Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ανέρχεται σε  2,3 τρισ. ευρώ ή 132% του  ΑΕΠ της. Αποτελεί δηλαδή το τρίτο μεγαλύτερο στον κόσμο μετά την Ιαπωνία και την Ελλάδα. Επιπλέον, οι τράπεζες της Ιταλίας κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων της Ευρώπης, συνολικού ύψους 224 δισ. Ευρώ. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία αποτελεί μικρό οικονομικό παράγοντα στην Ευρώπη, η Ιταλία έχει την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρωζώνη, συμβάλλοντας με περισσότερο από 15% στο συνολικό ΑΕΠ της. Η Ιταλία έχει πλέον γίνει τεράστιος κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εν λόγω σταθερότητα δοκιμάστηκε έντονα το Μάιο, όπου στα πλαίσια της διαμόρφωσης μιας κυβέρνησης συνασπισμού, τα κόμματα «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» και «Λίγκα του Βορρά» πρότειναν για υποψήφιο υπουργό Οικονομικών, έναν ευρωσκεπτικιστή που ήταν γνωστός για τις απόψεις του περί εξόδου της Ιταλίας από την Ευρωζώνη. Ο κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφεύχθηκε τότε, με το βέτο του προέδρου της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα.

Η απόδοση των ιταλικών διετών ομολόγων, ξαφνικά ανήλθε σε υψηλό πενταετίας, φθάνοντας το 2,73%, εκτοξεύοντας έτσι το κόστος δανεισμού στα ύψη. Η ιταλική χρηματιστηριακή αγορά επλήγη επίσης. Συγκεκριμένα, οι μετοχές των ιταλικών τραπεζών σημείωσαν πτώση: Η Uni Credit, η πρώτη τράπεζα της Ιταλίας, σημείωσε μείωση 9,2% στην αξία των μετοχών της, ακολουθούμενη από τη δεύτερη τράπεζα της, Intesa Sanpaolo, που έχασε 7,2%. Η κρίση είχε αντίκτυπο σε όλη την Ευρώπη, ειδικά στις ασθενέστερες οικονομίες της, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία, και ακόμη πιο μακριά.

Το χρέος «βουνό» της Ιταλίας

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε οποιαδήποτε σοβαρή οικονομική κρίση στην Ιταλία, καθώς κατέχει 340 δισ. ευρώ ιταλικών ομολόγων: περίπου το 15% του συνολικού χρέους της Ιταλίας. Οι ιταλικές τράπεζες διατηρούν επίσης μεγάλα ποσά κρατικών ομολόγων, στηρίζοντας έτσι την κρατική οικονομία. Όσο το κράτος συνεχίζει να πληρώνει, όλα βαίνουν καλώς. Τα τελευταία 10 χρόνια, το ιταλικό κράτος έχει καταβάλει τόκους ύψους 700 δισ. ευρώ από το συσσωρευμένο χρέος του. Αν όμως η απόδοση των κρατικών ομολόγων γίνει υπερβολικά υψηλή, το κράτος θα αναγκαστεί να κάνει στάση πληρωμών, προκαλώντας μια τραπεζική κρίση που δεν θα σταματούσε στα σύνορα της Ιταλίας, αλλά θα έπληττε ολόκληρη την Ευρώπη, αφού το συνολικό ύψος των μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών δάνειων έχει ήδη φτάσει τα 938 δισ. ευρώ.

Έτσι, μια κρίση στην Ιταλία θα έχει δραματικές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία. Ως εκ τούτου, η Ιταλία θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση. Όλα αυτά εξηγούν γιατί οι σοβαροί, αστοί, οικονομικοί αναλυτές επικεντρώνονται σε αυτό που συμβαίνει στην Ιταλία.

Το βασικό πρόβλημα της ιταλικής οικονομίας είναι τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας και συνεπώς η μειωμένη ανταγωνιστικότητά της. Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγές της στην παγκόσμια αγορά, σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, έχουν μειωθεί, όπως έχουν κάνει και τα έσοδά της με αποτέλεσμα να χάνει ολοένα και περισσότερο έδαφος, μένοντας πολύ πίσω από τους βασικούς της ανταγωνιστές. Μια πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ έδειξε ότι, από την εισαγωγή του ευρώ το 1999, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ιταλία αυξήθηκε κατά περίπου 20% σε σύγκριση με τη Γερμανία και 10% σε σύγκριση με την Ευρωζώνη στο σύνολό της.

Τα πάλαι ποτέ χρυσά χρόνια της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του 1960, όταν η Ιταλία είχε ρυθμούς ανάπτυξης περίπου 7% ετησίως, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τώρα, η Ιταλία κατακλύζεται από: χαμηλή ανάπτυξη (που πρόσφατα έκανε την εμφάνισή της  – πολύ αργά – μετά από δέκα χρόνια de facto στασιμότητα), υψηλότερη ανεργία (περίπου διπλάσια από ό,τι ήταν πριν την παγκόσμια κρίση του 2008) και πτώση του βιοτικού επιπέδου για μεγάλη μερίδα πληθυσμού.

Η νέα κυβέρνηση

Όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενο άρθρο «οι ιταλικές εκλογές ήταν ένας πολιτικός σεισμός με την κυριολεκτική έννοια της λέξης – έχουν παραγάγει αυτό που είχε προβλεφθεί εδώ και πολύ καιρό: ένα  κοινοβούλιο “σε ασταθή ισορροπία”, χωρίς κόμμα ή συνασπισμό κομμάτων, ικανά να εκφράσουν μια κυβέρνηση πλειοψηφίας».

Έκτοτε, το «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» και η «Λίγκα του Βορρά» κατάφεραν να συνάψουν συμφωνία για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με τη μορφή ενός «συμβολαίου». Ένα από τα συνθήματα που συγκέντρωσαν την προσοχή των φτωχότερων στρωμάτων της κοινωνίας, ιδιαίτερα του Νότου, ήταν η υπόσχεση ενός βασικού εισοδήματος για τους ανέργους ύψους 780 ευρώ. Μια άλλη υπόσχεση ήταν ότι θα καταργηθούν οι μισητές περικοπές των συντάξεων που εφάρμοσε η προηγούμενη κυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος. Έχει υπολογιστεί ότι αυτό θα μπορούσε να κοστίσει έως και το 6% του ΑΕΠ, κάτι που η οικονομία της Ιταλίας δεν μπορεί να αντέξει. Η «Λίγκα του Βορρά» έχει προσωπική συμμετοχή σε αυτή την οικονομική παροχολογία, πιέζοντας για μια φορολογική μεταρρύθμιση, με την εισαγωγή ενός βασικού ενιαίου φόρου που μειώνει τους φόρους για τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας περαιτέρω τα κρατικά έσοδα.

Embed from Getty Images

Η κυβέρνηση με αυτές τις πολιτικές που έχει διακηρύξει είναι σα να προσπαθεί να «τετραγωνίσει τον κύκλο». Στην πραγματικότητα, δεν θα είναι σε θέση να εφαρμόσει όλες τις υποσχέσεις της. Για να διασφαλιστεί ότι ούτε το «Κίνημα των Πέντε Αστέρων» ούτε η «Λίγκα του Βορρά» θα βγουν εκτός ελέγχου, η ιταλική αστική τάξη έχει επιβάλει έναν από τους άνδρες της ως υπουργό Οικονομικών που ακούει στο όνομα, Τζιοβάνι Τρία. Σε πρόσφατες συνεντεύξεις που δημοσιεύθηκαν στα ΜΜΕ, έχει καταστήσει σαφές ότι όλες οι πολιτικές που θα εφαρμόσει η κυβέρνηση αυτή θα πρέπει να είναι βιώσιμες, δηλαδή θα πρέπει να παραμείνουν εντός των ορίων που υπαγορεύει η οικονομική κατάσταση της Ιταλίας. Έχει αποκλείσει την αύξηση των κρατικών δαπανών για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ούτω καθεξής, επιμένοντας ότι η κυβερνητική πολιτική πρέπει να βασίζεται στην αρχή της μείωσης του δημόσιου χρέους.

Οι δηλώσεις του Τρία προκάλεσαν την οργή των ακτιβιστών τόσο στο Κίνημα των Πέντε Αστέρων, όσο και στη Λίγκα του Βορρά. Οι διακηρύξεις αυτές του υπουργού, δεν συνάδουν με τις προεκλογικές υποσχέσεις και το γεγονός αυτό αλλάζει άρδην τη δημοτικότητα της κυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα: η Λίγκα του Βορρά βγαίνει από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις φανερά ενισχυμένη, ενώ το Κίνημα των Πέντε Αστέρων σημειώνει μεγάλη πτώση.

Ο ρατσισμός στην υπηρεσία του «διαίρει και βασίλευε»

Πώς η Λίγκα του Βορρά το πετυχαίνει αυτό; Εκτρέποντας την προσοχή από τα πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα και επικεντρώνοντάς την στο μεταναστευτικό ζήτημα. Ο υπουργός Εσωτερικών και πρόεδρος της Λίγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι βρίσκεται σε σχεδόν μόνιμη προεκλογική εκστρατεία. Ξέρει ότι αυτή η κυβέρνηση δεν θα μακροημερεύσει, καθώς δεν θα μπορέσει να λύσει τα πιεστικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι. Δεν θα είναι σε θέση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας ούτε να αυξήσει τις συντάξεις. Αντίθετα, κάτω από την πίεση των Ιταλών αστών και των αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει και να συνεχίσει τη λιτότητα.

Η ανωτέρω απόπειρα αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τη Λίγκα του βορρά, εξηγεί τον μανιασμένο ρατσισμό που προωθεί ο Σαλβίνι. Το μήνυμα που προσπαθεί να περάσει είναι ότι όλα τα προβλήματα της Ιταλίας οφείλονται στη μαζική εισροή μεταναστών. Σε αυτή τη λογική κινείται και η διαταγή του να απαγορευτεί στα πλοία που μεταφέρουν εκατοντάδες μετανάστες να αποβιβάζονται σε ιταλικούς λιμένες. Φυσικά, πρόκειται για καθαρή προπαγάνδα, καθώς ένα πλοίο αναγκάστηκε να πάει στην Ισπανία και ένα άλλο, με ακόμη περισσότερους μετανάστες, αποβιβάστηκε σε λιμάνι της Σικελίας. Παρ ‘όλα αυτά, ο Σαλβίνι στέλνει ένα μήνυμα ότι με αυτόν επικεφαλής, γίνεται τελικά κάτι για το μεταναστευτικό ζήτημα. Με αυτόν τον τρόπο, φέρνει την Ιταλία σε σύγκρουση με την υπόλοιπη ΕΕ. Επιπλήττει τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, κατηγορώντας τους ότι δεν έχουν πάρει το μερίδιό των μεταναστών που τους αναλογεί. Σε αυτό, έχει ένα εύκολο καθήκον, καθώς χώρες όπως η Γαλλία εμπόδισαν την είσοδο στους μετανάστες κατά μήκος των συνόρων τους με την Ιταλία. Όλα αυτά κάνουν το Σαλβίνι πολύ δημοφιλή στη Δεξιά και το τελικό αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι η Λίγκα του Βορρά θα εμφανιστεί πιθανότατα ως το κύριο κόμμα της δεξιάς στην Ιταλία.

Αποδυνάμωση «Πέντε Αστέρων»

Σε όλα αυτά, είναι το Κίνημα των πέντε Αστέρων που πλήττεται περισσότερο. Καταρρέει στις δημοσκοπήσεις καθώς αρχίζει να εκτίθεται στα μάτια του – κυρίως αριστερού – εκλογικού σώματος. Το Κίνημα των Πέντε Αστέρων κατέλαβε το κενό που έχει δημιουργήσει η απουσία του παλιού Κομμουνιστικού κόμματος, κερδίζοντας το εκλογικό σώμα, που σε υποτιθέμενη αναλογία με το παρελθόν, θα ψήφιζε το παλιό Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (PCI). Αν μιλήσει κανείς με οποιονδήποτε εργαζόμενο στη βιομηχανία, ειδικά στο Νότο θα ακούσει την ίδια ιστορία: οι εργαζόμενοι στα εργοστάσια ψήφισαν συντριπτικά για το Κίνημα των Πέντε Αστέρων. Οι νέοι ψήφισαν επίσης μαζικά για τα Πέντε Αστέρια. Αυτό εξηγεί γιατί ο αρχηγός αυτού του κόμματος, ο Λουίτζι Ντι Μάιο, έγινε Υπουργός Εργασίας, καθώς είναι αυτός που θα πρέπει να «πουλήσει» τις κυβερνητικές πολιτικές στους εργαζόμενους και τους νέους.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο για τα Πέντε Αστέρια να δικαιολογήσουν τον συνασπισμό τους με την καθαρά δεξιά και ρατσιστική Λίγκα του Βορρά. Και ήδη η διάθεση αρχίζει να αλλάζει. Στα εργοστάσια, η σχεδόν τυφλή πίστη ότι τα Πέντε Αστέρια θα αλλάξουν ριζικά τα πράγματα έχει αρχίσει να εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει πλέον ο ίδιος ενθουσιασμός όπως πριν. Είναι ακόμα νωρίς, αλλά η εκπαίδευση των μαζών έχει αρχίσει. Με την πάροδο του χρόνου ο ιταλικός λαός θα συνειδητοποιήσει ότι αυτή η κυβέρνηση δεν πρόκειται να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής του. Προς το παρόν διαμορφώνεται η άποψη ότι αυτή η κυβέρνηση θα ασχοληθεί σοβαρά με το πρόβλημα της ανεργίας και των μισθών, όπως ακριβώς κάνει με το μεταναστευτικό που κρατάει μια σταθερή θέση και αμφισβητεί τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Αλλά αποτελεί ψευδαίσθηση που θα διαλυθεί, ότι η αδιάλλακτη στάση της κυβέρνησης στο μεταναστευτικό, μπορεί να διατηρηθεί και στα οικονομικά ζητήματα.

Τι θα συμβεί τότε; Οι εργαζόμενοι και η νεολαία της Ιταλίας προσπάθησαν να αλλάξουν τα πράγματα στο πολιτικό μέτωπο. Καθώς οι παλιοί, καθιερωμένοι συνδικαλιστές ηγέτες δεν ήταν διατεθειμένοι να παλέψουν, χρησιμοποίησαν ότι είχαν στα χέρια τους, την ψήφο τους. Στράφηκαν ενάντια στο Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο αντιμετώπισε μια μεγάλη πτώση και ψήφισαν το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, πιστεύοντας ότι επειδή ήταν ένα νέο κόμμα που υποσχέθηκε να καθαρίσει τη διαφθορά και εγγυήθηκε σε όλους ένα βασικό ελάχιστο εισόδημα, αυτή θα ήταν η αρχή για σημαντικές αλλαγές.

Ωστόσο, αυτή η αλλαγή δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί. Και επειδή τα Πέντε Αστέρια είναι ένα νέο φαινόμενο που δεν έχει ακόμη καθιερώσει κάποια παράδοση, θα εκτεθεί πολύ γρήγορα. Υπάρχουν ήδη εντάσεις ανάμεσα στην πιο ανοιχτά-καπιταλιστική πτέρυγα των Πέντε Αστέρων και στην «αριστερή πτέρυγα» της. Έτσι, τα πέντε αστέρια θα διασπαστούν και θα κατακερματιστούν σε κάποια φάση. Σε αυτό το πλαίσιο, μόλις καταστεί σαφές σε όλους ότι αυτή η κυβέρνηση δεν είναι η κυβέρνηση των αλλαγών που όλοι επιθυμούν, θα δούμε μια επανεμφάνιση κοινωνικών κινημάτων. Όταν οι εργαζόμενοι χάσουν την πίστη στο πολιτικό μέτωπο, θα στραφούν στο συνδικαλιστικό μέτωπο. Και δεδομένου του ασφυκτικού στραγγαλισμού της ρεφορμιστικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, είναι πολύ πιθανόν να δούμε κινήσεις από τα κάτω. Αρχικά εναντίον της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, πηγαίνοντας πίσω στις παλιές παραδόσεις της ιταλικής εργατικής τάξης των αυθόρμητων κινημάτων, παρόμοιες με εκείνες που οδήγησαν στο «Θερμό Φθινόπωρο» του 1969 με τις ογκωδέστατες απεργιακές κινητοποιήσεις.

Κρίση της Αριστεράς και τα καθήκοντα των μαρξιστών

Όλη η παλιά Αριστερά είναι «καθηλωμένη» πάσχοντας από μια σοβαρή κατάθλιψη. Δεν βλέπουν τίποτα παρά μόνο ρατσισμό και μαύρη αντίδραση. Γίνεται λόγος για μια αυξανόμενη φασιστοποίηση με τη μορφή της Λίγκας του Βορρά. Κατηγορείται ακόμα και η εργατική τάξη για την κατάσταση στην όποια έχει περιέλθει η Αριστερά. Η αλήθεια είναι ότι η επίσημη, παραδοσιακή Αριστερά – σε όλα τα ρεύματα της – συνέβαλε στην παρούσα κατάσταση. Στο προσκήνιο πρώτοι στέκονται οι παλιοί ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος: ο κύριος όγκος των οποίων σχημάτισε το Δημοκρατικό Κόμμα. Η ειρωνεία της κατάστασης είναι ότι τα αστικά μέσα έχουν δημιουργήσει με επιτυχία μια εικόνα της «αριστεράς» ως το Δημοκρατικό Κόμμα: δηλαδή το κόμμα των αφεντικών. Ο ηγέτης της Λίγκας του Βορρά χρησιμοποιεί την εικόνα αυτή,  για να απεικονίσει τον εαυτό του ως τον μόνο υπερασπιστή της εργατικής τάξης.

Το καθήκον των μαρξιστών είναι να οικοδομήσουν τις δυνάμεις τους, να κερδίσουν και να εκπαιδεύσουν μια νέα γενιά αγωνιστών και να προετοιμαστούν ώστε να παρεμβαίνουν στα κινήματα που αναπόφευκτα θα εμφανιστούν.

Αυτό, φυσικά, είναι μια πολύ προσωρινή κατάσταση. Στην πραγματικότητα υπάρχει υποβόσκον θυμός και απογοήτευση εκατομμυρίων εργαζομένων και νέων. Κανείς δεν προσφέρει μια πραγματική λύση στα προβλήματά τους. Και η ειρωνεία της κατάστασης είναι ότι εδώ έχουμε μια χώρα που κάποτε είχε ένα ισχυρό Κομμουνιστικό Κόμμα με περίπου 2 εκατομμύρια μέλη, το οποίο όμως δεν έχει πλέον πολιτική έκφραση για την εργατική τάξη. Υπάρχει ένα τεράστιο κενό στην αριστερά και αυτό εξηγεί το αδιέξοδο στην κατάσταση. Αλλά το αδιέξοδο δεν θα υπάρχει για πάντα. Η διάθεση της νεολαίας είναι πολύ ριζοσπαστική και εκφράζεται κάθε φορά που υπάρχει ένα θέμα που προσελκύει μεγάλο αριθμό νέων.

Ενώ ο ηγέτης της Λίγκας και υπουργός εσωτερικών, Σαλβίνι μπορεί να ενεργοποιήσει τα ρατσιστικά ένστικτα – εκμεταλλευόμενος την κρίση του μεταναστευτικού – με το να εμποδίσει ένα πλοίο να αποβιβαστεί στα ιταλικά λιμάνια, η άλλη πλευρά του νομίσματος  είναι η αηδία και ο θυμός σε ένα διαφορετικό στρώμα του πληθυσμού, ειδικά σε ένα τμήμα της νεολαίας. Και όταν καταστεί σαφές ότι αυτή η κυβέρνηση δεν έχει τίποτα να προσφέρει στους εργαζόμενους, τους νέους ή τους ανέργους, ο «υδατοφράκτης» θα ανοίξει και η «πλημμυρίδα» της ταξικής πάλης θα απελευθερωθεί.

Σε αυτές τις συνθήκες, το καθήκον των μαρξιστών είναι να οικοδομήσουν τις δυνάμεις τους, να κερδίσουν και να εκπαιδεύσουν μια νέα γενιά αγωνιστών και να προετοιμαστούν ώστε να παρεμβαίνουν στα κινήματα που αναπόφευκτα θα εμφανιστούν.

Φρεντ Γουέστον

Μετάφραση από το www.marxist.com: Βαγγέλης Σταθόπουλος