Μακεδονικό ζήτημα δημοψήφισμα

Στην τελική ευθεία βρίσκεται η ενταξιακή πορεία της γειτονικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Όπως έχουμε εξηγήσει, η επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του ζητήματος του ονόματος οφείλεται στα πιεστικά χρονοδιαγράμματα των ιμπεριαλιστών του ΝΑΤΟ και της ΕΕ για την ένταξη της γειτονική χώρας στη νατοϊκή συμμαχία στη σύνοδο του επερχόμενου καλοκαιριού. Ο μεγιστάνας Τζορτζ Σόρος συνόψισε το λόγο που υπαγορεύει αυτή την ένταξη σε άρθρο του στους «New York Times», όπου εξηγεί ότι η ένταξη θα κάνει τα Βαλκάνια «λιγότερο ευάλωτα στις οικονομικές, διπλωματικές ή στρατιωτικές επιρροές του Πεκίνου, της Άγκυρας ή της Μόσχας»

Για την «πολυπόθητη» ένταξη εκκρεμούν δύο σταθμοί. Αφενός το δημοψήφισμα για την έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών στη γειτονική χώρα στις 30 Σεπτεμβρίου και αφετέρου η έγκριση της συμφωνίας από το ελληνικό κοινοβούλιο. Οι ιμπεριαλιστές και η αστική τάξη της Μακεδονίας έχουν βάλει τα δυνατά τους για να εκβιάσουν το «ναι» στο επερχόμενο δημοψήφισμα. Την χώρα έχουν ήδη επισκεφθεί γι’ αυτό το λόγο ο Γ. Γραμματέας του ΝΑΤΟ, η Μέρκελ και τελευταίος κατέφθασε και ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ για να εκφράσει την υποστήριξη του στην ενταξιακή πορεία της Μακεδονίας. Με τη μέθοδο του καρότου και του μαστιγίου – υπόσχεση για ασφάλεια στο ΝΑΤΟ και για ευημερία στην ΕΕ – προσπαθούν να εξασφαλίσουν μία άνετη επικράτηση του «ναι». Είναι τέτοια η πίεση από τους ιμπεριαλιστές που ακόμα και το εθνικιστικό VMRO-DPMNE, το οποίο εναντιώθηκε στη Συμφωνία των Πρεσπών δεν κάλεσε τους υποστηρικτές του να ψηφίσουν «όχι», αλλά κατά συνείδηση στο επερχόμενο δημοψήφισμα.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα του «ναι», ωστόσο τα αποτελέσματα τους σημειώνουν μεγάλες αποκλίσεις κάτι που υποδηλώνει είτε γρήγορη μεταστροφή της κοινής γνώμης είτε αναξιόπιστες δημοσκοπήσεις. Για παράδειγμα, σύμφωνα με δημοσκόπηση των ινστιτούτων IDSCS και MCIC, υπέρ της συμφωνίας για την αλλαγή της ονομασίας τάσσεται το 40,9% των πολιτών της γειτονικής χώρας, ενώ μόλις το 8,6% εκφράζει την αντίθεσή του. Αντίθετα, πιο πρόσφατη δημοσκόπηση της Market Vision, δείχνει μία οριακή επικράτηση του «ναι» ενώ σημειώνει την ενίσχυση της διάθεσης της αποχής (25% δεν θα πάει να ψηφίσει ). Στο ερώτημα «είστε υπέρ της ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ αποδεχόμενοι τη Συμφωνία των Πρεσπών» το 51,1% απαντά θετικά έναντι 48.9 % που απαντά αρνητικά. Μια πιο ξεκάθαρη διατύπωση του ερωτήματος όμως, δίνει διαφορετικά αποτελέσματα. Στο ερώτημα «είστε υπέρ της συμφωνίας με την Ελλάδα για αλλαγή του ονόματος της “Δημοκρατίας της Μακεδονίας”» το 52,6 % απαντά «όχι». Το αποτέλεσμα λοιπόν του δημοψηφίσματος δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμμένο και οι ευρωπαίοι καπιταλιστές έχουν λόγους να φοβούνται καθώς έχουν μάθει τα τελευταία χρόνια ότι τα δημοψηφίσματα μπορεί να εγκυμονούν δυσάρεστες εκπλήξεις.

Ακόμη όμως και αν υπερψηφιστεί το «ναι» αυτό θα γίνει κόντρα στην πραγματική θέληση του λαού της Μακεδονίας που υποχρεώνεται να υποστεί άλλη μία «εθνική ταπείνωση» από την ελληνική αστική τάξη και να υιοθετήσει ένα όνομα που δεν θέλει. Αυτό δεν θα λύσει το θέμα, ούτε θα οδηγήσει στην άμβλυνση των εθνικισμών όπως πιστεύουν οι απολογητές της κυβέρνησης, αντίθετα προετοιμάζει το έδαφος για την αναζωπύρωση του μακεδονικού ζητήματος. Αν κερδίσει το «ναι» θα γίνει σύντομα ξεκάθαρο στους Σλαβομακεδόνες ότι η ευημερία που τους υποσχέθηκε η ευρωπαϊκή αστική τάξη και το ΝΑΤΟ, σαν αντάλλαγμα για την «εθνική τους ταπείνωση» απέναντι στην ελληνική αστική τάξη με την αποδοχή μιας ονομασίας που δεν επιθυμούσαν, ήταν μια απάτη. Αυτό θα οδηγήσει – αν δεν ανακόψει αυτή τη διαδικασία η άνοδος ταξικής πάλης – στην ενίσχυση του εθνικισμού στη γειτονική χώρα, στην αποδυνάμωση των κομμάτων του «πολιτικού κέντρου» και την ενίσχυση των ακροδεξιών φωνών που θα απαιτούν την ακύρωση της Συμφωνίας. Αναπόφευκτα επίσης θα τροφοδοτήσει το εθνικιστικό μίσος ενάντια στην αλβανική μειονότητα που θα χαρακτηριστεί από τους εθνικιστές υπεύθυνη για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Αυτό γίνεται προφανές από τα αποτελέσματα της δημοσκόπηση της Market Vision, που δείχνει ότι ενώ το 66,5 % των Σλαβομακεδόνων είναι κατά της Συμφωνίας το 95% της αλβανικής μειονότητας (35% του πληθυσμού) τάσσεται υπέρ.

Η Συμφωνία των Πρεσπών έδωσε την ευκαιρία στην ελληνική αστική τάξη να καλλιεργήσει τον εθνικισμό για να εκτρέψει την προσοχή των μαζών από το ταξικό πεδίο στα μεγάλα «εθνικά ζητήματα» και να δώσει στη ΝΔ πολιτικούς «πόντους» εν όψει των επερχόμενων εκλογών. Ωστόσο, όπως έχουμε εξηγήσει σε παλαιότερα άρθρα μας, η κύρια μερίδα της ελληνικής άρχουσας τάξης στηρίζει στην πραγματικότητα τη συμφωνία, ταυτιζόμενη με τις υποδείξεις των ευρωπαίων και αμερικάνων ιμπεριαλιστών, αλλά και έχοντας πετύχει μία (ανέλπιστη) «εθνική» νίκη με την επιβολή σύνθετης ονομασίας στο γειτονικό λαό. Από την άλλη πλευρά, η δημαγωγική καλλιέργεια του εθνικισμού όλο αυτό το διάστημα είναι πιθανόν να οδηγήσει σε μία πρόωρη πτώση της κυβέρνησης, λόγω της αντίθεσης των ΑΝΕΛ. Σε μία προσπάθεια να ανακόψει την εκλογική κατάρρευση των ΑΝΕΛ, ο Πάνος Καμένος διαβεβαίωσε στη ΔΕΘ ότι δεν θα ψηφίσει τη Συμφωνία των Πρεσπών όταν αυτή έρθει στη Βουλή. Ωστόσο η επικύρωση της συμφωνίας στη Βουλή πρέπει να γίνει την άνοιξη πριν από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα προσυμφωνημένο «διαζύγιο» ΑΝΕΛ-ΣΥΡΙΖΑ και πρόωρες εκλογές.

Embed from Getty Images

Το εθνικιστικό δηλητήριο που καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα γύρω από το Μακεδονικό ζήτημα δεν έχει πυροδοτήσει το «πατριωτικό κίνημα» το οποίο ανέμεναν οι φασίστες και φοβόντουσαν πολλοί στην Αριστερά. Μετά την πρώτη μαζική συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη και τη λιγότερο επιτυχημένη στην Αθήνα, δεν έγινε κατορθωτό να διοργανωθούν σοβαρές κινητοποιήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά την εντατική προσπάθεια ακροδεξιών και χριστιανικών οργανώσεων για μία μαζική συγκέντρωση ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών στη ΔΕΘ, οι διαδηλωτές δεν ξεπέρασαν τους 3000.

Ωστόσο, παρά το ξεφούσκωμα των εθνικιστικών συλλαλητηρίων, η μη αναγνώριση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού του λαού της Μακεδονίας παραμένει συντριπτικά πλειοψηφική, όχι μόνο στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας αλλά και στο εργατικό κίνημα. Και αυτό δεν είναι απορίας άξιο όταν το σύνολο των πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών του εργατικού κινήματος υιοθετούν μία πατριωτική στάση σε αυτό το ζήτημα. Η ηγεσία του ΚΚΕ, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία άλλα και μικρότερες οργανώσεις της Αριστεράς υιοθετούν τη ρητορική της αστικής τάξης για ενδεχόμενους «αλυτρωτισμούς» και ανυπαρξίας του «Μακεδονικού έθνους». Αυτή η στάση υψώνει ένα τοίχος ανάμεσα στους Έλληνες και Μακεδόνες εργάτες και σπρώχνει τους τελευταίους στην αγκαλιά των «δικών τους» εθνικιστών.

Μόνο μία διεθνιστική πολιτική από μέρους του ελληνικού εργατικού κινήματος θα μπορούσε να γκρεμίσει τα εθνικιστικά «τείχη» και να ενώσει το εργατικό κίνημα των δύο χωρών. Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να παλέψουν πρωταρχικά ενάντια στον εθνικισμό της δικής τους αστικής τάξης, να αναγνωρίσουν το στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού μιας καταπιεσμένης εθνότητας, να παλέψουν ενάντια στον ιμπεριαλισμό και για τη μόνη πραγματική λύση στο εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια: τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδία των Βαλκανίων.