Για την Κομμουνιστική Τάση

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Uncategorized Εισαγωγή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Εισαγωγή στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα εκτεταμένο απόσπασμα από την εισηγητική ομιλία που εκφωνήθηκε στο διαδικτυακό σεμινάριο το οποίο διοργάνωσε τον περασμένο Απρίλιο η Κομμουνιστική Τάση και η Νεολαία Ενάντια στον Καπιταλισμό, με θέμα τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Ομιλητής ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Επανάσταση» (www.marxismos.com), Σταμάτης Καραγιαννόπουλος.

Το ελληνικό μαρξιστικό κίνημα και η εργατική τάξη της χώρας οφείλουν αιώνιο σεβασμό και τιμή στον πρωτοπόρο υπερασπιστή της μεθόδου του Ιστορικού Υλισμού στην εξέταση της ελληνικής Ιστορίας, Γιάννη Κορδάτο. Εκατό χρόνια σχεδόν μετά τη δημοσίευση της μελέτης του με τίτλο «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821» πρέπει να πούμε ότι αυτό το βιβλίο αποτελεί την πιο ευσυνείδητη, αντικειμενική και αληθινά ιστορικο-υλιστική εργασία για την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Δυστυχώς, σήμερα ο Κορδάτος και το έργο του αυτό, βάλλονται συγκαλυμμένα από την ηγεσία του ΚΚΕ – κάτι που άλλωστε δεν έπαψαν να κάνουν και οι προκάτοχοί της από τις αρχές της δεκαετίας 1930 – αλλά και από αριστερούς συγγραφείς όπως ο Γ. Μηλιός και οι υποστηρικτές του.

Η Επανάσταση του 1821 ήταν μια αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση. Τι εννοούμε με αυτόν τον χαρακτηρισμό; Όταν λέμε αστική επανάσταση εννοούμε ότι το κοινωνικό περιεχόμενο της επανάστασης ήταν η βασική ιστορική διεκδίκηση της ανερχόμενης αστικής τάξης, δηλαδή να δημιουργηθεί ένα αστικό έθνος-κράτος που θα διευκολύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Όταν λέμε «αστική επανάσταση», ασφαλώς, δεν εννοούμε μια επανάσταση στην οποία συμμετείχε μόνο η αστική τάξη. Δεν υπήρξε ούτε μία αστική επανάσταση στον κόσμο ξεκινώντας από το πρότυπο και τη μητέρα των αστικών επαναστάσεων, τη Γαλλική Επανάσταση 1789-1793, στην οποία να μην είχαν πρωτοστατήσει τα εργαζόμενα πληβειακά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Η αστική τάξη πάντα βάσιζε τις επαναστάσεις της σ’ αυτά τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα, τα καλούσε στον αγώνα και στο τέλος τα πρόδιδε. Ανέβαινε στην εξουσία και «ξεχνούσε», ποδοπατούσε τα δικά τους ανεξάρτητα αιτήματα, συντρίβοντας το κίνημά τους με αντιδραστικά μέσα, επειδή γινόταν πλέον απειλητικό για τη δική της, νέα, αστική εξουσία.

Όταν λέμε «εθνικοαπελευθερωτική» επανάσταση δεν εννοούμε ότι υπήρχε σε αυτό που λέμε σήμερα ελλαδικό χώρο μια εθνική συνείδηση βαθιά ριζωμένη και διαμορφωμένη για πολλούς αιώνες. Η Ελληνική Επανάσταση ήρθε σχετικά σύντομα μετά από μια αρχική φάση διαμόρφωσης μαζικής ελληνικής εθνικής συνείδησης, και η ίδια η διαδικασία εξέλιξης της Επανάστασης συνετέλεσε στην ισχυροποίηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης μέσα στην πάλη για το αλληλένδετο με αυτήν αίτημα της δημιουργίας ελληνικού εθνικού αστικού κράτους.

Η επίσημη αστική άποψη είναι ότι η ελληνική εθνική συνείδηση αναπτύχθηκε αδιάκοπα από την αρχαιότητα, πέρασε στο Βυζάντιο και έφτασε έτοιμη στο 1821. Στο έργο του ο Γ. .Κορδάτος εξήγησε ότι στην αρχαιότητα δεν υπήρχε ελληνικό έθνος-κράτος, αλλά πόλεις-κράτη, και ότι το γεγονός πώς πολυάριθμοι πληθυσμοί μιλούσαν την ελληνική γλώσσα μετά τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, δεν σημαίνει ότι αυτοί οι πληθυσμοί είχαν και ελληνική εθνική συνείδηση. Το Βυζάντιο, τονίζει, δεν ήταν μια ελληνική αυτοκρατορία. Αποτελούσε τη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή και ήταν ένα ψηφιδωτό λαών. Η μεγάλη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στις διάφορες περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οφειλόταν στο ότι αυτή ήταν η γλώσσα που χρησιμοποίησε στα βασικά του κείμενα ο χριστιανισμός. Σε μια χαρακτηριστική ειρωνεία της Ιστορίας, ο απηνής διώκτης της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας, ο χριστιανισμός, ήταν ταυτόχρονα και η αιτία που διασώθηκε και συνέχισε να μιλιέται η ελληνική γλώσσα.

Η ιδέα της δημιουργίας ελληνικού εθνικού αστικού κράτους αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τα μέσα του 18ου αιώνα και μετά, κυρίως έξω από την επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με επίκεντρο της ελληνικές εμπορικές παροικίες στην Κεντρική Ευρώπη, την Ιταλία, τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες και την Τσαρική Ρωσία. Βρήκε απήχηση με διάφορες εκπαιδευτικές, εκδοτικές ή άλλες πρωτοβουλίες στους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Οθωμανικής επικράτειας κυρίως σε αστικά κέντρα που άνθιζε μια βιοτεχνική ελληνική αστική τάξη όπως των Ιωαννίνων, των Αμπελακίων, της Άρτας, της Θήβας, της Πάτρας, της Θεσσαλονίκης, της Σμύρνης και της Μοσχόπολης, αλλά και στα νησιά (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά κ.α) όπου πλούτιζε και ισχυροποιούταν μια ελληνική εμποροναυτική αστική τάξη.

Από τη μία πλευρά οι Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι στο πλαίσιο της απόπειρας της Τσαρικής Ρωσίας να βγει στα Στενά του Βοσπόρου με τις Συνθήκες που υπογράφτηκαν μετά από αυτούς και οι οποίες ευνόησαν το ελληνικό εμπόριο και τη ναυτιλία, και από την άλλη η Γαλλική Επανάσταση και η νικηφόρα προέλαση του Ναπολέοντα έδωσαν μεγάλη ώθηση στον αντιφεουδαρχικό αγώνα των λαϊκών μαζών της Βαλκανικής. Έτσι πλέον, σε αντίθεση με τον ουτοπικό και πρώιμο χαρακτήρα των εθνικών οραμάτων του Πλήθωνα Γεμιστού (15ος αι), ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ρήγας Φεραίος και αργότερα, οι ιδρυτές και ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας γίνονται εκπρόσωποι ενός μαχητικού και πιο ριζωμένου στο λαό ελληνικού εθνισμού, ως οι πιο αυθεντικοί εκπρόσωποι των κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων της αναπτυγμένης ελληνικής εμπορικής αστικής τάξης.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν κρίκος μιας διεθνούς αλυσίδας αστικών επαναστάσεων στην Ευρώπη που οδήγησαν στη δημιουργία εθνών-κρατών. Ως αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στο εσωτερικό της είχαν ήδη προηγηθεί εξεγέρσεις και πολεμικές συγκρούσεις όπως, ο τουρκο-ενετικός πόλεμος του 1715, όπου μουσουλμάνοι μαζί με τους χριστιανούς άρχοντες πολέμησαν ενάντια στους Ενετούς για την κατοχή της γης, η εξέγερση των λεγόμενων Ορλοφικών του 1770, όπου πρωτοστάτησαν οι χριστιανοί κοτζαμπάσηδες και το ναυτικό κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη το 1788-1792, τα κινήματα των κλεφτών που κατεστάλησαν από χριστιανούς και μουσουλμάνους τσιφλικάδες του 1806, ου 1807 και του 1808 και η ανταρσία των Σουλιωτών κατά του Αλή πασά. Επιπλέον, είχαμε αποσχιστικές τάσεις που εκδηλώθηκαν από μουσουλμάνους πασάδες, όπως ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, ο Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου, ο Πασβανόγλου του Βιδανίου και ορισμένοι από αυτούς μάλιστα επηρεάζονται από τις ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης. Εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν μεταξύ του ελληνόφωνου χριστιανικού πληθυσμού το 1800 στην Ύδρα, το 1806 στη Σάμο, το 1815 στα Ψαρά.

Η στάση των διαφόρων τάξεων κατά τις παραμονές του 1821 έναντι της Επανάστασης

Οι Έλληνες τσιφλικάδες (κοτζαμπάσηδες) ήταν αναφανδόν στην πλευρά των Οθωμανών, προκειμένου να διατηρήσουν τα φεουδαρχικά τους δικαιώματα. Ο φτωχός λαός της υπαίθρου τους απείλησε με το μαχαίρι να τον ακολουθήσουν στον ξεσηκωμό, και όπου και όταν το έκαναν, αυτό συνέβη απρόθυμα, γιατί απλώς δεν είχαν άλλη επιλογή. Σε κάθε στιγμή της επανάστασης όμως την υπονόμευαν και έψαχναν να βρουν τρόπο να δολοφονήσουν επαναστάτες και να επαναφέρουν το παλιό καθεστώς, ακόμα και τους ίδιους τους Οθωμανούς.

Ο εκκλησιαστικός κλήρος και οι καλόγεροι των μοναστηριών ήταν ενάντια στην επανάσταση με εξαίρεση φτωχούς παπάδες που υπέφεραν από τη σκληρή εκμετάλλευση των τσιφλικάδων. Οι λεγόμενοι Φαναριώτες, οι Έλληνες δηλαδή που είχαν διοικητικές θέσεις στην Πύλη ήταν εχθρικοί στην επανάσταση. Την προσέγγισαν όταν συνειδητοποίησαν ότι είναι αναπότρεπτο γεγονός για ιδιοτελείς λόγους, έτσι ώστε εκμεταλλευόμενοι την πολιτική τους πείρα, σε συνδυασμό με την αμάθεια των επαναστατημένων λαϊκών μαζών να κάνουν μια νέα επικερδή καριέρα.

Στα νησιά είχαμε τους αστούς εμπόρους και πλοιοκτήτες («καραβοκύρηδες») που υποστήριξαν την επανάσταση υπερασπίζοντας τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα, ερχόμενοι σε αντιπαράθεση με τους κοτζαμπάσηδες και τους Οθωμανούς, και κάποιες φορές συμμαχώντας με τους φτωχούς αγρότες ενάντια στους τσιφλικάδες. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της Σάμου, όπου διαμορφώθηκαν δυο κόμματα, οι «καλικάντζαροι», το κόμμα των κοτζαμπάσηδων και οι «καρμανιόλοι» το κόμμα των αστών και των φτωχών αγροτών.

Στις παροικίες είχαμε τους Έλληνες αστούς οι οποίοι κάτω από την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων πολέμων υποστήριζαν θερμά τη δημιουργία ενός κράτους που θα στήριζε την εμπορική τους δράση. Ιδιαίτερα οι Έλληνες αστοί των παροικιών της ανατολικής Ευρώπης, με πολιτικό εκφραστή τη Φιλική Εταιρεία μπήκαν στην πρωτοπορία του αγώνα.

Ο φτωχός εργαζόμενος, καταπιεσμένος λαός κυρίως οι αγρότες, μικροϊδιοκτήτες και ακτήμονες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Εκτός από τον Οθωμανό αγά ή μπέη που έτρεφε με τον ιδρώτα του, ήταν υποχρεωμένος και σε άλλα «δοσίματα» στους χριστιανούς δυνάστες του, στον τσιφλικά, τον κοτζαμπάση, τον ανώτερο κλήρο, τα μοναστήρια και τους τοκογλύφους. Καθώς εντεινόταν η καταπίεση των αγροτών από τους Έλληνες τσιφλικάδες, τους κοτζαμπάσηδες, την Εκκλησία και τους Οθωμανούς πασάδες, η λαϊκή αγανάκτηση κορυφωνόταν.

Αντικειμενικό εμπόδιο στο μαζικό και οργανωμένο ξεσηκωμό των φτωχών αγροτών στεκόταν το γεγονός ότι ήταν διασκορπισμένοι στην ύπαιθρο. Επίσης, ένας μαζικός αγώνας χρειαζόταν και πολλά όπλα, τα οποία ούτε μπορούσαν να τα βρουν μόνοι τους, ούτε μπορούσαν να τα χειριστούν οι περισσότεροι. Κι όσο ο μαζικός ξεσηκωμός δεν πραγματοποιούταν, πολλοί φτωχοί αγανακτισμένοι από την καταπίεση προχωρούσαν σε ατομική δράση και από αυτό το λαϊκό στρώμα είχαμε τους κλέφτες που γέμισαν τα βουνά όλων των Βαλκανίων και έκαναν επιδρομές ενάντια στους τσιφλικάδες και τους κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι τους χτυπούσαν μαζί με τους Οθωμανούς.

Κάποια στιγμή σκέφτηκαν ότι θα ήταν αποτελεσματικότερο να διασπάσουν εσωτερικά τους κλέφτες. Κι έτσι είχαμε το σχηματισμό των αρματωλών. Οι κοτζαμπάσηδες έπεισαν την οθωμανική εξουσία να οργανώσει ένοπλα σώματα από κλέφτες που είχαν συλληφθεί, να τους δώσει ασυδοσία στα ορεινά με αντάλλαγμα να χτυπούν τους άλλους κλέφτες. Οι αρματολοί με τη δράση τους περιόρισαν τη δράση των κλεφτών.

Οι φτωχοί ακτήμονες, κυρίως αγρότες και τα λοιπά φτωχά εργαζόμενα στρώματα μαζί με τους κλέφτες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση. Αυτοί κυρίως ήταν που επάνδρωσαν το λαϊκό επαναστατικό στρατό. Παράλληλα, τα πληβειακά λαϊκά στρώματα έκαναν σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης με εξεγέρσεις την εμφάνισή τους ανεξάρτητα στον αγώνα ενάντια στους κοτζαμπάσηδες, ακόμα και ενάντια στους πλούσιους αστούς και τους ιδιοτελείς σε πολλές περιπτώσεις και αδηφάγους οπλαρχηγούς.

Υπήρχε και μια πολύ εμβρυακή ακόμα εργατική τάξη, η οποία μόλις που άρχιζε να σπάει από το σώμα των τεχνιτών των χειροτεχνιών και των συντεχνιών, και των αγροτών που έμεναν χωρίς γη και δούλευαν σαν εργάτες γης. Έχουμε π.χ στα Νηματουργεία των Αμπελακίων το 1812 την πλειοψηφία των 4 χιλιάδων εργαζόμενων να μην είναι πλέον μέτοχοι αλλά εργάτες «με το κομμάτι». Μια τάση προς τη μισθωτή εργασία έχουμε στα πληρώματα των καραβοκύρηδων, όμως αυτά είχαν συχνά αξιόλογο μερίδιο στα εμπορικά κέρδη ως αποτέλεσμα του ριψοκίνδυνου χαρακτήρα των ταξιδιών εξαιτίας του διαδεδομένου φαινομένου της πειρατείας. Επίσης, οι τεχνίτες και βοηθοί στα εργαστήρια συνδεδεμένα με τις ανάγκες των πλοίων άρχισαν σταδιακά να μετατρέπονται σε εργάτες. Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε ακόμα για μια διαμορφωμένη εργατική τάξη, ικανή να διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στο κοινωνικό προσκήνιο και πολύ περισσότερο στην ίδια την Επανάσταση, όπως θέλουν να εμφανίσουν σήμερα ορισμένοι αριστεροί διανοούμενοι.

Τα γεγονότα

Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Φαναριώτικης καταγωγής, υποστράτηγος του Ρωσικού τσαρικού στρατού και αρχηγός πλέον της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης, εισέβαλε από το Κισνόβ της Βεσσαραβίας με τον εκστρατευτικό του σώμα στη Μολδαβία ως απελευθερωτής και κήρυξε την έναρξη της επανάστασης. Ο Τσάρος αμέσως τον αποκηρύξετε αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά τις αντεπαναστατικές προθέσεις της Ρωσίας. Όμως, η προέλασή του Υψηλάντη δεν θα προχωρήσει πολύ, εξαιτίας του ταξικού προσανατολισμού που έδωσε στο κίνημα.

Η συμμαχία Φιλικής Εταιρείας και Φαναριωτών που είχε συντελεστεί το προηγούμενο διάστημα είχε ως αποτέλεσμα να απαλειφθεί από το πρόγραμμα της Επανάστασης το αίτημα των φτωχών αγροτών για την κατάργηση των τσιφλικιών και την διανομή της γης στους ακτήμονες. Ωστόσο, η Φιλική Εταιρεία είχε συνεννοηθεί με τον Ρουμάνο επαναστάτη αγροτικό ηγέτη Θεόδωρο Βλαντιμιρέσκου για κοινή δράση. Ο Βλαντιμιρέσκου πρότεινε στον Υψηλάντη το κίνημα να λάβει ξεκάθαρο ταξικό χαρακτήρα και να στραφεί ενάντια στους Σλάβους γαιοκτήμονες. Αλλά ο αντιδραστικός Υψηλάντης αρνήθηκε. Ο Κορδάτος θεωρεί ότι ήταν ο Υψηλάντης, απογοητευμένος πλέον από την αποκήρυξη από τον Τσάρο ενεργούσε ουσιαστικά αυτονομημένος από τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Υψηλάντης συνέλαβε τον αρχηγό των Ρουμάνων αγροτών και τον εκτέλεσε! Έτσι, οι Μολδοβλάχοι και οι Βούλγαροι αγωνιστές απογοητεύθηκαν και αποχώρησαν από το κίνημα. Μάλιστα o Υψηλάντης έβγαλε και προκήρυξη με την οποία αποκαλούσε εκείνους προδότες. Με λίγες πια δυνάμεις, αντί να μπει στη Βουλγαρία όπου θα μπορούσε να προκαλέσει ένα μαζικό κίνημα πήγε στα αυστριακά σύνορα, ηττήθηκε στο Δραγατσάνι από τις τουρκικές δυνάμεις και τελικά συνελήφθη από τους Αυστριακούς.

Λίγες μέρες αργότερα όμως, στις 21 Μαρτίου, ξέσπασε η επανάσταση και στην Πελοπόννησο, με πρώτη πόλη που ξεσηκώθηκε να είναι η Πάτρα και μετά η Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου. Ο Σουλτάνος νόμισε ότι από πίσω κρυβόταν η Ρωσία, αλλά αντίθετα αυτή αμέσως καταδίκασε ανοιχτά το κίνημα. Ταυτόχρονα, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ έσπευσε να αφορίσει την επανάσταση. Ο απαγχονισμός του Γρηγορίου από τον φανατισμένο τουρκικό όχλο οφείλεται στο ότι τον κατήγγειλε για Φιλικό ο μητροπολίτης Πισιδίας Ευγένιος, με σκοπό να πάρει τη θέση του, όπως και έγινε. Όταν μετά από χρόνια η επανάσταση νίκησε, ο ανώτερος κλήρος προσπάθησε να διεκδικήσει μέρος της δόξας. Έτσι παρουσίασε τον Γρηγόριο ως επαναστάτη και «εθνομάρτυρα», όπως δηλαδή παρουσιάζεται από το ελληνικό κράτος μέχρι και σήμερα.

Τι συνέβη όμως συγκεκριμένα στην Πελοπόννησο; Εκεί ρόλο-κλειδί διαδραμάτισε ο σπουδαίος αγωνιστής της Φιλικής Εταιρείας, ο Καλαματιανός φτωχός ιερέας Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας. Χωρίς να υπολογίζει κινδύνους όργωσε όλη την Πελοπόννησο και έδωσε το σύνθημα του ξεσηκωμού. Εκείνος ήταν η φυσική επαναστατική ηγεσία του αγώνα και χωρίς αυτόν, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι δεν θα ξεσπούσε η επανάσταση και θα είχε πνιγεί από τους κοτζαμπάσηδες και τους αντιδραστικούς ανώτερους κληρικούς, του είδους του Παλαιών Πατρών Γερμανού.

Στη βάση του σχεδίου της Φιλικής Εταιρείας γίνονταν στην Πελοπόννησο πολύμηνες προετοιμασίες για ξεσηκωμό. Οι αγρότες και ο υπόλοιπος λαός που υπόφερε τα πάνδεινα από τους αγάδες και τους κοτζαμπάσηδες άκουγαν με ενθουσιασμό τους απεσταλμένους της Φιλικής που τους προπαγάνδιζαν την επανάσταση ανοιχτά, ακόμα και μέσα στα καφενεία, ενώ οι οπλοποιοί, οι σιδηρουργοί και οι ξυλουργοί δούλευαν κρυφά για να ετοιμάσουν όπλα και πολεμοφόδια. Αντίθετα οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος ήταν διστακτικοί και εχθρικοί στην επανάσταση γιατί φοβούνταν μη χάσουν τα προνόμια τους.

Όταν οι κοτζαμπάσηδες είχαν μάθει τον ερχομό του Παπαφλέσσα στην Ύδρα έστειλαν τον Σπύρο Αρβάλη στην Ύδρα για να πείσει τους εκεί κοτζαμπάσηδες να μην το αφήσουν να περάσει στην Πελοπόννησο και αν χρειαστεί, να τον φυλακίσουν! Αλλά ο Αρβάλης όταν συναντήθηκε με τον Παπαφλέσσα (στις Σπέτσες) πείστηκε από αυτόν και επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο άρχισε και αυτός την επαναστατική προπαγάνδα. Αυτό τρόμαξε ακόμη πιο πολύ τους κοτζαμπάσηδες και τον ανώτερο κλήρο που αποφάσισαν να εξοντώσουν τον Παπαφλέσσα. Αλλά αυτός όταν έμαθε τα σχέδιά τους πέρασε διαδοχικά στο Ναύπλιο, στο Άργος και μεταμφιεσμένος έφτασε στη Βοστίτσα (Αίγιο), όπου συγκέντρωσε γύρω του τους Φιλικούς της περιοχής.

Οι προεστοί τελικά, χωρίς να εγκαταλείψουν το σχέδιο της εξόντωσης του Παπαφλέσσα υποχρεώθηκαν να συζητήσουν μαζί του και να τον ακούσουν. Έτσι στις 26 του Γενάρη αρχίζει η η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι πιο σημαντικοί κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας, όπως οι Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμης, ο Ν. Λόντος, και οι δεσποτάδες όπως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Σε πέντε συνεδριάσεις ο Παπαφλέσσας έφτασε να ακούει κατάρες και προσβολές, με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό να τον αποκαλεί «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον» και όλοι μαζί τον διέταξαν να πάψει να ξεσηκώνει το λαό. Δοκίμασαν μάλιστα να τον φυλακίσουν στο Μέγα Σπήλαιο, αλλά ο Παπαφλέσσας κατάφερε να κάνει κι εκεί οπαδούς της επανάστασης τους περισσότερους καλόγερους!

Οι Οθωμανοί είχαν πληροφορηθεί για τις επαναστατικές ετοιμασίες γι’ αυτό κάλεσαν τους δεσποτάδες και προεστούς στην Τρίπολη. Η είδηση έφερε σύγχυση και πανικό στους άρχοντες της Αχαΐας και συγκεντρώθηκαν στην Αγία Λαύρα για να δουν τι θα κάνουν. Εκεί σύμφωνα με τους επίσημους ιστορικούς του κράτους λέγεται ότι ύψωσαν την σημαία και κήρυξαν την επανάσταση. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όπως γράφει ο ο ίδιος ο Γερμανός «αποφάσισαν να φύγουν και να κρυφτούν εις διάφορα χωρία των Καλαβρύτων».

Στο μεταξύ, ο Παπαφλέσσας κατέβηκε στη Μάνη όπου βρήκε τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, το Νικηταρά κι άλλους καπεταναίους και πρώην κλέφτες που ήταν έτοιμοι για την Επανάσταση. Μαζί ίδρυσαν λίγο έξω από την Καλαμάτα το πρώτο στρατόπεδο του αγώνα που μάζεψε σε λίγο δυο χιλιάδες αρματωμένους κι άρχισαν την πολιορκία της Καλαμάτας. Στις 21 Μαρτίου ένας γενναίος Φιλικός, αληθινός λαϊκός ηγέτης, ο τσαγκάρης Παναγιώτης Καρατζάς κάλεσε στα όπλα. Το ίδιο βράδυ οι Οθωμανοί είχαν πλέον πάθει πανωλεθρία και κλείστηκαν στο Φρούριο της πόλης. Έτσι ο λαός έγινε κυρίαρχος της πόλης.

Στις 24 Μαρτίου 1821 οι κοτζαμπάσηδες, ενώ δεν είχαν παίξει κανέναν ρόλο στην επανάσταση έφτασαν στην απελευθερωμένη πόλη και σχημάτισαν το «Αχαϊκό Διευθυντήριο» συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες! Όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν το έβαλαν στα πόδια και μόνο ο Καρατζάς με τα παλληκάρια του αντιστάθηκαν. Οι πρόκριτοι όμως δεν του το συγχώρεσαν και τον δολοφόνησαν τον Αύγουστο του 1821.

Μετά την Πελοπόννησο, ξεσηκώθηκαν με επιτυχία τα νησιά. Επίσης στη Στερεά Ελλάδα η επανάσταση κέρδιζε έδαφος, αλλά στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία οι τσιφλικάδες σε συμμαχία με τους Τούρκους, κατάφεραν να καταπνίξουν τον αγώνα.

Τα πληβειακά κινήματα μέσα στην Επανάσταση και τα προοδευτικά Συντάγματα

Ένα εντυπωσιακό στοιχείο, στο οποίο δίνει και ιδιαίτερη έμφαση ο Κορδάτος, είναι τα ανεξάρτητα πληβειακά κινήματα των φτωχών αγροτών και γενικότερα του φτωχού λαού ενάντια στους κοτζαμπάσηδες μέσα στην ίδια την επανάσταση. Στα Ψαρά και ιδίως στην Ύδρα είχαμε κλασικά πληβειακά επαναστατικά κινήματα. Στη Ύδρα ο Αντώνης Οικονόμου ένας μεσαίος πλοιοκτήτης, ηγήθηκε ένοπλης εξέγερσης για να υποχρεώσει τους προκρίτους μεγαλοκαραβοκύρηδες να δώσουν τα πλοία τους στον αγώνα και στην κυριολεξία τους πήρε την εξουσία. Όμως το λάθος που έκανε, όπως σημειώνει ο Κορδάτος ήταν το ότι δεν χρησιμοποίησε αυτήν την εξουσία για να τα απαλλοτριώσει προς όφελος του αγώνα, με τη βοήθεια των πληρωμάτων. Έτσι όταν έλειψε στην Πελοπόννησο οι πλοιοκτήτες τον ανέτρεψαν και ξαναπήραν την εξουσία.

Μια ακόμα χαρακτηριστική εξέγερση που περιγράφει ο Κορδάτος είχαμε στην Άνδρο, με πολιτικό ηγέτη τον οπαδό του Γάλλου Γιακωβίνου κομμουνιστή επαναστάτη Γράκχου Μπαμπέφ, τον Σταμάτη Ψωμά και το αγωνιστή Δημήτρη Μπαλή. Εκεί έγινε λαϊκή συνέλευση, κάηκαν τα σπίτια των κοτζαμπάσηδων, αλλά η συντηρητική προσωρινή διοίκηση της επανάστασης έστειλε στρατό και στόλο, και κατέστειλε το κίνημα. Τα ίδια συνέβησαν και στη Σάμο, όπου με αρχηγό τον λαϊκό αγωνιστή Λυκούργο Λογοθέτη, το κόμμα των «καρμανιόλων» πήρε την εξουσία. Αλλά αργότερα όταν ο Λογοθέτης έκανε απόβαση στη Χίο νικήθηκε από Οθωμανούς και προκρίτους.

Στην Αττική επίσης είχαμε αντι- κοτζαμπάσικο κίνημα που καταπνίγηκε, το ίδιο και στη Λιβαδειά, την Εύβοια, τη Θεσσαλία και το Πήλιο. Το αγροτικό λαϊκό κίνημα δεν κατόρθωσε να πάρει πιο στέρεα χαρακτηριστικά και να νικήσει, διότι του έλειπε μια εθνική ηγεσία. Προσπάθειες νέας ανεξάρτητης πληβειακής-λαϊκής επαναστατικής οργάνωσης έγιναν, αλλά ήταν περιθωριακές και απομονωμένες. Στο Μεσολόγγι τα κατώτερα και μεσαία στελέχη των ένοπλων επαναστατών είχαν συστήσει την «Αδελφότητα των Φιλοδικαίων» για να ελέγχουν τις αυθαιρεσίες και τις καταχρήσεις εξουσίας των ανώτερων αξιωματούχων. Η Αδελφότητα έφτασε μάλιστα να αριθμεί περί τα 2.000 μέλη το 1825. Ανάλογη δραστηριότητα είχε και η μυστική «Εταιρεία της Αδελφότητος» στην Τρίπολη, στην οποία ανήκαν κυρίως τεχνίτες και επαγγελματίες.

Στο μεταξύ στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά, περιοχές που είχαν απελευθερωθεί υπό την Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος και το λεγόμενη Εκτελεστικό της με επικεφαλής κατά σειρά τον Φαναριώτη Αλέξανδρο Μαυροκορδατο, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κουντουριώτη και τον Ζαΐμη, είχαμε πολιτικές εξελίξεις που δείχνουν τον αστικοδημοκρατικό, ριζοσπαστικό χαρακτήρα του αγώνα. Τα Συντάγματα που ψήφισαν οι Εθνοσυνελεύσεις του 1822, 1823 και 1827 ήταν εξαιρετικά δημοκρατικά και προοδευτικά. Μάλιστα, το Σύνταγμα του 1827 είναι το δημοκρατικότερο που υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα, και το δημοκρατικότερο Σύνταγμα της εποχής σε ολόκληρη την Ευρώπη, με πρότυπο τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης.

Σ’ αυτό το Σύνταγμα καταργήθηκε οριστικά η αντιδραστική διάταξη που είχαν περάσει οι κοτζαμπάσηδες, δηλαδή το να ισχύει προσωρινά ο φεουδαρχικός Νομικός Κώδικας του Βυζαντίου για να προστατευτεί η φεουδαρχική και Εκκλησιαστική ιδιοκτησία της γης, και όχι το γαλλικό αστικό δίκαιο του Ναπολέοντα. Γενικότερα, σε όλες τις εθνοσυνελεύσεις ήταν ξεκάθαρο ότι οι κοτζαμπάσηδες ήταν μειοψηφία. Αυτό που έγειρε όμως τελικά την πλάστιγγα υπέρ τους ήταν οι συμβιβαστικές με αυτούς τάσεις των Ελλήνων αστών και η υποταγή και των δύο πλέον ως μπλοκ στις ξένες μεγάλες δυνάμεις.

Το τέλος της Επανάστασης, τα δάνεια και η ίδρυση κράτους

Την Άνοιξη του 1824, ο Μεχμέτ Πασάς της Αιγύπτου στέλνει το γιο του Ιμπραήμ και καταλαμβάνει την Κρήτη, καταστρέφει την Κάσο και τα Ψαρά. Το 1825 ο Ιμπραήμ φτάνει στην Πελοπόννησο, όπου η επανάσταση κλονίζεται. Μόνο ο Παπαφλέσσας με καμιά τρακοσαριά αγωνιστές δίνουν τη τελευταία μάχη στο Μανιάκι, πέφτοντας ηρωικά. Καθώς το πνεύμα ηττοπάθειας κυριαρχεί, ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζει μεθόδους επαναστατικής τρομοκρατίας: «Φωτιά και τσεκούρι σε όποιον προσκυνήσει!». Έδωσε πολλές μάχες και κέρδιζε, αλλά ο Ιμπραήμ έφερνε συνεχώς νέες δυνάμεις.

Ο Ιμπραήμ είχε και ένα Έλληνα συνεργάτη που τον βοηθούσε, ένα μεγαλέμπορο της Αιγύπτου, τον γνωστό «ευεργέτη» του ελληνικού κράτους Τοσίτσα. Ο Τοσίτσας στάθηκε στο πλευρό του Ιμπραήμ και καλούσε το λαό να προσκυνήσει. Ήταν αρχηγός της επιμελητείας του αιγυπτιακού στρατού και θησαύριζε με το αίμα του ελληνικού λαού. Ο Κορδάτος σημειώνει:«Αυτός ο κατάπτυστος προδότης αργότερα, δίνοντας μερικές χιλιάδες εις το Ελληνικόν Κράτος και κτίζοντας ένα δυο εκπαιδευτικά ιδρύματα αντήλλαξε τον τίτλο του προδότου με τον τίτλο του εθνικού ευεργέτου.»

Το 1827 πλέον, οι ελληνικές επίγειες επαναστατικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο και το ναυτικό βρίσκονται σε πολύ δυσχερή κατάσταση, με τον αιγυπτιακό στόλο να έχει αποκλείσει τη χώρα και να κυριαρχεί στη θάλασσα. Στη φάση αυτή έχουμε μια μεταστροφή της στάσης των μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας. Συνειδητοποίησαν ότι με μια κυριαρχία του αιγυπτιακού στόλου στη Μεσόγειο απειλούνταν τα συμφέροντά τους και ότι θα τους ήταν πιο χρήσιμο ένα βασίλειο-προτεκτοράτο, στο οποίο θα ασκούν επιρροή για τα συμφέροντά τους στη Μεσόγειο. Έτσι το φθινόπωρο του 1827 καταφθάνουν στα ελληνικά νερά μοίρες του στόλου της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας και τελικά επιτέθηκαν στον Ιμπραήμ, συντρίβοντας στη ναυμαχία του Ναβαρίνου 20 Οκτωβρίου 1827 τον αιγυπτιακό στόλο.

Αυτή η νίκη έκανε τους Έλληνες να αναθαρρήσουν και να οργανώσουν αντεπιθέσεις σε πολλές περιοχές. Αλλά για να ξεδοντιάσουν πια την κουρασμένη επανάσταση οι παλιοί κοτζαμπάσηδες, πρόκριτοι και οι Φαναριώτες και μεγάλοι πλοιοκτήτες, έγιναν ανοιχτά υποταγμένοι στις μεγάλες δυνάμεις. Μάλιστα είχανε και τη συμπαράσταση των Ελλήνων μεγαλοαστών, που ήδη παίρνοντας την πρωτοβουλία για τα ληστρικά δάνεια είχαν παραδώσει την ανεξαρτησία του νέου κράτους πριν αυτό ιδρυθεί τυπικά.

Πρέπει να πούμε εδώ, ότι οι δυνατότητες να βρεθούν οι εσωτερικοί πόροι για τη χρηματοδότηση του αγώνα με επαναστατικά μέτρα όπως δήμευση των περιουσιών των κοτζαμπάσηδων, αλλά και των πολύ πλουσίων εμπόρων, κάθε άλλα παρά είχαν εξαντληθεί. Θα μπορούσαν κάλλιστα αυτά τα μέτρα να συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την Επανάσταση για ένα σημαντικό διάστημα. Όπως έγραφε ο Κορδάτος: «Οι Έλληνες αστικοτσιφλικάδες τα κατάφεραν να υποδουλώσουν τον ελληνικό λαό εις το αγγλικόν κεφάλαιον. Αντί να εξοδεύσουν αυτοί δια τας ανάγκας του πολέμου –και είχαν μεγάλες περιουσίες– υποθήκευσαν την εθνική περιουσίαν εις τους Άγγλους και πήραν μερικά ψίχουλα δανείου, τα οποία εμοιράσθηκαν, εννοείται μεταξύ των. Εβόησε τότε όλος ο προοδευτικός κόσμος της Ευρώπης, δια τα ληστρικά αυτά δάνεια. Οι Άγγλοι όμως χρηματοδόται ήξευραν τι έκαμαν: εκτελούντες μυστικάς εντολάς της αγγλικής κυβερνήσεως, ενέγραφον υποθήκην επί των εθνικών γαιών και ητοιμάζοντο, ευκαιρίας δοθείσης, να κάμουν κατοχήν εις την Πελοπόννησον.»

Στην αρχή η απόφαση για δάνεια δημιούργησε ενθουσιασμό, καθώς θεωρήθηκε ότι μέσω των δανείων θα υπήρχε μια διεθνής αναγνώριση του αγώνα. Όμως, οι συνέπειες αυτού του δανεισμού θα αποδειχθούν αργότερα ολέθριες. Αυτά καθ’ αυτά τα δάνεια, ενώ χρέωσαν με υπέρογκα ποσά το μελλοντικό κράτος, καταληστεύτηκαν από τους Άγγλους και τους Φαναριώτες. Το 1824 από 800.000 λίρες εκταμιεύθηκαν μόνο 250.000. Την επόμενη χρονιά από ονομαστικής αξίας δάνειο 2.000.000 λιρών η ελληνική πλευρά έλαβε μόνο 230.115 λίρες και το υπόλοιπο καταβροχθίστηκε στο Λονδίνο. Επιπλέον, για τα δάνεια μπήκαν υποθήκη οι εθνικές γαίες, τα παλιά δηλαδή οθωμανικά κτήματα που θα έπρεπε να μοιραστούν αμέσως στους φτωχούς αγρότες και στους λαϊκούς πολεμιστές. Πάνω από όλα, τα δάνεια θα γίνουν το μέσο για την αποικιοποίηση της χώρας, για να δημιουργηθεί αντί για ένα ανεξάρτητο και δημοκρατικό έθνος-κράτος σύμφωνα με τις διακηρύξεις της Επανάστασης, ένα κράτος-προτεκτοράτο των ξένων μεγάλων Δυνάμεων.

Ήδη από την πρώτη χρονιά της Επανάστασης ότι ο Μαυρομιχάλης έστειλε μια επιστολή, όπου παρακαλούσε να παραδοθεί η χώρα στους Άγγλους. Λίγο μετά, το 1823, οι Κουντουριώτες και οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου έκαναν αίτημα προς τις Μ. Δυνάμεις να διορίσουν έναν ξένο πρίγκιπα ως βασιλιά. Ενδεικτικό της προδοτικής στάσης και δουλοπρέπειας αυτών των στοιχείων είναι το υπόμνημα του Φαναριώτη Μαυροκορδάτου προς τον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Κάνινγκ: «Η Αγγλία, η Πύλη και η Ελλάς θα αποτελέσουν του λοιπού μίαν και μόνην, δια να είπω ούτω, δύναμιν, ήτις θ’ αντιταχθή κατά της Ρωσσίας και τέλος η ένωσις αύτη θ’ αποτελεί μίαν επιπλέον εγγύησιν, ην προσεκτάτο η Αγγλία κατά των αποπειρών της τε Ρωσσίας και πάσης άλλης Ευρωπαϊκής Δυνάμεως εναντίον του αγγλικού εμπορίου των Ινδιών…».

Η τραγική ειρωνεία είναι σήμερα ότι οι σταλινικοί προσπαθούν να πείσουν ότι η σχέση του νεαρού ελληνικού κράτους με την Αγγλία και τις άλλες ξένες μεγάλες δυνάμεις ήταν ισότιμη. Μας λένε ότι είχαμε εξαρχής ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που έκανε «συμμαχίες» (βλ. «Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821»).

Τα αγγλικά δάνεια οδήγησαν τη Ρωσία σε αλλαγή πολιτικής στάσης έναντι της Ελλάδας. Προώθησε ως πράκτορα των συμφερόντων της τον Καποδίστρια, στο πλαίσιο ενός σχεδίου για μια ημιαυτόνομη Ελλάδα και υποτελή στην Τουρκία, αλλά ουσιαστικά υποχείριο της τσαρικής πολιτικής. Τελικά, από τη μία πλευρά η Ελλάδα είχε εξαρτηθεί οικονομικά από την Αγγλία και από την άλλη, στην πολιτική σκηνή είχε επικρατήσει η Ρωσία τοποθετώντας ως κυβερνήτη τον Καποδίστρια το 1828. Ο Καποδίστριας ήταν γνωστός αντιδημοκράτης, κατήργησε το δημοκρατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας, κυβέρνησε σαν δικτάτορας δημιουργώντας μια αυλή από ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός του, γεγονός που προκάλεσε πολλές λαϊκές αντιδράσεις.

Ο συνεχιζόμενος ανταγωνισμός των Μ. Δυνάμεων για έλεγχο της πολιτικής σκηνής στην Ελλάδα οδήγησε στο σχηματισμό τριών κομμάτων: το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό. Η Αγγλία, αντιπολιτευόμενη τον Καποδίστρια ως πράκτορα των ρωσικών συμφερόντων, επεδίωκε να μην προχωρήσει η απελευθέρωση ούτε καν στο σύνολο της Στερεάς Ελλάδας. Παράλληλα, εξωθούσε τους νησιώτες και τους Μανιάτες σε αντικαποδιστριακές ενέργειες. Τελικά, η οικονομική κρίση και κοινωνικός αναβρασμός που τη συνόδευε, σε συνδυασμό με την πεισματική απόρριψη του Καποδίστρια σε οικονομικές προτάσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, οδήγησαν τις δύο τελευταίες να οργανώσουν δια των Υδραίων και των Μανιατών τη δολοφονία του Καποδίστρια.

Στο μεταξύ η ισχυροποίηση της Ρωσίας μετά την επικράτησή της στον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-1829) έκανε την Αγγλία να στραφεί προς τη συγκρότηση μιας τυπικά ανεξάρτητης Ελλάδας που ουσιαστικά, όμως, θα εξυπηρετούσε τη δική τους εξωτερική πολιτική, με το Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας του Ελληνικού κράτους (γνωστό και ως Πρωτόκολλο του Λονδίνου) υπογράφτηκε από την Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία στις 3 Φεβρουαρίου του 1830.

Στις 15 Μαρτίου 1838, 17 χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης, με διάταγμα του Όθωνα ορίστηκε η 25η Μαρτίου ως ημέρα εθνικής γιορτής. Έτσι η επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης ταυτιζόμενη με την ορθόδοξη γιορτή του Ευαγγελισμού έχανε τον πολιτικό, κοινωνικό και επαναστατικό της χαρακτήρα.

Τελικά ποια είναι η απάντηση στο ερώτημα πέτυχε ή όχι η Επανάσταση του 1821; Η απάντηση είναι ότι υπήρξε επιτυχημένη γιατί πέτυχε ο βασικός της αντικειμενικός ιστορικός σκοπός, να φέρει στο φως το ελληνικό αστικό έθνος-κράτος και να ανοίξει το δρόμο για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι για τις φτωχές λαϊκές μάζες που πρωτοστάτησαν στην επανάσταση αυτή δεν ήταν μια προδομένη επανάσταση. Η γη των τσιφλικάδων δεν μοιράστηκε, ούτε δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε, ούτε εθνική ανεξαρτησία πραγματική υπήρξε, ούτε η δύναμη της Εκκλησίας χτυπήθηκε και η ίδια η ελληνική αστική τάξη μοιράστηκε την εξουσία και ταυτίστηκε για δεκαετίες με τους τσιφλικάδες κοτζαμπάσηδες, τον δυτικό ιμπεριαλισμό και τους μονάρχες υπηρέτες του. Αλλά από τις αρχές του περασμένου αιώνα που εμφανίστηκε αποφασιστικά στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο η εργατική τάξη και το κίνημά της, φάνηκε ότι η δικαίωση των πόθων των φτωχών λαϊκών μαζών που πάλεψαν στην επανάσταση του 1821 μπορεί να έρθει μόνο με μια νικηφόρα προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση.

Βασικές πηγές και ενδεικτική βιβλιογραφία

1. Καρλ Μαρξ: Το ανατολικό Ζήτημα, εκδόσεις «Αναγνωστίδης»
​2. Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτηµα, εκδόσεις «Γνώση»
​3. Γιάννης Κορδάτος: Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδόσεις Επικαιρότητα 1977
​4. Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon): «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας
​5. Τάσος Βουρνάς: Η Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας – Τόμος 1ος (Μέρος 1ο και Μέρος 2ο), εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ.
​6. Γιάννης Σκαρίμπας: ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
​7. Γιάννης Σκαρίμπας: ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
​8. Τμήμα Ιστορίας του ΚΚΕ: «1821. Η επανάσταση και οι απαρχές του ελληνικού αστικού κράτους», εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
​9. Τάκης Σταματόπουλος: Ο εσωτερικός αγώνας του 1821, εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ
​10. Τάκης Σταματόπουλος: Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο, εκδόσεις ΚΑΛΒΟΣ
​11.Θεόδωρος Παναγόπουλος: «ΤΑ ΨΙΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ-ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ’21», εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ.
​12. Θεόδωρος Παναγόπουλος: ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ
​13. Δημήτρη Φωτιάδη: «Καραϊσκάκης», εκδόσεις ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
​14. ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ: Η ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΤΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΥΡΩΠΗ, εκδόσεις ΑΣΙΝΗ
​15. Κυριάκος Σιμόπουλος: ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ’21 (ΠΕΝΤΑΤΟΜΟ), εκδόσεις Πιρόγα
​16. Γιώργη Λαμπρινού: Mορφές του Eικοσιένα, Eκδόσεις Kαστανιώτη
​17. Δημήτρης Ψαρράς: ΠΩΣ ΣΥΛΛΟΓΑΤΑΙ Ο ΡΗΓΑΣ, εκδόσεις Πόλις
​18, Λουκάς Αξελός: ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ, εκδόσεις Στοχαστής
​19. Δημήτρης Α. Σταματόπουλος: Πόλεμος και Επανάσταση στα Οθωμανικά Βαλκάνια (18ος-20ός αι.), εκδόσεις Επίκεντρο
​20. Σπύρος Αλεξίου: «21 ρωγμές στην επίσημη ιστορία για το 1821», εκδόσεις Τόπος
​21. Συλλογικό: «1821: Ιστορικά ζητήματα στις απαρχές του ελληνικού κρατικού και καπιταλιστικού σχηματισμού», εκδόσεις Traverso
​22. Ορφέας Οικονομίδης (Πετρανός): «Μαρξ, Ενγκελς για την επανάσταση του 1821», εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
​23. Γιάννης Κορδάτος: Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, εκδόσεις Κάλβος
​24. Δημήτρης Φωτιάδης: Η Επανάσταση του 1821, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
​25. Γιάννης Μηλιός: Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Εξάντας
​26. Γιάννης Μηλιός: 1821 – Ιχνηλατώντας το Έθνος, το Κράτος και τη Μεγάλη Ιδέα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια
​27. Σπύρος Ασδραχάς: Η πρωτόγονη επανάσταση. Αρματολοί και κλέφτες (18ος-19ος αι.), επιλογή κειμένων Αθήνα, ΕΑΠ, 2019, σ. 147-156]
​28. Ανωνύμου του Έλληνος «Ελληνική Νομαρχία ήτοι λόγος περί ελευθερίας», Εκδόσεις Αποσπερίτης.

​ Παλιά και δυσεύρετα

29. Γεώργιος Σκληρός: Το κοινωνικόν μας ζήτημα, Αθήνα, 1907, εκδόσεις Σοσιαλιστικού κέντρου
​30. Γιάννης Κορδάτος: Ο Ρήγας Φεραίος και η εποχή του, εκδοτικός οίκος Ιωάν. και Π. Ζαχαρόπουλου, 1945.
​31. Γιάννης Κορδάτος: Η επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας στο 1821, εκδοτικός οίκος Πινδάρου Α. Παπαγεωργιάδου, 1930
​32. Γιάννης Ζεύγος: Σύντομη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας, [Θεσσαλία], εκδόσεις Κόκκινη Σημαία, 1944 (γράφτηκε το 1942).
​33. Σεραφείμ Μάξιμος: Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού (Τουρκοκρατία 1685-1789), εκδόσεις Καραβίας (σειρά Πολιτική Βιβλιοθήκη αρ. 4), 1945.
​34. Γιάννης Κορδάτος: Τ’ Αμπελάκια κι ο μύθος για το συνεταιρισμό τους. Συμβολή στην οικονομικοκοινωνική ιστορία της Ανατολικής Θεσσαλίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εκδόσεις Κ. Στρατή & Σία, 1955.
​35. Περικλής Ροδάκης: Κλέφτες και αρματολοί. Η ιστορικοκοινωνική διαμόρφωση του Ελλαδικού χώρου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εκδόσεις Ατέρμων, 1975
​36. Βασίλης Κρεμμυδάς: Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), εκδόσεις Εξάντας, 1976
​37. Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών: Η Επανάσταση του εικοσιένα. Επιστημονικό Συμπόσιο 21-23 Μάρτη 1981,εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1981
​38. Ηλίας Νικολόπουλος: Κοινωνικοοικονομικές δομές και πολιτικοί θεσμοί στην Τουρκοκρατία. Τα θεσσαλικά Αμπελάκια (1770-1820), Αθήνα, Κάλβος, 1988
​39. Άλκη Αγγέλου: «Το Κρυφό Σχολείο- Χρονικό ενός μύθου», 1997 εκδόσεις «Εστία» το εξαιρετικό δοκίμιο του
​40. Κώστα Απέκα, Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ από το 1821 – 1921, τομ. Α’, 1851 -1853, Αθήνα 1933.



Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα