Ο Τρότσκι για την Ισπανική Επανάσταση, τελευταία προειδοποίηση, μαθήματα από την Ισπανία, Λαϊκό Μέτωπο, POUM, GPU

Μενσεβικισμός και μπολσεβικισμός στην Ισπανία

Όλα τα γενικά επιτελεία μελετούν στενά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Αιθιοπία, την Ισπανία και την Άπω Ανατολή, ως προετοιμασία για το μεγάλο επερχόμενο πόλεμο. Οι μάχες του ισπανικού προλεταριάτου, που «ανάβουν τις σπίθες» της επερχόμενης παγκόσμιας επανάστασης, δε θα πρέπει να μελετώνται λιγότερο προσεκτικά από τα επαναστατικά επιτελεία. Υπό αυτή την προϋπόθεση και μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση, δε θα μας καταλάβουν εξαπίνης τα γεγονότα που έρχονται.

Τρεις ιδεολογίες πάλεψαν – με άνισες δυνάμεις – μέσα στο αποκαλούμενο «ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο», και συγκεκριμένα ο μενσεβικισμός, ο μπολσεβικισμός κι ο αναρχισμός. Όσον αφορά τα αστικά ρεπουμπλικανικά κόμματα, αυτά στερούνταν είτε ανεξάρτητες ιδέες είτε ανεξάρτητη πολιτική σημασία και κατάφεραν να διατηρήσουν τις δυνάμεις τους, μόνο σκαρφαλώνοντας στις πλάτες των ρεφορμιστών και των αναρχικών. Επιπλέον, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι ηγέτες του ισπανικού αναρχοσυνδικαλισμού έκαναν τα πάντα, για να αποκηρύξουν τη θεωρία τους και ουσιαστικά σχεδόν να εκμηδενίσουν τη σημασία της. Στην πραγματικότητα, δύο θεωρίες πάλεψαν εντός του αποκαλούμενου «ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου», ο μενσεβικισμός και ο μπολσεβικισμός.

Σύμφωνα με τους σοσιαλιστές και τους σταλινικούς, δηλαδή τους μενσεβίκους της μιας και της άλλης εκδοχής, η Ισπανική Επανάσταση καλείτο να λύσει τα «δημοκρατικά» της καθήκοντα, για τα οποία ένα ενιαίο μέτωπο με τη «δημοκρατική» αστική τάξη ήταν απολύτως αναγκαίο. Από αυτή την οπτική γωνία, οποιαδήποτε προσπάθεια του προλεταριάτου να πάει πέρα από τα όρια της αστικής δημοκρατίας είναι όχι μόνο ανώριμη, αλλά και θανάσιμη. Επιπρόσθετα, στην ημερήσια διάταξη βρίσκεται όχι η επανάσταση, αλλά η πάλη εναντίον του στασιαστή Φράνκο.

Ο φασισμός, ωστόσο, δεν είναι φεουδαρχική, αλλά αστική αντίδραση. Μια επιτυχής πάλη εναντίον της αστικής αντίδρασης μπορεί να διεξαχθεί μόνο με τις δυνάμεις και τις μεθόδους της προλεταριακής επανάστασης. Ο μενσεβικισμός, από τη φύση του μια εκδοχή αστικής σκέψης, δεν έχει και δεν μπορεί να έχει την παραμικρή ιδέα για τέτοια πράγματα.

Η μπολσεβίκικη οπτική γωνία, γνήσια εκφραζόμενη μόνο από το νεαρό τμήμα της Τέταρτης Διεθνούς, λαμβάνει τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης ως σημείο αφετηρίας της, δηλαδή ότι ακόμα και τα αμιγώς δημοκρατικά προβλήματα, όπως η εξάλειψη της ημι-φεουδαρχικής γαιοκτησίας, δεν μπορούν να λυθούν χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο. Αλλά αυτό, με τη σειρά του, βάζει τη σοσιαλιστική επανάσταση στην ημερήσια διάταξη. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των πρωταρχικών σταδίων της επανάστασης, οι Ισπανοί εργάτες έθεσαν στην πράξη από μόνοι τους όχι απλώς δημοκρατικά ζητήματα, αλλά ακόμη και αμιγώς σοσιαλιστικά. Το αίτημα να μην καταπατηθούν τα όρια της αστικής δημοκρατίας δε σηματοδοτεί στην πράξη την υπεράσπιση της δημοκρατικής επανάστασης, αλλά την αποκήρυξή της. Μόνο μέσω μιας ανατροπής των αγροτικών σχέσεων, θα μπορούσε η αγροτιά, η μεγάλη μάζα του πληθυσμού να μετατραπεί σε πανίσχυρο οχυρό εναντίον του φασισμού. Αλλά οι γαιοκτήμονες είναι στενά συνδεδεμένοι με το εμπορικό, το βιομηχανικό και το τραπεζικό κεφάλαιο και την αστική διανόηση, που εξαρτάται από εκείνο. Επομένως, το κόμμα του προλεταριάτου βρίσκεται αντιμέτωπο με το δίλημμα της επιλογής ανάμεσα στις αγροτικές μάζες και τους φιλελεύθερους αστούς. Θα μπορούσε να υπάρχει μόνο ένας λόγος να συμπεριλάβει κανείς στον ίδιο συνασπισμό ταυτόχρονα την αγροτιά και τη φιλελεύθερη αστική τάξη: να βοηθήσει την αστική τάξη να εξαπατήσει την αγροτιά, κι έτσι να απομονώσει τους εργάτες. Η αγροτική επανάσταση θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο ενάντια στην αστική τάξη, και γι’ αυτό μόνο μέσω των μαζών της δικτατορίας του προλεταριάτου. Δεν υπάρχει τρίτο, ενδιάμεσο καθεστώς.

Από τη σκοπιά της θεωρίας, αυτό που προξενεί τη μεγαλύτερη έκπληξη σχετικά με την ισπανική πολιτική του Στάλιν είναι η παντελής περιφρόνηση της αλφαβήτας του λενινισμού. Με καθυστέρηση μερικών δεκαετιών – και τι δεκαετιών! – η Κομιντέρν έχει αποκαταστήσει πλήρως τη θεωρία του μενσεβικισμού. Ακόμα περισσότερο, η Κομιντέρν έχει βρει τρόπο να καταστήσει αυτή τη θεωρία ακόμα πιο «συνεκτική» και, μ’ αυτό τον τρόπο, ακόμα πιο παράλογη. Στην τσαρική Ρωσία, τις παραμονές του 1905, η φόρμουλα της «αμιγώς δημοκρατικής επανάστασης» είχε πίσω της, σε κάθε περίπτωση, αμέτρητα περισσότερα επιχειρήματα απ’ ό,τι στην Ισπανία του 1937. Είναι στενάχωρα εκπληκτικό ότι στη σύγχρονη Ισπανία η «φιλελεύθερη εργατική πολιτική» του μενσεβικισμού έχει μετατραπεί στην αντιδραστική, αντεργατική πολιτική του σταλινισμού. Ταυτόχρονα, η θεωρία των μενσεβίκων, αυτή η καρικατούρα του μαρξισμού, έχει μετατραπεί σε καρικατούρα του εαυτού της.

Η «θεωρία» του Λαϊκού Μετώπου

Θα ήταν αφελές, ωστόσο, να σκεφτούμε ότι οι πολιτικές της Κομιντέρν στην Ισπανία προέρχονται από θεωρητικά «λάθη». Ο σταλινισμός δεν καθοδηγείται από τη μαρξιστική θεωρία, ή για την ακρίβεια από οποιαδήποτε θεωρία γενικά, αλλά από τα εμπειρικά συμφέροντα της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Στους στενούς τους κύκλους, οι Σοβιετικοί κυνικοί εμπαίζουν τη «φιλοσοφία» του Λαϊκού Μετώπου του Δημητρώφ. Αλλά έχουν στη διάθεσή τους για την εξαπάτηση των μαζών εξαιρετικά στελέχη προπαγανδιστών αυτής της «ιερής» φόρμουλας, στελέχη έντιμα αλλά και απατεώνες, κορόιδα αλλά και τσαρλατάνους. Ο Λουίς Φίσερ, με την άγνοια και το ναρκισσισμό του, με τον «επαρχιακό ορθολογισμό» του και την εκ γενετής του «κώφωση» απέναντι στην επανάσταση, είναι ο πιο αποκρουστικός εκπρόσωπος αυτής της απεχθούς αδελφότητας. «Η ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων»! «Ο θρίαμβος της ιδέας του Λαϊκού Μετώπου»! «Η επίθεση στους τροτσκιστές για την ενότητα στις γραμμές των αντιφασιστών»! … Ποιος θα το πιστέψει ότι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο γράφτηκε πριν από 90 χρόνια;

Οι θεωρητικοί του Λαϊκού Μετώπου, ουσιαστικά, δεν πάνε πέρα από τον πρώτο κανόνα της αριθμητικής, δηλαδή την πρόσθεση: «κομμουνιστές» συν σοσιαλιστές συν αναρχικοί συν φιλελεύθεροι δίνουν ένα συνολικό άθροισμα μεγαλύτερο από τις ξεχωριστές τους δυνάμεις αντίστοιχα. Μέχρι εκεί φτάνει η σοφία τους. Ωστόσο, η αριθμητική από μόνη της δεν επαρκεί εδώ. Κανείς χρειάζεται επίσης τουλάχιστον τη μηχανική. Ο νόμος του παραλληλόγραμμου ισχύει και στην πολιτική, επίσης. Σε ένα τέτοιο παραλληλόγραμμο, γνωρίζουμε ότι η συνισταμένη γίνεται μικρότερη, όσο περισσότερο οι συνιστώμενες δυνάμεις αποκλίνουν η μία από την άλλη. Όταν οι πολιτικοί σύμμαχοι τείνουν να τραβούν προς αντίθετες κατευθύνσεις, η συνισταμένη γίνεται ίση με το μηδέν.

Ένα μπλοκ αποκλίνοντων πολιτικών ομάδων της εργατικής τάξης είναι μερικές φορές απολύτως αναγκαίο για τη λύση κοινών πρακτικών προβλημάτων. Σε συγκεκριμένες ιστορικές περιστάσεις, ένα τέτοιο μπλοκ είναι ικανό να προσελκύσει τις καταπιεσμένες μικροαστικές μάζες, τα συμφέροντα των οποίων είναι κοντά μ’ αυτά του προλεταριάτου. Η συνδυασμένη δύναμη ενός τέτοιου μπλοκ μπορεί να αποδειχτεί πολύ ισχυρότερη από το άθροισμα των δυνάμεων των συστατικών μερών του. Στον αντίποδα, η πολιτική συμμαχία μεταξύ του προλεταριάτου και της αστικής τάξης, των οποίων τα συμφέροντα σε βασικά ζητήματα της σύγχρονης εποχής διαφέρουν κατά 180 μοίρες, στο γενικό της κανόνα είναι ικανή μόνο να παραλύει την επαναστατική δύναμη του προλεταριάτου.

Ο εμφύλιος πόλεμος, στον οποίο η δύναμη του γυμνού καταναγκασμού είναι ελάχιστα αποτελεσματική, απαιτεί από τους συμμετέχοντες το πνεύμα της υπέρτατης αυταπάρνησης. Οι εργάτες και οι αγρότες μπορούν να εξασφαλίσουν τη νίκη, μόνο αν διεξάγουν μια πάλη για την ίδια τους την απελευθέρωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, το να υποτάσσεις το προλεταριάτο στην ηγεσία των αστών σημαίνει το να εξασφαλίζεις προκαταβολικά την ήττα στον εμφύλιο πόλεμο.

Αυτές οι απλές αλήθειες είναι, το λιγότερο απ’ όλα, τα προϊόντα αμιγούς θεωρητικής ανάλυσης. Αντιθέτως, αντιπροσωπεύουν το ακλόνητο πόρισμα από ολόκληρη την ιστορική εμπειρία, ξεκινώντας τουλάχιστον από το 1848. Η σύγχρονη ιστορία της αστικής κοινωνίας είναι γεμάτη με όλα τα είδη των Λαϊκών Μετώπων, δηλαδή των πιο πολυποίκιλων πολιτικών συνδυασμών για την εξαπάτηση των ανθρώπων του μόχθου. Η ισπανική εμπειρία είναι μόνο ένας νέος και τραγικός κρίκος σ’ αυτή την αλυσίδα των εγκλημάτων και των προδοσιών.

Συμμαχία με τη σκιά της αστικής τάξης

Πολιτικά, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο στερείτο, στην πραγματικότητα, ακόμα και ένα παραλληλόγραμμο δυνάμεων. Η θέση της αστικής τάξης ήταν κατειλημμένη από τη σκιά της. Μέσω των σταλινικών, των σοσιαλιστών και των αναρχικών, η ισπανική αστική τάξη υπέταξε το προλεταριάτο, χωρίς καν να μπει στον κόπο να συμμετάσχει στο Λαϊκό Μέτωπο. Η συντριπτική πλειοψηφία των εκμεταλλευτών όλων των πολιτικών αποχρώσεων πέρασαν στο στρατόπεδο του Φράνκο. Χωρίς καμιά θεωρία της «διαρκούς επανάστασης», η ισπανική αστική τάξη κατάλαβε ευθύς εξαρχής ότι το επαναστατικό μαζικό κίνημα, ασχέτως από το πώς ξεκίνησε, κατευθύνεται ενάντια στην ιδιωτική ιδιοκτησία της γης και των μέσων παραγωγής και ότι είναι παντελώς αδύνατο να αντιμετωπίσει αυτό το κίνημα με δημοκρατικά μέσα.

Γι’ αυτό, μόνο ασήμαντα ερείπια παρέμειναν στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο από τις κατέχουσες τάξεις: οι κ.κ. Αθάνια, Κομπανίς και οι λοιποί πολιτικοί συνήγοροι της αστικής τάξης, και όχι η ίδια η αστική τάξη. Έχοντας ποντάρει τα πάντα σε μια στρατιωτική δικτατορία, οι κατέχουσες τάξεις μπόρεσαν, την ίδια ώρα, να χρησιμοποιήσουν τους πολιτικούς εκπροσώπους του χτες, ώστε να παραλύσουν, να αποδιοργανώσουν και, στη συνέχεια, να στραγγαλίσουν το σοσιαλιστικό κίνημα των μαζών σε «ρεπουμπλικανικό» έδαφος.

Χωρίς να εκπροσωπούν ούτε στο ελάχιστο την ισπανική αστική τάξη, οι αριστεροί ρεπουμπλικάνοι εκπροσωπούσαν ακόμα λιγότερο τους εργάτες και τους αγρότες. Δεν εκπροσωπούσαν κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ωστόσο, χάρις στους συμμάχους τους – τους σοσιαλιστές, τους σταλινικούς και τους αναρχικούς – αυτά τα πολιτικά φαντάσματα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην επανάσταση. Πώς; Πολύ απλά. Με την ενσάρκωση των αρχών της «δημοκρατικής επανάστασης», δηλαδή του απαραβίαστου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.

Οι σταλινικοί στο Λαϊκό Μέτωπο

Οι λόγοι της ανόδου του ισπανικού Λαϊκού Μετώπου και των εσωτερικών του μηχανισμών είναι απολύτως ξεκάθαροι. Το καθήκον των απόστρατων ηγετών της αριστερής πτέρυγας της αστικής τάξης συνίστατο στη χαλιναγώγηση της επανάστασης των μαζών και την επανάκτηση της χαμένης αυτοπεποίθησης των εκμεταλλευτών: «Γιατί χρειάζεστε τον Φράνκο, αν εμείς, οι ρεπουμπλικάνοι, μπορούμε να κάνουμε το ίδιο πράγμα»; Τα συμφέροντα του Αθάνια και του Κομπανίς συνέπεσαν πλήρως σε αυτό το κεντρικό ζήτημα με τα συμφέροντα του Στάλιν, ο οποίος χρειαζόταν να κερδίσει την εμπιστοσύνη της γαλλικής και της βρετανικής αστικής τάξης, αποδεικνύοντάς τους στην πράξη την ικανότητά του να διατηρήσει την «τάξη» εναντίον της «αναρχίας». Ο Στάλιν χρειαζόταν τον Αθάνια και τον Κομπανίς ως προκάλυμμα μπροστά στους εργάτες: ο Στάλιν ο ίδιος, φυσικά, αγωνίζεται για το σοσιαλισμό, αλλά κανείς πρέπει να φροντίζει να μην απωθεί τη ρεπουμπλικανική αστική τάξη! Ο Αθάνια και ο Κομπανίς χρειάζονταν τον Στάλιν ως έναν πεπειραμένο δήμιο, με το κύρος ενός παλιού επαναστάτη, και καθόλου ισχυρούς ξένους πάτρωνες, ώστε να έχουν το περιθώριο να τολμήσουν να επιτεθούν στους εργάτες.

Οι «κλασικοί» ρεφορμιστές της Δεύτερης Διεθνούς, από καιρό εκτροχιασμένοι από την πορεία της ταξική πάλης, άρχισαν να αισθάνονται μια νέα αύρα αυτοπεποίθησης, χάρις στην υποστήριξη της Μόσχας. Αυτή η υποστήριξη δε δόθηκε σε όλους τους ρεφορμιστές, αλλά μόνο στους πιο αντιδραστικούς. Ο Καμπαγιέρο αντιπροσώπευε την πτέρυγα εκείνη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που στρεφόταν προς την εργατική αριστοκρατία. Ο Νεγκρίν και ο Πριέτο πάντοτε κοιτούσαν προς την αστική τάξη. Ο Νεγκρίν κέρδισε τον Καμπαγιέρο με τη βοήθεια της Μόσχας. Οι αριστεροί σοσιαλιστές και αναρχικοί, δέσμιοι του Λαϊκού Μετώπου, προσπάθησαν, είναι η αλήθεια, να σώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί από τη δημοκρατία. Αλλά όσο δεν τολμούσαν να κινητοποιήσουν τις μάζες ενάντια στους χωροφύλακες του Λαϊκού Μετώπου, οι προσπάθειές τους έπεφταν στο κενό. Στους σταλινικούς απέμενε, λοιπόν, η συμμαχία με την άκρα δεξιά, ομολογουμένως αστική, πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Κατηύθυναν την καταστολή τους στην Αριστερά – το POUM, τους αναρχικούς, τους «αριστερούς» σοσιαλιστές – με άλλα λόγια, ενάντια στις κεντριστικές ομάδες, που αντανακλούσαν, έστω και με ένα στρεβλό τρόπο, την πίεση των επαναστατικών μαζών.

Αυτό το πολιτικό στοιχείο, πολύ σημαντικό από μόνο του, δείχνει την ίδια στιγμή το βαθμό του εκφυλισμού της Κομιντέρν τα τελευταία χρόνια. Κάποτε όρισα το σταλινισμό ως γραφειοκρατικό κεντρισμό, και τα γεγονότα έφεραν στο φως μια σειρά από τεκμήρια που επιβεβαιώνουν την ορθότητα αυτού του ορισμού. Αλλά, αυτός ο ορισμός είναι πασιφανώς παρωχημένος σήμερα. Τα συμφέροντα της βοναπαρτιστικής γραφειοκρατίας δεν μπορούν πλέον να συμφιλιωθούν με την κεντριστική διστακτικότητα και ταλάντευση. Μπροστά στην επιδίωξη της συμφιλίωσης με την αστική τάξη, η σταλινική κλίκα είναι ικανή να μπει σε συμμαχίες μόνο με τις πιο συντηρητικές ομάδες της διεθνούς εργατικής αριστοκρατίας. Αυτός ο παράγοντας σφράγισε οριστικά τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα του σταλινισμού στο διεθνή στίβο.

Η αντεπαναστατική υπεροχή του σταλινισμού

Αυτό μας οδηγεί στη λύση του μυστηρίου πώς και γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας, τόσο ασήμαντο αριθμητικά και με μια ηγεσία τόσο φτωχού διαμετρήματος, αποδείχτηκε ικανό να συγκεντρώσει στα χέρια του τα ηνία της εξουσίας, έχοντας να αντιμετωπίσει τις ασύγκριτα πιο ισχυρές οργανώσεις των σοσιαλιστών και των αναρχικών. Η συνήθης εξήγηση ότι οι σταλινικοί απλά αντάλλαξαν σοβιετικά όπλα για την εξουσία είναι εξαιρετικά επιφανειακή. Σε αντάλλαγμα με πυρομαχικά, η Μόσχα παρέλαβε ισπανικό χρυσό. Σύμφωνα με τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς, αυτό αρκεί για τα πάντα. Πώς κατάφερε, λοιπόν, ο Στάλιν να κερδίσει την εξουσία σ’ αυτό το «αλισβερίσι»;

Η συνηθισμένη απάντηση είναι ότι η σοβιετική κυβέρνηση, έχοντας αυξήσει το κύρος της στα μάτια μαζών με την αποστολή στρατιωτικών προμηθειών, απαίτησε σαν προϋπόθεση της «συνεργασίας» της δραστικά μέτρα κατά των επαναστατών, κι έτσι έβγαλε επικίνδυνους αντιπάλους από το διάβα της. Αυτό είναι απολύτως αδιαμφισβήτητο, αλλά αποτελεί μόνο μια όψη του ζητήματος, και μάλιστα τη λιγότερο σημαντική.

Παρά το «κύρος», που αποκτήθηκε από την αποστολή σοβιετικών προμηθειών, το Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα παρέμενε μια μικρή μειοψηφία και συναντούσε μια όλο και μεγαλύτερη αντιπάθεια από τη μεριά των εργατών. Από την άλλη πλευρά, δεν αρκούσε να θέτει όρους η Μόσχα, έπρεπε να τους εγκρίνει και η Βαλένθια. Εκεί βρίσκεται η καρδιά του ζητήματος. Όχι μόνο ο Θαμόρα, ο Κομπανίς και ο Νεγκρίν, αλλά ακόμα και ο Καμπαγιέρο, κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργικής τους θητείας, ήταν λιγότερο ή περισσότερο πρόθυμοι να αποδεχτούν τις απαιτήσεις της Μόσχας. Γιατί; Διότι αυτοί οι ίδιοι κύριοι εύχονταν να κρατήσουν την επανάσταση μέσα σε αστικά πλαίσια. Φοβόντουσαν θανάσιμα κάθε επαναστατική εφόρμηση των εργατών.

Ο Στάλιν με τα πυρομαχικά του και το αντεπαναστατικό του τελεσίγραφο ήταν ένας σωτήρας για όλες αυτές τις ομάδες. Τους εξασφάλιζε – έτσι ήλπιζαν – τη στρατιωτική νίκη εναντίον του Φράνκο και, την ίδια στιγμή, τους απάλλασσε από την ευθύνη για την πορεία της επανάστασης. Εκείνοι έσπευδαν να κρύψουν τα σοσιαλιστικά και αναρχικά τους προσωπεία στην ντουλάπα, ελπίζοντας να τα φορέσουν ξανά, αφότου η Μόσχα θα έχει αποκαταστήσει την αστική δημοκρατία για εκείνους. Σαν κερασάκι στην τούρτα, αυτοί οι κύριοι θα μπορούσαν, επομένως, να δικαιολογήσουν την προδοσία τους απέναντι στους εργάτες μέσω της αναγκαιότητας μια στρατιωτικής συμφωνίας με τον Στάλιν. Ο Στάλιν, από τη μεριά του, μπορεί να δικαιολογεί την αντεπαναστατική πολιτική του με την «αναγκαιότητα» της διατήρησης μιας συμμαχίας με τη ρεπουμπλικανική αστική τάξη.

Μόνο απ’ αυτή την ευρύτερη οπτική γωνία, μπορούμε να έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα της «αγγελικής ανοχής», την οποία επέδειξαν απέναντι στα εγκλήματα της GPU πρωταθλητές της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, όπως οι Αθάνια, Νεγκρίν, Κομπανίς, Καμπαγιέρο, Γκαρθία Όλιβερ και άλλοι. Αν δεν είχαν άλλη επιλογή, όπως διαβεβαιώνουν, αυτό δε συνέβαινε καθόλου, επειδή δεν είχαν άλλα μέσα να πληρώσουν για αεροπλάνα και τανκς εκτός από τα κεφάλια των επαναστατών και τα δικαιώματα των εργατών, αλλά επειδή το «αμιγώς δημοκρατικό», δηλαδή το αντι-σοσιαλιστικό, πρόγραμμά τους δεν μπορούσε να υλοποιηθεί με κανένα άλλο μέσο, παρά μόνο με την τρομοκρατία. Όταν οι εργάτες και οι αγρότες εισέρχονται στο μονοπάτι της επανάστασής τους – όταν καταλαμβάνουν εργοστάσια και κτήματα, όταν εκδιώχνουν τους παλιούς ιδιοκτήτες, όταν κατακτούν την εξουσία στις επαρχίες – τότε η αστική αντεπανάσταση – είτε δημοκρατική, είτε σταλινική, είτε φαστιστοειδής – δεν έχει άλλα μέσα να συγκρατήσει το κίνημα, εκτός από το βίαιο καταναγκασμό, συμπληρούμενο από τα ψέμματα και τις απάτες. Η υπεροχή της σταλινικής κλίκας σ’ αυτή τη διαδρομή συνίσταται στην ικανότητά της να εφαρμόζει άμεσα μέτρα, τα οποία ξεπερνούσαν τις δυνατότητες των Αθάνια, Κομπανίς, Νεγκρίν και των αριστερών τους συμμάχων.

Ο Στάλιν επιβεβαιώνει με τον τρόπο του τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης

Έτσι, δύο ασυμφιλίωτα προγράμματα αντιμετώπισαν το ένα το άλλο πάνω στο έδαφος της ρεπουμπλικανικής Ισπανίας. Από τη μια πλευρά, το πρόγραμμα της διάσωσης με κάθε κόστος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας από το προλεταριάτο και της διάσωσης, στο μέτρο του εφικτού, της δημοκρατίας από τον Φράνκο. Από την άλλη πλευρά, το πρόγραμμα της κατάργησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας μέσω της κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο. Το πρώτο πρόγραμμα εξέφραζε τα συμφέροντα του καπιταλισμού μέσω της εργατικής αριστοκρατίας, των κορυφών των μικροαστικών κύκλων, και ειδικά της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Το δεύτερο πρόγραμμα, μεταφρασμένο στη γλώσσα του μαρξισμού, εξέφραζε τις τάσεις του επαναστατικού μαζικού κινήματος, που ήταν όχι πλήρως συνειδητό αλλά πανίσχυρο. Δυστυχώς για την επανάσταση, ανάμεσα σε μια χούφτα μπολσεβίκων και το επαναστατικό προλεταριάτο στεκόταν το αντεπαναστατικό τείχος του Λαϊκού Μετώπου.

Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, με τη σειρά της, δεν καθοριζόταν καθόλου από τους εκβιασμούς του Στάλιν, ως προμηθευτή οπλισμού. Φυσικά, δεν υπήρχε απουσία εκβιασμών. Αλλά η αιτία για την επιτυχία αυτών των εκβιασμών βρίσκεται εγγενώς στις εσωτερικές συνθήκες της ίδιας της επανάστασης. Για έξι χρόνια, το κοινωνικό της σκηνικό ήταν ο αυξανόμενος ξεσηκωμός των μαζών ενάντια στο καθεστώς της ημι-φεουδαρχικής και της αστικής ιδιοκτησίας. Η ανάγκη της υπεράσπισης αυτής της ιδιοκτησίας με τα πιο ακραία μέσα έριξε την αστική τάξη στην αγκαλιά του Φράνκο. Η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση είχε υποσχεθεί στην αστική τάξη να υπερασπιστεί την ιδιοκτησία της με «δημοκρατικά» μέσα, αλλά αποκάλυψε, ιδιαίτερα τον Ιούλιο του 1936, την απόλυτη γύμνια της. Όταν η κατάσταση στο μέτωπο της ιδιοκτησίας έγινε ακόμα πιο απειλητική απ’ ό,τι στο στρατιωτικό μέτωπο, οι δημοκράτες όλων των αποχρώσεων, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών, γονάτισαν μπροστά στον Στάλιν. Κι εκείνος δε βρήκε άλλες μεθόδους στο οπλοστάσιό του, πέρα από εκείνες του Φράνκο.

Το κυνήγι των «τροτσκιστών», των μελών του POUM, των επαναστατών αναρχικών και των αριστερών σοσιαλιστών, οι βρωμερές συκοφαντίες, τα ψευδή ντοκουμέντα, τα βασανιστήρια στις σταλινικές φυλακές, οι δολοφονικές ενέδρες – χωρίς όλα αυτά, το αστικό καθεστώς υπό τη ρεπουμπλικανική σημαία δε θα μπορούσε να αντέξει ούτε δύο μήνες. Η GPU αποδείχτηκε ο αφέντης της κατάστασης, μόνο γιατί υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο με μεγαλύτερη συνέπεια από οποιονδήποτε άλλο, δηλαδή με τη μεγαλύτερη χυδαιότητα και αιμοδιψία.

Στην πάλη του ενάντια στη σοσιαλιστική επανάσταση, ο «δημοκράτης» Κερένσκι αρχικά προσέβλεπε στην υποστήριξη της στρατιωτικής δικτατορίας του Κορνίλοφ και αργότερα επεδίωξε να μπει στην Πετρούπολη με το τρένο του μοναρχικού στρατηγού Κρασνόφ. Από την άλλη πλευρά, οι μπολσεβίκοι ήταν υποχρεωμένοι, προκειμένου να φέρουν σε πέρας τη δημοκρατική επανάσταση, να ανατρέψουν τη κυβέρνηση των τσαρλατάνων και φαφλατάδων «δημοκρατών». Σ’ αυτή τη διαδικασία, αντιμετώπισαν αποτελεσματικά κάθε είδους προσπάθεια για την επιβολή στρατιωτικής (ή «φασιστικής») δικτατορίας.

Η Ισπανική Επανάσταση, για άλλη μια φορά, δείχνει παραστατικά ότι είναι αδύνατο να υπερασπιστείς τη «δημοκρατία» ενάντια στις μεθόδους της φασιστικής αντίδρασης. Και ανάποδα, είναι αδύνατο να διεξάγεις μια γνήσια πάλη ενάντια στο φασισμό με άλλο τρόπο εκτός από τις μεθόδους της προλεταριακής επανάστασης. Ο Στάλιν εξαπέλυσε πόλεμο ενάντια στον «τροτσκισμό» (την προλεταριακή επανάσταση), καταστρέφοντας τη δημοκρατία με τα βοναπαρτιστικά μέτρα της GPU. Αυτό διαψεύδει, για άλλη μια φορά και μια για πάντα, την παλιά μενσεβίκικη θεωρία, την οποία υιοθέτησε η Κομιντέρν, σύμφωνα με την οποία η δημοκρατική και η σοσιαλιστική επανάσταση εξελίσσονται σε δύο ανεξάρτητα ιστορικά κεφάλαια, σε σαφώς διαχωρισμένα χρονικά σημεία. Η εργασία των δημίων της Μόσχας επιβεβαιώνει, με τον τρόπο της, την ορθότητα της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης.

Ο ρόλος των αναρχικών

Οι αναρχικοί δεν είχαν κανενός είδους ανεξάρτητη θέση στην Ισπανική Επανάσταση. Το μόνο που έκαναν ήταν να αμφιταλαντεύονται μεταξύ μπολσεβικισμού και μενσεβικισμού. Για την ακρίβεια, οι αναρχικοί εργάτες ενστικτωδώς λαχταρούσαν να μπουν στο δρόμο του μπολσεβικισμού (στις 19 Ιουλίου τους 1936 και τις Μέρες του Μάη του 1937), ενώ οι ηγέτες τους, στον αντίποδα, με όλες τους τις δυνάμεις έσπρωχναν τις μάζες στο στρατόπεδο του Λαϊκού Μετώπου, δηλαδή του αστικού καθεστώτος.

Οι αναρχικοί επέδειξαν θανάσιμη έλλειψη κατανόησης των νόμων της επανάστασης και των καθηκόντων της, προσπαθώντας να αυτοπεριοριστούν στα δικά τους συνδικάτα, δηλαδή σε οργανώσεις διαποτισμένες με τη ρουτίνα των ειρηνικών καιρών, και αγνοώντας τι γινόταν έξω από το πλαίσιο των συνδικάτων, μέσα στις μάζες, μέσα στα πολιτικά κόμματα και τους κυβερνητικούς μηχανισμούς. Αν ήταν επαναστάτες οι αναρχικοί, θα καλούσαν πρώτοι απ’ όλους σε δημιουργία σοβιέτ, τα οποία συνενώνουν τους αντιπρόσωπους όλων των ανθρώπων του μόχθου της πόλης και της υπαίθρου, συμπεριλαμβανομένων των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων, τα οποία ποτέ δεν εγγράφηκαν στα συνδικάτα. Οι επαναστάτες εργάτες, φυσικά, θα καταλάμβαναν την κυρίαρχη θέση σ’ αυτά τα σοβιέτ. Οι σταλινικοί θα βρίσκονταν σε μια ασήμαντη μειοψηφία. Το προλεταριάτο θα έπειθε εαυτόν για την ακαταμάχητη δύναμή του. Οι μηχανισμοί του αστικού κράτους θα κρέμονταν στον αέρα. Ένα ισχυρό φύσημα θα ήταν αρκετό, για να κονιορτοποιήσει αυτούς τους μηχανισμούς. Η σοσιαλιστική επανάσταση θα λάμβανε ισχυρή ώθηση. Το γαλλικό προλεταριάτο δε θα επέτρεπε για πολύ στον Λεόν Μπλουμ να συγκρατεί την προλεταριακή επανάσταση πέρα από τα Πυρηναία. Ακόμα και η μοσχοβίτικη γραφειοκρατία δε θα επέτρεπε στον εαυτό της τέτοια πολυτέλεια. Τα πιο δύσκολα ζητήματα θα λύνονταν, την ίδια στιγμή που θα ανέκυπταν.

Αντιθέτως, οι αναρχοσυνδικαλιστές, αναζητώντας να κρυφτούν από την «πολιτική» στα συνδικάτα, αποδείχτηκαν, προς μεγάλη έκπληξη ολόκληρου του κόσμου αλλά ακόμα και των ίδιων, ο πέμπτος τροχός της αμάξης της αστικής δημοκρατίας. Όμως όχι για πολύ, ο πέμπτος τροχός περισσεύει. Αφότου ο Γκαρθία Όλιβερ και το σινάφι του βοήθησαν τον Στάλιν και τα πρωτοπαλίκαρά του να αρπάξουν την εξουσία από τους εργάτες, οι ίδιοι οι αναρχικοί εξωθήθηκαν από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Ακόμα και τότε, δε βρήκαν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να πηδήξουν στο άρμα των νικητών και να τους διαβεβαιώσουν για την αφοσίωσή τους. Το φόβο του μικροαστού μπροστά στο μεγαλοαστό, του μικρογραφειοκράτη μπροστά στο μεγάλο γραφειοκράτη, τον κάλυψαν με δακρύβρεχτους λόγους για την ιερότητα του ενιαίου μετώπου (μεταξύ ενός θύματος και των δημίων) και για το απαράδεκτο κάθε είδους δικτατορίας, συμπεριλαμβανομένης και της δικής τους. «Στο κάτω-κάτω, θα μπορούσαμε να έχουμε πάρει την εξουσία τον Ιούλιο του 1936»… «Στο κάτω-κάτω, θα μπορούσαμε να έχουμε πάρει την εξουσία τον Μάη του 1937»… Οι αναρχικοί ικέτευαν τους Στάλιν και Νεγκρίν να αναγνωρίσουν και να ανταμείψουν την προδοσία τους προς την επανάσταση. Τι αποκρουστική εικόνα!

Από μόνη της, αυτή η δικαιολογία ότι «δεν πήραμε την εξουσία όχι επειδή δεν μπορούσαμε, αλλά επειδή δε θέλαμε, διότι είμαστε εναντίον κάθε είδους δικτατορίας» κι άλλα παρόμοια αποτελούν μια οριστική και αμετάκλητη καταδίκη του αναρχισμού ως μιας απολύτως αντεπαναστατικής θεωρίας. Η άρνηση της κατάκτησης της εξουσίας σημαίνει την εθελοντική παράδοση της εξουσίας σε αυτούς που την κατέχουν, στους εκμεταλλευτές. Η ουσία κάθε επανάστασης συνίστατο και συνίσταται στην τοποθέτηση μιας νέας τάξης στην εξουσία, η οποία της επιτρέπει να υλοποιήσει το πρόγραμμά της στη ζωντανή πραγματικότητα. Είναι αδύνατο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο, ενώ απορρίπτεις τη νίκη σ’ αυτόν. Είναι αδύνατο να ηγηθείς των μαζών στην εξέγερση, χωρίς την προετοιμασία για την κατάκτηση της εξουσίας.

Κανείς δε θα μπορούσε να εμποδίσει τους αναρχικούς, μετά την κατάκτηση της εξουσίας, να εγκαθιδρύσουν το είδος καθεστώτος που οι ίδιοι θεωρούν απαραίτητο, υποθέτοντας, φυσικά, ότι το πρόγραμμά τους είναι πραγματοποιήσιμο. Κρύφτηκαν από την εξουσία, όχι επειδή είναι ενάντια σε «κάθε είδος δικτατορίας» – στην πραγματικότητα, ενώ γκρινιάζουν και κλαψουρίζουν, υποστήριζαν κι ακόμα υποστηρίζουν τη δικτατορία των Στάλιν-Νεγκρίν – αλλά επειδή έχασαν τελείως τις αρχές και το θάρρος τους, αν είχαν ποτέ κάτι τέτοιο. Φοβόντουσαν το οτιδήποτε, την «απομόνωση», την «ανάμειξη», το «φασισμό». Φοβόντουσαν τη Γαλλία και την Αγγλία. Περισσότερο από οτιδήποτε τέτοιο, αυτοί οι αερολόγοι φοβόντουσαν τις επαναστατικές μάζες.

Η αποκήρυξη της κατάκτησης της εξουσίας αναπόφευκτα ρίχνει κάθε εργατική οργάνωση στο βούρκο του ρεφορμισμού και τη μετατρέπει σε παιχνιδάκι της αστικής τάξης. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά από τη σκοπιά της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας. Με την εναντίωση στο σκοπό, την κατάκτηση της εξουσίας, οι αναρχικοί δεν μπορούσαν στο τέλος παρά να εναντιωθούν στα μέσα, την επανάσταση. Οι ηγέτες της CNT και της FAI όχι μόνο βοήθησαν την αστική τάξη να κρατηθεί στη σκιά της εξουσίας τον Ιούλιο του 1936. Τη βοήθησαν, επίσης, να αποκαταστήσει σιγά-σιγά ό,τι είχε χάσει προηγουμένως. Τον Μάη του 1937, σαμποτάρισαν την εξέγερση των εργατών, κι έτσι διέσωσαν τη δικτατορία της αστικής τάξης. Επομένως, ο αναρχισμός, ο οποίος ευχόταν απλά να παραμείνει μακριά από την πολιτική, στην πραγματικότητα, αποδείχτηκε τις πιο κρίσιμες στιγμές αντεπαναστατικός.

Οι αναρχικοί θεωρητικοί, οι οποίοι μετά τη μεγάλη δοκιμασία του 1931-37 συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν τις παλιές αντιδραστικές ανοησίες για την Κρονστάνδη και που διαβεβαιώνουν ότι «ο σταλινισμός είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του μαρξισμού και του μπολσεβικισμού», απλά αποδεικνύουν, μ’ αυτό τον τρόπο, ότι έχουν «πεθάνει» για την επανάσταση.

Λέτε ότι ο μαρξισμός είναι από τη φύση του διεφθαρμένος και ο σταλινισμός ο νόμιμος απόγονός του; Αλλά τότε, γιατί οι επαναστάτες βρίσκονται σε θανάσιμη μάχη με το σταλινισμό σε όλο τον κόσμο; Τότε, γιατί η σταλινική συμμορία βλέπει τον τροτσκισμό ως τον κύριο εχθρό της; Τότε, γιατί κάθε προσέγγιση προς τις απόψεις ή τις μεθόδους δράσης μας (από τον Ντουρρούτι, τον Αντρές, τον Νιν, τον Λαντάου κι άλλους) αναγκάζει τους σταλινικούς συμμορίτες να καταφεύγουν σε αιματηρά αντίποινα; Τότε, γιατί, από την άλλη πλευρά, οι ηγέτες του ισπανικού αναρχισμού υπηρέτησαν, κατά τη διάρκεια των εγκλημάτων της GPU στη Μόσχα και τη Μαδρίτη, ως υπουργοί υπό τους Καμπαγιέρο-Νεγκρίν, δηλαδή υπηρέτησαν την αστική τάξη και τον Στάλιν; Τότε, γιατί, ακόμα και τώρα, υπό το πρόσχημα της πάλης κατά του φασισμού, οι αναρχικοί παραμένουν εθελοντικά δέσμιοι των Στάλιν-Νεγκρίν, των δημίων της επανάστασης, που έχουν αποδείξει την ανικανότητά τους να παλέψουν το φασισμό;

Κρυμμένοι πίσω από την Κρονστάνδη και τον Μαχνό, οι συνήγοροι του αναρχισμού δε θα καταφέρουν να εξαπατήσουν κανέναν. Στο επεισόδιο της Κρονστάνδης και στην πάλη κατά του Μαχνό, εμείς υπερασπιστήκαμε τους προλετάριους από την αγροτική αντεπανάσταση. Οι Ισπανοί αναρχικοί υπερασπίζονταν και συνεχίζουν να υπερασπίζονται την αστική αντεπανάσταση από την προλεταριακή επανάσταση. Καμία σοφιστεία δε θα διαγράψει από τα χρονικά της ιστορίας το γεγονός ότι ο αναρχισμός και ο σταλινισμός στην Ισπανική Επανάσταση ήταν στη μια μεριά των οδοφραγμάτων, ενώ στην άλλη ήταν οι εργατικές μάζες μαζί με τους επαναστάτες μαρξιστές. Αυτή είναι η αλήθεια κι αυτή θα παραμείνει για πάντα χαραγμένη στη συνείδηση του προλεταριάτου!

Ο ρόλος του POUM

Τα «κατορθώματα» του POUM δεν είναι πολύ καλύτερα. Στο ζήτημα της θεωρίας, προσπάθησε, είναι η αλήθεια, να βασιστεί στη φόρμουλα της διαρκούς επανάστασης (γι’ αυτό οι σταλινικοί τους αποκαλούν τροτσκιστές). Αλλά η επανάσταση δεν ικανοποιείται με θεωρητικές διαβεβαιώσεις. Αντί να κινητοποιήσει τις μάζες ενάντια στους ρεφορμιστές ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών, το POUM προσπαθούσε να πείσει αυτούς τους κυρίους για την υπεροχή του σοσιαλισμού εναντίον του καπιταλισμού. Αυτό ακουγόταν στη διαπασών σε όλα τα άρθρα και τις ομιλίες των ηγετών του POUM. Για να μην έρθουν σε σύγκρουση με τους αναρχικούς ηγέτες, δε σχημάτισαν δικό τους πυρήνα μέσα στη CNT και, γενικά, δε διεξήγαγαν κανενός είδους δουλειά εκεί. Για να αποφύγουν τις έντονες διαμάχες, δεν έκαναν καμία επαναστατική δουλειά στο ρεπουμπλικανικό στρατό. Αντ’ αυτού, έχτισαν τα «δικά τους» συνδικάτα και τις «δικές τους» πολιτοφυλακές, οι οποίες φύλασσαν τις «δικές τους» δομές ή καταλάμβαναν το «δικό τους» τμήμα στο μέτωπο.

Απομονώνοντας την επαναστατική πρωτοπορία από την τάξη, το POUM άφησε ανήμπορη την πρωτοπορία και την τάξη χωρίς ηγεσία. Πολιτικά, το POUM σε όλη αυτή τη διαδικασία παρέμεινε πολύ πιο κοντά στο Λαϊκό Μέτωπο, για το οποίο πρόσφερε το αριστερό του προκάλυμμα, παρά στον μπολσεβικισμό. Το ότι το POUM, παρ’ όλα αυτά, έπεσε θύμα αιματηρής και χυδαίας καταστολής ήταν το αποτέλεσμα της αποτυχίας του Λαϊκού Μετώπου να εκπληρώσει την αποστολή του, δηλαδή να καταπνίξει τη σοσιαλιστική επανάσταση – εκτός από το να αποκόψει κομμάτι-κομμάτι την αριστερή του πτέρυγα.

Ενάντια στις ίδιες τις προθέσεις του, το POUM αποδείχτηκε, σε τελική ανάλυση, το κύριο εμπόδιο στη δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος. Οι πλατωνικοί ή διπλωματικοί θιασώτες της Τέταρτης Διεθνούς, όπως ο Σνεεβλιέτ, ο ηγέτης του Ολλανδικού Επαναστατικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, οι οποίοι υποστήριζαν ανοιχτά τα μεσοβέζικα μέτρα του POUM, την αναποφασιστικότητα και τις υπεκφυγές του, εν ολίγοις, τον κεντρισμό του, φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη. Η επανάσταση απεχθάνεται τον κεντρισμό. Η επανάσταση εκθέτει και συντρίβει τον κεντρισμό. Στο διάβα της, η επανάσταση ξεφτιλίζει τους φίλους και τους συνήγορους του κεντρισμού. Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα της Ισπανικής Επανάστασης.

Το ζήτημα του εξοπλισμού

Οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί, που προσπαθούν εναγωνίως να δικαιολογήσουν τη συνθηκολόγησή τους απέναντι στον Στάλιν, επικαλούμενοι την ανάγκη να ξεπληρώσουν τα όπλα της Μόσχας με τις αρχές και το αίσθημα της υπευθυνότητας, ψεύδονται ασύστολα. Φυσικά, πολλοί απ’ αυτούς θα προτιμούσαν να ξεμπερδεύουν χωρίς φόνους και σκευωρίες. Αλλά κάθε σκοπός απαιτεί τα αντίστοιχα μέσα. Ξεκινώντας από τον Απρίλη του 1931, δηλαδή πολύ πριν από τη στρατιωτική ανάμειξη της Μόσχας, οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να συγκρατήσουν την προλεταριακή επανάσταση. Ο Στάλιν τους δίδαξε πώς να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο. Έγιναν συνεργοί στα εγκλήματα του Στάλιν, μόνο επειδή μοιράζονταν τις ίδιες πολιτικές ιδέες.

Αν οι αναρχικοί ηγέτες έμοιαζαν, έστω λίγο, σε επαναστάτες, θα είχαν απαντήσει από τον πρώτο εκβιασμό της Μόσχας, όχι μόνο εντείνοντας τη σοσιαλιστική επίθεση, αλλά και εκθέτοντας τους αντεπαναστατικούς όρους του Στάλιν στα μάτια της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Έτσι, θα ανάγκαζαν τη μοσχοβίτικη γραφειοκρατία να διαλέξει ανοιχτά μεταξύ της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας του Φράνκο. Η θερμιδωριανή γραφειοκρατία φοβάται και μισεί την επανάσταση. Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι η Μόσχα θα αναγκαζόταν να προμηθεύσει οπλισμό, και πιθανώς σε πιο λογικές τιμές.

Αλλά ο κόσμος δεν περιστρέφεται γύρω από τη σταλινική Μόσχα. Κατά τη διάρκεια ενάμισι έτους εμφυλίου πολέμου, η ισπανική πολεμική βιομηχανία μπορούσε και έπρεπε να ενισχυθεί και να αναπτυχθεί, στρέφοντας έναν αριθμό εργοστασίων στην πολεμική παραγωγή. Αυτό δεν έγινε, μόνο επειδή ο Στάλιν και οι Ισπανοί σύμμαχοί του φοβόντουσαν την πρωτοβουλία των εργατικών οργανώσεων. Μια ισχυρή πολεμική βιομηχανία θα γινόταν ένα πανίσχυρο όργανο στα χέρια των εργατών. Οι ηγέτες του Λαϊκού Μετώπου προτιμούσαν να εξαρτώνται από τη Μόσχα.

Είναι ακριβώς σ’ αυτό το ζήτημα που ο ύπουλος ρόλος του Λαϊκού Μετώπου αποκαλύφθηκε θεαματικά. Έριξε στις εργατικές οργανώσεις την ευθύνη για τις προδοτικές συμφωνίες του Στάλιν με την αστική τάξη. Όσο οι αναρχικοί παρέμεναν μειοψηφία, δεν μπορούσαν, φυσικά, άμεσα να εμποδίσουν το κυρίαρχο μπλοκ να ικανοποιεί οποιεσδήποτε αξιώσεις της Μόσχας και των αφεντικών της Μόσχας, του Λονδίνου και του Παρισιού. Αλλά, συνεχίζοντας να είναι οι καλύτεροι αγωνιστές στο μέτωπο, θα μπορούσαν και θα έπρεπε να διαχωριστούν ανοιχτά από τις προδοσίες και τους προδότες. Θα μπορούσαν και θα έπρεπε να εξηγήσουν την πραγματική κατάσταση τις μάζες, να τις κινητοποιήσουν ενάντια στην αστική κυβέρνηση και να αυξήσουν τις δυνάμεις τους μέρα με τη μέρα, ώστε στο τέλος να κατακτήσουν την εξουσία και, μαζί μ’ αυτήν, τα όπλα της Μόσχας.

Κι αν η Μόσχα, με την απουσία του Λαϊκού Μετώπου, αρνείτο να δώσει όπλα τελείως; Κι αν, απαντάμε σ’ αυτό, η Σοβιετική Ένωση δεν υπήρχε καν; Επαναστάσεις έχουν βγει νικηφόρες μέχρι σήμερα, κι αυτό δεν έγινε, σε καμία περίπτωση, χάρις σε μεγάλους και ισχυρούς ξένους πάτρωνες, οι οποίοι τις προμήθευσαν με όπλα. Σαν κανόνας, η αντεπανάσταση απολάμβανε την ξένη πατρωνία. Χρειάζεται να θυμηθούμε την ανάμειξη του γαλλικού, του αγγλικού, του αμερικανικού, του ιαπωνικού κι άλλων στρατών ενάντια στα σοβιέτ; Το προλεταριάτο της Ρωσίας υπέταξε την εσωτερική αντίδραση και τους εξωτερικούς εισβολείς χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Οι επαναστάσεις επιτυγχάνουν, αρχικά, με τη βοήθεια ενός τολμηρού σοσιαλιστικού προγράμματος, το οποίο δίνει στις μάζες τη δυνατότητα να αρπάξουν τα όπλα, που βρίσκονται εντός επικράτειας, και να αποδιοργανώσουν το στρατόπεδο του αντιπάλου. Ο Κόκκινος Στρατός άρπαξε τις γαλλικές, αγγλικές και αμερικανικές στρατιωτικές προμήθειες και πέταξε στη θάλασσα τα ξένα εκστρατευτικά σώματα. Ξεχάστηκε αυτό αλήθεια;

Αν στην ηγεσία των ένοπλων εργατών και αγροτών, δηλαδή στην ηγεσία της αποκαλούμενης «ρεπουμπλικανικής» Ισπανίας, ήταν επαναστάτες αντί για δειλούς πράκτορες της αστικής τάξης, το ζήτημα του εξοπλισμού δε θα ήταν ποτέ κυρίαρχο. Ο στρατός του Φράνκο, ακόμα και οι αποικιακοί Βέρβεροι και οι στρατιώτες του Μουσολίνι, ήταν επιρρεπείς στην «επαναστατική μόλυνση». Περικυκλωμένοι από την πυρκαγιά της σοσιαλιστικής εξέγερσης, οι στρατιώτες του φασισμού θα αποδεικνύονταν ανήμποροι. Δεν έλειπαν οι στρατιωτικές «ιδιοφυΐες» από τη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη. Αυτό που έλειπε ήταν ένα επαναστατικό κόμμα!

Οι όροι της νίκης

Οι όροι για τη νίκη των μαζών στον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στο στρατό των εκμεταλλευτών είναι πολύ απλοί στην ουσία τους.

Οι μαχητές ενός επαναστατικού στρατού πρέπει να έχουν πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι μάχονται για την πλήρη κοινωνική τους απελευθέρωση, κι όχι για την αποκατάσταση των παλιών («δημοκρατικών») μορφών εκμετάλλευσης. Οι εργάτες και αγρότες στα μετόπισθεν του επαναστατικού στρατού, όπως και σ’ αυτά του εχθρού, πρέπει επίσης να γνωρίζουν και να κατανοούν αυτό το πράγμα.

Η προπαγάνδα τόσο στο δικό τους μέτωπο όσο και σ’ αυτό του εχθρού, αλλά και στα μετόπισθέν τους, πρέπει να είναι απολύτως διαποτισμένη με το πνεύμα της κοινωνικής επανάστασης. Το σύνθημα «Πρώτα η νίκη, μετά οι μεταρρυθμίσεις» είναι το σύνθημα όλων των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών από τους Βιβλικούς βασιλιάδες μέχρι τον Στάλιν.

Οι πολιτικές καθορίζονται απ’ αυτές τις τάξεις και τα στρώματα που συμμετέχουν στη μάχη. Οι επαναστατικές μάζες πρέπει να έχουν έναν κρατικό μηχανισμό, ο οποίος ευθέως και άμεσα να εκφράζει τη βούλησή τους. Μόνο τα σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών μπορούν να λειτουργήσουν σαν ένας τέτοιος μηχανισμός.

Ο επαναστατικός στρατός πρέπει όχι μόνο να διακηρύξει, αλλά και να υλοποιήσει άμεσα τα πιο πιεστικά μέτρα της κοινωνικής επανάστασης στις περιοχές που εκείνος έχει νικήσει: την απαλλοτρίωση των διαθέσιμων προμηθειών και μεταφορά τους στους άπορους, την αναδιανομή των σπιτιών προς όφελος των ανθρώπων του μόχθου και ιδιαίτερα προς όφελος των οικογενειών των μαχητών, την απαλλοτρίωση της γης και των γεωργικών αποθεμάτων προς όφελος των αγροτών, την εγκαθίδρυση του εργατικού ελέγχου και της σοβιετικής εξουσίας στη θέση της παλιάς γραφειοκρατίας.

Οι εχθροί της σοσιαλιστικής επανάστασης, δηλαδή οι εκμεταλλευτές και οι πράκτορές τους, ακόμα κι αν μεταμφιέζονται ως «δημοκράτες», «ρεπουμπλικάνοι», «σοσιαλιστές» ή «αναρχικοί», πρέπει να εκδιώκονται από το στρατό. Επικεφαλής κάθε στρατιωτικής μονάδας πρέπει να τοποθετούνται κομισάριοι αμέμπτου κύρους ως επαναστάτες και στρατιώτες. Σε κάθε στρατιωτική μονάδα, πρέπει να υπάρχει ένας στιβαρός πυρήνας των πιο πρόθυμων για αυτοθυσία μαχητών, κατόπιν πρότασης από τις εργατικές οργανώσεις. Τα μέλη αυτού του πυρήνα θα έχουν ένα και μόνο προνόμιο: να είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης. Τα διοικητικά σώματα αναγκαστικά περιλαμβάνουν, στην αρχή, πολλά ξένα και αναξιόπιστα στοιχεία. Η δοκιμή τους ξανά και ξανά και η εξονυχιστική τους εξέταση πρέπει να εφαρμόζεται με βάση την εμπειρία τους στη μάχη, τις συστάσεις των κομισάριων και τις μαρτυρίες των μαχητών της βάσης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να εκτυλίσσεται η εντατική εκπαίδευση διοικητών, που θα αντλούνται από τις γραμμές των επαναστατών εργατών.

Η στρατηγική του εμφυλίου πολέμου πρέπει να συνδυάζει τους κανόνες της στρατιωτικής τέχνης με τα καθήκοντα της κοινωνικής επανάστασης. Όχι μόνο στην προπαγάνδα, αλλά και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψιν η κοινωνική σύνθεση των διάφορων στρατιωτικών μονάδων του εχθρού (αστοί εθελοντές, ξεσηκωμένοι αγρότες ή, όπως στην περίπτωση του Φράνκο, αποικιακοί σκλάβοι). Και στην επιλογή της γραμμής των επιχειρήσεων, είναι αναγκαίο να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν η κοινωνική δομή των αντίστοιχων εδαφών (βιομηχανικές περιοχές, αγροτικές περιοχές, επαναστατικές ή αντιδραστικές περιοχές, περιοχές καταπιεσμένων εθνοτήτων κ.α.). Εν συντομία, η επαναστατική πολιτική κυριαρχεί στη στρατηγική.

Τόσο η επαναστατική κυβέρνηση όσο και η εκτελεστική επιτροπή των εργατών και των αγροτών πρέπει να γνωρίζουν πώς να κερδίσουν πλήρως την εμπιστοσύνη του στρατού και του κόσμου του μόχθου. Η εξωτερική πολιτική πρέπει να έχει ως κύριο σκοπό της την αφύπνιση της επαναστατικής συνείδησης των εργατών, των εκμεταλλευόμενων αγροτών και των καταπιεσμένων εθνοτήτων ολόκληρου του κόσμου.

Ο Στάλιν εγγυητής των όρων της ήττας

Οι όροι της νίκης, όπως βλέπουμε, είναι εξαιρετικά απλοί. Στο σύνολό τους, φέρουν το όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ουδείς απ’ αυτούς τους όρους δεν υπήρχε στην Ισπανία. Ο βασικός λόγος είναι η απουσία ενός επαναστατικού κόμματος. Ο Στάλιν προσπάθησε, είναι η αλήθεια, να μεταφέρει στη γη της Ισπανίας τις «εξωτερικές» πρακτικές του μπολσεβικισμού: το Πολιτικό Γραφείο, τους κομισάριους, τους πυρήνες, την GPU κλπ. Άλλα άδειασε αυτές τις μορφές από το κοινωνικό τους περιεχόμενο. Αποκήρυξε το μπολσεβίκικο πρόγραμμα και, μαζί του, τα σοβιέτ ως την αναγκαία μορφή της επαναστατικής πρωτοβουλίας των μαζών. Έθεσε την τεχνική του μπολσεβικισμού στην υπηρεσία της αστικής ιδιοκτησίας. Στη γραφειοκρατική του στενοκεφαλιά, φανταζόταν ότι οι «κομισάριοι» θα μπορούσαν να φέρουν τη νίκη από μόνοι τους. Αλλά οι κομισάριοι της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αποδείχτηκαν ικανοί μόνο να εγγυηθούν την ήττα.

Το ισπανικό προλεταριάτο επέδειξε πρώτης τάξης στρατιωτικές αρετές. Στο ιδιαίτερο βάρος του στην οικονομική ζωή της χώρας, στο πολιτικό και πολιτιστικό του επίπεδο, το ισπανικό προλεταριάτο στεκόταν από την πρώτη μέρα της επανάστασης παραπάνω από το ρωσικό προλεταριάτο στην αυγή του 1917. Στο δρόμο προς τη νίκη, οι ίδιες του οι οργανώσεις αποτέλεσαν το κύριο εμπόδιο. Η άρχουσα κλίκα των σταλινικών, σε αντιστοιχία με τον αντεπαναστατικό της ρόλο, αποτελείτο από μισθοφόρους, καριερίστες, ξεπεσμένα στοιχεία και, γενικώς, από κάθε λογής κοινωνικά απόβλητα. Οι αντιπρόσωποι των άλλων εργατικών οργανώσεων – οι αθεράπευτοι ρεφορμιστές, οι αερολόγοι αναρχικοί και οι ανίκανοι κεντριστές του POUM – γκρίνιαζαν, αναστέναζαν και ταλαντεύονταν, αλλά τελικά προσαρμόστηκαν στα πρότυπα των σταλινικών. Ως αποτέλεσμα της συντονισμένης δράσης τους, το στρατόπεδο της κοινωνικής επανάστασης – οι εργάτες και οι αγρότες – υποτάχθηκε στην αστική τάξη, ή ορθότερα στη σκιά της, χλώμιασε και ο χαρακτήρας του εξοντώθηκε.

Δεν υπήρχε έλλειψη ηρωισμού από την πλευρά των μαζών ή θάρρους από την πλευρά των επαναστατών. Αλλά, οι μάζες αφέθηκαν στην τύχη τους, ενώ οι επαναστάτες παρέμεναν διασπασμένοι, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ένα πλάνο δράσης. Τους «ρεπουμπλικάνους» στρατιωτικούς διοικητές τους απασχολούσε περισσότερο να τσακίσουν την κοινωνική επανάσταση από το να πετύχουν στρατιωτικές νίκες. Οι στρατιώτες έχασαν την εμπιστοσύνη τους στους διοικητές τους, οι μάζες στην κυβέρνηση, οι αγρότες τέθηκαν στο περιθώριο, οι εργάτες εξαντλήθηκαν, η μία ήττα ακολουθούσε την άλλη, η αποθάρρυνση αναπτυσσόταν ραγδαία. Όλα αυτά δεν ήταν δύσκολο να προβλεφθούν από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου. Θέτοντας στον εαυτό του το καθήκον της διάσωσης του καπιταλιστικού καθεστώτος, το Λαϊκό Μέτωπο καταδίκαζε εαυτόν σε στρατιωτική ήττα. Αναποδογυρίζοντας τον μπολσεβικισμό ανάποδα, ο Στάλιν πέτυχε απόλυτα στην εκπλήρωση του ρόλου του ως νεκροθάφτη της επανάστασης.

Οφείλει να προστεθεί ότι η ισπανική εμπειρία δείχνει, για άλλη μια φορά, παραστατικά ότι ο Στάλιν απέτυχε παταγωδώς να κατανοήσει τόσο την Οκτωβριανή Επανάσταση όσο και το ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Το βραδύστροφο επαρχιακό μυαλό του έμεινε απελπιστικά πίσω σε σχέση με την καταιγιστική πορεία των γεγονότων το 1917-21. Σε όσες από τις ομιλίες και τα άρθρα του το 1917 εξέφρασε δικές του ιδέες, είναι έμφυτη η κατοπινή θερμιδωριανή του «θεωρία». Υπό αυτή την έννοια, ο Στάλιν της Ισπανίας του 1937 είναι ο διάδοχος του Στάλιν της συνδιάσκεψης των μπολσεβίκων του Μάρτη του 1917. Αλλά το 1917 απλά φοβόταν τους επαναστάτες εργάτες, το 1937 τους κατέπνιξε. Ο οπορτουνιστής έγινε δήμιος.

«Εμφύλιος πόλεμος στα μετόπισθεν»

Αλλά, στο κάτω-κάτω, η νίκη επί της κυβέρνησης των Καμπαγιέρο και Νεγκρίν θα συνεπαγόταν τον εμφύλιο πόλεμο στα μετόπισθεν του ρεπουμπλικανικού στρατού! – αναφωνεί με τρόμο ο δημοκράτης φιλισταίος. Λες και στη ρεπουμπλικανική Ισπανία δεν έχει ξαναγίνει εμφύλιος πόλεμος, και μάλιστα ο πιο χυδαίος και ύπουλος – ο πόλεμος των κατεχουσών τάξεων και των εκμεταλλευτών ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες. Αυτός ο αδιάκοπος πόλεμος βρίσκει την έκφρασή του στη σύλληψη και τη δολοφονία επαναστατών, το τσάκισμα του μαζικού κινήματος, τον αφοπλισμό των εργατών, τον εξοπλισμό της αστικής αστυνομίας, την εγκατάλειψη των εργατικών αποσπασμάτων χωρίς όπλα και βοήθεια στο μέτωπο και, τελικά, τον τεχνητό περιορισμό της ανάπτυξης της πολεμικής βιομηχανίας.

Καθετί απ’ αυτά είναι ένα φρικτό πλήγμα στο μέτωπο, άμεση στρατιωτική προδοσία, υπαγορευμένη από τα ταξικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Αλλά, οι «δημοκράτες» φιλισταίοι – συμπεριλαμβανομένων των σταλινικών, των σοσιαλιστών και των αναρχικών – θεωρούν τον εμφύλιο πόλεμο της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο, ακόμα και στις πιο γειτονικές στο μέτωπο περιοχές, ένα «φυσικό» και αναπόφευκτο πόλεμο, ο οποίος έχει καθήκον τη διασφάλιση της «ενότητας του Λαϊκού Μετώπου». Από την άλλη πλευρά, ο εμφύλιος πόλεμος του προλεταριάτου ενάντια στη «ρεπουμπλικανική» αντεπανάσταση είναι, στα μάτια των ίδιων φιλισταίων, ένας εγκληματικός, «φασιστικός», τροτσκιστικός πόλεμος, ο οποίος διαταράσσει την… «ενότητα των αντιφασιστικών δυνάμεων». Ένας σωρός από Νόρμαν Τόμας, ταγματάρχες Άττλι, Όττο Μπάουερ, Ζιρόμσκι, Μαλρώ και τέτοιων μικροπλανόδιων απατεώνων, όπως ο Ντουράντι και ο Λουίς Φίσερ, διαδίδουν αυτό το δουλοπρεπή τρόπο σκέψης στον πλανήτη μας. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου μετακινείται από τη Μαδρίτη στη Βαλένθια, από τη Βαλένθια στη Βαρκελώνη.

Αν, όπως μαρτυρούν τα στοιχεία, μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση είναι ικανή να τσακίσει το φασισμό, τότε, από την άλλη πλευρά, μια επιτυχής εξέγερση του προλεταριάτου μπορεί να γίνει νοητή, μόνο όταν οι άρχουσες τάξεις βρίσκονται μέσα στη δίνη μεγάλων δυσκολιών. Ωστόσο, οι δημοκράτες φιλισταίοι επικαλούνται αυτές ακριβώς τις δυσκολίες ως απόδειξη του απαράδεκτου της προλεταριακής εξέγερσης. Αν ήταν να περιμένουν οι προλετάριοι τους δημοκράτες φιλισταίους να τους πουν την ώρα απελευθέρωσής τους, θα παρέμεναν σκλάβοι για πάντα. Να διδάξει τους εργάτες να αναγνωρίζουν τους αντιδραστικούς φιλισταίους, οποιαδήποτε μεταμφίεση κι αν έχουν, και να τους περιφρονούν ανεξάρτητα απ’ αυτή τη μεταμφίεση, αυτό είναι το πρωταρχικό και κύριο καθήκον ενός επαναστάτη.

Η έκβαση

Η δικτατορία των σταλινικών πάνω στο ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο δεν μπορεί να είναι μακράς διάρκειας στην ουσία της. Αν οι ήττες, που προέρχονται από τις πολιτικές του Λαϊκού Μετώπου, ωθήσουν για άλλη μια φορά το ισπανικό προλεταριάτο σε μια επαναστατική επίθεση, νικηφόρα αυτή τη φορά, η σταλινική κλίκα θα τεθεί στο περιθώριο. Αν όμως ο Στάλιν – όπως είναι δυστυχώς το πιθανότερο – πετύχει να φέρει σε πέρας το έργο του ως νεκροθάφτης της επανάστασης, ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση δε θα λάβει εύσημα. Η ισπανική αστική τάξη τον χρειαζόταν ως δήμιο, αλλά δεν τον έχει καθόλου ανάγκη ως πάτρωνα ή δάσκαλο. Το Λονδίνο και το Παρίσι από τη μια πλευρά, και το Βερολίνο και η Ρώμη από την άλλη, είναι στα μάτια της αρκετά πιο φερέγγυοι συνέταιροι από τη Μόσχα. Είναι πιθανό ο ίδιος ο Στάλιν να θελήσει να καλύψει τα ίχνη του στην Ισπανία πριν από την τελική καταστροφή. Έτσι, ελπίζει να ξεφορτωθεί την ευθύνη της ήττας απέναντι στους στενότερους συμμάχους του. Έπειτα, αυτός ο Λιτβίνοφ θα εκλιπαρήσει τον Φράνκο για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων. Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί περισσότερες από μια φορές.

Ακόμα και μια απόλυτη νίκη του αποκαλούμενου ρεπουμπλικανικού στρατού επί του στρατηγού Φράνκο, ωστόσο, δε θα σηματοδοτούσε το θρίαμβο της «δημοκρατίας». Οι εργάτες και οι αγρότες έχουν βάλει δύο φορές τους ρεπουμπλικάνους αστούς και τους αριστερούς τους πράκτορες στην εξουσία: τον Απρίλη του 1931 και τον Φλεβάρη του 1936. Και τις δύο φορές, οι ήρωες του Λαϊκού Μετώπου παρέδωσαν τη νίκη του λαού στους πιο αντιδραστικούς και τους πιο «σοβαρούς» εκπροσώπους της αστικής τάξης. Μια τρίτη νίκη, που θα έχει προκύψει από τους στρατηγούς του Λαϊκού Μετώπου, θα σηματοδοτούσε την αναπόφευκτη συμφωνία τους με τη φασιστική αστική τάξη στις πλάτες των εργατών και τον αγροτών. Ένα τέτοιο καθεστώς δε θα είναι παρά μια διαφορετική μορφή της στρατιωτικής δικτατορίας, πιθανά χωρίς μια μοναρχία και χωρίς την ανοιχτή επικράτηση της Καθολικής Εκκλησίας.

Τελικά, είναι πιθανό οι επί μέρους νίκες των ρεπουμπλικανών να χρησιμοποιηθούν από τους «ουδέτερους» Αγγλο-Γάλλους μεσάζοντες για τη συμφιλίωση των αντίπαλων στρατοπέδων. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο τα τελικά κατάλοιπα της «δημοκρατίας» θα ασφυκτιούν μέσα στην αδελφική αγκαλιά των στρατηγών Μιάχα (των κομμουνιστών) και Φράνκο (των φασιστών). Ας επαναληφθώ για άλλη μια φορά: η νίκη θα καταλήξει είτε στη σοσιαλιστική επανάσταση είτε στο φασισμό.

Παρεμπιπτόντως, δεν αποκλείεται η τραγωδία, την τελευταία στιγμή, να δώσει τη θέση της στη φάρσα. Όταν οι ήρωες του Λαϊκού Μετώπου αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την τελευταία τους πρωτεύουσα, ίσως να προκηρύξουν μια σειρά «σοσιαλιστικών» μεταρρυθμίσεων, ώστε να αφήσουν μια καλή υστεροφημία. Αλλά θα είναι ανώφελο. Οι εργάτες του κόσμου θα θυμούνται με μίσος και περιφρόνηση τα κόμματα που κατέστρεψαν την ηρωική επανάσταση.

Η τραγική εμπειρία της Ισπανία είναι μια φρικτή – ίσως τελική – προειδοποίηση πριν από ακόμα σημαντικότερα γεγονότα, μια προειδοποίηση που απευθύνεται σε όλους τους προχωρημένους εργάτες του κόσμου. «Οι επαναστάσεις», έλεγε ο Μαρξ, «είναι οι ατμομηχανές της ιστορίας». Βαδίζουν γρηγορότερα από τη σκέψη μισο-επαναστατικών κομμάτων. Όποιος καθυστερεί πέφτει κάτω από τους τροχούς τους ατμομηχανής, και συνεπώς – και αυτός είναι ο κύριος κίνδυνος – η ίδια η ατμομηχανή συνήθως καταστρέφεται.

Είναι αναγκαίο να εξετάσουμε προσεκτικά την επανάσταση μέχρι τέλους, να φτάσουμε μέχρι τα τελικά και διακριτά συμπεράσματα, που απορρέουν απ’ αυτήν. Είναι αναγκαίο να προσαρμόσουμε την πολιτική στους βασικούς νόμους της επανάστασης, δηλαδή στο κίνημα των τάξεων, που βρίσκονται σε σύγκρουση, και όχι στις προκαταλήψεις ή τις φοβίες των επιπόλαιων μικροαστικών ομάδων, που αυτοαποκαλούνται «Λαϊκά Μέτωπα» και οποιαδήποτε άλλα μέτωπα. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, η γραμμή της μικρότερης αντίστασης οδηγεί στη γραμμή της μεγαλύτερης συμφοράς. Ο φόβος της «απομόνωσης» από την αστική τάξη οδηγεί στην απομόνωση από τις μάζες. Η προσαρμογή στις συντηρητικές προκαταλήψεις της εργατικής αριστοκρατίας είναι προδοσία των εργατών και της επανάστασης. Η υπερβολική «σύνεση» είναι η πιο ολέθρια έλλειψη σύνεσης. Αυτό είναι το κύριο μάθημα από την καταστροφή της πιο έντιμης πολιτικής οργάνωσης στην Ισπανία, του κεντριστικού POUM. Τα κόμματα και οι ομάδες του Γραφείου του Λονδίνου, προφανώς, είτε δεν επιθυμούν να καταλήξουν στα αναγκαία συμπεράσματα από την τελική προειδοποίηση της ιστορίας, είτε είναι ανίκανοι για κάτι τέτοιο. Μ’ αυτό τον τρόπο, καταδικάζουν εαυτούς.

Σε αντιστάθμισμα, μια νέα γενιά επαναστατών εκπαιδεύεται τώρα από τα μαθήματα των ηττών. Αυτή η γενιά έχει επαληθεύσει στην πράξη την αισχρή φήμη της Δεύτερης Διεθνούς. Έχει διαπιστώσει το βάθος του ξεπεσμού της Τρίτης Διεθνούς. Έχει μάθει να κρίνει τους αναρχικούς όχι από τα λόγια τους, αλλά από τα έργα τους. Πρόκειται για ένα ανεκτίμητο σχολείο, πληρωμένο με το αίμα αμέτρητων αγωνιστών! Τα επαναστατικά στελέχη τώρα συσπειρώνονται κάτω από τη σημαία της Τέταρτης Διεθνούς. Γεννημένη μέσα στις κραυγές των ηττών, η Τέταρτη Διεθνής θα οδηγήσει τους ανθρώπους του μόχθου στη νίκη.

Μετάφραση: Νίκος Σέντης