Εκλογές στην Καταλονία: η ισχυρή ψήφος υπέρ της ανεξαρτησίας και η στάση των κομμάτων

Μια ανάλυση για τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στην Καταλονία.

Με ιδιαίτερα αυξημένη προσέλευση ψηφοφόρων, της τάξης του 77% (10 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερες σε σχέση με το 2012), οι καταλανικές εκλογές έδωσαν την απόλυτη πλειοψηφία σε έδρες στα κόμματα που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας, τα οποία ωστόσο, δεν πήραν την απόλυτη πλειοψηφία σε ψήφους.

Τα εκλογικά αποτελέσματα έδειξαν τη δύναμη του λαϊκού αισθήματος υπέρ της ανεξαρτησίας, αλλά την ίδια στιγμή, φανέρωσαν την απογοήτευση. Αυτό δείχνουν τα αποτελέσματα τόσο σε απόλυτο αριθμό ψήφων όσο και σε αριθμό εδρών του κοινού ψηφοδελτίου Junts pel Si (JxSi), σε σύγκριση με τα αποτελέσματα των κομμάτων, που απαρτίζουν το κοινό αυτό ψηφοδέλτιο, στις εκλογές του 2012.

Το JxSi δημιουργήθηκε ως μια κοινή πρωτοβουλία του εθνικιστικού αστικού κόμματος CDC του Καταλανού προέδρου Artur Mas και του εθνικιστικού αριστερού κόμματος ERC με τη συμμετοχή κάποιων κοινωνικών οργανώσεων πολιτών, επίσης υποστηρικτών της καταλανικής ανεξαρτησίας. Ο στόχος ήταν να μετατραπούν οι βουλευτικές εκλογές της Καταλονίας σε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της, γνωρίζοντας ότι το ισπανικό κράτος και το κυβερνών κόμμα PP έχουν μπλοκάρει όλες τις προσπάθειες εκ μέρους της Καταλονίας για άσκηση του δημοκρατικού δικαιώματος για αυτοδιάθεση.

Ταυτόχρονα, από την πλευρά του, ο Artur Mas ελίχθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην προσπάθεια του να σώσει τη μη δημοφιλή κυβέρνηση του, η οποία εφάρμοσε περικοπές λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων υπηρεσιών και κατέστειλε τα κοινωνικά κινήματα, έχοντας στιγματιστεί, παράλληλα, από μια σειρά σκανδάλων διαφθοράς.

Στις προηγούμενες εκλογές το 2012, το ERC και το CiU (η εκλογική συμμαχία, τμήμα της οποίας αποτελούσε το CDC τότε) έλαβαν 1,6 εκατομμύρια ψήφους (44,4%) και κέρδισαν 71 έδρες στο κοινοβούλιο της Καταλονίας, απολαμβάνοντας την απόλυτη πλειοψηφία. Δεδηλωμένος στόχος τους αποτέλεσε η επίτευξη της απόλυτης πλειοψηφίας που θα τους επέτρεπε να προχωρήσουν προς τη μονομερή διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Καταλονίας μέσα σε διάστημα 18 μηνών.

Παρά το γεγονός ότι οι εκλογές πολώθηκαν γύρω από το ζήτημα της ανεξαρτησίας, λαμβάνοντας εκ των πραγμάτων τη μορφή ενός δημοψηφίσματος, το σύνολο των ψήφων που έλαβε το JxSí ήταν περίπου το ίδιο με αυτό της συμμαχίας ERC-CiU το 2012, δηλαδή 1,6 εκατ. Με αυξημένη τη συμμετοχή, αυτό σημαίνει ότι το ποσοστό τους μειώθηκε στο 39,5% και έχασαν 9 έδρες, υποχωρώντας από τις 71 έδρες στις 62.

Αν προσθέσουμε τις ψήφους του JxSi με τις ψήφους του CUP (που επίσης υποστηρίζει την ανεξαρτησία της Καταλονίας), το άθροισμα λαμβάνει το 47,7% του συνόλου των ψήφων, ένα μαζικό αποτέλεσμα, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ο ανελέητος καταιγισμός απειλών και επιθέσεων ενάντια στο πολιτικό στρατόπεδο υπέρ της ανεξαρτησίας, που είδαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Στην πραγματικότητα, αυτές οι απειλές οδήγησαν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Το σύνολο των ψήφων υπέρ των κομμάτων, που υποστηρίζουν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία, φθάνει σήμερα το 59,4% επί του συνόλου.

Οι εκλογικές λίστες του JxSi κυριάρχησαν σε κάθε επαρχία και διοικητική περιφέρεια της Καταλονίας. Ωστόσο, έτσι συγκαλύπτεται ένα πραγματικό χάσμα στην ένταση του αισθήματος υπέρ της ανεξαρτησίας, το οποίο αντανακλά μια ταξική διαφοροποίηση. Έτσι οι έξι επαρχίες, στις οποίες το σύνολο των ψήφων στο ΝΑΙ δεν έφτασε το 50%, είναι οι πιο πυκνοκατοικημένες και με την υψηλότερη συγκέντρωση ψήφων προερχόμενων από την εργατική τάξη. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για την πόλη της Βαρκελώνης, όπου η μεσαία και η ανώτερη τάξη της συνοικίας Sarrià Sant Gervasi στήριξαν το ΝΑΙ-υπέρ της ανεξαρτησίας σε ποσοστό 49,7%, ενώ στην εργατική συνοικία Nou Barris ήταν μόλις 29%. Η ίδια εικόνα παρατηρήθηκε στις εργατικές πόλεις γύρω από τη Βαρκελώνη, όπου τα ποσοστά στήριξης για ανεξαρτησία ήταν χαμηλά: στο Sant Adrià del Besós 24%, στη Santa Coloma de Gramanet 19%, στην Cornellà 22%, στο Hospitalet 24%. Στην πραγματικότητα, το σύνολο των ψήφων υπέρ της ανεξαρτησίας δεν αποτέλεσαν το 50% του συνόλου σε καμία από τις 10 καταλανικές πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000. Σε μια προεκλογική δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε από το καταλανικό κυβερνητικό ίδρυμα δημοσκοπήσεων, το 63% των πολιτών, που αυτοπροσδιορίζονται μέλη της «μεσοαστικής τάξης ή της ανώτερης αστικής τάξης», ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό εκείνων, που αυτοπροσδιορίζονται μέλη της «μεσαίας τάξης ή κατώτερης τάξης», ήταν μόλις 37%.

Επίσης, ηττημένοι από την όλη εκλογική διαδικασία βγήκαν το δεξιό τμήμα του ισπανικού κόμματος εξουσίας PP και το κύριο αντιπολιτευτικό κόμμα, το σοσιαλδημοκρατικό PSOE. Παρ’ όλη την τοποθέτηση ενός σκληροπυρηνικού, δεξιού και ρατσιστή υποψήφιου, στην προσπάθεια τους να κινηθούν στη βάση του ισπανικού σοβινισμού, το PP έχασε περίπου 100.000 ψήφους και 8 από τις 20 έδρες που είχε αποκτήσει το 2012. Το καταλανικό τμήμα του PSOE, το PSC, διατήρησε τις ψήφους του αλλά παρομοίως απώλεσε 4 από τις 20 έδρες του, ένα αποτέλεσμα πολύ χειρότερο ακόμα κι από τις εκλογές για το καταλανικό κοινοβούλιο.

Οι ξεκάθαροι νικητές

Δύο ήταν οι ξεκάθαροι νικητές αυτών των εκλογών. Το δεξιό, ισπανικό, εθνικιστικό, «ποπουλίστικο» κόμμα Ciutadans (Cs) και το αντικαπιταλιστικό κόμμα υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας CUP (Λαϊκή Ενότητα).

Το Cs αύξησε τις ψήφους του κατά 450.000, μια τεράστια αύξηση από 275.000 σε 754.000, σχεδόν τριπλασίασε τις έδρες του από 9 σε 25 και έγινε το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στην Καταλανική βουλή. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό το γεγονός ότι όχι μόνο κέρδισαν ψήφους από το δεξιό PP οι Ciutadans, αλλά επίσης κέρδισαν ένα μεγάλο μερίδιο από την αυξημένη συμμετοχή, ειδικά πολλούς πρώην ψηφοφόρους του Σοσιαλιστικού Κόμματος στις εργατικές πόλεις και κωμοπόλεις της Βαρκελώνης, στη λεγόμενη «κόκκινη ζώνη». Έτσι, το Cs έγινε το μεγαλύτερο κόμμα στα παραδοσιακά προπύργια της Αριστεράς και της εργατικής τάξης στο Hospitalet (δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Καταλονίας), στα Barberà del Vallès, Esplugues, Gavà, Ripollet, Rubí, Sant Adrià del Besòs, Sant Andreu de la Barca, Sant Boi και στο Viladecans. Στην πόλη της Βαρκελώνης, το Cs έγινε το μεγαλύτερο κόμμα στην εργατική συνοικία της Nou Barris.

Το Cs βγήκε ωφελημένο από τον χαρακτήρα της εθνικής πόλωσης που δόθηκε στην ψήφο, από την προσεκτική, λαϊκίστικη προσέγγιση απόκρυψης του αληθούς προγράμματος περικοπών και ιδιωτικοποιήσεων, υιοθετώντας ρητορική υπέρ των δημόσιων υπηρεσιών και κοινωνικών δαπανών. Αυτό όμως που πραγματικά ωφέλησε το Cs ήταν η ελλιπής εναλλακτική λύση από την Αριστερά. Το εκλογικό αποτέλεσμα φέρνει σε πολύ καλή θέση το Cs για τις επερχόμενες γενικές Ισπανικές εκλογές του Δεκεμβρίου.

Ο άλλος μεγάλος νικητής των εκλογών ήταν το ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό κόμμα, υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας, το CUP. Έλαβε 336.000 ψήφους, 12.000 λιγότερες από το ισπανικό κυβερνών κόμμα PP και 10 έδρες, εν συγκρίσει με το 2012 που είχε λάβει 126.000 ψήφους και 3 έδρες αντίστοιχα, την πρώτη φορά που μετείχε στις Καταλανικές βουλευτικές εκλογές.

Το CUP ήταν σε θέση να εκπροσωπήσει το ριζοσπαστισμό μεγάλης μερίδας της νεολαίας και τους ψηφοφόρους που υποστήριξαν την ανεξαρτησία της Καταλονίας, οι οποίοι απέρριψαν τις εκλογικές λίστες του JxSí εξαιτίας της άμεσης σύνδεσης τους με τον Artur Mas και την παρακαταθήκη που άφησε η κυβέρνηση του. Είναι αλήθεια ότι η διείσδυση του CUP στους παραδοσιακούς κύκλους της εργατικής τάξης εξακολουθεί να είναι αναιμική, αλλά έχει αυξηθεί σημαντικά η παρουσία του από το 2012. Μερίδα της νεολαίας, προερχόμενη από οικογένειες της εργατικής τάξης που μετανάστευσαν στην Καταλονία από άλλες περιοχές της Ισπανίας τις δεκαετίες ’60 και ’70, ψήφισε το CUP.

Το μήνυμα που δόθηκε καθ΄ όλη τη διάρκεια της εκστρατείας ήταν η καθαρή ρήξη με το κατεστημένο, τόσο όσον αφορά το εθνικό ζήτημα και τη ρήξη με την Ισπανία όσο και τα κοινωνικά ζητήματα, στηρίζοντας όχι μόνο τη σαφή ρήξη με τη λιτότητα αλλά και με τον καπιταλισμό. Το ριζοσπαστικό αυτό μήνυμα απέδωσε καρπούς.

Όμως, ακριβώς λόγω της ίδιας του της επιτυχίας, το CUP αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση. Το JxS δεν έχει απόλυτη πλειοψηφία, κι έτσι χρειάζεται την ψήφο μερικών, τουλάχιστον, βουλευτών του CUP έτσι ώστε να μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Αν το CUP απείχε από την ψηφοφορία και όλα τα υπόλοιπα κόμματα ψήφιζαν κατά, δε θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση και θα οδηγούμασταν σε νέες εκλογές. Το CUP έχει ήδη ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται να ψηφίσει τον Artur Mas, καθώς την προηγούμενη περίοδο ταυτίστηκε με δεξιές πολιτικές και διαφθορά – όμως θα δεχθεί σημαντικές πιέσεις. Το επιχείρημα θα είναι: «είστε υπέρ της ανεξαρτησίας, το JxS είναι επίσης υπέρ της ανεξαρτησίας, ας συμφωνήσουμε σε ένα κοινό μέτωπο, και ας αφήσουμε την πολιτική για αργότερα, όταν θα έχουμε τη Δημοκρατία της Καταλονίας». Η λογική αυτή, των δύο σταδίων, μπορεί να αποδειχθεί θανατηφόρα για το CUP, αφού θα εξανέμιζε τη δυναμική που έχει αποκτήσει λόγω της αντικαπιταλιστικής του πολιτικής γραμμής.

Ακόμα κι αν το JxS συμφωνούσε να αφαιρέσει τον Mas απο την εξίσωση και να βρει κάποιον άλλο, πιο αποδεκτό υποψήφιο για την προεδρία, κάτι το οποίο το CUP έχει ζητήσει και πάλι θα υπήρχε το ζήτημα της συμμετοχής ή της στήριξης του CUP σε μια κυβέρνηση που θα συμπεριλάμβανε το δεξιό CDC. Αυτή θα είναι η δοκιμασία για το CUP.

Αποτυχία του Podemos

Τέλος, υπάρχει και το ζήτημα των αποτελεσμάτων του Catalunya Si Que Es Pot (CSQP, η κοινή λίστα του Podemos και του ICV, του καταλανικού σχηματισμού της ενωμένης αριστεράς IU). Λίγο πριν τις εκλογές, τον Ιούνιο, μια δημοσκόπηση έδειχνε ότι μια λίστα που θα επαναλάμβανε τη «συνταγή της Βαρκελώνης» (μία ευρεία συμμαχία των κομμάτων στα αριστερά του PSOE και κοινωνικών κινημάτων) θα αποσπούσε 30 έδρες και θα μπορούσε να έρθει πρώτη σε ψήφους στις Καταλανικές εκλογές. Τελικά, το CSQP κατάφερε με δυσκολία να διατηρήσει τον αριθμό ψήφων που είχε το ICV το 2012 από μόνο του λαμβάνοντας 366.494 ψήφους και με την αυξημένη συμμετοχή έχασε 2 έδρες (και να αποσπάσει τελικά 11). Είναι σημαντικό να αναλυθούν οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτό το άσχημο αποτέλεσμα, καθώς έχουν βαρύτητα και για τις επερχόμενες ισπανικές εκλογές του Δεκέμβρη.

Πρώτα από όλα, το CSQP εγκλωβίστηκε από την έντονη πόλωση των εκλογών στο δίπολο της ανεξαρτησίας ή μη. Η τακτική του CSQP, η οποία επικέντρωνε τη γραμμή του σε κοινωνικοοικονομικά ζητήματα συμπιέστηκε. Επιπλέον, αρνητικό ρόλο έπαιξε και το ότι το CSQP δεν είχε ριζοσπαστική προσέγγιση στα παραπάνω ζητήματα, αλλά ούτε και στο εθνικό ζήτημα.

Όσον αφορά το εθνικό ζήτημα, το πρόγραμμά του ήταν ασαφές. Η επίσημη ιδρυτική διακήρυξη υποστήριζε μία θέση (μία μονομερής σχετικά με την Ισπανία διαδικασία ανεξαρτητοποίησης για την Καταλονία), ενώ το εκλογικό πρόγραμμα υιοθετούσε μια αντιφατική (ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας μετά από διαπραγμάτευση με την Ισπανία). Σε πολλούς Καταλανούς η παραπάνω θέση φάνηκε μη ρεαλιστική, καθώς η Ισπανία έχει απορρίψει κάθε προσπάθεια για διεξαγωγή ενός «νόμιμου» δημοψηφίσματος και το Podemos δεν φαίνεται, την παρούσα στιγμή, ως μια άμεση βιώσιμη εναλλακτική για να αλλάξει η στάση της Ισπανίας από το Δεκέμβρη, καθώς έχει πέσει στη τρίτη θέση στις δημοσκοπήσεις.

Επιπλέον, στην αρχή της προεκλογικής εκστρατείας, οι Ισπανοί ηγέτες του Podemos (Pablo Iglesias & Errejon) οι οποίοι ήταν αρκετά προβεβλημένοι, συγκέντρωναν τις επιθέσεις τους στον Artur Mas, εξισώνοντάς τον με τον Ραχόι. Αυτό, αν και θεμελιακά σωστό, θα έπρεπε να ακολουθείται από μια ξεκάθαρη απόρριψη της αντιδραστικής εκστρατείας, την οποία έχουν εξαπολύσει το Ισπανικό κράτος και το κυβερνών κόμμα κατά των καταλανικών κομμάτων που στηρίζουν την ανεξαρτησία. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ή τουλάχιστον δεν έγινε επαρκώς.

Η σωστή θέση του Podemos να αναγνωρίσει το δημοκρατικό δικαίωμα της Καταλονίας να επιλέξει αν θα παραμείνει στην Ισπανία, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε να «μείνετε μαζί μας για να διώξουμε μαζί τον Ραχόι», αποδυναμώθηκε, τελικά, από την έλλειψη μιας ριζοσπαστικής προσέγγισης στο πώς θα κερδηθεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος και το πώς θα φύγει ο Ραχόι.

Ενώ το CSQP άσκησε αυστηρή κριτική στις πολιτικές λιτότητας της καταλανικής κυβέρνησης, δεν κατάφερε να προωθήσει την εναλλακτική λύση. Αυτό επιβαρύνθηκε και από τη σχεδόν καθολική ταύτιση του CSQP και του Iglesias με τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, η οποία μετατράπηκε σε αδυναμία λόγω της παράδοσης του Τσίπρα στην τρόικα. Έτσι, το CUP κατάφερε να συμπιέσει το CSQP από τα αριστερά.

Τέλος, η δομή του CSQP ήταν κυρίαρχα ιεραρχική και γραφειοκρατική, σε αντίθεση με τη γνήσια συμμετοχική και δημοκρατική διαδικασία με την οποία χτίστηκε η Barcelona en Comu, η λίστα που κέρδισε τις δημοτικές εκλογές της Βαρκελώνης.

Τα συμπεράσματα είναι ξεκάθαρα: αυτό που χρειάζεται είναι ξεκάθαρη αντικαπιταλιστική γραμμή και μαζική δημοκρατική συσπείρωση γύρω από αυτό το πρόγραμμα. Δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από ό,τι συνέβη στο Podemos πριν τις Ισπανικές εκλογές. Οι τοπικοί «κύκλοι» (τοπικές οργανώσεις) άδειασαν, το μήνυμα έγινε πιο μετριοπαθές και αντί για μια ειλικρινή προσπάθεια για ενότητα γίναμε μάρτυρες παρασκηνιακών ελιγμών του μηχανισμού.

Όσον αφορά την Καταλονία, είναι αμφίβολο πως η κατάσταση θα μεταβληθεί σημαντικά πριν από τις ισπανικές εκλογές του Δεκεμβρίου. Ο Artur Mas και το CDC θα αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες στο σχηματισμό κυβέρνησης και δεν θα κερδίσουν ουσιαστικές υποχωρήσεις (που είναι, τελικά, αυτό που επιδιώκουν) από την Ισπανία. Το κυβερνών PP θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει την πιθανότητα απόσχισης ως φόβητρο για να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του. Όμως, πιθανή ήττα του PP το Δεκέμβρη μπορεί να ανατρέψει την κατάσταση. Η εκλογή μιας κυβέρνησης στην Ισπανία, η οποία θα κάνει σημαντικές οικονομικές και διοικητικές υποχωρήσεις στο ζήτημα της Καταλονίας, θα μπορούσε να κατευθύνει τις δίκαιες ελπίδες των Καταλανών προς την ιδέα της ενιαίας πάλης για θεμελιακή αλλαγή. Πάντως η ενότητα της Ισπανίας είναι ένας από τους κύριους πυλώνες (μαζί με τη Μοναρχία και την ατιμωρησία των εγκλημάτων του Φράνκο) του καθεστώτος του 1978 και κάθε αμφισβήτησή τους μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση όλο το οικοδόμημα. Ελλείψει μιας επαναστατικής αλλαγής, είναι δύσκολο να σκεφτούμε πώς θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο.

Δεν είναι ακόμα αργά για το Podemos να αλλάξει ριζικά την πορεία του, να επιστρέψει στις ριζοσπαστικές του ρίζες και να θέσει το ζήτημα της ρήξης με το Σύνταγμα του 1978, του δημοψηφίσματος για την Καταλονία και της πάλης για τη Δημοκρατία, ενώ την ίδια στιγμή θα συγκρουστεί με τον καπιταλισμό ολομέτωπα, ως αιτία της λιτότητας και των περικοπών. Μόνο ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα βασισμένο στο σοσιαλισμό μπορεί να προσφέρει λύση.

Χόρχε Μαρτίν

Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com: Άγγελος Σταμούλης – Φοίβος Σκαρπέλος