Οι τράπεζες, η ανάκαμψη που δεν έρχεται και οι θέσεις της Αριστεράς

peiraios-laiki-kyprou-5701

Μετά την «επιτυχημένη» ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων ελληνικών «συστημικών» τραπεζών (Εθνική, Πειραιώς, Eurobank και Alpha), κλίμα ευφορίας φαίνεται να επικρατεί στο χρηματιστήριο, εξαιτίας κυρίως του ενδιαφέροντος που δείχνουν για τις τραπεζικές μετοχές ξένοι επενδυτές. Ο κυβερνητικός τύπος, παρά την ανησυχία που προκαλεί η συνεχιζόμενη ύφεση που κατ’ εξακολούθηση διαψεύδει τις πάντα αισιόδοξες προβλέψεις της κυβέρνησης και το υψηλό ποσοστό των «κόκκινων δανείων» (των δανείων δηλαδή που υπάρχει αδυναμία εξυπηρέτησής τους, NPLs στη διεθνή τραπεζική ορολογία), ισχυρίζεται πως το ενδιαφέρον των επενδυτών οφείλεται στην εμπιστοσύνη τους για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.

Ασήμαντα ή αντιφατικά αποτελέσματα υπερπροβάλλονται προκειμένου να διαμορφωθεί ένα τεχνητό κλίμα ευφορίας: οι καταθέσεις «επαναπατρίζονται», τα επιτόκια δανεισμού πέφτουν, η ρευστότητα στην αγορά σταδιακά αποκαθίσταται. Κανένα πραγματικό στοιχείο όμως δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτήν την αισιοδοξία. Αντίθετα, ένα προς ένα τα έτσι κι αλλιώς σαθρά θεμέλια του υποτιθέμενου κυβερνητικού «success story» καταρρίπτονται από την πραγματικότητα. Είναι όμως τόση η απελπισία της άρχουσας τάξης να εμφανίσει στο λαό, αλλά και στο διεθνές κεφάλαιο τα πρώτα σημάδια «αναγέννησης» του ελληνικού καπιταλισμού. που βαφτίζει επιτυχίες τα σκιρτήματα της θανάσιμης αγωνίας του.

Ψήφος εμπιστοσύνης για την ελληνική οικονομία;

Μια σειρά από σημαντικές διεθνείς εξελίξεις στην οικονομική και πολιτική σφαίρα καθορίζουν τη συμπεριφορά των επενδυτών. Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η μεγάλη αστάθεια που αναπόφευκτα οδηγεί σε ταχύτατες μεταβολές στις τοποθετήσεις κεφαλαίων. Έτσι, η ανακοίνωση της μείωσης του προγράμματος αγοράς ομολόγων από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, οδήγησε το καλοκαίρι σε απότομη απόσυρση κεφαλαίων από τις «αναδυόμενες» οικονομίες που κατευθύνθηκαν κυρίως προς την υποτίθεται ασφαλέστερη Ευρώπη. Χώρες όπως η Βραζιλία ή η Ινδία που πριν λίγα χρόνια είχαν θεωρηθεί παγκόσμιες ατμομηχανές και που πολλοί υπολόγιζαν πως αυτές θα ήταν ικανές να τραβήξουν την παγκόσμια οικονομία από την ύφεση, σήμερα βρίσκονται στο πρώτο στάδιο μιας βαθιάς κρίσης.

Η ισχνή ανάκαμψη της ευρωζώνης που ανακοινώθηκε με επίκεντρο τη Γερμανία και δευτερευόντως τη Γαλλία, προκάλεσε σημαντική εισροή κεφαλαίων. Η αποκλιμάκωση όμως των spreads στις χώρες του Νότου δεν αντανακλάται σε υποχώρηση της βαθιάς ύφεσης, ενώ νέα προγράμματα λιτότητας ψηφίζονται από τις κυβερνήσεις, υποσκάπτοντας τις δυνατότητες ανάκαμψης. Ο τραπεζικός κλάδος στην Ευρώπη, με συνολικό ενεργητικό της τάξης των 32 τρις ευρώ – τριπλάσιο από το ΑΕΠ της ευρωζώνης – αποτελεί το μεγάλο ασθενή. Ωστόσο, η πιο σημαντική παράμετρος στις παγκόσμιες εξελίξεις είναι ο κίνδυνος χρεοστασίου στις ΗΠΑ, ο οποίος αποσοβήθηκε την τελευταία στιγμή, αλλά μόνο προσωρινά. Παράλληλα, θεσμικοί οικονομικοί παράγοντες στις ΗΠΑ προειδοποιούν για τον κίνδυνο έκρηξης μιας νέας φούσκας ακινήτων, με ανυπολόγιστες συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία.

Μέσα σε ένα τέτοιο ρευστό περιβάλλον που καθορίζει η βαθιά κρίση του καπιταλισμού, οι δήθεν επιτυχίες της κυβέρνησης Σαμαρά αποτελούν ένα κακόγουστο ανέκδοτο. Δεν είναι η ανάκαμψη αυτό που αναμένεται, αλλά η ακόμα πιο εκτεταμένη λεηλασία της κοινωνίας με πρόφαση την προοπτική ανάπτυξης. Μετά από έξι χρόνια συνεχούς ύφεσης από το 2008, όπου αθροιστικά χάθηκε πάνω από το 25% του ΑΕΠ της χώρας, τα πιο αισιόδοξα σενάρια κάνουν λόγο για ισχνή ανάπτυξη το 2014 (0,6%) που κι αυτή πρέπει οπωσδήποτε να θεωρείται απολύτως επισφαλής, με δύο βασικές παραμέτρους να την υποσκάπτουν: την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας προς μια νέα ύφεση και τη συνεχιζόμενη έκρηξη της ανεργίας που σύμφωνα με την ΙΝΕ ΓΣΕΕ το 2016 θα φτάσει το 34%! Το ενδιαφέρον λοιπόν των ξένων επενδυτών δεν επιβεβαιώνει προοπτικές ανάκαμψης, αλλά πρόσφορο έδαφος για εκτεταμένη κερδοσκοπία.

Η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος

Το προνομιακό πλαίσιο που διαμορφώθηκε από τις σημαντικές αναδιαρθρώσεις της τραπεζικής αγοράς και την επικείμενη ιδιωτικοποίηση των μετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες κερδοσκοπίας για τους διεθνείς επενδυτές.

Κάτω από τις εντολές της τρόικας, η τραπεζική αγορά συγκεντροποιήθηκε εντυπωσιακά, προκειμένου να δημιουργηθούν με διαδικασίες εξπρές, αμφισβητούμενης στην καλύτερη περίπτωση διαφάνειας, τέσσερις «συστημικές» τράπεζες επαρκούς μεγέθους και κεφαλαίων από τις 17 που λειτουργούσαν μέχρι πρόσφατα. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών αυτών από το ΤΧΣ, ισοδυναμεί με έμμεση κρατικοποίησή τους, αφού τα νέα κεφάλαια που απέκτησαν προέρχονται σε ποσοστό που ξεπερνάει το 80% από δανεισμό του κράτους μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης – θεωρήθηκε μάλιστα μεγάλη επιτυχία για τις τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες (Πειραιώς, Εθνική και Alpha), το γεγονός ότι κατάφεραν να καλύψουν ποσοστό μεγαλύτερο του προαπαιτούμενου 10% της ανακεφαλαιοποίησης με ιδιωτικά κεφάλαια, πράγμα που τους επέτρεψε να διατηρήσουν τη διοίκηση σε ιδιωτικά χέρια. Η διορισμένη δε από το κράτος διοίκηση της Eurobank, κάθε άλλο παρά λειτουργεί ως εκφραστής του δημόσιου συμφέροντος, αλλά ως ο ιδανικός πωλητής των μετοχών που αγοράστηκαν από το κράτος – για την ακρίβεια, ως δημόσιο συμφέρον κατονομάζεται η προσπάθεια για πώληση των μετοχών στη καλύτερη δυνατή τιμή που θα εξασφάλιζε τις ελάχιστες απώλειες ή ακόμα και κέρδη για το ΤΧΣ.

Εξαρχής διακηρυγμένος σκοπός του ΤΧΣ ήταν η όσο το δυνατό πιο σύντομη διάρκεια παραμονής των τραπεζικών μετοχών σε κρατικά χέρια – υποτίθεται πως οι ιδιώτες είναι πιο ικανοί από το κράτος να διοικούν τράπεζες, ειδικά αν τα λεφτά προέρχονται από το κράτος. Αυτή η παραδοξολογία αποτελεί κυρίαρχο δόγμα που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, παρά τις αδιάκοπες διαψεύσεις του από την πραγματικότητα. Η ιδιωτικοποίηση του τραπεζικού χαρτοφυλακίου συνεπώς που επίκειται, συνιστά μια ακόμα σκανδαλώδη ενέργεια της κυβέρνησης στο βωμό, υποτίθεται, μιας οικονομικής ανάκαμψης που τίποτα δεν μαρτυρά την άφιξή της: τα ξένα κεφάλαια δεν εισρέουν στην ελληνική οικονομία, όπως επίσης τα τεράστια ποσά που δόθηκαν από το κράτος προς τις τράπεζες (από το 2008 δόθηκαν περί τα 235 δις) δεν βρίσκουν αντανάκλαση στην αύξηση της ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις.

Η πτώση των επιτοκίων δανεισμού και τα «κόκκινα» δάνεια

Ο επαναπατρισμός των καταθέσεων που είχαν διαφύγει κυρίως σε τράπεζες του εξωτερικού, έχει αναδειχθεί σε κομβικό ζήτημα για την επιτυχία της διάσωσης των ελληνικών τραπεζών. Βέβαια, παρά τις τυμπανοκρουσίες, δεν υπάρχει μια σαφής τάση επιστροφής των καταθέσεων. Από την έναρξη της κρίσης οι καταθέσεις έχουν μειωθεί κατά 80 δις ευρώ περίπου – από τα 240 δις στα 160 δις – αν και στη φάση αυτή η μείωση έχει πράγματι διακοπεί. Ωστόσο, η αισιοδοξία των τραπεζιτών για αναστροφή της πορείας δεν δικαιολογείται, καθώς τα στοιχεία του ενεργητικού των τραπεζών κάθε άλλο επιτρέπουν αισιοδοξία. Από το σύνολο των δανείων που υπερβαίνει τα 220 δις ευρώ, το 30% είναι «κόκκινα» (μη εξυπηρετούμενα για περισσότερες από 90 ημέρες – υπολογίζονται σε περίπου 70 δις), με το ποσοστό αυτό να ανεβαίνει ραγδαία εξαιτίας της κρίσης και την τεράστιας ανεργίας. Όσον αφορά τα στεγαστικά δάνεια συνολικού ύψους 70 δις ευρώ, έχουν πάψει να εξυπηρετούνται σε ποσοστό 75% και οι σχεδιασμοί για την απελευθέρωση των πλειστηριασμών ακόμα και της πρώτης κατοικίας έχουν ενταθεί. Έτσι, ενώ η ανακεφαλαιοποίηση έχει δώσει στις τράπεζες τη δυνατότητα άντλησης νέων κεφαλαίων με την ευγενική χορηγία του κράτους, κάθε άλλο παρά είναι ασφαλείς. Διάφορα διαχειριστικά σχήματα απαλλαγής των τραπεζών από αυτά τα δάνεια (π.χ. δημιουργία «bad banks» που θα φορτωθούν αυτά τα δάνεια, ίδρυση ειδικών διευθύνσεων διαχείρισής τους, πώλησή τους σε εταιρίες κοράκια που θα αναλάβουν την εξυπηρέτησή τους με «ανορθόδοξες» μεθόδους κλπ.), ακόμα κι αν φέρουν ορισμένα αποτελέσματα (ασκώντας τεράστια, απάνθρωπη πίεση στην κοινωνία), όσο η οικονομία δεν ανακάμπτει και κυρίως όσο η ανεργία δεν μειώνεται, το ποσοστό των δανείων που δεν θα μπορούν να εξυπηρετηθούν θα συνεχίσει να αυξάνεται, υποσκάπτοντας με τη σειρά τους τις δυνατότητες την οικονομίας να ανακάμψει. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο.

Συνεπώς, όλα καταλήγουν ξανά στο πρόβλημα της ανάκαμψης. Υποτίθεται, σύμφωνα με τη «θεωρία», πως η καλή ψυχολογία των καταθετών είναι το κλειδί. Αν νιώσουν εμπιστοσύνη προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επαναπατρίσουν τις καταθέσεις τους, τα επιτόκια δανεισμού θα αποκλιμακωθούν και η ρευστότητα στην αγορά θα αποκατασταθεί. Έτσι έθεσε το ζήτημα σε πρόσφατη συνάντηση με τον υπουργό ανάπτυξης Χατζηδάκη, ο πρόεδρος των Ελληνικών τραπεζών, Γ. Ζανιάς. Το πρόβλημα όμως στις παρούσες συνθήκες είναι ότι όσο και αν μειωθούν τα επιτόκια, κανείς δεν επιθυμεί να δανειστεί με σκοπό να επενδύσει, παρά μόνο για να πληρώσει χρέη. Οι υποψήφιοι δανειολήπτες εξάλλου, δεν είναι άλλοι από αυτούς που σήμερα αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα «κόκκινα» δάνεια τους. Αυτό φυσικά το γνωρίζουν καλά οι τραπεζίτες και γι’ αυτό είναι τελείως απρόθυμοι να δώσουν δάνεια – η μόνη ρευστότητα που παρέχουν χωρίς ιδιαίτερη φειδώ προέρχεται από την άντληση ευρωπαϊκών συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων. Κατά τ’ άλλα διαμηνύουν πως δεν θα επιτρέψουν τη δημιουργία μιας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων και ότι θα χρηματοδοτήσουν μόνο τις βιώσιμες και «εξωστρεφείς» επενδύσεις, πράγμα που σημαίνει πως σκοπεύουν να διατηρήσουν τις στρόφιγγες του δανεισμού κλειστές.

Εργασιακός μεσαίωνας και δεκάδες χιλιάδες απολύσεις στην ατζέντα

Στα σχέδια της τρόικας περιλαμβάνεται η ραγδαία περικοπή των λειτουργικών εξόδων τους. Υπολογίζεται ότι θα κλείσουν περισσότερα από 1.000 (από τα 3.500) υποκαταστήματα των τραπεζών στην Ελλάδα μέχρι το 2017, δηλαδή ένα ποσοστό που ξεπερνάει το 30% των υποκαταστημάτων. Μια άλλη πολύ σημαντική εξέλιξη που έχει και συμβολική σημασία, είναι η πώληση κατ’ επιταγή της τρόικας πάλι, των θυγατρικών των ελληνικών τραπεζών στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Έτσι, η απώλεια του βασικού εργαλείου επιθετικής διείσδυσης του ελληνικού καπιταλισμού στην αγορά των γειτονικών χωρών, θα σηματοδοτήσει την οριστική ιστορική παρακμή του.

Στα «λειτουργικά έξοδα» που πρέπει να περικοπούν κύριο ρόλο έχει φυσικά η εργασία, το κόστος της οποίας φτάνει στο 70% του συνόλου. Σήμερα, με τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, περισσότερο από το 30% των εργαζομένων στις τράπεζες θεωρείται «πλεονάζον προσωπικό». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έχουν δημοσιευτεί στον τύπο, το σχέδιο της τρόικας προβλέπει, από ένα σύνολο 55.000 χιλιάδων εργαζόμενων σήμερα, μείωσή τους κατά 7.000 το 2014 και κατά 20.000 το 2017. Αυτή η ραγδαία μείωση του προσωπικού θα υλοποιηθεί με διάφορες μεθόδους που περιλαμβάνουν στην καλύτερη περίπτωση προγράμματα εθελούσιας εξόδου και κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης – αναμένονται ωστόσο και χιλιάδες απολύσεις που θα συνδυαστούν με το κλείσιμο υποκαταστημάτων, αλλά και με τη μη ανανέωση των συμβάσεων χιλιάδων «ενοικιαζόμενων» εργαζόμενων που είναι μια κατηγορία εργαζόμενων που υπόκειται μεσαιωνικού χαρακτήρα εκμετάλλευση. Η κατάσταση όμως θα δυσκολέψει σημαντικά και για αυτούς που θα συνεχίσουν να εργάζονται: οι μειώσεις μισθών φτάνουν το 30%, ενώ καταργούνται βασικά εργασιακά δικαιώματα.

Η ολοκλήρωση αυτής της βίαιης αναδιάρθρωσης δεν θα είναι εύκολη υπόθεση για τους επίδοξους «μεταρρυθμιστές». Η επίθεση απέναντι στους εργαζόμενους δεν μπορεί παρά να συναντήσει ισχυρή αντίσταση σε κάποιο σημείο. Δεν θα μπορέσουν όμως να νικήσουν αν απομονωθούν και αν τα αιτήματά τους δεν συναντήσουν τους πόθους και τις ανάγκες της εργατικής τάξης σαν σύνολο. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των τραπεζοϋπαλλήλων εδώ και χρόνια παίζουν το ρόλο του πράκτορα των διοικήσεων των τραπεζών, ανοίγοντας και κλείνοντας τις στρόφιγγες των αγώνων, μόνο για να διασφαλίσουν τις θέσεις τους και να υποσκάψουν τη δυναμική του αγώνα των εργαζομένων. Όμως, σήμερα η πλειοψηφία των τραπεζικών υπαλλήλων αντιμετωπίζει έναν κίνδυνο ύπαρξης, γι’ αυτό οι αγώνες που αναπόφευκτα θα ξεσπάσουν πρέπει να είναι πολιτικοί: να απαιτούν την κατεδάφιση της κυβέρνησης του μνημονίου και την αντικατάστασή της από μια κυβέρνηση της Αριστεράς που όχι μόνο θα προστατεύσει τις θέσεις εργασίας στις τράπεζες, αλλά που θα θέσει σαν θεμελιώδες καθήκον την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας για κάθε άνεργο. Για να γίνει αυτό όμως, η κυβέρνηση αυτή θα πρέπει να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας, του οποίου ακρογωνιαίος λίθος είναι η εθνικοποίηση του συνόλου του τραπεζικού συστήματος. Ο ρόλος των εργαζόμενων στις τράπεζες στην υλοποίηση αυτού του προγράμματος θα είναι καθοριστικός και ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει από τώρα να το προπαγανδίζει, καθώς είναι το μόνο που μπορεί ρεαλιστικά να δώσει δυναμική νίκης στους αγώνες, ενώνοντας τις άμεσες διεκδικήσεις των εργαζομένων στις τράπεζες με τις ανάγκες της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Δυστυχώς όμως, και σε αυτό το πεδίο, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται τελείως ανεπαρκής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για τις τράπεζες

Η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για τις τράπεζες, όπως και για μια σειρά άλλα ζητήματα, δεν υπερβαίνει μια διαχειριστική, σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση. Η κριτική του επικεντρώνεται κυρίως σε δύο σημεία: από τη μια μεριά, στην προκλητική αδιαφάνεια που χαρακτηρίζει τις αναδιατάξεις στον τραπεζικό κλάδο, με πρόσχημα τη συστημική ασφάλεια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αδιαφάνειας αποτελούν βέβαια η εθνικοποίηση της Proton Bank του προφυλακισμένου επιχειρηματία Λαυρεντιάδη, αλλά και η σκανδαλώδης εξαγορά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της Αγροτικής Τράπεζας από την Eurobank και την Πειραιώς αντίστοιχα. Από την άλλη, επισημαίνει το παράδοξο και προκλητικό γεγονός της διατήρησης από τους τραπεζίτες του ελέγχου των τραπεζών, παρόλο που τα κεφάλαιά τους οφείλονται εξολοκλήρου σε κρατικό δανεισμό που εγγράφεται στο δημόσιο χρέος, δηλαδή στις πλάτες των φορολογουμένων. Η δήλωση του Γ. Δραγασάκη στις 11/4 σε εκδήλωση του ΙΟΒΕ: «Οι τράπεζες είναι πολύ σοβαρός θεσμός για να τις αφήσουμε στους τραπεζίτες» συνοψίζει το κύριο σημείο της προγραμματικής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ για το ζήτημα, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας, στην εκπομπή «στον Ενικό» του Ν. Χατζηνικολάου της 14/10, σημείωσε τα εξής: «…Έχουμε ένα σχέδιο για την ομαλή λειτουργία των τραπεζών, για λογαριασμό της εθνικής οικονομίας, όχι για λογαριασμό των διοικητών τους. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει και τη σεισάχθεια – 73 δις τα κόκκινα δάνεια. Χωρίς ένα σχέδιο απομείωσης των κόκκινων δανείων δεν θα μπορέσουν οι τράπεζες να λειτουργήσουν, αλλά μέσα από τη λειτουργία τους με δημόσια ευθύνη θέλουμε να στηρίξουν την πραγματική οικονομία…»

Είναι άραγε το πρόβλημα ότι οι τράπεζες λειτουργούν σήμερα για λογαριασμό των διοικητών τους; Και τι καθορίζει αλήθεια το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, παρά τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης σαν σύνολο;

Στο πρόσφατο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, ψηφίστηκε η ακόλουθη θέση:

«Θέτουμε το τραπεζικό σύστημα υπό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο του δημοσίου, με ριζική τροποποίηση του τρόπου λειτουργίας του και των στόχων που σήμερα υπηρετεί, με αναβάθμιση του ρόλου των εργαζομένων και των καταθετών. Ιδρύουμε δημόσιες τράπεζες ειδικού σκοπού με αντικείμενο την αγροτική πίστη, τη μικρή και μεσαία επιχείρηση και τη λαϊκή στέγη.»

Πολλοί σύντροφοι θεωρούν ότι αυτή η ασαφέστατη κεϋνσιανή θέση, πλησιάζει (με δεδομένους τους τωρινούς κοινωνικούς συσχετισμούς που δεν θεωρούνται ακόμα ευνοϊκοί) το σοσιαλιστικό αίτημα για κοινωνικοποίηση του συνόλου του τραπεζικού συστήματος – διαφέρει όμως ριζικά απ’ αυτό. Το σκεπτικό της προγραμματικής θέσης του ΣΥΡΙΖΑ υποτίθεται πως είναι ριζοσπαστικό, επειδή έρχεται σε αντίθεση με τις κυρίαρχες επιλογές του νεοφιλελευθερισμού και κατά συνέπεια δημιουργεί ρωγμές στον ακολουθούμενο μονόδρομο, καθώς συγκρούεται με την κυρίαρχη πεποίθηση ότι οι τράπεζες δεν είναι δυνατό να λειτουργήσουν με διαφορετικά κριτήρια πέραν αυτών του ιδιωτικού κέρδους. Όμως, στις σημερινές συνθήκες, η θέση είναι τελείως ανεπαρκής: ούτε πραγματική λύση στην τραπεζική κρίση μπορεί να προσφέρει, αφού η έλλειψη ρευστότητας αποτελεί μόνο σύμπτωμα μιας κρίσης που εντοπίζεται στην καπιταλιστική παραγωγή, ούτε δίνει μια ξεκάθαρη προοπτική για τους εργαζόμενους. Αντίθετα καθησυχάζει, σπέρνει αυταπάτες για τις δυνατότητες μεταρρύθμισης του συστήματος με τεχνοκρατικές λογικές που αντλούν έμπνευση από πολιτικές τύπου Νιου Ντηλ των ΗΠΑ της δεκαετίας του ’30 (πολιτικές που είχαν στην εποχή τους πράγματι συνεπάρει τις σταλινικές ηγεσίες των ευρωπαϊκών ΚΚ, όπως το γαλλικό, με τα γνωστά αποτελέσματα) και διαμορφώνει μια λογική ανάθεσης προς το κόμμα και τους ειδικούς του.

Αναμφίβολα η κρατική ιδιοκτησία και έλεγχος δεν αποτελεί την κύρια επιλογή των τραπεζιτών και είναι βέβαιο ότι θα αντιδράσουν λυσσασμένα απέναντι σε κάθε προσπάθεια εθνικοποίησης – ιδιαίτερα αν αυτή γίνει χωρίς αποζημίωση, πράγμα που δεν έχει ξεκαθαρίσει η ηγεσία του κόμματος. Ωστόσο, δεν αρκεί να προστεθεί στη δημόσια ιδιοκτησία η πολιτική βούληση της Αριστεράς για να μετατραπούν οι τράπεζες σε εργαλεία εξυπηρέτησης των κοινωνικών αναγκών. Εφόσον διατηρείται η εξουσία των καπιταλιστών στην οικονομία, οι τράπεζες αναπόφευκτα θα κληθούν να υπηρετήσουν τα συμφέροντα και τις ανάγκες των καπιταλιστών σε χρήμα. Δυστυχώς, σε αντίθεση με την αντίληψη που εκφράζει ο σ. Τσίπρας που φαίνεται να υποστηρίζει ότι μέσω του δημόσιου ελέγχου των τραπεζών οι καπιταλιστές μπορούν να στραφούν σε κοινωνικά συμφέρουσες επενδύσεις, η «πραγματική οικονομία» δεν είναι ταξικά ουδέτερη. Δεν έχει νόημα από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων φτωχών στρωμάτων της κοινωνίας η κατοχή και έλεγχος των τραπεζών από το κράτος, αν αυτή δεν αποτελέσει το πρώτο βήμα για το μετασχηματισμό της οικονομίας με βάση τις ανάγκες τους, ξεκινώντας από τις πιο επείγουσες που δημιουργήθηκαν από την κρίση: Η «ριζική τροποποίηση του τρόπου λειτουργίας και των στόχων που υπηρετεί» το τραπεζικό σύστημα θα παραμένει μια θολή διακήρυξη, αν δεν γίνει συγκεκριμένη με κριτήριο ταξικό και αν δεν συνδυαστεί με ένα πρόγραμμα απόσπασης του ελέγχου των στρατηγικών τομέων της οικονομίας από τα χέρια των καπιταλιστών.

Για να γίνει κατανοητό πόσο διασταλτική είναι η έννοια της δημόσιας ιδιοκτησίας και ελέγχου των τραπεζών, σημειώνουμε ότι η ίδια η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω του ΤΧΣ αποτελεί μια ιδιότυπη μορφή κρατικής ιδιοκτησίας, παρόλο που η διοίκηση των τριών από τις τέσσερις τράπεζες παρέμεινε στα χέρια των ιδιωτών. Μια μορφή κρατικού ελέγχου εφαρμόζεται ήδη σήμερα στη Eurobank, αλλά θα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς σε τι διαφέρει από την ιδιωτική διοίκηση. Προφανώς η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν αναφέρεται σε ένα τέτοιο «δημόσιο» έλεγχο, αλλά πουθενά δεν διευκρινίζει μια σειρά από καθοριστικής σημασίας ζητήματα: Πώς θα λειτουργούν οι κρατικές τράπεζες και ακόμα περισσότερο πώς θα φτάσουμε στην κρατική» ιδιοκτησία; Με ποιον τρόπο θα ασκείται ο «δημόσιος» και πώς ο κοινωνικός έλεγχος; Είναι δυνατό οι τράπεζες να συνεχίσουν να αντλούν κεφάλαια από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ταυτόχρονα να περάσουν σε «δημόσιο» έλεγχο; Θα είναι δυνατό να έρθουν πράγματι σε αντίθεση με τα συμφέροντα των καπιταλιστών προκειμένου να υπηρετήσουν την κοινωνία; Τι πρωτοβουλίες θα πρέπει να πάρουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και ποια αιτήματα θα πρέπει να ενσωματώσουν στους αγώνες τους; Η επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ πραγματικά δεν εξηγεί τίποτα για όλα αυτά.

Οι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν – και βρίσκουν ανταπόκριση από τμήμα της κοινωνίας σ’ αυτή τους την άποψη – ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι παρά επανάληψη των πολιτικών για τις τράπεζες της δεκαετίας του ’80, όταν οι διορισμένες από το ΠΑΣΟΚ διοικήσεις των τραπεζών που στην πλειοψηφία τους ήταν κρατικές, εξασφάλιζαν εύκολο δανεισμό στην κυβέρνηση αυξάνοντας το χρέος και επιδίδονταν σε ένα όργιο προσλήψεων και ευνοιοκρατίας που επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό. Φυσικά ένα τέτοιο επιχείρημα ακούγεται περίπου κωμικό όταν διατυπώνεται από ανθρώπους που τα δόγματά τους διαψεύδονται αδιάκοπα από την πραγματικότητα και που πιστεύουν πως η ελεύθερη δυνατότητα των μονοπωλίων να εκμεταλλεύονται σκληρά την ανθρώπινη ύπαρξη αποτελεί όχι ολοκληρωτισμό, αλλά την πεμπτουσία της ελευθερίας! Παρόλα αυτά, χωρίς μια κρυστάλλινη θέση σχετικά με τον τρόπο που πρόκειται να χρησιμοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις τράπεζες όταν βρεθεί στην κυβέρνηση, αυτή η αντιδραστική προπαγάνδα που αντλεί στοιχεία από την πραγματική εμπειρία της γραφειοκρατικής λειτουργίας των κρατικών τραπεζών της υποτιθέμενης σοσιαλιστικής κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, θα είναι αδύνατο να εξασφαλίσει την ευρεία στήριξη στρωμάτων που σήμερα αμφιταλαντεύονται. Αυτή η αδυναμία θέτει εμπόδια και στον αγώνα των εργαζομένων στις τράπεζες. Η άρνηση των Μνημονίων μπορεί να αποτελεί μια αρχική βάση σύγκλισης για τους πληττόμενους εργαζόμενους, όμως δεν δίνει καμία απάντηση για το τι πρέπει να κάνουν. Χωρίς σχέδιο μάχης, χωρίς μέτρα για το δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών από τους ίδιους που θα ξεσκεπάζει την προδοτική στάση των συνδικαλιστικών ηγεσιών και διαμορφώνει τη βάση για ενότητα, χωρίς πρόγραμμα που να συνδέει τα άμεσα αιτήματα ενάντια στις απολύσεις και την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων με τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας, χωρίς την ανάδειξη του ταξικού, επαναστατικού χαρακτήρα του περάσματος των τραπεζών στα χέρια της κοινωνίας, είναι αδύνατο να δημιουργηθεί ένα νικηφόρο κίνημα.

Το αναγκαίο πρόγραμμα

Η αντίληψη ότι σήμερα είναι ανεπίκαιρο ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα εξουσίας, οδηγεί όχι σε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα προετοιμασίας για βαθιές κοινωνικές αλλαγές, αλλά σε ένα συντηρητικό πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης του καπιταλισμού.

Για την Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ το παραπάνω αποτελεί πάγια θέση που αποτέλεσε εξάλλου τη βάση για την κατάθεση μιας Κομμουνιστικής Πλατφόρμας για το αναγκαίο πρόγραμμα της Αριστεράς στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Οι τράπεζες αναπόφευκτα κατέχουν κομβική θέση στη διάρθρωση του προγράμματος.

Κύριος άξονας του προγράμματος είναι η Κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Σε αντίθεση με τη «δημόσια ιδιοκτησία», η κοινωνικοποίηση ισοδυναμεί με το ουσιαστικό πέρασμα των τραπεζών κάτω από το δημοκρατικό έλεγχο της εργαζόμενης κοινωνίας. Οι τράπεζες θα κρατικοποιηθούν σε ποσοστό 100% και θα συγχωνευθούν σε μία ενιαία τράπεζα, όπου θα είναι δυνατή η ενοποίηση των χαρτοφυλακίων τους και η ολοκληρωμένη αξιολόγησή τους. Η ενιαία κρατική τράπεζα θα αποτελέσει ένα ενιαίο στρατηγείο για τον ορθολογικό σχεδιασμό των επενδύσεων και των πιστώσεων, η οποία θα διοικείται δημοκρατικά από εκλεγμένους αντιπρόσωπους εργαζομένων της τράπεζας, των συνδικάτων και μιας πανελλήνιας επιτροπής που θα είναι υπεύθυνη για τον εργατικό έλεγχο των μεγάλων επιχειρήσεων και του κράτους.

Η κοινωνικοποίηση δεν σημαίνει φυσικά απαλλοτρίωση των τραπεζικών καταθέσεων, αλλά αντίθετα είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτούν ουσιαστικά οι μικρές και μεσαίες καταθέσεις. Από την άλλη μεριά, ο έλεγχος από τους εργαζόμενους των χαρτοφυλακίων θα επιτρέψει τη δίκαιη φορολόγηση των μεγάλων καταθέσεων που θα αποφέρει τεράστια οφέλη για τα δημόσια οικονομικά και θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει την ανάκαμψη της οικονομίας. Επίσης, είναι ο μόνος τρόπος για να εφαρμοστεί η «σεισάχθεια», δηλαδή η περικοπή μεγάλου μέρους των «κόκκινων δανείων» που αφορούν σε νοικοκυριά και μεσαίες επιχειρήσεις. Η ενιαία κρατική τράπεζα θα είναι σε θέση να παράσχει φθηνά δάνεια σε αυτές τις επιχειρήσεις και θα είναι ικανή, με τον τρόπο αυτόν να προσανατολίζει τις επενδύσεις τους στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

Τελικά, η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος δεν μπορεί παρά να είναι το πρώτο βήμα για την εγκαθίδρυση μιας κοινωνικοποιημένης, σχεδιασμένης οικονομίας και είναι άρρηκτα δεμένο με την κοινωνικοποίηση των στρατηγικών μοχλών τη οικονομίας.

{fcomment}