Για την Κομμουνιστική Τάση

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Θεωρία - Ιστορία 150 χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

150 χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 150 χρόνια από την άνοδο της μεγάλης Παρισινής Κομμούνας. Ήταν η πρώτη φορά παγκόσμια, που το προλεταριάτο κράτησε, έστω για λίγες εβδομάδες, την εξουσία στα χέρια του. Το ακόλουθο κείμενο εξιστορεί και εξηγεί τα βασικά γεγονότα.

Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα στην ιστορία της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Μέσα από ένα επαναστατικό κίνημα, η εργατική τάξη του Παρισιού αντικατέστησε το καπιταλιστικό κράτος με τα δικά της όργανα διακυβέρνησης, παίρνοντας την εξουσία στα χέρια της, μέχρι την πτώση της Κομμούνας την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου εκείνης της χρονιάς. Οι εργάτες του Παρισιού αγωνίστηκαν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για να βάλουν τέλος στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, αναδιοργανώνοντας την κοινωνία πάνω σε εντελώς νέες βάσεις. Τα μαθήματα της Κομμούνας του Παρισιού έχουν θεμελιώδη σημασία για το εργατικό κίνημα και για τους σοσιαλιστές του σήμερα.

Είκοσι χρόνια πριν από την Κομμούνα του Παρισιού, η ήττα της εργατικής εξέγερσης του Ιουνίου του 1848 και το στρατιωτικό πραξικόπημα του Δεκέμβρη του 1851 είχαν φέρει στην εξουσία τον Ναπολέοντα τον Γ’. Αρχικά, το καθεστώς του φαινόταν ακατανίκητο. Οι εργάτες είχαν νικηθεί και οι πολιτικές οργανώσεις τους ήταν εκτός νόμου. Παρ’ όλα αυτά, στα τέλη της δεκαετίας του 1860 η εξάντληση της οικονομικής ανόδου, ο αντίκτυπος των πολέμων (στην Ιταλία, την Κριμαία, το Μεξικό) και η αναγέννηση του εργατικού κινήματος, είχαν αποδυναμώσει σοβαρά το καθεστώς. Ήταν πια αδιαμφισβήτητο ότι το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να διατηρήσει το καθεστώς στη ζωή ήταν ένας νέος, και γρήγορα περατωμένος, νικηφόρος πόλεμος. Τον Αύγουστο του 1870, τα στρατεύματα του Ναπολέοντα του Γ’ κινήθηκαν εναντίον του Μπίσμαρκ. Ο πόλεμος, όπως ισχυριζόταν ο αυτοκράτορας, θα έφερνε την κατάκτηση νέων περιοχών, θα αποδυνάμωνε τους εχθρούς της Γαλλίας και θα έβαζε τέλος στην χρηματοδοτική και βιομηχανική κρίση.

Πόλεμος και επανάσταση

Πολλές φορές συμβαίνει στην Ιστορία ένας πόλεμος να οδηγεί σε μια επανάσταση. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ο πόλεμος βγάζει βίαια την εργατική τάξη από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Οι πράξεις του κράτους, των πολιτικών και του Τύπου περνάνε κάτω από την εξονυχιστική εξέταση των λαϊκών μαζών, από μια εξέταση πολύ πιο λεπτομερή από κάθε άλλη ανάλογη σε καιρό ειρήνης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της πολεμικής ήττας. Η επίθεση στον στρατό του Μπίσμαρκ από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα του Γ’ έληξε γρήγορα και άδοξα. Στις 2 Σεπτεμβρίου, κοντά στο Σεντάν, στα ανατολικά σύνορα της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας μαζί με άλλους 100.000 άντρες αιχμαλωτίστηκαν από το στρατό του Μπίσμαρκ.

Στο μεταξύ, μαζικές διαδηλώσεις διεξάγονταν στο Παρίσι σε καθημερινή βάση με αίτημα την ανατροπή του καθεστώτος και την ανακήρυξη της Γαλλίας σε Δημοκρατία. Η λεγόμενη δημοκρατική αντιπολίτευση, βλέποντας το κίνημα τρομοκρατήθηκε και αναγκάστηκε να ανακηρύξει την «Δημοκρατία της 4ης Σεπτέμβρη». Μια νέα «κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας» σχηματίστηκε, στην οποία η σπουδαιότερη πολιτική φιγούρα ήταν ο στρατηγός Τροσί. Ο Ζιλ Φαβρ, υπουργός Εξωτερικών, δήλωνε τα ακόλουθα: «Ούτε ένα μέτρο από τα σύνορα μας, ούτε μια πέτρα από τα φρούριά μας δεν πρέπει να αφεθούν στους Πρώσους»!

Τα γερμανικά στρατεύματα όμως, περικύκλωσαν πολύ γρήγορα το Παρίσι και το έθεσαν υπό καθεστώς πολιορκίας. Ο λαός στην αρχή υποστήριξε τη νέα κυβέρνηση, στο όνομα της «ενότητας» ενάντια στον εξωτερικό εχθρό. Αυτή η ενότητα όμως, έμελλε να διαρραγεί πολύ γρήγορα. Σε αντίθεση με τους δημόσιους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας για αντίσταση ενάντια στους Πρώσους, στην πραγματικότητα ο άνθρωποί της δεν πίστευαν ότι ήταν δυνατό να υπερασπιστούν το Παρίσι. Αλλά δίπλα στον τακτικό στρατό, μια πολιτοφυλακή 200.000 ανδρών, η Εθνική Φρουρά, δήλωνε έτοιμη να υπερασπίσει το Παρίσι. Οι οπλισμένοι αυτοί εργάτες αποτελούσαν μεγαλύτερο κίνδυνο για τα συμφέροντα των καπιταλιστών από τον εξωτερικό εχθρό που ήταν προ των πυλών.

Η κυβέρνηση αποφάσισε ότι το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να συνθηκολογήσει με τον Μπίσμαρκ, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Βέβαια, με δεδομένο τον πατριωτικό ενθουσιασμό του λαού του Παρισιού και της Εθνικής Φρουράς, ήταν αδύνατο αυτό να το δηλώσει δημόσια. Ο Τροσί έπρεπε να κερδίσει χρόνο. Υπολόγιζε ότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της πολιορκίας, θα μπορούσαν να κάμψουν την αντίσταση και το ηθικό των Παριζιάνων εργατών. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση άρχισε μυστικές συνομιλίες με τον Μπίσμαρκ.

Καθώς πέρναγαν οι εβδομάδες η εχθρότητα για την κυβέρνηση μεγάλωνε. Οι φήμες για συνθηκολόγηση πλήθαιναν. Στις 8 Οκτώβρη, η πτώση του Μετς πυροδότησε μια νέα μαζική διαδήλωση. Στις 31 του ίδιου μήνα, τμήματα Εθνοφρουρών, επιτέθηκαν και προσωρινά κατέλαβαν το Δημαρχείο του Παρισιού. Σε αυτό το στάδιο όμως, η μάζα των εργατών δεν ήταν ακόμα έτοιμη να δράσει ενάντια στην κυβέρνηση. Η εξέγερση ήταν απομονωμένη και απέτυχε.

Στο Παρίσι, η πείνα και η φτώχεια από την πολιορκία είχαν τρομερές συνέπειες στη συνείδηση του λαού και η ανάγκη να σπάσει η πολιορκία ήταν επείγουσα. Μετά την αποτυχία της κατάκτησης του χωριού Μπουζενβάλ, ο Τροσί παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Βινουά. Αυτός στην πρώτη του ανακοίνωση έγραψε ότι οι Παριζιάνοι «δεν θα πρέπει να διακατέχονται από αυταπάτες» για τη δυνατότητα να νικήσουν τα πρωσικά στρατεύματα. Ήταν προφανές πια ότι η κυβέρνηση είχε την πρόθεση να συνθηκολογήσει, κάτι που έκανε στις 27 Γενάρη.

Οι Παριζιάνοι και οι αγρότες

Στις εκλογές για την Εθνική Συνέλευση τον Φεβρουάριο, οι ψήφοι της αγροτιάς έδωσαν μια συντριπτική πλειοψηφία  στους μοναρχικούς και τους συντηρητικούς αντιπροσώπους. Η νέα Συνέλευση διόρισε τον Αδόλφο Θιέρσο, έναν σκληρό αντιδραστικό, επικεφαλής της κυβέρνησης. Μια σύγκρουση μεταξύ της «αγροτικής» Συνέλευσης και του Παρισιού ήταν αναπόφευκτη. Αλλά το γεγονός ότι η αντεπανάσταση σήκωσε κεφάλι έδωσε μια δυνατή ώθηση στην Παρισινή επανάσταση. Οι ένοπλοι διαδηλωτές της Εθνικής Φρουράς πλήθαιναν, υποστηριζόμενοι μαζικά από τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Οι ένοπλοι εργάτες κατήγγειλαν τον Θιέρσο και τους μοναρχικούς ως προδότες και έκαναν έκκληση για έναν πόλεμο πανστρατιάς στην υπεράσπιση της Δημοκρατίας.

Η Εθνική Συνέλευση διαρκώς προκαλούσε τους Παριζιάνους. Η περικύκλωση είχε βγάλει πολλούς εργάτες εκτός δουλειάς. Οι αποζημιώσεις που πλήρωνε η Εθνική Φρουρά ήταν το μέσο που τους κρατούσε μακριά από την πείνα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση κατήργησε την πληρωμή κάθε φρουρού που δεν μπορούσε να αποδείξει ότι ήταν ανίκανος να εργαστεί. Επίσης διέταξε να πληρωθούν εντός 48 ωρών όλα τα οφειλόμενα νοίκια και γενικότερα όλα τα χρέη. Αυτά και άλλα μέτρα χτύπησαν τους φτωχότερους ανθρώπους πολύ σκληρά, αλλά επίσης οδήγησαν και στην ριζοσπαστικοποίηση των μεσαίων στρωμάτων.

Η παράδοση της κυβέρνησης στον Μπίσμαρκ και η απειλή μια μοναρχικής παλινόρθωσης οδήγησε σε έναν μετασχηματισμό της Εθνικής Φρουράς. Μια «Κεντρική Επιτροπή της Ομοσπονδίας της Εθνικής Φρουράς» εκλέχτηκε, αντιπροσωπεύοντας 215 τάγματα, οπλισμένα με 2.000 κανόνια και 450.000 τουφέκια. Νέοι κανόνες υιοθετήθηκαν, κατοχυρώνοντας «το απόλυτο δικαίωμα των Εθνοφρουρών να εκλέγουν τους ηγέτες τους και να τους διώχνουν όταν δεν έχουν πλέον την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων τους».  Αυτή η Κεντρική Επιτροπή και οι αντίστοιχες δομές σε επίπεδο τάγματος, ήταν προάγγελοι των σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών που εμφανίστηκαν στη Ρωσία κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων του 1905 και του 1917.

Η νέα ηγεσία της Εθνικής Φρουράς σύντομα είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει το κύρος της. Καθώς ο Πρωσικός στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στο Παρίσι, δεκάδες χιλιάδες Παριζιάνοι συγκεντρώθηκαν με την πρόθεση να επιτεθούν στους εισβολείς. Η Κεντρική Επιτροπή παρέμβηκε για να εμποδίσει μια μάχη για την οποία δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένη. Επιβάλλοντας τη θέλησή της σε αυτό το θέμα, η Κεντρική Επιτροπή έδειξε ότι το κύρος της ήταν αναγνωρισμένο από την πλειοψηφία της Εθνικής Φρουράς και των Παριζιάνων. Οι πρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν μέρος της πόλης για δυο μέρες και μετά αποσύρθηκαν.

Η 18η Μαρτίου 

Στον «αγροτικό λαό» της Συνέλευσης, ο Θιέρσος είχε υποσχεθεί την παλινόρθωση της μοναρχίας. Αλλά το άμεσο καθήκον του ήταν να θέσει ένα τέλος στην κατάσταση δυαδικής εξουσίας που υπήρχε στο Παρίσι. Τα όπλα υπό τον έλεγχο της Εθνικής Φρουράς -και ιδιαίτερα εκείνων στα υψώματα της Μονμάρτης- συμβόλιζαν την απειλή που είχε τεθεί στο προσκήνιο για την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Στις 18 Μαρτίου, στις 3 πμ, 20.000 στρατιώτες και χωροφύλακες στάλθηκαν, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Λεκόντ, για να κατασχέσουν αυτά τα όπλα. Αυτό έγινε χωρίς μεγάλη δυσκολία. Παρ’ όλα αυτά οι διοικητές της αποστολής δεν σκέφθηκαν τους μεταφορείς που χρειάζονταν για να μεταφέρουν τα κανόνια. Ως τις 7.00 πμ, αυτές οι ομάδες δεν είχαν ακόμα φτάσει. Στην «Ιστορία της Κομμούνας» ο Λεπελετιέ περιγράφει το τι συνέβη: «Σύντομα μετά το άκουσμα του συναγερμού, στην οδό Κλιγκνακούρ τα τύμπανα έπαιζαν σε ρυθμό πορείας. Γρήγορα όλα εξελίχθηκαν σαν σε θεατρικό σενάριο: όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στο Μπουτ, το οποίο γέμισε από ένα παλλόμενο πλήθος. Η γυναίκες ήταν η η πλειοψηφία και υπήρχαν επίσης και παιδιά. Μεμονωμένοι εθνοφρουροί βγήκαν έξω με όπλα και κατευθύνονταν προς το Σατό Ρουζ». 

Οι στρατιώτες περικυκλώθηκαν από ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο πλήθος. Κάτοικοι της συνοικίας, εθνοφρουροί και άνθρωποι του Λεκόντ ήρθαν σε επαφή. Σε μια απελπισμένη απόπειρα να ανακτήσει την εξουσία του, ο Λεκόντ διέταξε τους άνδρες του να πυροβολήσουν το πλήθος. Ούτε ένας δεν πυροβόλησε. Πολύ γρήγορα, ο Λεκόντ και ο Κλεμέντ Τομάς συνελήφθησαν. Οργισμένοι στρατιώτες λίγο αργότερα τους εκτέλεσαν. Δεν είχε ξεχαστεί το ότι ο Κλεμέντ Τομάς είχε πυροβολήσει εξεγερμένους εργάτες τον Ιούνιο του 1848 στο Παρίσι.

Ο Θιέρσος δεν είχε προβλέψει την αποστασία των στρατευμάτων. Σε κατάσταση πανικού, έφυγε από το Παρίσι. Διέταξε το στρατό και την κυβέρνηση για πλήρη εκκένωση της πόλης και των γύρω οχυρών της. Ήθελε να κρατήσει το στρατό όσο γινόταν πιο μακριά από την επαναστατική «μόλυνση». Τελικά κάποιοι από τους στρατιώτες υποχώρησαν άτακτα προς τις Βερσαλλίες, ενώ κάποιοι ανοιχτά λιποτάκτησαν φωνάζοντας επαναστατικά συνθήματα.

Με την κατάρρευση του παλιού μηχανισμού του κράτους στο Παρίσι, η Εθνική Φρουρά κατέλαβε τα στρατηγικά σημεία της πόλης και χωρίς μάλιστα να συναντήσει υπολογίσιμη αντίσταση. Η Κεντρική Επιτροπή δεν έπαιξε ρόλο σε αυτά τα γεγονότα. Και μετά, το απόγευμα της 18ης Μαρτίου, ανακάλυψε ότι παρά τη θέλησή της έγινε στην πράξη η κυβέρνηση ενός νέου επαναστατικού καθεστώτος, βασισμένου στην ένοπλη δύναμη της Εθνικής Φρουράς.

Ταλαντεύσεις της Κεντρικής Επιτροπής

Το πρώτο καθήκον που η πλειοψηφία των μελών της Κεντρικής Επιτροπής έθεσε στον εαυτό της ήταν να απαλλαγεί από την εξουσία! Πάνω από όλα έλεγαν, «δεν έχουμε μια νόμιμη εξουσιοδότηση να κυβερνάμε». Μετά από μακρές συζητήσεις η Κεντρική Επιτροπή απρόθυμα συμφώνησε να παραμείνει στο Δημαρχείο αναγκαστικά για λίγες μέρες, ώστε να οργανωθούν δημοτικές εκλογές.

Το άμεσο πρόβλημα που αντιμετώπιζε η Κεντρική Επιτροπή ήταν ο στρατός που κατευθυνόταν στις Βερσαλλίες υπό την ηγεσία του Θιέρσου. Ο Εμίλ Εντ, μπλανκιστής και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνικής Φρουράς και κατοπινό μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Επιτροπής Πολέμου της Κομμούνας, και ο Εμίλ Βικτόρ Ντιβάλ, επίσης κατοπινό μέλος της ίδιας Επιτροπής, πρότειναν η Εθνική Φρουρά να βαδίσει αμέσως στις Βερσαλλίες ώστε να διαλύσει τις δυνάμεις που είχαν μείνει στη διάθεση του Θιέρσου. Αλλά δεν εισακούστηκαν. Η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής θεώρησε προτιμότερο «να μην εμφανιστούν ως επιτιθέμενοι». Η Κεντρική Επιτροπή αποτελούταν, στην πλειονότητά της, από άνδρες που ήταν πάρα πολύ μετριοπαθείς.

Η ενέργεια της Κεντρικής Επιτροπής σπαταλιόταν σε μακρές διαπραγματεύσεις για τη μέρα και τις μεθόδους των επερχόμενων δημοτικών εκλογών. Τελικώς αυτές ορίστηκαν για τις 26 Μαρτίου. Ο Θιέρσος χρησιμοποίησε αυτόν τον χρόνο προς όφελός του. Με τη βοήθεια του Μπίσμαρκ, ο στρατός που συγκεντρώθηκε στις Βερσαλλίες συμπληρώθηκε μαζικά από φρέσκα στρατεύματα και από όπλα, με το σκοπό τη διεξαγωγή μιας επίθεσης στον Παρίσι.

Στην παραμονή των εκλογών η Κεντρική Επιτροπή της Εθνικής Φρουράς εξέδωσε μια αξιοσημείωτη διαταγή, η οποία συνοψίζει το πνεύμα αυτοθυσίας και ακεραιότητας που χαρακτήριζε το νέο καθεστώς:  «Η αποστολή μας έχει τελειώσει. Θα δώσουμε τη θέση μας στο Δημαρχείο στους νεοεκλεγμένους αντιπροσώπους σας, στους κανονικούς σας αντιπροσώπους». Η Κεντρική Επιτροπή είχε μόνο μια εντολή να δώσει στους ψηφοφόρους: «Μη λησμονάτε το γεγονός ότι οι άντρες που θα σας υπηρετήσουν καλύτερα είναι αυτοί που θα επιλέξετε μεταξύ σας, που ζουν τη δική σας ζωή, που πάσχουν από τα ίδια δεινά. Προσοχή στους φιλόδοξους και αρχάριους […] Προσοχή στους φλύαρους, είναι ανίκανοι να αναλάβουν δράση […] ».

Το πρόγραμμα της Κομμούνας

Η νεοεκλεγμένη Κομμούνα αντικατέστησε τη διοίκηση της Εθνικής Φρουράς σαν η επίσημη κυβέρνηση του επαναστατικού Παρισιού. Τα περισσότερα από τα 90 μέλη της θα μπορούσαν να περιγραφούν ως αριστεροί δημοκράτες. Οι αγωνιστές της Πρώτης Διεθνούς Ένωσης των Εργατών που καθοδηγούταν από τον Καρλ Μαρξ μαζί με άλλους, και οι μπλανκιστές οι οποίοι ήταν  δραστήριοι αλλά πολιτικά συγχυσμένοι, από κοινού αντιπροσώπευαν κοντά στο ένα τέταρτο των εκλεγμένων μελών της Κομμούνας. Οι λίγοι δεξιοί που εξελέγησαν παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους με διάφορα προσχήματα.

Μετά την εγκαθίδρυση της εξουσίας της Κομμούνας όλα τα προνόμια των κρατικών αξιωματούχων καταργήθηκαν. Καθιερώθηκε με ειδικό διάταγμα ότι δεν θα πρέπει να λαμβάνουν για τις υπηρεσίες τους περισσότερο από τον μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη. Ήταν επίσης ανακλητοί ανά πάσα στιγμή.

Τα ενοίκια πάγωσαν. Τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια τέθηκαν κάτω από τον έλεγχο των εργατών. Μέτρα λήφθηκαν για να περιοριστεί η νυκτερινή εργασία και να υπάρξει ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των φτωχών και των ασθενών. Η Κομμούνα διακήρυξε ότι θέλει να «θέσει ένα τέλος στον άναρχο και ολέθριο ανταγωνισμό μεταξύ των εργατών και των καπιταλιστών». Η Εθνική Φρουρά ήταν ανοικτή σε όλους τους άνδρες που ήταν ικανοί για στρατιωτική υπηρεσία και οργανωμένη με αυστηρές δημοκρατικές αρχές. Τα μόνιμα στρατεύματα «διαχωρισμένα και απομονωμένα από τον λαό» κηρύχθηκαν παράνομα.

Η Εκκλησία χωρίστηκε από το κράτος και η θρησκεία κηρύχθηκε ιδιωτική υπόθεση. Επιτάχθηκαν σπίτια και δημόσια κτίρια για τους άστεγους, η δημόσια εκπαίδευση άνοιξε προς όλους, όπως επίσης και οι χώροι του πολιτισμού και της γνώσης. Οι ξένοι εργάτες αντιμετωπίζονταν ως σύμμαχοι στον αγώνα για μια «παγκόσμια δημοκρατία». Πολιτικές συναντήσεις διεξάγονταν μέρα και νύχτα. Χιλιάδες απλοί άνδρες και γυναίκες συζητούσαν το πώς διάφορα ζητήματα της κοινωνικής ζωής θα έπρεπε να οργανωθούν  για το κοινό καλό. τα χαρακτηριστικά της νέας κοινωνίας η οποία αναδυόταν στο Παρίσι ήταν ξεκάθαρα σοσιαλιστικά.

Η ήττα

Είναι αλήθεια ότι οι Κομμουνάροι έκαναν λάθη. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς τους καταλόγισαν σωστά το ότι δεν πήραν τον έλεγχο της Τράπεζας της Γαλλίας, η οποία συνέχισε να πληρώνει εκατομμύρια φράγκα στον Θιέρσο για να χρηματοδοτεί την επάνδρωση και τον εξοπλισμό των δυνάμεών του.

Ομοίως, η απειλή από τις Βερσαλλίες ξεκάθαρα υποτιμήθηκε από τους Κομμουνάρους. Όχι μόνο δεν αποπειράθηκαν να επιτεθούν στις Βερσαλλίες – τουλάχιστον μέχρι την πρώτη βδομάδα του Απριλίου – αλλά δεν έκαναν ούτε μια σοβαρή προσπάθεια να προετοιμάσουν μια ισχυρή άμυνα. Στις 2 Απριλίου, ένα σύνταγμα Κομμουνάρων που κατευθυνόταν προς το Κουρμπεβουά δέχθηκε επίθεση και σπρώχτηκε πίσω στο Παρίσι. Όσοι έπεσαν στα χέρια των δυνάμεων του Θιέρσου εκτελέστηκαν. Την επόμενη μέρα, κάτω από την πίεση της Εθνικής Φρουράς, η Κομμούνα προχώρησε σε μια επίθεση στις Βερσαλλίες. Αλλά παρά τον ενθουσιασμό των ταγμάτων των Κομμουνάρων, η έλλειψη στρατιωτικής και πολιτικής προετοιμασίας καταδίκασε αυτήν την αργοπορημένη απόπειρα σε αποτυχία. Οι ηγέτες της Κομμούνας πίστεψαν ότι, όπως και στις 18 Μαρτίου, ο στρατός των Βερσαλλιών θα περνούσε με την Κομμούνα και μόνο στη θέα της Εθνικής Φρουράς. Αυτό δε συνέβη.

Αυτή η αποτυχία προκάλεσε ένα κύμα ηττοπάθειας που κατέκλυσε το Παρίσι. Η μεγάλη αισιοδοξία των πρώτων βδομάδων έδωσε χώρο σε ένα κλίμα ηττοπάθειας, το οποίο δημιούργησε διασπάσεις σε όλα τα επίπεδα της στρατιωτικής διοίκησης. Τελικώς, ο στρατός των Βερσαλλιών εισέβαλε στο Παρίσι στις 21 Μάϊου. Στο Δημαρχείο, η Κομμούνα στερούταν την αποφασιστική στιγμή μιας σοβαρής επαναστατικής και στρατιωτικής στρατηγικής. Απλώς σταμάτησε να υπάρχει, παραιτούμενη όλων των ευθυνών της υπέρ μιας εντελώς αναποτελεσματικής Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας.

Οι εθνοφρουροί τοποθετήθηκαν στις δικές τους συνοικίες, χωρίς συγκεντρωτική διοίκηση. Αυτή η απόφαση εμπόδισε κάθε συγκέντρωση δυνάμεων της Κομμούνας ικανών να αντισταθούν στα χτυπήματα των στρατευμάτων των Βερσαλλιών. Οι Κομμουνάροι πάλεψαν με θαυμαστό θάρρος, αλλά σταδιακά υποχώρησαν στα ανατολικά της πόλης και τελικά ηττήθηκαν στις 28 Μάϊου. Οι τελευταίοι Κομμουνάροι που αντιστάθηκαν εκτελέστηκαν στο 20ο διαμέρισμα, στο «Ομοσπονδιακό Τείχος», το οποίο μπορεί ακόμα να ιδωθεί στο κοιμητήριο Περ Λασέζ. Κατά τη διάρκεια της «Αιματηρής Εβδομάδας» οι δυνάμεις του Θιέρσου έσφαξαν τουλάχιστον 30.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ πρόσθεσαν άλλα 20.000 θύματα τις επόμενες εβδομάδες.

Το εργατικό κράτος 

Η Παρισινή Κομμούνα ήταν η πρώτη εργατική κυβέρνηση στην Ιστορία. Στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία» ο Μαρξ εξήγησε ότι η Κομμούνα απέδειξε πως οι εργάτες δεν μπορούν «απλώς να κατακτήσουν την υπάρχουσα κρατική μηχανή και να την θέσουν σε κίνηση για τους δικούς τους σκοπούς. Η πρώτη προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας είναι το να καταστραφεί αυτό το εργαλείο ταξικής εξουσίας.». Οι Κομμουνάροι αποπειράθηκαν να χτίσουν ένα νέο εργατικό κράτος στα ερείπια του παλιού καπιταλιστικού κράτους στο Παρίσι. Κάνοντάς το αυτό, έδειξαν τα βασικά χαρακτηριστικά ενός εργατικού κράτους: καταστροφή της γραφειοκρατίας, το τέλος ενός στρατού διαχωρισμένου από το λαό και των προνομιούχων αξιωματούχων, η εισαγωγή της εκλογής και ανακλητότητας όλων των αξιωματούχων κ.λπ.

Οι Κομμουνάροι δεν είχαν χρόνο για να σταθεροποιήσουν την εξουσία τους. Η απομόνωσή τους μέσα σε ένα ως επί το πλείστον αγροτικό έθνος στάθηκε μοιραία γι’ αυτούς. Σήμερα αντίθετα, η πλειονότητα της κοινωνίας είναι μισθωτοί εργαζόμενοι. Τα οικονομικά θεμέλια για μια σοσιαλιστική επανάσταση είναι πολύ πιο ώριμα πλέον από όσο ήταν στον 19ο αιώνα. Εναπόκειται σε εμάς να κατακτήσουμε την ελεύθερη και δημοκρατική, σοσιαλιστική κοινωνία για την οποία πάλεψαν και θυσιάστηκαν οι Κομμουνάροι.

Εφημερίδα  RÉVOLUTION, γαλλικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης

Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.socialist.net: Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα