ExxonMobil) και όχι την ασφάλεια των κατοίκων του Γκρόνινγκεν. Ο ρόλος του PvdA ως μικρού κυβερνητικού εταίρου κατά συνέπεια οδήγησε σε πτώση των ψήφων ακόμα και σε αυτό το παραδοσιακά προπύργιο του κόμματος.

Στις εκλογές αυτές το PvdA σημείωσε τη μεγαλύτερη ήττα που έχει υποστεί ποτέ στην ιστορία του. Οι ψηφοφόροι που παρέμειναν πιστοί στο κόμμα, είναι άνθρωποι ηλικιωμένοι. Το 44% των ψηφοφόρων του PvdA στις εκλογές του 2017 ήταν πάνω από 65 ετών. Αυτό είναι το τίμημα που πλήρωσε το κόμμα των Εργατικών PvdA για την αποτυχία του να προτείνει κάποια άλλη εναλλακτική λύση στην πολιτική λιτότητας που επέβαλε ο Ρούτε.

Ο «Λαϊκισμός»

Αφού κατέστη σαφές ότι ο Βίλντερς δεν έχει κάνει την «επανάσταση» που κάποιοι φοβούνταν, υπήρξαν επευφημίες ότι «ο λαϊκισμός έχει ηττηθεί», τόσο εντός, όσο και εκτός των Κάτω Χωρών. Η ασταμάτητη πορεία του δεξιού λαϊκισμού φαίνεται να έχει διακοπεί στις ακτές της ευρωπαϊκής ηπείρου, με την ΕΕ σήμερα να είναι ασφαλής, τουλάχιστον προς το παρόν.

Αυτό όμως αποτελεί μόνο τη μισή αλήθεια. Ο Βίλντερς μπορεί να απέτυχε να κατακτήσει την πρώτη θέση στις εκλογές, αλλά οι πολιτικές του κάθε άλλο παρά έμειναν πίσω. Απλά υιοθετήθηκαν από άλλα κόμματα. Ο Μαρκ Ρούτε κάλεσε τους ανθρώπους «που δεν σέβονται τις ολλανδικές αξίες » να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ένα άλλο εξέχον μέλος του κόμματος του, ο Χάλμπε Τζιλστρα δήλωσε ότι «πολλοί πρόσφυγες έρχονται στην Ολλανδία για δωρεάν πλαστική χειρουργική». Ο Ρούτε ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, με την οπαία αποτρέπονταν η είσοδος των προσφύγων και επιδιώκει περισσότερες τέτοιου είδους συμφωνίες με τις χώρες της Βόρειας Αφρικής.

Το συντηρητικό κόμμα Χριστιανοδημοκρατικό Κάλεσμα (CDA), διοργάνωσε μια εκστρατεία με σκοπό να προσεταιριστεί ψήφους από πιθανούς ψηφοφόρους του PVV σε μικρές πόλεις και αγροτικές περιοχές. Στο παρελθόν ήταν το κυρίαρχο αστικό κόμμα και αποτελούνταν από μια συντηρητική και μια τρόπον τινά «κοινωνική» πτέρυγα, που συνδέονταν με τη χριστιανική συνδικαλιστική ομοσπονδία. Μετά από χρόνια συνεχούς πτώσης του κόμματος, η «κοινωνική» πτέρυγα εξαϋλώθηκε. Το κόμμα πλέον επικεντρώνεται σε δεξιά δημαγωγική πολιτική, αντιγράφοντας θέσεις του PVV και ζητώντας εκτεταμένα μέτρα ασφαλείας έναντι «στην απειλή του ριζοσπαστικού Ισλάμ».

Αυτό σημαίνει ότι τα τρία μεγαλύτερα κόμματα, τουλάχιστον εν μέρει, έχουν υιοθετήσει δεξιά λαϊκιστική ρητορική. Επίσης υπάρχει ένα νέο δεξιο-λαϊκιστικό κόμμα: το Φόρουμ για τη Δημοκρατία, το οποίο απευθύνεται στα πιο «διανοούμενα συντηρητικά» στρώματα. Όλα αυτά τα κόμματα μαζί έχουν 64 έδρες και περίπου το 40% του κοινοβουλίου. Το γεγονός αυτό μπορεί να μην είναι το ίδιο με μια ισχυρή νίκη του PVV, αλλά κάτω από αυτά τα κόμματα υποβόσκει μια πολιτική την οποία θα φέρουν στη ημερήσια διάταξη και στοχεύει σε ακραία μέτρα για την «ασφάλεια», στο ριζοσπαστικό Ισλάμ, στην απειλή των άπιστων πολιτών με διπλά διαβατήρια και στην «απειλή ενάντια στην ολλανδική ταυτότητα».

Η φιλελεύθερη Αριστερά

Αυτά τα κόμματα αντιτίθενται ρητά στον προαναφερθέντα δεξιό λαϊκισμό. Το κόμμα των Δημοκρατών 66 και η Πράσινη Αριστερά, σημείωσαν άνοδο επίσης. Αυτά τα κόμματα είναι κυρίως ένα αστικό φαινόμενο και είναι ισχυρά μεταξύ της αστικής μεσαίας τάξης. Πολλοί νέοι ψήφισαν αυτά τα κόμματα, ιδιαίτερα οι σπουδαστές.

Το κόμμα Δημοκράτες 66 είναι το λεγόμενο «προοδευτικό» φιλελεύθερο κόμμα, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια αστική ελίτ που θέλει να εφαρμοστεί η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και θέλει να περιοριστούν οι συμβάσεις σταθερής εργασίας που έχουν κερδηθεί από την ολλανδική εργατική τάξη με χρόνια αγώνα. Το κάνει αυτό λέγοντας ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει «σταθερή». Αυτή είναι η φύση της φιλελεύθερης Αριστεράς. Αντιτάσσει στον εθνικισμό του Βίλντερς ένα αστικό κοσμοπολιτισμό ελεύθερης αγοράς, ο οποίος είναι ισοδύναμα «τοξικός» για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης.

Το κόμμα της Πράσινης Αριστεράς από την άλλη πλευρά, έχει προσελκύσει πολλούς νεολαίους ψηφοφόρους. Το κόμμα έχει προσπαθήσει να «ριζοσπαστικοποιήσει» την εικόνα του με τη νέα ηγετική φιγούρα του 30χρονου Γιέσε Κλάβερ. Ο τελευταίος μιλάει για τη νέα ελπίδα και αντιγράφει την εικόνα και τη ρητορική του Ομπάμα και του Καναδού Τριντώ. Υπό αυτή την έννοια ο «ριζοσπαστισμός» του είναι ψευδής, αλλά η άνοδος των εκλογικών του αποτελεσμάτων όχι.

Η Πράσινη Αριστερά πήγε από τις 4 έδρες (2,3%) στις 14 έδρες (8,9%), που αποτελεί ρεκόρ για το κόμμα. Στο Άμστερνταμ κατέκτησε την πρώτη θέση. Η φρασεολογία του «αντι-λαϊκισμού», υπέρ των προσφύγων και της «πράσινη πολιτικής» βρήκε απήχηση σε ένα νεολαιίστικο στρώμα. Στο παρελθόν, ο Γιέσε Κλάβερ υποστήριζε αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, όπως η εισαγωγή των φοιτητικών δανείων και την «ευέλικτη» αγορά εργασίας. Οι νεολαίοι ψηφοφόροι έχουν μικρή ή καθόλου μνήμη από αυτήν την περίοδο του Κλάβερ. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να μάθουν ποια είναι η αληθινή πολιτική φύση του με τον δύσκολο τρόπο.

Με τη στασιμότητα του Σοσιαλιστικού Κόμματος και τον αποδεκατισμό του PvdA, η πολιτική αρένα έχει προετοιμαστεί κατά τα επόμενα χρόνια για «μάχη» μεταξύ του αριστερού-φιλελευθερισμού και του δεξιού-λαϊκισμού. Θα υπάρξουν συζητήσεις παρόμοιες με τις συζητήσεις του Brexit στη Βρετανία και της Κλίντον έναντι Τραμπ στις Η.Π.Α. Έτσι, τα πραγματικά κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα θα παραμεριστούν, ενώ οι επιθέσεις στα συμφέροντα της εργατικής τάξης θα είναι στην ημερήσια διάταξη, ειδικά όταν το αφήγημα της υποτιθέμενης «νέας εποχής ανάπτυξης» αρχίσει να καταρρέει.
Αποτελμάτωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος

Το αριστερό ρεφορμιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (SP) θεωρητικά θα έπρεπε να έχει βγει ωφελημένο από την απογοήτευση που έφερε η διακυβέρνηση του Ρούτε και ιδιαίτερα από αυτή του PvdA. Αυτό δεν συνέβη όμως. Από τις 15 έδρες (9.6%) που είχαν κερδηθεί το 2012 έχασε μία έδρα στις φετινές εκλογές (14 έδρες, 9.2%). Το αποτέλεσμα αυτό, δείχνει ακόμα πιο απογοητευτικό, αν συγκριθεί με αυτό του 2006 όπου έγινε το τρίτο κόμμα με 25 έδρες (16,6%).

Μετά τις εκλογές του 2006 το κόμμα δεν κατάφερε να μπει στην κυβέρνηση. Τότε η ηγεσία δήλωσε ότι υπεύθυνο για αυτό ήταν το ριζοσπαστικό πρόγραμμα του κόμματος και ότι το τελευταίο θα έπρεπε να γίνει πιο μετριοπαθές. Το κόμμα από τότε έχει συνάψει συνεργασία σε πολλά τοπικά συμβούλια με κόμματα της δεξιάς. Κατά τη διάρκεια των συνεργασιών αυτών απώλεσε μέλη και δεν κατάφερε να επιτύχει το ίδιο υψηλό αποτέλεσμα ξανά.

Το κόμμα ως εκ τούτου παραμένει στάσιμο, παρά τις πολλές ακτιβιστικές του δράσεις και τις εκστρατείες του για ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας, για χαμηλότερα ενοίκια και για υψηλότερους κατώτατους μισθούς και επιδόματα. Σίγουρα οι δράσεις αυτές είναι θεμιτές, αλλά δεν αρκεί η επικέντρωση της πολιτικής του στα καθημερινά προβλήματα διαβίωσης, ώστε να κερδηθεί η στήριξη του κόσμου.

Τα ποσοστά του Σοσιαλιστικού Κόμματος SP στη νεολαία, είναι κάτω από τον εθνικό μέσο όρο. Πάρα το γεγονός ότι αγωνίζεται για την κατάργηση του συστήματος των φοιτητικών δανείων, το SP έχει ανάμεσα στη νεολαία τη φήμη ότι είναι ένα κόμμα με αναφορές μόνο στους ηλικιωμένους, στους φτωχούς και στους αρρώστους.

Το κόμμα προσπάθησε να κατευνάσει τους ψηφοφόρους του PVV με το να εμφανίζεται ουδέτερο σε πολλά ζητήματα για το μεταναστευτικό. Είναι επίσης υπέρ του τερματισμού της ελεύθερης διέλευσης των οικονομικών μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη. Η θέση του στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σαφής και αποτελεί ένα μίγμα αριστερού ρεφορμισμού με σοβινιστικά στοιχεία. Δίνοντας έμφαση στην περισσότερη αστυνόμευση, υποστηρίζει χωρίς καμία κριτική, τη γραμμή των αστυνομικών συνδικάτων οποιαδήποτε και αν είναι αυτή, ενώ παράλληλα σημειώνονται πολλά περιστατικά έντονης αστυνομικής βίας με εθνικιστικά χαρακτηριστικά, με αποδέκτη τη νεολαία μεταναστών.

Μόνο λίγο πριν τις εκλογές του Μαρτίου το κόμμα συμπεριέλαβε στην προεκλογική του φρασεολογία το θέμα των φυλετικών διακρίσεων. Στο μεταξύ όμως πολλοί νεολαίοι μετανάστες και αντι-ρατσιστές ακτιβιστές εντάχθηκαν στο κόμμα Denk καθώς και στο Artikel 1, το οποίο γεννήθηκε από τη διάσπαση του Denk.

Για να αντιστραφεί η αποτελμάτωση του κόμματος αυτό που απαιτείται είναι μια σοσιαλιστική και διεθνιστική τοποθέτηση. Το κέρδισμα των ψηφοφόρων του εθνικιστικού PVV θα επιτευχθεί με σοσιαλιστικές πολιτικές και όχι με εθνικιστικές.

Τα άλλα κόμματα

Κάποια άλλα μικρότερα κόμματα σημείωσαν άνοδο. Το κόμμα για τα δικαιώματα των Ζώων, συνδυάζει την πολιτική για τα δικαιώματα των ζώων με μια ριζοσπαστική οικονομική πολιτική «μη-ανάπτυξης», καθώς και με κριτική στον «τρόπο παραγωγής». Η άνοδος των 3 εδρών (2 έδρες το 2012 και 5 το 2017) που σημείωσε, καταδεικνύει τη ριζοσπαστικοποίηση των οικολόγων ψηφοφόρων οι οποίοι απογοητεύτηκαν από τον «πράσινο φιλελευθερισμό» της Πράσινης Αριστεράς.

Το κόμμα «50 συν», που μάχεται δημαγωγικά για τα συμφέροντα των πολιτών ηλικίας άνω των 50 ετών, κατάφερε να κερδίσει κάποιους ηλικιωμένους ανθρώπους αυξάνοντας τις έδρες του από 2 σε 4, ζητώντας ανάμεσα σε άλλα να μειωθεί το όριο συνταξιοδότησης ξανά στα 65.
Το Artikel 1, που προήλθε από τη διάσπαση του Denk και αποτελούσε την αριστερή του πτέρυγα, δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή, παρά την υποστήριξη από αντιρατσιστικές ακτιβιστές. Οι υποστηρικτές του κόμματος αυτού πρέπει να κατανοήσουν την ανάγκη να συνδεθεί ο αγώνας κατά των διακρίσεων με ένα ξεκάθαρο σοσιαλιστικό πρόγραμμα μετασχηματισμού της κοινωνίας, και να κατανοήσουν ότι οι διακρίσεις έχουν τις ρίζες τους στην ταξική κοινωνία.

Προοπτικές

Ο Μαρκ Ρούτε θα πρέπει τώρα να σχηματίσει κυβέρνηση αποτελούμενη από 4 ή 5 κόμματα. Ο Βίλντερς δεν κέρδισε, αλλά η επόμενη κυβέρνηση θα είναι ασταθής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Θα είναι ένας ευρύς συνασπισμός, πιθανώς συμπεριλαμβανομένων των Χριστιανοδημοκρατών (CDA) και των Δημοκρατών 66 (D66), καθώς και της Πράσινης Αριστεράς και της Χριστιανικής Ένωσης.

Μόλις η κυβέρνηση συνασπισμού ξεκινήσει την εφαρμογή των πολιτικών της, η φαινομενική της σταθερότητα θα αρχίσει να υπονομεύεται. Ένα από τα πρώτα μέτρα που θα θεσπιστούν θα είναι οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας». Και όταν η «μεγάλη ανάπτυξη» τελειώνει πιο δραστικές περικοπές έρχονται. Αυτό θα σηματοδοτήσει το τέλος του «μήνα του μέλιτος» για την κυβέρνηση, αλλά και το τέλος της αξιοπιστίας του ίδιου του Μαρκ Ρούτε, καθώς θα γίνει σαφές σε όλους, ότι η πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη δεν οφείλεται καθόλου σ ‘αυτόν.

Για το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα υπάρξουν ευκαιρίες, αλλά πρέπει όπως προαναφέραμε, να αλλάξει ριζικά πορεία. Αντίκτυπος από την κατάρρευση των Εργατικών του PvdA, θα υπάρξει στο εργατικό συνδικάτο FNV. Με το PvdA στην κυβέρνηση, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία πάντα ένιωθε ότι είχε ένα σημείο στήριξης και το χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία για να μην κινητοποιηθεί. Με αυτό το σημείο στήριξης να ανατρέπεται, μπορεί να αναγκαστεί παρά τη θέλησή της να κινητοποιηθεί, όταν οι εργοδότες αρχίσουν να επιτίθενται στην εργατική τάξη.
Είναι σαφές από τα ανωτέρω ότι, ενώ το εκλογικό αποτέλεσμα μπορεί να παρέχει «σταθερότητα» βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα τίποτα δεν έχει λυθεί. Δεν ζούμε πλέον σε «κανονικές συνθήκες». Οι θεμελιώδεις αντιφάσεις που απορρέουν από την κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού δεν έχουν εξαλειφθεί. Η εμπειρία που θα αποκτήσει η εργατική τάξη και η νεολαία τα επόμενα χρόνια θα την κάνει να καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο αυξανόμενος «λαϊκισμός», ο οποίος έχει ερείσματα σε συγκεκριμένα στρώματα του πληθυσμού, αλλά είναι αυτό κάθ’ αυτό το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο είναι σαπισμένο μέχρι τον πυρήνα του.

Η Ολλανδία έχει εισέλθει σε μια περίοδο αυξανόμενης αστάθειας. Η πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη έχει δώσει κάποια ανακούφιση στην άρχουσα τάξη. Αλλά η δεν μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της γενικότερης κρίσης του καπιταλισμού που επηρεάζει την Ευρώπη και τον κόσμο. Αυτό θα ωθήσει την κυβέρνηση σε επίθεση κατά της εργατικής τάξης, καθώς θα επιχειρεί να «τετραγωνίσει τον οικονομικό κύκλο». Με τον τρόπο αυτό, θα επιδεινώσει την ήδη ασταθή πολιτική και κοινωνική ισορροπία.

Στο παρελθόν, η ολλανδική εργατική τάξη, κέρδισε πολλές παραχωρήσεις από τους καπιταλιστές, επιτυγχάνοντας ένα από τα υψηλότερα βιοτικά επίπεδα στον κόσμο. Αυτό έχει γίνει πλέον ένας μεγάλος πονοκέφαλος για την ολλανδική αστική τάξη. Κατά την προσπάθεια της τελευταίας να πάρει πίσω τις εν λόγω παραχωρήσεις, θα βιώσει την επιστροφή της εργατικής τάξης στην ιστορική της παράδοση, την παράδοση της ταξικής πάλης. Σε αυτή την περίπτωση, μια Μαρξιστική Τάση με ρίζες μεταξύ των νέων και της εργατικής τάξης, μπορεί να γίνει ένας ισχυρός πόλος έλξης.


Ζόουι Μιλανόβι

Μετάφραση: Βαγγέλης Σταθόπουλος

Κοινοποιήστε