Μια ανάλυση για τα πρώτα βήματα, την προγραμματική διακήρυξη και τα πολιτικά καθήκοντα της Λαϊκής Ενότητας.

 

Η Λαϊκή Ενότητα αποτελεί κατά βάση τη φυσική πολιτική συνέχεια της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την ουσιαστική διάλυση του κόμματος από την ομάδα Τσίπρα. Στους κόλπους της συνενώνει ήδη, εκτός από τις συλλογικότητες της παλιάς αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, ένα σημαντικό τμήμα από τους πιο δραστήριους αριστερούς αγωνιστές που οργανώθηκαν ή υποστήριξαν τα τελευταία χρόνια το κόμμα, μαζί με οργανώσεις και αγωνιστές της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που ανταποκρίνονται στο κάλεσμα για ένα ευρύ αριστερό, αντιμνημονιακό μέτωπο.

Παρά το γεγονός ότι είναι ένας πάρα πολύ νέος πολιτικός οργανισμός, ο οποίος συγκροτείται βιαστικά κάτω από την πίεση των πρόωρων εκλογών που προκηρύχτηκαν με βασικό σκοπό την ίδια την υπονόμευση της ύπαρξης και της απήχησής της, παρά την εχθρική έως υστερική αντιμετώπιση που έχει από την άρχουσα τάξη και τα ΜΜΕ της και παρά το γενικευμένο κλίμα απογοήτευσης και σύγχυσης που κυριαρχεί στις πλατιές μάζες μετά την απροκάλυπτη μνημονιακή προδοσία της προεδρικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, η Λαϊκή Ενότητα αρχίζει να γίνεται πολιτικό σημείο αναφοράς για χιλιάδες εργαζόμενους και νέους.
Με δεδομένο το πολιτικό κενό που δημιουργείται από τη ραγδαία πορεία αστικού εκφυλισμού του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από τη λαθεμένη, σεχταριστική πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ, η Λαϊκή Ενότητα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σ’ ένα πολιτικό εργαλείο που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανασύνταξη και συσπείρωση ενός δυναμικού χιλιάδων αγωνιστών που πρωτοστάτησαν στο κίνημα του επαναστατικού, ταξικού «Όχι» της 5ης Ιουλίου, χτίζοντας έτσι τα απαραίτητα θεμέλια για να εκφράσει τις προσδοκίες και τα αιτήματα όλων όσων αψήφησαν τους εκβιασμούς της άρχουσα τάξης και υποστήριξαν το «Όχι», δηλαδή των εκατομμυρίων προλετάριων και ριζοσπαστικοποιημένων νέων της ελληνικής κοινωνίας.

Όμως η ύπαρξη των αναγκαίων αντικειμενικών προϋποθέσεων για να γίνει η Λαϊκή Ενότητα το κόμμα που έχουν ανάγκη οι εργαζόμενοι και οι νέοι του μεγάλου «Όχι», από μόνη της δεν αρκεί. Όπως έχει δείξει η Ιστορία, ο ρόλος που διαδραματίζουν τα μαζικά αριστερά κόμματα και η εξέλιξή τους, σε τελική ανάλυση καθορίζονται από «υποκειμενικούς» παράγοντες. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι άλλοι από το πολιτικό πρόγραμμα, τη γενικότερη πολιτική γραμμή, την τακτική και τις μεθόδους οργάνωσης και δράσης.

Το πιο φρέσκο και συνάμα αποκαλυπτικό παράδειγμα που υπογραμμίζει τη ζωτική αναγκαιότητα των «υποκειμενικών» αυτών παραγόντων, είναι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, η «πολιτική μήτρα» της Λαϊκής Ενότητας. Γι’ αυτό το λόγο, η βαθιά κατανόηση των διδαγμάτων από τον εκφυλισμό του είναι το πιο κρίσιμο και επείγον καθήκον για κάθε αριστερό αγωνιστή που συσπειρώνεται σήμερα στη Λαϊκή Ενότητα και για το κόμμα σαν σύνολο.

Τα διδάγματα από τον εκφυλισμό του ΣΥΡΙΖΑ

Η σοσιαλδημοκρατική – ρεφορμιστική φύση του προγράμματος, της πολιτικής, των τακτικών και των μεθόδων της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ο παράγοντας, που στις κατάλληλες αντικειμενικές συνθήκες της ανελέητης πίεσης από την άρχουσα τάξη και τον συνασπισμένο ιμπεριαλισμό, συνέβαλε καθοριστικά στην εμφάνιση της απροκάλυπτης προδοσίας και στον ακραίο αστικό εκφυλισμό.

Το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, σε όλες του τις σύγχρονες εκδοχές (προεκλογικό πρόγραμμα 2012, Θέσεις ιδρυτικού συνεδρίου 2013, πρόγραμμα Θεσσαλονίκης 2014, Προγραμματικές Δηλώσεις κυβέρνησης 2015), παρ’ ότι συμπεριελάμβανε σημαντικά και αναγκαία ριζοσπαστικά μέτρα, ήταν δομημένο στην αντίληψη ότι μέσα σε μια τέτοια βαθιά καπιταλιστική κρίση όπως η σημερινή, η ζωή των μαζών μπορεί να βελτιωθεί με μεταρρυθμίσεις, σε συναίνεση με την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές δανειστές, χωρίς την ανατροπή της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας του κεφαλαίου. Η δομική αυτή, ρεφορμιστική αντίληψη του προγράμματος δεν είναι ζήτημα μερικών φράσεων μέσα σ’ ένα κείμενο. Ριζώθηκε βαθειά στη συλλογική συνείδηση του κόμματος για χρόνια, αποπροσανατόλισε, καθησύχασε, σύγχυσε και κακο-εκπαίδευσε τα στελέχη, τα μέλη και τους υποστηρικτές του, με αποτέλεσμα, όταν η «σκληρή» καπιταλιστική πραγματικότητα την διέψευσε παταγωδώς, το κόμμα να μην μπορεί να προσανατολιστεί στην αναγκαία εναλλακτική, προγραμματική λύση και ο απροκάλυπτος, προδοτικός συμβιβασμός της προεδρικής ομάδας να κλιμακωθεί και να κυριαρχήσει εύκολα, διαλύοντάς το.

Έτσι το πρώτο πολύτιμο δίδαγμα για την Λαϊκή Ενότητα από τον εκφυλισμό και τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλο από την αναγκαιότητα ενός αποφασιστικού διαχωρισμού από τον ρεφορμισμό και τις αντιλήψεις του, μέσα από ένα πολιτικό πρόγραμμα που δεν θα εμπιστεύεται ή θα εξωραΐζει τον καπιταλισμό, αλλά θα τον αμφισβητεί και θα σκοπεύει στην ανατροπή του. Ένα πρόγραμμα αντικαπιταλιστικό, σοσιαλιστικό, όπως αυτό που υπεράσπισε και υπερασπίζει η Κομμουνιστική Τάση από την ίδρυσή της και το οποίο έγινε αντικείμενο λοιδορίας από κάθε λογής καριερίστες ρεφορμιστές σαν τάχα, μαξιμαλιστικό και ανεδαφικό. Η μετατροπή αυτών των «ρεαλιστών» αριστερών και «μαρξιστών» σε πιστούς απολογητές των Μνημονίων είναι η πιο γλαφυρή απόδειξη για την ορθότητα του αληθινά μαρξιστικού προγράμματος της Κομμουνιστικής Τάσης.

Ευθεία αντανάκλαση της ολέθριας σοσιαλδημοκρατικής – ρεφορμιστικής αντίληψης του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, αποτέλεσε η γενικότερη πολιτική γραμμή και τακτική της ηγετικής του ομάδας, η γραμμή της ταξικής συνεργασίας. Η πεισματική άρνηση του μόνου δυνατού δρόμου για την κατάργηση των Μνημονίων, δηλαδή της επαναστατικής σύγκρουσης με το κεφάλαιο και την τρόικα, οδήγησε στην αναζήτηση «προοδευτικών» ιμπεριαλιστών συμμάχων και στη συνεργασία με «αντιμνημονιακά» αστικά κόμματα, όπως οι ΑΝΕΛ. Όταν αποκαλύφθηκε ότι στον πραγματικό καπιταλισμό ούτε αντινεοφιλελεύθεροι ιμπεριαλιστές υπάρχουν, αλλά ούτε και αντιμνημονιακοί έλληνες καπιταλιστές, η ομάδα Τσίπρα κατέληξε μ’ ένα φυσικό τρόπο να συγκυβερνά μαζί με όλα τα κόμματα του κεφαλαίου και να φέρεται σαν υποτακτικός συνεργάτης του συνόλου των ιμπεριαλιστών δανειστών.

Το δεύτερο σημαντικό πολιτικό δίδαγμα που προκύπτει λοιπόν για τη Λαϊκή Ενότητα από τον εκφυλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η ανάγκη για την υιοθέτηση μια ταξικής γραμμής στην πολιτική και την τακτική. Της γραμμή από τη μια πλευρά μιας ασυμφιλίωτης πάλης με την άρχουσα τάξη και τους ιμπεριαλιστές προστάτες της, χωρίς την αναζήτηση στις τάξεις τους «προοδευτικών», «πατριωτών» ή «αντιμνημονιακών» συμμάχων και από την άλλη, μιας επίμονης επιδίωξης για συμμαχίες με τους μαζικούς πολιτικούς εκπροσώπους της εργατικής τάξης, τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες θα προάγουν τη ζωτική υπόθεση της ταξικής ενότητας στον αγώνα για μια ριζική, επαναστατική αλλαγή στην κοινωνία, στην Ελλάδα και διεθνώς.

Οι μέθοδοι που κυριάρχησαν στον ΣΥΡΙΖΑ, τόσο στο εσωτερικό του κόμματος, όσο και στην παρέμβασή του στους αγώνες της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, προσφέρουν επίσης πολύτιμα διδάγματα.

Η γνήσια εσωκομματική δημοκρατία, παράγοντας που δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το αναγκαίο μέσο για να λαμβάνονται οι καλύτερες δυνατές αποφάσεις και να διασφαλίζεται η ίδια η ζωτικότητα του κόμματος, απουσίαζε από όλες τις φάσεις της εξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ.

Στη μακρά αρχική φάση της ομοσπονδίας συνιστωσών, όλες οι σοβαρές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονταν από μια διορισμένη Γραμματεία, χωρίς να ερωτάται η γνώμη χιλιάδων ανένταχτων σε συνιστώσες αγωνιστών, χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες συνδιασκέψεων και συνεδρίων με εκλεγμένους αντιπροσώπους από τη βάση. Στην τελική φάση της μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα, η παντοδύναμη κομματική γραφειοκρατία του παλιού ΣΥΝ, προετοιμαζόμενη για την κυβέρνηση ή ασκώντας την πλέον μετά την 25η του Γενάρη, επέβαλε πλήρως τις μεθόδους ενός χαλαρού εκλογικού μηχανισμού, με πλημμελή λειτουργία όλων των κομματικών οργάνων και μεταφορά του κέντρου λήψης των αποφάσεων προς τη μικρή ομάδα γύρω από τον πρόεδρο, με πιο ακραίο παράδειγμα τα απανωτά εσωκομματικά πραξικοπήματα των τελευταίων μηνών.

Η κυριαρχία του γραφειοκρατικού μηχανισμού και οι οργανωτικές του μέθοδοι που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με την ταχύτατη σοσιαλδημοκρατικοποίηση, αλλά και κατ’ αντανάκλασή της, δημιούργησαν ένα κόμμα με υποτονική στην καλύτερη περίπτωση παρουσία στους ταξικούς αγώνες, που αντί να έλκει, απωθούσε τους καλύτερους αγωνιστές, την ώρα που γινόταν πόλος έλξης για κάθε είδους επίδοξους καριερίστες και γραφειοκράτες.

Οι μέθοδοι οργάνωσης και δράσης, αλλά και το εσωτερικό καθεστώς του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει λοιπόν να χρησιμεύσουν σαν παραδείγματα προς αποφυγή για τη Λαϊκή Ενότητα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που στις τάξεις της συμμετέχει ένα τμήμα στελεχών του παλιού κομματικού μηχανισμού, που είναι φυσικό να έχει εκπαιδευτεί και επηρεαστεί μέσα στις εδραιωμένες παλιές, γραφειοκρατικές μεθόδους και πρακτικές. Ο σεβασμός στους βασικούς κανόνες της εσωκομματικής δημοκρατίας, όπως το δικαίωμα των αγωνιστών που δρουν οργανωμένα στο νέο φορέα να εκλέγουν, να ελέγχουν και να ανακαλούν την ηγεσία, αλλά και να αποφασίζουν δημοκρατικά στο πλαίσιο μιας ελεύθερης και δημοκρατικής συζήτησης για όλα τα βασικά πολιτικά ζητήματα όπως το πρόγραμμα και η γενική πολιτική γραμμή, με κατοχυρωμένο το δικαίωμα ύπαρξης και λειτουργίας τάσεων, θα πρέπει να είναι ο «θεμέλιος λίθος» του νέου πολιτικού φορέα. Ταυτόχρονα, επίσης αδιαπραγμάτευτη πρέπει να είναι η σταθερή επιδίωξη για την οργάνωση των καλύτερων αγωνιστών του εργατικού κινήματος και της νεολαίας στις γραμμές του, με τον ταυτόχρονο αποκλεισμό κάθε καριερίστικου, γραφειοκρατικού, «παραγοντίστικου» στοιχείου.

Ο πολιτικός χαρακτήρας της προγραμματικής διακήρυξης

Η δημοσιοποίηση της προγραμματικής διακήρυξης (http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=21947:programmatikh-diakhryjh-laikis-enotitas&catid=83:aristera&Itemid=200) της Λαϊκής Ενότητας προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια. Η κριτική που ασκείται στην προγραμματική διακήρυξη από αγωνιστές ή συλλογικότητες που συσπειρώνονται στο νέο πολιτικό φορέα, εστιάζεται στη μέθοδο με την οποία αυτή προέκυψε. Είναι βέβαιο ότι η διακήρυξη διαμορφώθηκε και αποφασίστηκε από έναν στενό κύκλο ηγετικών στελεχών, χωρίς τη συμμετοχή της βάσης. Όμως, το αντικειμενικό γεγονός ότι η Λαϊκή Ενότητα πριν ακόμα προλάβει να συγκροτήσει όργανα και συλλογικές διαδικασίες είναι αντιμέτωπη με την κρίσιμη πολιτική μάχη των εκλογών, δημιουργεί ένα πραγματικό εμπόδιο στη διενέργεια της ενδεδειγμένης δημοκρατικής συζήτησης για τη διαμόρφωση των προγραμματικών θέσεων.

Αυτό λοιπόν στο οποίο θα πρέπει να εστιάσει κάθε αριστερός αγωνιστής της Λαϊκής Ενότητας σχετικά με τη μέθοδο συζήτησης των προγραμματικών θέσεων, δεν είναι οι βιαστικές και πρόχειρες διαδικασίες που αναγκαστικά ακολουθήθηκαν έως τώρα, αλλά η διασφάλιση της δυνατότητας αμέσως μετά τη μάχη των εκλογών, να ανοίξει σε όλα τα μέλη του νέου φορέα η κατάλληλη συλλογική διαδικασία πολιτικής συζήτησης. που θα επιτρέπει τη συμπλήρωση, τη βελτίωση ή ακόμα και την αποφασιστική αλλαγή των προγραμματικών θέσεων, αν αυτό κριθεί σκόπιμο από την πλειοψηφία των μελών.

Το πολιτικό περιεχόμενο των προγραμματικών θέσεων που ανακοινωθήκαν ήταν αναμενόμενο. Η Λαϊκή Ενότητα αποτελεί πρακτικά τη (διευρυμένη) πολιτική συνέχεια της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ και είναι φυσικό, οι προγραμματικές θέσεις που τη θεμελιώνουν να αντανακλούν εκείνες που κυριαρχούσαν στην αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι θέσεις αυτές έχουν τον πολιτικό χαρακτήρα του αριστερού ρεφορμισμού. Ο αριστερός ρεφορμισμός χαρακτηρίζεται από την υπεράσπιση αριστερών, φιλεργατικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και το κράτος, ακόμα και πολύ ριζοσπαστικών σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς όμως να θεωρεί σαν βασικό, άμεσο και επίκαιρο καθήκον την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Ο σκοπός των προγραμματικών διεκδικήσεων που υπερασπίζει ο αριστερός ρεφορμισμός, τόσο στη σοσιαλδημοκρατική όσο και στη σταλινική του εκδοχή, είναι πάντοτε ένα «ενδιάμεσο» στάδιο πριν την εργατική εξουσία και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, που περιγράφεται με διαφορετικούς όρους που συνήθως περιλαμβάνουν τα επίθετα «λαϊκό» και «δημοκρατικό». Και τα δύο αυτά επίθετα, τα συναντάμε στην περιγραφή ενός τέτοιου ενδιάμεσου σταδίου μέσα στην προγραμματική διακήρυξη που ανακοίνωσε η Λαϊκή Ενότητα, οπού γίνεται λόγος για τη διεκδίκηση μιας «αληθινής δημοκρατίας» και μιας «λαϊκής εξουσίας». Η αναγκαία αντικατάσταση της σημερινής, ψευδεπίγραφης, αστικής δημοκρατίας από την εργατική δημοκρατία απουσιάζει και ο σοσιαλισμός αναφέρεται μόνο ως προοπτική.

Ο επιστημονικός σοσιαλισμός, με εκφραστές τους ίδιους τους μεγάλους επαναστάτες θεμελιωτές και θεωρητικούς του όπως ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Λένιν και ο Τρότσκι, αντικρούοντας τις προγραμματικές αντιλήψεις του αριστερού ρεφορμισμού, υποστηρίζει ότι πριν από την εργατική και σοσιαλιστική εξουσία δεν είναι δυνατό να υπάρξει κανένα ενδιάμεσο στάδιο. Ακόμα και η συνεπέστερη απόπειρα εφαρμογής αριστερών, ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων θα φέρει την εργατική τάξη αντιμέτωπη με μια σφοδρή σύγκρουση με την αστική τάξη και την εξουσία της, που θα της θέσει το καθήκον της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας, χωρίς να της επιτρέπει να αυτοπεριοριστεί μέσα στα στενά όρια ενός ανέφικτου, ενδιάμεσου σταδίου.

Είναι αναμφίβολα προς τιμήν της ηγεσίας του ΚΚΕ, που έστω και μετά από καθυστέρηση πολλών δεκαετιών, εκτόπισε το βαθειά ριζωμένο στη σταλινική παράδοση ενδιάμεσο στάδιο («αντι-ιμπεριλιστικό, δημοκρατικό, αντιμονοπωλιακό») από το επίσημο πρόγραμμα του κόμματος, επιβεβαιώνοντας την κριτική του τροτσκισμού, του γνήσιου επαναστατικού μαρξισμού, στην παραδοσιακή σταλινική πολιτική. Από τη σκοπιά του μαρξισμού, ο εκτοπισμός του ενδιάμεσου σταδίου από το πρόγραμμα του ΚΚΕ αποτελεί μια σημαντική πολιτική κατάκτηση, από την οποία θα έπρεπε να επηρεαστεί δημιουργικά και να διδαχθεί η Λαϊκή Ενότητα. Η κεντρική αντίληψη της προγραμματικής της διακήρυξης όμως, δυστυχώς παραμένει «πίσω» από αυτή την κατάκτηση, πιστή στην κλασική γραμμή του αριστερορεφορμιστικού ενδιάμεσου σταδίου.
Συνεπώς είναι εντελώς λαθεμένο, το πρόγραμμα που εμπεριέχει η διακήρυξη να χαρακτηρίζεται μεταβατικό. Το μεταβατικό πρόγραμμα σύμφωνα με τα πρότυπα των προγραμματικών ντοκουμέντων που θεμελίωσαν την Κομμουνιστική Διεθνή και με κριτήριο τον μαρξιστικό ορισμό που έδωσε γι’ αυτό ο Τρότσκι, είναι ένα πρόγραμμα που γεφυρώνει τις στοιχειώδεις ταξικές διεκδικήσεις με το καθήκον της κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο και την έναρξη της σοσιαλιστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει με το πρόγραμμα που περιέχει η διακήρυξη της Λαϊκής Ενότητας. Το πρόγραμμα αυτό δεν είναι μεταβατικό, αλλά πρόγραμμα ενδιάμεσου σταδίου.

Αυτό που θα πρέπει λοιπόν να υποστηρίξει κάθε συνειδητός και πρωτοπόρος αριστερός αγωνιστής στην αναγκαία συζήτηση για το πρόγραμμα που θα διεξαχθεί το επόμενο διάστημα μέσα στη Λαϊκή Ενότητα, είναι η μαρξιστική αναθεώρηση της δομικής αντίληψης και του κεντρικού σκοπού της προγραμματικής διακήρυξης, με την τοποθέτηση της εργατικής δημοκρατίας και του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στη θέση του ανεδαφικού, ενδιάμεσου «δημοκρατικού», «λαϊκού» σταδίου.

Οι αναγκαίες προσθήκες

Η προγραμματική διακήρυξη περιλαμβάνει μια σειρά διεκδικήσεων που οι κομμουνιστές θεωρούμε απόλυτα επιβεβλημένες σχεδόν στο σύνολό τους και που όχι μόνο τις υποστηρίζουμε, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να παλέψουμε στην «πρώτη γραμμή» για την διάδοση και την κατάκτησή τους. Τέτοιες είναι οι διεκδικήσεις που περιλαμβάνονται στις ενότητες με τίτλο «ΤΑ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ», «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ» και «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΑΝΤΟΥ, ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ».

Όμως το πρόγραμμα για να είναι αληθινό θα πρέπει να αντιστοιχίζεται με την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Θα πρέπει να θεμελιώνεται πάνω στην αντίληψη ότι στις σημερινές συνθήκες του ιστορικού αδιεξόδου του καπιταλισμού η σταθερή και οριστική επίτευξη κάθε προοδευτικής, φιλεργατικής διεκδίκησης – και πολύ περισσότερο ασφαλώς, του συνόλου των διεκδικήσεων που περιλαμβάνονται στην προγραμματική διακήρυξη – δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και χωρίς την εγκαθίδρυση μιας κοινωνικοποιημένης, κεντρικά και δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας. Έτσι όλες οι υπάρχουσες αναγκαίες διεκδικήσεις θα πρέπει να συμπληρωθούν από ορισμένες άλλες, που αν προστεθούν θα μπορέσουν να δημιουργήσουν μια ζωντανή γέφυρα σύνδεσης με το καθήκον της κατάκτησης της εξουσίας και της έναρξης του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Ειδική αναφορά πριν από όλα θα πρέπει να γίνει στο ζήτημα του χρέους, το οποίο σαν κεντρικό σύμπτωμα της κρίσης χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με σαφήνεια και καθαρότητα. Ενώ η διακήρυξη θέτει σωστά το ζήτημα της διακοπής πληρωμών, μιλά με ασάφεια και ατολμία για τον «στόχο της συνολικής διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους.» Η μη αναγνώριση και μονομερής διαγραφή του χρέους αντίθετα, είναι η πιο σωστή και ξεκάθαρη διεκδίκηση που θα πρέπει εδώ να τεθεί. Είναι η μόνη επιβεβλημένη γιατί προκύπτει με έναν φυσικό τρόπο από την ανάδειξη του πλήρως ληστρικού και παρασιτικού χαρακτήρα του χρέους και από την συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας για μια άμεση και δραστική λύση, που θα απαλλάξει οριστικά τον εργαζόμενο λαό από ένα βάρος, εξαιτίας αλλά και στο όνομα του οποίου, επιβάλλονται οι πιο αντιδραστικές πολιτικές καταστροφής του βιοτικού του επιπέδου.

Από τα «ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ» απουσιάζουν οι απαραίτητες διεκδικήσεις για το σημαντικότερο σημερινό πρόβλημα της εργατικής τάξης, τη μαζική ανεργία. Η κινητή κλίμακα ωρών εργασίας, δηλαδή η μείωση των ωρών εργασίας – χωρίς μείωση μισθών – όσο απαιτείται για να βρουν δουλειά όλα οι διαθέσιμοι προς εργασία, πρέπει να είναι μια βασική διεκδίκηση του προγράμματος. Από τη φύση της η διεκδίκηση αυτή αποτελεί γέφυρα σύνδεσης με την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, καθώς βοηθά την εργατική τάξη να συνειδητοποιήσει ότι το πρόβλημα της ανεργίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά χωρίς την κεντρικά και δημοκρατικά σχεδιασμένη, κοινωνικοποιημένη οικονομία.

Στο ζήτημα του εργατικού και γενικότερα λαϊκού εισοδήματος, δηλαδή των μισθών, των συντάξεων και των επιδομάτων, επίσης δεν αρκεί να αναφέρεται όπως γίνεται μέσα στη διακήρυξη, ότι «θα στηριχτούν» και μάλιστα «σε συνάρτηση με τους αναπτυξιακούς ρυθμούς». Χρειάζεται να αναφερθεί ότι οι μισθοί θα πρέπει να ανέρχονται σε ένα ύψος ικανό να εξασφαλίζει μια αξιοπρεπή διαβίωση, στη βάση συγκεκριμένων σχετικών εκτιμήσεων των μαζικών εργατικών οργανώσεων, που θα είναι δεσμευτικές για την κυβέρνηση. Επιπρόσθετα και ιδιαίτερα από τη στιγμή που η τεχνικά αναγκαστική επιστροφή σε εθνικό νόμισμα θα προκαλέσει αναπόφευκτες πληθωριστικές πιέσεις, οι μισθοί πρέπει να προβλέπεται ότι θα αυξάνουν αυτόματα, ακολουθώντας την αύξηση των τιμών των βασικών ειδών κατανάλωσης. Και αυτή η διεκδίκηση συνιστά μια ζωντανή γέφυρα σύνδεσης της συνείδησης με την αναγκαιότητα της εργατικής εξουσίας, αφού καμία αστική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το ζήτημα του εισοδήματος με αυτό τον αναγκαίο τρόπο.

Από την ενότητα για την «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ» απουσιάζουν διεκδικήσεις που θα εξηγούν την αναγκαιότητα και το περιεχόμενο του εργατικού ελέγχου. Ο εργατικός έλεγχος αναφέρεται ακροθιγώς, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί έναν από τους βασικούς «πυλώνες» του προγράμματος. Ο εργατικός έλεγχος πρέπει να τονιστεί ρητά ότι αποτελεί ζωτικής σημασίας ζήτημα για την αποκάλυψη του παρασιτικού και σπάταλου χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και ταυτόχρονα για την αναγκαία εκπαίδευση της εργατικής τάξης στην ίδια τη δημοκρατική διοίκηση της οικονομίας. Φορείς του είναι εκλεγμένες και ανακλητές επιτροπές εργαζομένων, που σε συνδιασκέψεις κλάδων και της εθνικής οικονομίας σαν σύνολο θα πρέπει να συγκροτήσουν μια πανελλαδική επιτροπή εργατικού ελέγχου, με αποφασιστικές αρμοδιότητες.

Επίσης είναι ανάγκη να διευκρινιστεί η έννοια των επιχειρήσεων «στρατηγικής σημασίας», που προτείνεται να εθνικοποιηθούν και να αποτελέσουν την «ατμομηχανή» της οικονομίας. Για να επιβληθεί ο κοινωνικός έλεγχος στην οικονομία και ο σχεδιασμός της με κριτήριο της ανάγκες των εργαζομένων θα πρέπει να περάσουν υπό κοινωνική ιδιοκτησία όχι μόνο οι τράπεζες και οι πρώην ΔΕΚΟ, αλλά όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις στη βιομηχανία, το εμπόριο, τις υπηρεσίες, καθώς και το σύνολο του εξωτερικού εμπορίου, με την επιβολή κρατικού μονοπωλίου. Δεν μπορεί να υπάρξει σχεδιασμός μιας ανάπτυξης προς όφελος της κοινωνίας αν δεν κοινωνικοποιηθούν π.χ οι μεγάλες βιομηχανίες φαρμάκων, τροφίμων – ποτών, επεξεργασίας πετρελαίου, βασικών μετάλλων, χημικών, τσιμέντου και οικοδομικών υλικών, πλαστικών, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες κ.α

Σημαντικές είναι οι προσθήκες και αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν και στο ζήτημα του κράτους. Στην ενότητα «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΑΝΤΟΥ, ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ» λαθεμένα τίθεται σαν κεντρική διεκδίκηση «ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του κράτους». Σύμφωνα με τη θεμελιώδη μαρξιστική αντίληψη για το αστικό κράτος, το βασικό πολιτικό καθήκον της εργατικής τάξης δεν είναι κανενός είδους «μετασχηματισμός» του, αλλά η ανατροπή και αντικατάστασή του από μια νέα εξουσία, που θα ασκείται από τους ίδιους τους εργαζόμενους, μέσα από τα όργανα που θα αναδείξει ο ταξικός και πολιτικός τους αγώνας.

Σαν γέφυρα γι’ αυτό τον σκοπό, στις υπάρχουσες σωστές διεκδικήσεις που τίθενται σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να προστεθούν διεκδικήσεις όπως η δημοκρατική επανίδρυση του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας κάτω από τον έλεγχο των εργατικών μαζικών οργανώσεων, το τσάκισμα της γραφειοκρατίας μέσα από την εκλογή και ανακλητότητα όλων των κρατικών αξιωματούχων και τη σύνδεση της αμοιβής τους με την αμοιβή ενός ειδικευμένου εργάτη. Για να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο τα σύνθημα «Δημοκρατία παντού» θα πρέπει να διατυπωθούν οι διεκδικήσεις για την επιβολή εργατικού ελέγχου στην παραγωγή και την οικονομία και ενός καθεστώτος διοίκησης στις κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις που θα συμπεριλαμβάνει ταυτόχρονα τους εργαζόμενους των επιχειρήσεων, τις μαζικές εργατικές και λαϊκές οργανώσεις και την εκλεγμένη κυβέρνηση, σαν πρακτικό βήμα για την εγκαθίδρυση ενός μοντέλου δημοκρατικού σχεδιασμού της οικονομίας.

Η σωστή διεκδίκηση για την ανάγκη ενός νέου Συντάγματος μέσα από μια συντακτική εθνοσυνέλευση, θα πρέπει να περιλαμβάνει τη συνταγματική κατοχύρωση του μοντέλου της κοινωνικοποιημένης, κεντρικά και δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας και των δημοκρατικών θεσμών μιας νέας εξουσίας του εργαζόμενου λαού όπως αναφέρθηκαν συνοπτικά πιο πάνω. Κεντρική αιχμή στην πρόταση εξουσίας της Λαϊκής Ενότητας σήμερα, από τη στιγμή που δεν έχουν αναδειχθεί ακόμα όργανα εργατικής και λαϊκής εξουσίας μέσα από την πάλη των εργατικών μαζών θα πρέπει να είναι η διεκδίκηση για την εκλογή μιας κυβέρνησης των εργατικών κομμάτων που θα εφαρμόσει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Αυτό στις σημερινές συνθήκες σημαίνει τη διεκδίκηση μιας σοσιαλιστικής συγκυβέρνησης Λαϊκής Ενότητας και ΚΚΕ.

Το εθνικό νόμισμα, ο διεθνισμός και η Ε.Ε

Βασικό στοιχείο της προγραμματικής διακήρυξης είναι η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα. Η αναπόφευκτη και αυτονόητη έκδοση εθνικού νομίσματος για να σταματήσει η νομισματική εξάρτηση από την ΕΚΤ, ένα ζήτημα τεχνικό, που θα έπρεπε να επισκιάζεται από τις αναγκαίες βασικές, αντικαπιταλιστικές – σοσιαλιστικές διεκδικήσεις του προγράμματος, καταλαμβάνει μια δυσανάλογη για τη σημασία του έκταση στη διακήρυξη. Φυσικά αυτό δεν είναι τυχαίο. Αντανακλά την άποψη που έχει διατυπωθεί από τα κύρια ηγετικά στελέχη της Λαϊκής Ενότητας εδώ και χρόνια, πως η εισαγωγή του ευρώ αποτέλεσε μια αποφασιστική αιτία για την κρίση και πως η άμεση επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, σε συνδυασμό με ορισμένα προοδευτικά και ριζοσπαστικά μέτρα, μπορεί να έχει θετική επίδραση στην οικονομία και στο βιοτικό επίπεδο των εργατικών μαζών.

Η διαφορετική άποψη της Κομμουνιστικής Τάσης πάνω σε αυτό το ζήτημα έχει επίσης εξηγηθεί και αναλυθεί επανειλημμένα. Η κρίση στην Ελλάδα είναι το αποτέλεσμα των δομικών αντιφάσεων του καπιταλισμού και της παρούσας διεθνούς φάσης του ιστορικού του αδιεξόδου. Το ευρώ δεν αποτελεί καθοριστική αιτία για την εμφάνιση της κρίσης. Αντίθετα, η ύπαρξη ενός ισχυρού ενιαίου νομίσματος αποτέλεσε ένα πλεονέκτημα για τον ευρωπαϊκό, αλλά και για τον ελληνικό καπιταλισμό, που παρέτεινε την ανάπτυξη για μια ολόκληρη περίοδο. Η μη ύπαρξη εθνικών νομισμάτων στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποτρέψει έναν κύκλο ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων, που θα μπορούσε να τη βυθίσει σε μια βαθύτερη ύφεση αμέσως μετά την κρίση του 2008. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός όμως, δεν μπορεί να αποφύγει την ύφεση, ούτε και την όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, που αναπόφευκτα θα απειλήσει, όπως ήδη έχει συμβεί, τη συνοχή της Ευρωζώνης και την ίδια την ύπαρξη του ευρώ.

Έτσι η πολύ σωστή θέση που υπάρχει στην προγραμματική διακήρυξη ότι «δεν είμαστε νοσταλγοί της καπιταλιστικής Ελλάδας της δραχμής» θα πρέπει να συμπληρωθεί από μια θέση που θα τονίζει ξεκάθαρα πως για την κρίση ευθύνεται ο καπιταλισμός και όχι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και ότι βασικός σκοπός της Λαϊκής Ενότητας είναι μια Ελλάδα σοσιαλιστική και όχι η καπιταλιστική Ελλάδα με κάποιο άλλο, εθνικό νόμισμα. Όσο αυτή η ξεκάθαρη θέση δεν συμπεριλαμβάνεται στον προγραμματικό λόγο της Λαϊκής Ενότητας, τόσο θα δημιουργείται βάσιμα η εντύπωση ότι υπερασπίζεται μια ανύπαρκτη, εναλλακτική «νομισματική» λύση πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού, έστω σε συνδυασμό με την απόπειρα λήψης ορισμένων ριζοσπαστικών μέτρων, που όμως θα βρίσκονται κάτω από διαρκή απειλή και υπονόμευση από την εξουσία που θα συνεχίζει να ασκεί στην οικονομία και το κράτος η αστική τάξη.

Αυτή η εντύπωση ενισχύεται από την άποψη που περιέχεται στη διακήρυξη ότι η έκδοση εθνικού νομίσματος μπορεί να συντελέσει «στην ενίσχυση των εξαγωγών, στον περιορισμό και στη σταδιακή υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχώρια προϊόντα» και «στην ενδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της χώρας». Αυτή η θέση είναι λαθεμένη, καθώς η μόνη λύση που πραγματικά μπορεί να διασφαλίσει τη σχεδιασμένη ενίσχυση των εξαγωγών, τη ρύθμιση εξαγωγών και εισαγωγών με κριτήριο των κοινωνικό όφελος και τη γενική ενδυνάμωση της παραγωγής δεν είναι το εθνικό νόμισμα, αλλά το κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου και ο σχεδιασμός της οικονομίας, στη βάση της κοινωνικοποίησης των βασικών της μοχλών. Αυτά πρέπει να είναι τα βασικά, πρωταγωνιστικά στοιχεία του οικονομικού προγράμματος και όχι το τεχνικό τους συμπλήρωμα, το εθνικό νόμισμα.

Ο υπερτονισμός της σημασίας του εθνικού νομίσματος ασφαλώς είναι ένα σύμπτωμα, που αντανακλά μια συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική τάση. Αυτή είναι η αντίληψη του πατριωτισμού, στην αριστερή του εκδοχή, όπως είναι βγαλμένη από τις πολιτικές παραδόσεις του σταλινισμού. Όμως ο μαρξισμός, με χαρακτηριστικότερο εκπρόσωπο σε αυτό το ζήτημα τον ίδιο τον Λένιν, ιστορικά αντιπαρατέθηκε με αυτές τις αντιλήψεις. Εξηγεί ότι ο πατριωτισμός έχει για την εργατική τάξη προοδευτικό περιεχόμενο μόνο όταν η «πατρίδα» γίνει σοσιαλιστική. Αλλά και σε αυτή ακόμα την περίπτωση, ο πατριωτισμός θα πρέπει να είναι ανταγωνιστικός μόνο προς τα συμφέροντα των εχθρικών καπιταλιστικών κρατών και ούτε στο ελάχιστο προς τα συμφέροντα των εργατών αυτών των κρατών. Αντίθετα, θα είναι πλήρως υποταγμένος στην υπόθεση της ίδιας της διεθνούς νίκης του σοσιαλισμού και στα συμφέροντα του διεθνούς προλεταριάτου σαν σύνολο. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνήσια μαρξιστική αντίληψη, το αληθινά προοδευτικό και υπέρτατο πολιτικό καθήκον για την εργατική τάξη είναι πάντοτε ο προλεταριακός διεθνισμός και όχι ο πατριωτισμός.

Ο υπερτονισμός της σημασίας του εθνικού νομίσματος συνδέεται με τη διεκδίκηση της «εθνικής ανεξαρτησίας». Αυτή η διεκδίκηση, ευρισκόμενη παραδοσιακά στο επίκεντρο του αριστερού πατριωτισμού, διαπερνά την προγραμματική διακήρυξη και επιδιώκει με λάθος τρόπο, να εκφράσει το πραγματικό καθήκον για αποτίναξη της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης, που με άξονα το χρέος και τα Μνημόνια έχει λάβει στην Ελλάδα στοιχεία που μοιάζουν με την αποικιοκρατία. Αυτό το καθήκον όμως, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στο πλαίσιο του ελληνικού καπιταλισμού, όπου η ελληνική άρχουσα τάξη είναι όχι μόνο άρρηκτα συνδεδεμένη με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, αλλά είναι και ίδια ιμπεριαλιστική σε περιφερειακό επίπεδο. Μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, σαν τμήμα της πάλης για τη διεθνή ανατροπή του καπιταλισμού.

Επίσης, ο υπερτονισμός της σημασίας του εθνικού νομίσματος, αντανακλά μια τάση να ταυτίζεται η σοσιαλιστική προοπτική και οικοδόμηση με τα εθνικά κράτη. Όμως όπως η πάλη ενάντια στον καπιταλισμό έχει διεθνή χαρακτήρα εξαιτίας των κοινών συμφερόντων που συνδέουν την παγκόσμια εργατική τάξη, έτσι και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, όπως απέδειξε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των υπολοίπων παραμορφωμένων εργατικών κρατών, είναι ένα διεθνές στο περιεχόμενό του καθήκον, που λόγω της μεγάλης αλληλοσύνδεσης της παγκόσμιας οικονομίας και της ανάπτυξης μέσω της παγκόσμιας αγοράς ενός διεθνούς καταμερισμού εργασίας που επιβάλλεται πάνω σε όλες τις «εθνικές» οικονομίες, απαιτεί τη συνεργασία πολλών εργατικών σοσιαλιστικών κρατών μέσα από ομοσπονδιακές δομές, στη βάση ενός κοινού σχεδιασμού των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο διεθνισμός λοιπόν, που υπερασπίζουν οι μαρξιστές ενάντια στις λαθεμένες αντιλήψεις του αριστερού πατριωτισμού, δεν είναι μια ωραία ιδέα, αλλά εκφράζει μια ταξική, οικονομική και πολιτική αναγκαιότητα να δημιουργηθεί η απαιτούμενη βάση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Από αυτή τη σκοπιά θα πρέπει να αναθεωρηθεί και να συμπληρωθεί ουσιαστικά η ενότητα με τίτλο «ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΣΟΤΙΜΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ», με τη διευκρίνηση ότι μια καπιταλιστική Ελλάδα δεν μπορεί να απολαμβάνει κανενός είδους επωφελή για το λαό «ισοτιμία» μέσα στον σημερινό καπιταλιστικό κόσμο. Το σωστό σύνθημα για τη «δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού κινήματος γύρω από στόχους που εκφράζουν τα κοινά συμφέροντα του κόσμου της εργασίας, ανεξαρτήτως εθνικότητας» θα πρέπει να συμπληρωθεί από το σύνθημα «Για τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης», σαν τη μοναδική προοδευτική εναλλακτική λύση στην αντιδραστική, υπάρχουσα καπιταλιστική ενοποίηση.

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να υποστηρίζεται ρητά το πολιτικό καθήκον της εξόδου από την καπιταλιστική ΕΕ, στη βάση της αντίληψης ότι η ΕΕ από την ίδρυση και τη φύση της είναι ένας αντιδραστικός οργανισμός που υπηρετεί τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Έτσι η αντιμετώπιση της ΕΕ σαν οργανισμού που υπέστη στη πορεία του «αντιδραστική μετάλλαξη» σύμφωνα με τη διατύπωση της διακήρυξης, αλλά και η υπεκφυγή της υποστήριξης ενός μελλοντικού δημοψηφίσματος για τη θέση της Ελλάδας σε αυτή, χωρίς να αναφέρεται σαφώς ποια θα είναι η θέση της Λαϊκής Ενότητας σε αυτό το δίλλημα, συνιστούν λαθεμένες και ελλιπείς θέσεις που πρέπει να αναθεωρηθούν.

Συμμαχία ή κόμμα;

Η Λαϊκή Ενότητα δημιουργήθηκε γρήγορα, αναγκασμένη να ριχτεί πρόωρα σε μια σημαντική εκλογική μάχη. Είναι φυσικό σε αυτές τις συνθήκες, οι συλλογικές της διαδικασίες να είναι προβληματικές και η ίδια η μορφή της να μην είναι ξεκαθαρισμένη. Η προγραμματική διακήρυξη αναφέρει ότι η Λαϊκή Ενότητα δεν είναι κόμμα, αλλά ένα μέτωπο οργανώσεων, συλλογικοτήτων και αγωνιστών. Ωστόσο, με δεδομένο το ιστορικό προηγούμενο του ΣΥΡΙΖΑ που ξεκίνησε σαν πολιτικό μέτωπο και μέσα από την ανάπτυξη της επιρροής του εξελίχθηκε προς την κατεύθυνση ενός ενιαίου κόμματος, η μετεξέλιξη της Λαϊκής Ενότητας προς τη δημιουργία ενιαίων οργανωτικών δομών βρίσκεται ήδη στην «ατζέντα». Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο, από τη στιγμή που η Λαϊκή Ενότητα αρχίζει ήδη να γίνεται πολιτικό σημείο αναφοράς για χιλιάδες αγωνιστές που δεν συμμετέχουν, ούτε και υποστηρίζουν συγκεκριμένα καμία από τις ξεχωριστές οργανώσεις – συνιστώσες που την συγκροτούν.

Η Κομμουνιστική Τάση όπως έκανε με συνέπεια και στον ΣΥΡΙΖΑ, υπερασπίζει την ύπαρξη ενιαίας κομματικής δομής, στη βάση της πιο πλατιάς εσωκομματικής δημοκρατίας, με κατοχυρωμένο το δικαίωμα των τάσεων, σαν τη δημοκρατικότερη, χρησιμότερη και πιο αποτελεσματική μορφή μαζικής οργάνωσης. Η μέθοδος της ομοσπονδίας μεγάλων και μικρών οργανώσεων μπορεί να είναι αποτελεσματική σε εκλογικές μάχες ή σε δράση για επιμέρους ζητήματα. Είναι προβληματική όμως στην καθημερινή, συστηματική πολιτική παρέμβαση στο εργατικό κίνημα και τη νεολαία και δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για ένα ενιαίο μαζικό εργατικό κόμμα, που θα διαθέτει το κατάλληλο – μαρξιστικό φυσικά, σύμφωνα με την άποψή μας – πρόγραμμα και την κατάλληλη πολιτική γραμμή και μεθόδους δράσης.
Αν η Λαϊκή Ενότητα εξελιχθεί σε μια μόνιμη ομοσπονδία διαφορετικών οργανώσεων θα τείνουν να επαναληφθούν όλες οι κακές παραδόσεις του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Οι χιλιάδες αγωνιστές που επιθυμούν να δράσουν πολιτικά για το πρόγραμμά της θα μένουν χωρίς δημοκρατικά δικαιώματα. Οι αποφάσεις θα λαμβάνονται από άτυπα, διορισμένα όργανα, μέσα από την αντιδημοκρατική μέθοδο της «συναίνεσης», στο πλαίσιο της οποίας πρακτικά ο ισχυρότερος μηχανισμός θα σπρώχνεται προς την «εξαγορά» των μικρότερων, με τις μικρότερες οργανώσεις αντί να δοκιμάζουν τις ιδέες τους σε μια ενιαία, μαζική κομματική βάση να επιδιώκουν να διατηρούνται στη ζωή μέσα από την διεκδίκηση προνομιακών σχέσεων με τον κυρίαρχο μηχανισμό.

Φυσικά η ενιαία κομματική δομή – πάντα στη βάση της πιο πλατιάς εσωκομματικής δημοκρατίας και του κατοχυρωμένου δικαιώματος των τάσεων – δεν μπορεί να επιβληθεί στους συμμάχους. Η ζωή εδώ μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Όσοι επιθυμούν να συνυπάρξουν σε μια ενιαία κομματική δομή, που θα αποφασίζει την πολιτική γραμμή με πλειοψηφίες και μειοψηφίες, μπορούν και πρέπει να το πράξουν και όσοι δεν το επιθυμούν, μπορούν να μείνουν μέσα στο πλαίσιο μιας συμμαχίας υπό οποιαδήποτε ονομασία, προορισμένης για τις εκλογικές μάχες ή για συγκεκριμένα ζητήματα κοινής δράσης. Κάτω από αυτή την οπτική, τουλάχιστον όλες οι προερχόμενες από τον ΣΥΡΙΖΑ συλλογικότητες, που έδρασαν μέσα σε ένα ενιαίο κομματικό φορέα τα προηγούμενα 2,5 χρόνια, δεν έχουν κανέναν λόγο να μείνουν έξω από ένα νέο, ενιαίο αριστερό κόμμα.

Η σημαντική εκλογική μάχη και οι προοπτικές

Ωστόσο αυτό που προέχει σήμερα, δεν είναι η έναρξη της συζήτησης για την οργανωτική μορφή της Λαϊκής Ενότητας. Είναι η ανάγκη να κερδηθεί η σημαντική εκλογική μάχη που έχει μπροστά της η Λαϊκή Ενότητα. Ο καλύτερος τρόπος για να συμβεί αυτό είναι η αυτο-οργάνωση των αριστερών αγωνιστών. Η διενέργεια συνελεύσεων της Λαϊκής Ενότητας στις γειτονιές και τους εργατικούς χώρους, που θα εκλέξουν συντονιστικές επιτροπές, είναι ο μόνος δρόμος ώστε χιλιάδες αριστεροί αγωνιστές να κάνουν την εκλογική μάχη δική τους και να δημιουργήσουν βαθιές ρίζες για το νέο κόμμα.

Οι συνελεύσεις αυτές θα πρέπει εκτός από την οργάνωση της εκλογικής μάχης, να συζητήσουν και την προγραμματική διακήρυξη, λαμβάνοντας δημοκρατικά αποφάσεις πάνω σε προτάσεις που θα μπορούσαν να την αλλάζουν ή να την συμπληρώνουν, οι οποίες θα είναι ικανές να αποτελέσουν την αρχική βάση για την σχετική, αναγκαία μετεκλογική συζήτηση. Ταυτόχρονα θα πρέπει να μπορούν να προτείνουν υποψηφίους βουλευτές στην κεντρική επιτροπή ψηφοδελτίων, η οποία υποχρεωτικά θα πρέπει να τις λάβει υπόψη και να τις εξετάσει σοβαρά.

Η μέχρι τώρα προεκλογική καμπάνια της Λαϊκής Ενότητας σωστά εστιάζει στην απόπειρα πολιτικής εκπροσώπησης του συντριπτικά πλειοψηφικού, ταξικού «Όχι» της 5ης Ιούλιου, γιατί αυτό συντελεί στο να συνειδητοποιήσει ο εργαζόμενος λαός τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στον ίδιο και την άρχουσα τάξη. Είναι όμως επείγουσα η ανάγκη, η προεκλογική καμπάνια να εστιάσει στην ανάδειξη της απόλυτης αδυναμίας να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στο έδαφος των Μνημονίων και του καπιταλισμού, όπως υπόσχονται τα παραδοσιακά αστικά κόμματα και ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην υπεράσπιση του δρόμου σύγκρουσης με τα Μνημόνια και τον καπιταλισμό, για τη νίκη του σοσιαλισμού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, που απαιτεί την κινητοποίηση του εργαζόμενου λαού και της νεολαίας. Η ταύτιση της Λαϊκής Ενότητας με τον αντικαπιταλιστικό – σοσιαλιστικό δρόμο, τον μόνο αληθινά εναλλακτικό, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκρουστεί η βρώμικη, συκοφαντική εκστρατεία της άρχουσας τάξης που την εμφανίζει σαν το «κόμμα της δραχμής».

Σημαντικό ζήτημα για την προεκλογική εκστρατεία, αλλά και για την ίδια την υπόθεση της συμβολής της Λαϊκής Ενότητας στη υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης και στην υπόθεση της σοσιαλιστικής αλλαγής της κοινωνίας, είναι η πολιτική της στάση έναντι του ΚΚΕ. Κάθε υπερβολική ή επιθετική φράση από την πλευρά της ηγεσίας του ΚΚΕ, που τηρεί πιστά μια σεχταριστική πολιτική στάση έναντι της Λαϊκής Ενότητας, πρέπει να μένει αναπάντητη. Η Λαϊκή Ενότητα θα πρέπει να υπερασπίζει ειλικρινά, επίμονα και ουσιαστικά την ενότητα και την κοινή δράση ανάμεσα στα δυο μαζικά αριστερά κόμματα. Η πρόταση για μια αριστερή, σοσιαλιστική συγκυβέρνηση Λαϊκής Ενότητας και ΚΚΕ, μπορεί να μην εμφανίζεται σήμερα άμεσα εφικτή, αλλά είναι απόλυτα ορθή και αναγκαία ταξικά και πολιτικά για τον εργαζόμενο λαό. Αναπόφευκτα θα γίνει επίκαιρη και θα κερδίσει την υποστήριξη των μαζών σε ένα επόμενο στάδιο, αυτό της αναπόφευκτης, πλήρους κατάρρευσης της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι αντικειμενικές δυνατότητες και προοπτικές που διαμορφώνονται για την Λαϊκή Ενότητα είναι σημαντικές. Ανεξάρτητα από το ύψος του εκλογικού ποσοστού που θα αποσπάσει στις 20 Σεπτέμβρη, μέσα από τη ραγδαία αποκάλυψη της αντιδραστικής πολιτικής της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ σαν αποτέλεσμα και της βέβαιης συμμετοχής του σε μια συγκυβέρνηση με τα αστικά κόμματα, η Λαϊκή Ενότητα θα τείνει να γίνει, μαζί με το ΚΚΕ ο φυσικός πολιτικός εκφραστής της ταχύτατα αναπτυσσόμενης πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Σε αυτές τις συνθήκες, το πολιτικό καθήκον του ορθού, επαναστατικού – μαρξιστικού της προσανατολισμού, είναι καθοριστικής σημασίας για την εργατική τάξη και τη νεολαία. Η Κομμουνιστική Τάση με όπλο την υπομονετική υπεράσπιση των ιδεών και του προγράμματος του επιστημονικού σοσιαλισμού, θα επιδιώξει να συμβάλει σε αυτό το καθήκον, παλεύοντας ταυτόχρονα στην «πρώτη γραμμή» για την ισχυροποίηση της Λαϊκής Ενότητας και την ενδυνάμωση της φωνής και της δράσης της στην κοινωνία.