Λιβανέζικο κίνημα

Η Λιβανέζικη Επανάσταση επανέρχεται μετά από μια περίοδο σχετικής αδράνειας με τους διαδηλωτές να αναγγέλλουν τη δεύτερη εβδομάδα του Ιανουαρίου ως «εβδομάδα οργής» εν μέσω μίας συνεχιζόμενης οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Η καταποντισμένη λιβανέζικη λίρα και οι έλεγχοι κεφαλαίου (capital controls) στο ξένο συνάλλαγμα προκάλεσαν ένα νέο κύμα αγανάκτησης που έχει οξύνει τις αντιδράσεις τόσο των διαδηλωτών όσο και του κράτους. Τις τελευταίες δύο ημέρες έχουμε δει εκατοντάδες τραυματίες και συλληφθέντες.

Για τρεις μήνες πριν από τα τελευταία γεγονότα, οι διαδηλώσεις στο Λίβανο ήταν ειρηνικές. Οι δύο εκατομμύρια διαδηλωτές που μαζικά κατέβηκαν στους δρόμους είχαν μια σχεδόν πανηγυρική και γιορτινή διάθεση. Ωστόσο, τίποτα δεν άλλαξε για τις μάζες. Πράγματι, πέραν της σπασμωδικής παροχής μετρητών στην οικονομία, οι συνθήκες διαβίωσης του λαού έχουν επιδεινωθεί, με συνεχείς ελλείψεις σε νερό και αυξανόμενες διακοπές ηλεκτροδότησης.

Αυτό έχει οδηγήσει σε μια ποιοτική αλλαγή μέσα στο κίνημα. Απογοητευμένοι διαδηλωτές έχουν εντείνει τις μεθόδους τους. Συγκεκριμένα, οι διαδηλωτές βάζουν στο στόχαστρό τους τράπεζες και συναλλαγματικές υπηρεσίες. «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Έχουν περάσει σχεδόν εκατόν μέρες», δήλωσε μια γυναίκα διαδηλωτής στην τηλεόραση του Al Jazeera. «Κανείς δεν ακούει … Διοικούμαστε από εγκληματίες».

Οι επιθέσεις στις τράπεζες και η κρατική βία

Την περασμένη Τρίτη και Τετάρτη, οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν έξω από την έδρα της κεντρικής τράπεζας του Λιβάνου (BDL) στην περίφημη συνοικία Χαμρά στην πρωτεύουσα Βηρυτό, ρίχνοντας πέτρες και βόμβες μολότοφ στην πρόσοψη του κτιρίου. Σε όλη την πόλη, έξαλλοι διαδηλωτές κατέστρεψαν τα παράθυρα των εμπορικών τραπεζών και βανδάλισαν τα ΑΤΜ με τούβλα και πυροσβεστήρες.

Το Σάββατο και την Κυριακή, οι διαδηλωτές στόχευσαν το κύριο κτίριο του Τραπεζικού Συνδέσμου του Λιβάνου (το οποίο εκπροσωπεί τα αφεντικά του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας), καταστρέφοντας τα παράθυρα, σπάζοντας το εξωτερικό του κτιρίου με σιδερένιες ράβδους και πυρπολώντας τις εξωτερικές εγκαταστάσεις. Η συνεχιζόμενη αγανάκτηση ενάντια στην πολιτική διαφθορά ήταν επίσης εμφανής σε όλους. Αρκετά άτομα προσπάθησαν να διασχίσουν τα τσιμεντένια κιγκλιδώματα που περιβάλλουν το κτήριο του κοινοβουλίου, ενώ εκατοντάδες διαδηλωτές φώναζαν «Επανάσταση!»

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτά τα θεσμικά όργανα έχουν δεχθεί το κύριο βάρος της επιθετικής μανίας των μαζών. Από το Σεπτέμβριο του 2019, οι τράπεζες έχουν θέσει όλο και πιο αυστηρά όρια στην απόσυρση και τη μεταφορά ξένων αμερικανικών δολαρίων από το εξωτερικό προκειμένου να διατηρηθούν τα συναλλαγματικά αποθεματικά. Η χρόνια χρηματοδότηση του ελλείμματος έχει προκαλέσει τεράστια υποτίμηση της λίρας του Λιβάνου (η οποία έχει μειωθεί τώρα στα 0,00066 δολάρια των ΗΠΑ) και έχει δημιουργήσει μια ανερχόμενη μαύρη αγορά, στην οποία το δολάριο έφθασε στο επίπεδο των 2470 LBP. Οι διαδηλωτές (σωστά) πιστεύουν ότι καλούνται να πληρώσουν για αυτή την κρίση ρευστότητας, ενώ οι διεφθαρμένοι πολιτικοί, οι κρατικοί γραφειοκράτες και οι τράπεζες μεταφέρουν δισεκατομμύρια δολάρια σε ελβετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Αυτό αντανακλάται στο κύριο σύνθημα των διαδηλώσεων του Σαββάτου: «Δεν πληρώνουμε!»

Υπό τις δεδομένες συνθήκες, τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας είναι στην πλειοψηφία τους εναντίον των τραπεζών. Αυτοί είναι άνθρωποι που αισθάνονται ακραίες πιέσεις από την πτώση του λιβανέζικου νομίσματος και τους ελέγχους κεφαλαίου, οι οποίοι ασκούν σοβαρή πίεση στην ικανότητά τους να πληρώσουν για βασικές ανάγκες. Η είσοδος στο κίνημα αυτών των στρωμάτων συνέβαλε στη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος απομακρύνοντας το από την αφελή και πρώιμη φάση του και κατευθύνοντας το προς σε μια πιο οξυμένη και σοβαρή περίοδο αγώνα.

Οι ενέργειες των αφεντικών στον χρηματοπιστωτικό τομέα ενόψει αυτών των αυξανόμενων εντάσεων συνέβαλαν σε αυτή την απότομη κίνηση των μαζών. «Καθώς οι ανεπίσημοι έλεγχοι κεφαλαίων αυξήθηκαν, οι άνθρωποι εξαγριώθηκαν ακόμη περισσότερο. Οι τράπεζες άρχισαν να χρησιμοποιούν ιδιωτικές δυνάμεις ασφαλείας και εσωτερικής ασφάλειας σε πελάτες που αρνούνταν να εγκαταλείψουν τις εγκαταστάσεις τους (αφού προσπάθησαν να αποσύρουν τα χρήματά τους από τους λογαριασμούς τους). Σε πολλές περιπτώσεις, οι πελάτες δέχθηκαν επίθεση μέσα στις τράπεζες. Μερικοί από αυτούς ήταν ακόμη κλεισμένοι σε μικρά γραφεία χωρίς τα τηλέφωνά τους, κάτι που είναι παράνομο, φυσικά», εξήγησε ο Hussein El Achi, ένας Λιβανέζος δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Βηρυτού.

Ο παρασιτικός χρηματοπιστωτικός τομέας αποτελεί βασική συνιστώσα του λιβανέζικου καπιταλισμού και οι μάζες έχουν επίγνωση της στενής σχέσης του με την μισητή πολιτική ελίτ. «Οι τράπεζες εδώ είναι πολύ αλληλένδετες με την πολιτική τάξη», λέει ο El Achi. «Οι πολιτικοί είναι είτε μέτοχοι σε αυτές τις τράπεζες, άμεσα ή έμμεσα μέσω τρίτων, είτε κατέχουν θέσεις στα τραπεζικά συμβούλια, που λαμβάνουν πολύ υψηλή αμοιβή. Οι τράπεζες στο Λίβανο είναι ο μεγαλύτερος κρατικός δανειστής… όλα χρηματοδοτούνται από αυτές τις τράπεζες. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι οι τράπεζες είναι συνεργοί στη διαφθορά του κράτους».

Υπό το πρίσμα αυτών των ενεργειών προς τις τράπεζες, η σχετική συγκράτηση που άσκησαν οι δυνάμεις ασφαλείας τους πρώτους μήνες των διαδηλώσεων (με ορισμένες εξαιρέσεις) εγκαταλείφθηκε. Οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις του Λιβάνου εξέδωσαν προειδοποίηση πριν από τις διαδηλώσεις του Σαββατοκύριακου ότι οι επιθέσεις σε ιδιωτικές ή κρατικές περιουσίες θα αντιμετωπίζονται με βία. Στο τέλος, περισσότεροι από 300 άνθρωποι τραυματίστηκαν και 100 συνελήφθησαν στη Βηρυτό, καθώς η αστυνομία επιτέθηκε στα πλήθη με δακρυγόνα, κανόνια νερού και σφαίρες από καουτσούκ, στα οποία οι διαδηλωτές απάντησαν με πέτρες, πυροτεχνήματα, κλαδιά δέντρων και μεταλλικά καδρόνια στις μάχες που κράτησαν για ώρες.

Μεταξύ των τραυματιών ήταν δύο δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων ένας εικονολήπτης από τον τοπικό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό Al Jadeed και ένας δημοσιογράφος του MTV, ο οποίος νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο. Ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ένας αστυνομικός του είπε: «Αν δεν σταματήσεις να βιντεοσκοπείς, θα σπάσω την κάμερα στο κεφάλι σου και θα σε πυροβολήσω». Η αστυνομία έβαλε επίσης φωτιά στις σκηνές που στήθηκαν στην πρωτεύουσα από διαδηλωτές κατά τη διάρκεια του κινήματος.

Υπάρχουν αναφορές με αστυνομικούς να εκτοξεύουν δακρυγόνα, χωρίς διακρίσεις, στα μπαλκόνια ανθρώπων κατοικημένων περιοχών. Υπάρχουν επίσης ισχυρισμοί ότι η αστυνομία έριξε τα κάνιστρα των δακρυγόνων απευθείας πάνω στους διαδηλωτές και όχι στον αέρα, κάτι που μπορεί να είναι θανατηφόρο. Το Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επανεξέτασε βίντεο που επιβεβαίωσαν ότι δύο διαδηλώτριες δέχθηκαν επίθεση από συμμορίες αστυνομικών. Μια από τις γυναίκες δέχθηκε κλωτσιές στο κεφάλι και ξυλοκοπήθηκε, ενώ η άλλη τραυματίστηκε στο λαιμό και στο κεφάλι με αποτέλεσμα να κάνει πέντε ράμματα.

Μια πηγή από την επιτροπή δικηγόρων για την υπεράσπιση των διαδηλωτών ανέφερε στο Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ότι 55 άτομα συνελήφθησαν το βράδυ του Σαββάτου. Όλοι οι Λιβανέζοι κρατούμενοι απελευθερώθηκαν την επόμενη μέρα. Οι αλλοδαποί μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια, τον οργανισμό που ασχολείται με την είσοδο και έξοδο αλλοδαπών. Απαντώντας σε αυτή τη βίαιη καταστολή – καθώς και στην προφανή στρατηγική της κυβέρνησης να «περιμένει» ότι οι άνθρωποι θα κουραστούν και η επανάσταση θα καταρρεύσει – οι διαδηλωτές φώναξαν: «Δεν φοβόμαστε, δεν κουραζόμαστε.»

Μετά από αυτά τα γεγονότα, το καθεστώς καταδίκασε τη «βία» που εκδηλώθηκε σε αυτή τη νέα έκρηξη διαμαρτυριών. Αλλά πρέπει να είμαστε σαφείς: το σφάλμα για τη βία βρίσκεται εντελώς στην πλευρά της αλαζονικής, διεφθαρμένης και σκληρής κυβέρνησης, η οποία έστειλε τα ένοπλα σώματα του κράτους για να τρομοκρατήσουν τον λαό, αφού του αρνήθηκαν τις πιο βασικές του ανάγκες. Μεταξύ της χρήσης βίας κατά των παραθύρων των τραπεζών και των ΑΤΜ και της άσκησής της ενάντια σε ανθρώπους, δε γίνεται να υπάρξει σύγκριση.

Ο ρόλος του κράτους καθίσταται σαφής μέσω αυτών των ενεργειών. Δεν είναι ένας αμερόληπτος διαιτητής και προστάτης του λαού, αλλά ένας υπερασπιστής της ατομικής ιδιοκτησίας και λειτουργεί για την προάσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Όταν η ιδιοκτησία της άρχουσας τάξης δε δεχόταν επίθεση, η αστυνομία ήταν σε θέση να παραμείνει σχετικά ήρεμη. Όμως τώρα που το κίνημα ριζοσπαστικοποιείται και στοχεύει κατά κύριο λόγο τις τράπεζες, οι δυνάμεις του κράτους ασκούν την πιο άγρια καταστολή. Αυτό θα πρέπει επίσης να αποτελέσει προειδοποίηση σε όσους ζητούν μια νέα κυβέρνηση, οποιουδήποτε είδους, διατηρώντας παράλληλα τη σημερινή κρατική μηχανή, ως λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μάζες.

«Όλοι τους σημαίνει όλοι τους»

Η επανάσταση ξεκίνησε στα μέσα Οκτωβρίου, καλώντας σε «πτώση του καθεστώτος». Το πιο δημοφιλές σύνθημα έγινε το εξής: «Όλοι τους (πολιτικοί) σημαίνει όλοι τους». Αυτό σηματοδότησε την πλήρη κατάρρευση της εμπιστοσύνης για ολόκληρο το καθεστώς.

Ύστερα από την παραίτηση του πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι, το πόστο του καλύφθηκε από τον Χασάν Ντιάμπ, τον αντιπρόεδρο του Αμερικανικού Πανεπιστημίου. Ο Ντιάμπ δημαγωγικά στήριξε δημόσια το κίνημα όταν βρισκόταν στις αρχές του. Παρότι δεν είναι ένας πολύ γνωστός πολιτικός, είναι μέλος της πολιτικής ελίτ (υπηρέτησε ως υπουργός εκπαίδευσης κατά το διάστημα 2011-2013) και συνδέεται στενά με τη φιλο-συριακή και φιλο-χεζμπολαχική πτέρυγα της άρχουσας τάξης. Για αυτό το λόγο απορρίφθηκε από το κίνημα, το οποίο απαιτεί μια μη σεχταριστική κυβέρνηση αποτελούμενη από «τεχνοκράτες», δηλαδή μια κυβέρνηση αμερόληπτων «ειδικών» που δε θα έχουν κάποια σχέση με τη μισητή πολιτική ελίτ ή κάποια από τις ποικίλες εθνικές και θρησκευτικές φράξιες του Λιβάνου.

Όμως αυτό το επεισόδιο τονίζει επίσης ακριβώς την αδυναμία του κινήματος και των αιτημάτων του. Ο Ντιάμπ είναι ένας κατ’ εξοχήν τεχνοκράτης. Παρ’ όλα αυτά, όπως όλοι οι τεχνοκράτες, συνδέεται με την άρχουσα τάξη μέσω χιλιάδων νημάτων. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να υπάρξει τεχνοκράτης αμερόληπτος, που δεν έχει σχέση με την πολιτική: όλες αυτές οι φιγούρες ωφελούνται και έχουν έννομα συμφέροντα για τη διατήρηση του καπιταλιστικού στάτους κβο.

Το πρόβλημα στον Λίβανο δεν είναι ότι υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι κακοί άνθρωποι που κυβερνούν, που απλά χρειάζεται να αντικατασταθούν από «μη πολιτικές» φιγούρες. Το πρόβλημα είναι το καπιταλιστικό σύστημα και η καπιταλιστική τάξη, που είναι ανίκανοι να λύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός. Κάθε κυβέρνηση «ανεξάρτητων ειδικών» ή τεχνοκρατών αναπόφευκτα θα προσδεθεί στη μια ή στην άλλη πτέρυγα της άρχουσας τάξης και θα εφαρμόσει τον ίδιο τύπο πολιτικών όπως συμβαίνει και με το παρόν καθεστώς.

Στην πραγματικότητα, δε χρειάζεται να προωθήσουμε αγαθούς «ειδικούς» για να κυβερνήσουν τη χώρα. Ο μοναδικός δρόμος προς τα μπρος είναι οι μάζες να πάρουν την εξουσία στα δικά τους χέρια. Όπως αναφέρει και το σύνθημα: Όλοι τους σημαίνει όλοι τους – κάτι το οποίο σημαίνει, ολόκληρο το εποικοδόμημα του σάπιου συστήματος που κτίστηκε από τους θρησκευτικούς σεχταριστές, τους πολέμαρχους και τους τσαρλατάνους, οι οποίοι ξεζουμίζουν τον λιβανέζικο λαό εδώ και δεκαετίες. Μόνο η εργατική τάξη έχει ως συμφέρον την ικανοποίηση των πιεστικών αναγκών των μαζών.

Ο Ντιάμπ έχει μέχρι στιγμής αποτύχει να σχηματίσει κυβέρνηση εξαιτίας των εσωτερικών καυγάδων ανάμεσα στις πολιτικές φράξιες του Λιβάνου. Στη Βηρυτό, οι διαδηλωτές φώναζαν: «Καθυστερούν τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης (ελπίζοντας ότι) θα βαρεθούμε· θα σχηματίσουμε την κυβέρνηση μόνοι μας και δε θα φύγουμε (από τους δρόμους)». Το δεύτερο μέρος αυτού του συνθήματος (υιοθετώντας μια διάθεση του τύπου «θα το κάνουμε μόνοι μας») δείχνει ένα σωστό ένστικτο της αναγκαιότητας για μια κοινωνία που θα κυβερνάται από την εργατική τάξη, για την εργατική τάξη.

Όπως αναφέραμε και πριν, αυτό που χρειάζεται είναι το σπάσιμο της απομόνωσης του κινήματος και το τράβηγμα της εργατικής τάξης στον αγώνα. Το σπάσιμο παραθύρων τραπεζών μπορεί ίσως να στείλει ένα μήνυμα στο πολιτικό κατεστημένο, αλλά αυτό δεν αποτελεί μια τακτική για τη νίκη του κινήματος: η μεγάλη μάζα των εργατών δεν μπορεί να κερδηθεί μέσω αυτών των μεθόδων με το μέρος του κινήματος.

Αντιθέτως, το κίνημα πρέπει να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα με ξεκάθαρα κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα, εστιάζοντας στη φτώχεια και τη δυστυχία που υφίστανται για την πλειοψηφία των εργατών. Ο τραπεζικός τομέας πρέπει να απαλλοτριωθεί και τα αποθέματα χρήματος που κατέχει να μπουν κάτω από τον δημοκρατικό έλεγχο των εργαζομένων, ώστε να ανακουφιστούν οι Λιβανέζοι πολίτες από τα καθημερινά προβλήματα που τους βασανίζουν. Επιπρόσθετα, ανοίγοντας τα λογιστικά βιβλία των τραπεζών, η επανάσταση θα μπορούσε να εκθέσει στον πλήρη βαθμό τη διαφθορά και τους κρυφούς δεσμούς του τραπεζικού τομέα με την πολιτική ελίτ και να οδηγήσει τους ενόχους στη δικαιοσύνη.

Οι προβληματικοί και οι εγκληματικά κακώς διαχειρισμένοι τομείς της ενέργειας και του νερού θα πρέπει επίσης να απαλλοτριωθούν και να σχεδιαστεί ένα γενικό βιομηχανικό πλάνο για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους σε ολόκληρη τη χώρα. Προς το παρόν, ο Λίβανος προμηθεύεται με ενέργεια σχεδόν εξ ολοκλήρου από μια σειρά γεννητριών παραγωγής ενέργειας που ανήκουν σε μια μαφία ιδιωτικών μεγάλων καπιταλιστών, οι οποίοι σκόπιμα εμποδίζουν κάθε σοβαρή επένδυση ή ανάπτυξη. Αυτοί οι πειρατές θα πρέπει να απαλλοτριωθούν και όλες οι κομβικές εγκαταστάσεις να εθνικοποιηθούν και λειτουργήσουν σε μια δημοκρατική βάση.

Αυτά τα οικονομικά αιτήματα πρέπει να συνδεθούν με το κύριο αίτημα που είναι ο εργαζόμενος λαός να πάρει την πολιτική εξουσία στα χέρια του. Πρέπει να γίνουν καλέσματα για τη δημιουργία δημοκρατικών δομών για τον συντονισμό του κινήματος στους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές σε ολόκληρη τη χώρα, ως τη βάση εκείνη για μια εναλλακτική μορφή εξουσίας που θα γεννηθεί μέσα από την επαναστατική πάλη του λαού.

Μια επαναστατική κατάσταση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Σε κάποιο σημείο, είτε θα πρέπει να κινηθεί μπροστά προς τη νίκη είτε να βρει την ήττα. Αυτή τη στιγμή, η Λιβανέζικη Επανάσταση καλπάζει πάνω σε ένα κύμα οργής και ο βηματισμός έχει επιταχυνθεί για μια ακόμη φορά. Όμως αν δεν παρθούν μέτρα για να οργανωθεί πάνω σε ταξικές γραμμές και να επιστρατεύσει τις μεθόδους πάλης της εργατικής τάξης, ελλοχεύει ο κίνδυνος να κυριαρχήσει στο κίνημα η απογοήτευση και η κούραση. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να ενισχυθούν τα διασπαστικά σεκταριστικά στοιχεία και οι αντεπαναστατικές δυνάμεις της κρατικής καταστολής.

Μόνο μια οργανωμένη επαναστατική ηγεσία μπορεί να προβάλλει τα αναγκαία αιτήματα, να συντονίσει τη δράση των μαζών και να καθοδηγήσει το κίνημα μακριά από αυτό το χάος. Με μια κλιμάκωση των τακτικών για τον σχηματισμό επαναστατικών επιτροπών εργατών, φοιτητών και στρατιωτών, η λιβανέζικη επανάσταση μπορεί να προχωρήσει μπροστά με αποφασιστικότητα.

Συγγραφείς: Σάσα Μαναλένα, Τζο Ατάρντ και Χαμίντ Αλιζαντέχ
Μεταφραστές: Σοφία Παπακωνσταντίνου και Κωνσταντίνος Αυγέρος