Τα μετέωρα βήματα της συγκυβέρνησης και ο μονόδρομος για την ανατροπή της

politikes-ekselikseis

Διαβάστε την εκτίμησή μας για την επικαιρότητα και τις πολιτικές προοπτικές.

Με την ψήφο εμπιστοσύνης που έλαβε στη Βουλή η συγκυβέρνηση επιβεβαίωσε την τεράστια απόσταση που χωρίζει την κοινωνική συνείδηση από το αστικό κοινοβούλιο, που κυριαρχείται από καριερίστες πολιτικούς, έτοιμους κάθε στιγμή να ανταποκριθούν στις προσταγές των κεντρικών επιτελείων της αστική τάξης.

Το κυβερνητικό στρατόπεδο, παρά την κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη, δίνει σήμερα την εικόνα ανύπαρκτης συνοχής και χαμηλής αυτοπεποίθησης. Οι αιτίες για αυτή την κατάσταση είναι από τη μία πλευρά οι ασφυκτικές πιέσεις από την τρόικα και το ίδιο το εντεινόμενο οικονομικό αδιέξοδο του ελληνικού καπιταλισμού και από την άλλη, η δυναμική εξουσίας που αποκτά ο ΣΥΡΙΖΑ, αντανακλώντας τη διάθεση των εργαζόμενων μαζών να απαλλαγούν το συντομότερο από τη συγκυβέρνηση.

Δυσπιστία από το διεθνές κεφάλαιο και απελπισμένη δημαγωγία

Οι πιστωτές και το διεθνές κεφάλαιο με ποικίλες δηλώσεις και κινήσεις δείχνουν ότι δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στις προοπτικές της καπιταλιστικής Ελλάδας. Τα «χτυπήματα» είναι απανωτά. Το ΔΝΤ αποχωρεί από το ελληνικό πρόγραμμα μεταθέτοντας την ευθύνη της διάσωσης του Έλληνα «ασθενούς» αποκλειστικά στην ΕΕ. Μόνο γέλιο προκαλεί η απόπειρα της συγκυβέρνησης να εμφανίσει την αποχώρηση του ΔΝΤ σαν δική της πρωτοβουλία. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ντράγκι με τη σειρά του, δήλωσε στις 2/10 ότι οι ελληνικές τράπεζες θα αποκλειστούν από το νέο πρόγραμμα αγοράς τραπεζικών ομολόγων αν δεν συνεχιστεί η αυστηρή επιτήρηση της Ελλάδας.

Ο επικεφαλής του Eurogroup Ντάισεμπλουμ δήλωσε επίσης πριν από λίγες μέρες, ότι θα χρειαστεί να υπογραφούν νέα ελληνικά Μνημόνια. Στην πρόσφατη ετήσια σύνοδο του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον ο επικεφαλής της Bundesbank Βέμπερ δήλωσε ότι «το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο και χρειάζεται οπωσδήποτε κούρεμα». Τα πιο αποκαρδιωτικά νέα όμως για την συγκυβέρνηση, έρχονται αυτές τις μέρες από το κυριαρχούμενο από το ξένο κεφάλαιο ελληνικό Χρηματιστήριο, ο δείκτης του οποίου «κατακρημνίζεται» με απότομες πτώσεις όπως αυτές της 14ης και 15ης Οκτωβρίου, αλλά και από τα επιτόκια των ελληνικών δεκαετών ομολόγων, που εκτοξεύθηκαν κοντά στις 9 μονάδες, αρχίζοντας να θυμίζουν τις μέρες του 2012.

Η συγκυβέρνηση στην απέλπιδα προσπάθειά της να εμποδίσει την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, καλλιεργεί δημαγωγικά τη φιλολογία για την επικείμενη έξοδο από τα Μνημόνια και την επιτήρηση της τρόικας. Η τελευταία έκφραση αυτής της δημαγωγικής ρητορικής είναι η απόπειρα καμουφλαρίσματος των επερχόμενων Μνημονίων με τον τίτλο «προληπτική γραμμή πίστωσης».

Η ουσία είναι ότι η συγκυβέρνηση ψεύδεται ασύστολα, καθώς με τα υφιστάμενα Μνημόνια έχει ήδη υπογράψει νέες περικοπές και μέτρα λιτότητας (απολύσεις, μειώσεις συντάξεων κ.α), ενώ την ίδια στιγμή, ολόκληρη η ΕΕ βρίσκεται ήδη σε Μνημόνιο μέσα από τις συμφωνίες για δημοσιονομική πειθαρχία που επέβαλε η Γερμανία τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, η επιτήρηση από τους πιστωτές είναι αδύνατο να σταματήσει όταν το ελληνικό κράτος εξαρτά και επίσημα την εξυπηρέτηση του χρέους για τα επόμενα 2 χρόνια από τα δάνεια των μνημονιακών προγραμμάτων.

Μάλιστα η δημαγωγική ρητορική της συγκυβέρνησης περί εξόδου από τα Μνημόνια και την επιτήρηση, έχει προβληματίσει τους έλληνες αστούς και την τρόικα, γιατί αντικειμενικά δημιουργεί κατάλληλο περιβάλλον για να αναπτυχθούν ριζοσπαστικές προσδοκίες από την πλευρά των εργατικών μαζών σχετικά με το χρέος αλλά και το βιοτικό τους επίπεδο. Έτσι διαβάζουμε σχετικά από το κύριο άρθρο της Καθημερινής στις 12/10: «…Η κυβέρνηση έκανε το λάθος να κυνηγά ή και να μιμείται την αντιπολίτευση από τις ευρωεκλογές και μετά… αντί να μειώσει τις προσδοκίες για την επόμενη ημέρα μετά τα Μνημόνια, τις καλλιέργησε υπερβολικά…».

Οι πολιτικοί σχεδιασμοί των αστών και το «εμπόδιο ΣΥΡΙΖΑ»

Η γενική «γραμμή» της ελληνικής άρχουσας τάξης κάτω από την ασφυκτική πίεση της τρόικας είναι η αποφυγή της διεξαγωγής εκλογών πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της πορείας του ελληνικού προγράμματος και επιτευχθεί μια συμφωνία στο ζήτημα της χρηματοδότησης του χρέους για τα επόμενα χρόνια. Το προεκλογικό πολιτικό κλίμα μιας διαφαινόμενης αυτοδύναμης επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ – ενός κόμματος προερχόμενου από το κομμουνιστικό κίνημα που παρά την δεξιά, σοσιαλδημοκρατική στροφή της ηγετικής του ομάδας από τη φύση του συγκεντρώνει την εχθρότητα του μεγάλου κεφαλαίου – θα εκτίνασσε περαιτέρω τα «spreads» των ελληνικών ομολόγων, «στρώνοντας το χαλί» για την επιστροφή του φάσματος της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ.

Έτσι η βασική επιλογή των αστών είναι ένα επικοινωνιακό φτιασίδωμα της συγκυβέρνησης και η προσπάθεια να γαντζωθεί στην εξουσία όσο γίνεται περισσότερο. Ενδεικτικά, στο ίδιο προαναφερόμενο κύριο άρθρο της, η «Καθημερινή» σημείωνε: «…Το παιχνίδι δεν έχει χαθεί, αρκεί να ληφθούν γενναίες αποφάσεις. Μια ανανεωμένη κυβέρνηση, με καθαρή ατζέντα και σαφές στίγμα, μπορεί να αντιστρέψει το κλίμα, συνεχίζοντας με συγκροτημένο τρόπο τις φοροελαφρύνσεις.»

Η συγκρότηση μιας νέας κυβέρνησης ευρύτερης κοινοβουλευτικής στήριξης, χωρίς τον Σαμαρά πρωθυπουργό, στα πρότυπα της κυβέρνησης Παπαδήμου, είναι ένα σενάριο που φαίνεται ότι απασχολεί σοβαρά τους κυρίαρχους αστικούς κύκλους. Όμως ο σχηματισμός μιας τέτοιας κυβέρνησης θα έχει πολύ μεγάλο πολιτικό κόστος για την άρχουσα τάξη, καθώς με δεδομένη (ευχόμαστε τουλάχιστον…) τη δέσμευση της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ να μην συμμετάσχει στη σύνθεσή της, η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα θα αντιληφθούν αυτή τη μεθόδευση σαν ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και θα στραφούν ισχυρότερα προς τον ΣΥΡΙΖΑ, δημιουργώντας ταυτόχρονα την πρώτη ύλη για ένα ισχυρό πολιτικό κίνημα που θα τον φέρει στην εξουσία και θα ελέγχει δραστήρια την κυβερνητική του πορεία.

Στην πραγματικότητα, όποια πολιτική επιλογή κι αν κάνουν οι αστοί και οι κυβερνητικοί τους εκπρόσωποι θα είναι αναποτελεσματική. Αν προσφύγουν τώρα σε εκλογές θα ναρκοθετήσουν τις διεξαγόμενες συνομιλίες με την τρόικα και θα εισάγουν απότομα την πολιτική αστάθεια στο προσκήνιο. Αν πάλι παραμείνουν με το παρόν κυβερνητικό σχήμα – έστω και ανασχηματισμένο – στην εξουσία, θα οδηγηθούν στην προεδρική εκλογή με το αυξημένο ρίσκο να μη συγκεντρώσουν 180 βουλευτές, αδυνατώντας να αποφύγουν μια δεινή ήττα για τα βασικά τους κόμματα στις εκλογές που θα προκύψουν. Και αν τέλος, επιχειρήσουν να κινηθούν προς την επανάληψη του πειράματος Παπαδήμου, θα κάνουν την πιθανή επερχόμενη οριακή αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ βέβαιη και ισχυρή όταν τελικά διεξαχθούν οι εκλογές. Ο χρόνος λοιπόν, κυλάει σε βάρος της ελληνικής άρχουσας τάξης. Ποτέ τα τελευταία 40 χρόνια το πολιτικό της αδιέξοδο δεν ήταν εντονότερο και ποτέ επίσης, η ευκαιρία για να προωθήσει η ελληνική Αριστερά την υπόθεση της σοσιαλιστικής αλλαγής της κοινωνίας δεν ήταν τόσο μεγάλη.

Ανατροπή με μαζική δράση για σοσιαλιστική λύση εξουσίας

Η τελευταία έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ έδειξε ότι τα υλικά περιθώρια αντοχής για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα έχουν πλέον στενέψει στο έπακρο. Σε μια χώρα στην οποία το ΑΕΠ από το 2010 έως το 2013 μειώθηκε κατά 43,7 δισ ευρώ, την ώρα που το χρέος (319,1 δισ ευρώ σήμερα) αυξήθηκε από 145% σε 174% του ΑΕΠ, το 42,2% των πολιτών ανταποκρίνεται πλέον δύσκολα στις στοιχειώδεις ανάγκες στέγασης, το 45,5% αδυνατεί να καλύψει έκτακτες ανάγκες 500 ευρώ, το 29,4% δεν μπορεί να έχει θέρμανση και το 20,3% δεν έχει τη δυνατότητα να καταναλώσει κρέας. Γι’ αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων η παθητική αναμονή μέχρι η κυβέρνηση να πέσει τον Μάρτιο μέσα από τις εκλογές που θα προκαλέσει η ενδεχόμενη αδυναμία εκλογής προέδρου της Δημοκρατίας είναι εξαιρετικά επώδυνη υπόθεση, γεμάτη από τα δεινά μιας ακραίας εξαθλίωσης.

Ποια μέσα μπορούν όμως να χρησιμοποιήσουν σήμερα όλοι αυτοί οι άνθρωποι για να οδηγήσουν τη συγκυβέρνηση μια ώρα αρχύτερα στην πόρτα τις εξόδου; Τα συνδικάτα βρίσκονται σε παράλυση από την γραφειοκρατία και τις απανωτές ήττες που προκάλεσε στα κινήματα των τελευταίων χρόνων η παθητική και άτολμη στάση των ηγετικών τους πλειοψηφιών. Μόνο τα μαζικά κόμματα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, θα μπορούσαν να λάβουν αποτελεσματικές πρωτοβουλίες για την κινητοποίηση των μαζών, με την προϋπόθεση ότι θα συμφωνούσαν πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο σχέδιο ενωτικών κλιμακούμενων κινητοποιήσεων με τελικό σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης και με βασικά μέσα πάλης ένα κίνημα άρνησης πληρωμής των μνημονιακών φόρων και μια καλά προετοιμασμένη γενική πολιτική απεργία διαρκείας, αμφότερα οργανωμένα από επιτροπές αγώνα σε κάθε εργατικό χώρο και κάθε γειτονιά.

Αντί όμως για αυτόν τον δρόμο που θα ενθουσίαζε τους εργαζόμενους και τη νεολαία και θα τους «τραβούσε» ξανά στην μαζική δράση, η μεν ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται σε κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, η δε ηγεσία του ΚΚΕ διοργανώνει συλλαλητήρια χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, απλά για τη συσπείρωση της κομματικής βάσης. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής των ηγεσιών είναι η ανυπαρξία διάθεσης για ενεργή συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, αφού τα όποια καλέσματα μαζικής δράσης γίνονται για λόγους συμβολισμού και χωρίς καμία πιθανότητα να οδηγήσουν στην ανατροπή της συγκυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, οι χιλιάδες αριστεροί αγωνιστές που κατανοούν τα λάθη και τις παραλείψεις των ηγεσιών και συνειδητοποιούν την ανάγκη για μια ριζική αλλαγή στην κοινωνία, δεν δικαιούνται να μένουν απαθείς. Πρέπει δραστήρια να προετοιμάζουν το μέλλον και να προετοιμάζονται για αυτό.

Μπροστά μας έχουμε μια θυελλώδη περίοδο. Κάθε αριστερός αγωνιστής έχει χρέος να παλέψει για την εκλογή μιας αυτοδύναμης αριστερής κυβέρνησης που θα αφαιρέσει την οικονομική και πολιτική εξουσία από το κεφάλαιο και θα ξεκινήσει το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας . Ο αγώνας αυτός δεν μπορεί να δοθεί δίχως ξεκάθαρο πολιτικό πρόγραμμα και χωρίς οργάνωση. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να δοθεί μέσα από τις γραμμές τις μόνης τάσης στον ΣΥΡΙΖΑ που με συνέπεια υπερασπίζει μια επαναστατική, σοσιαλιστική λύση εξουσίας. Έτσι σε τελική ανάλυση, η πολιτική κατανόηση της σημερινής συγκυρίας συνδέεται αναπόσπαστα με το καθήκον της συσπείρωσης και της οργάνωσης στην Κομμουνιστική Τάση.

{fcomment}