Με μια διαδικασία αποκάλυψης της απατηλής φύσης της αστικής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» ψηφίστηκε το νέο Μνημόνιο που σφράγισε την προδοσία της λαϊκής εντολής από την προεδρική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Πως διαμορφώνεται η προοπτική της ίδρυσης νέου αριστερού κόμματος, ποια πολιτικά καθήκοντα πρέπει να εκπληρώσει, ποιός είναι ο ρόλος και η θέση των κομμουνιστών.

 

Με την ψήφιση στη Βουλή του νέου Μνημονίου από 222 βουλευτές μεταξύ των οποίων μόνο 105 από τους 149 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση Τσίπρα στηριζόμενη στα δεκανίκια των αστικών μνημονιακών κομμάτων, ολοκλήρωσε και τυπικά την απροκάλυπτη προδοσία των λαϊκών εντολών της 25ης Γενάρη και της 5ης Ιουλίου.

Όπως δε, φανέρωσε με τη δήλωση της πρόθεσής της να ζητήσει κοινοβουλευτική ψήφο εμπιστοσύνης στις 20 Αυγούστου, η κυβέρνηση είναι πλέον έτοιμη να δώσει τη θέση της σ’ ένα άλλο κυβερνητικό σχήμα «εθνικής ενότητας», μετά τη μεσολάβηση εκλογών τον Σεπτέμβρη, αφού βέβαια της δοθεί η σχετική άδεια από τα νέα της αφεντικά, δηλαδή την ελληνική άρχουσα τάξη και τους ιμπεριαλιστές δανειστές του ελληνικού κράτους.

Η παρωδία της αστικής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας»

Οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν κατά τη «συζήτηση» και ψήφιση του νέου Μνημονίου στη Βουλή, αποκάλυψαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τον απατηλό χαρακτήρα της αστικής κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας». Οι πρώην αριστεροί, ρεφορμιστές της προεδρικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την επιχείρηση παραβίασης των στοιχειωδέστερων κανόνων του αστικού κοινοβουλευτισμού στο βωμό της πιστής εξυπηρέτησης των δεσμεύσεών τους έναντι της ελληνικής άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών δανειστών του κράτους της, ξεπέρασαν σε βαθμό ωμότητας και προκλητικότητας όλες τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις.

Οι ίδιοι άνθρωποι που κατήγγειλαν τις κυβερνήσεις Γ. Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά-Βενιζέλου για τις απαράδεκτα συνοπτικές διαδικασίες «συζήτησης» και ψήφισης των προηγούμενων Μνημονίων από την ελληνική Βουλή, αυτοί οι δογματικοί απολογητές του αστικού κοινοβουλευτισμού και πολέμιοι των τάχα αντιδημοκρατικών μεθόδων διακυβέρνησης που υπερασπίζει ο κομμουνισμός, για τέταρτη συνεχόμενη φορά μέσα σ’ ένα μήνα έγιναν εκφραστές του αυτοεξευτελισμού της αστικής «δημοκρατίας».

Το χρονικό της «δημοκρατικής» αυτής κοινοβουλευτικής διαδικασίας που οδήγησε στην ψήφιση του νέου Μνημονίου είναι αποκαλυπτικό. Οι εγκέφαλοι της κυβέρνησης Τσίπρα παρέδωσαν στους βουλευτές ένα νομικό έκτρωμα 500 σελίδων, στις 4.30 το πρωί της 13ης Αυγούστου. Αυτό «συζητήθηκε» αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας στις Επιτροπές της Βουλής με τους βουλευτές να τοποθετούνται, προφανώς οι περισσότεροι «αδιάβαστοι», για μόλις 2 λεπτά, με περιορισμένη μάλιστα τη δυνατότητα ομιλιών από την πλευρά των βουλευτών της αντιπολίτευσης. Το επιστέγασμα της «δημοκρατικής» συζήτησης ήρθε στην Ολομέλεια, που άρχισε να «συνεδριάζει» τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Αυγούστου για να εκφωνηθούν απλά και μόνο σύντομες ομιλίες των αρχηγών των κομμάτων και των κοινοβουλευτικών τους εκπροσώπων μέχρι τα ξημερώματα …

Οι νεομνημονιακοί όψιμοι δημοκράτες έφεραν μάλιστα προς ψήφιση εκτός από το Μνημόνιο και 2 τροπολογίες της «τελευταίας στιγμής», με τις οποίες τελικά νομοθέτησαν «από το παράθυρο» μεγάλες περικοπές στις συντάξεις των κρατικών υπαλλήλων, αλλά και την αλλαγή των όρων του περίφημου «νόμου Κατσέλη», σε βάρος φυσικά των συμφερόντων των υπερχρεωμένων δανειοληπτών.

Αυτή η παρωδία κοινοβουλευτισμού με πρωταγωνίστρια την προεδρική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, αποτέλεσε την ακραία έκφραση και το επιστέγασμα της παραβίασης κάθε έννοιας δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας κατά την περίοδο των τελευταίων 6 δραματικών, μνημονιακών χρόνων. Το δίδαγμα για την «ποιότητα» και το είδος της «δημοκρατίας» που απολαμβάνει ο ελληνικός λαός καθ’ όλη αυτή την περίοδο συνοψίζεται στον ακόλουθο εδραιωμένο πλέον κανόνα: οι πολίτες ψηφίζουν δημοκρατικά πολιτικές ηγεσίες που υπόσχονται την κατάργηση την λιτότητας και των Μνημονίων, αυτές ερχόμενες στην κυβέρνηση καταπατούν τις δεσμεύσεις τους και εφαρμόζουν το ακριβώς αντίθετο πρόγραμμα από εκείνο για το οποίο εξελέγησαν ψηφίζοντας χωρίς σεβασμό στα συνταγματικά προσχήματα νόμους που υπηρετούν τα συμφέροντα μιας αισχρής κοινωνικής μειοψηφίας, της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών δανειστών του κράτους της. Αυτή είναι η ουσία της σύγχρονης ελληνικής αστικής «δημοκρατίας». Η πλειοψηφία έχει κατοχυρωμένο το «δικαίωμα» να εκφράζει τη γνώμη της και οι κυβερνήσεις έχουν επίσης κατοχυρώσει το δικαίωμα να την αγνοούν επιδεκτικά.

Νέα επίθεση εξαθλίωσης στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα

H υπερψήφιση του νέου Μνημονίου σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας σκληρής επίθεσης στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Το νέο Μνημόνιο περιλαμβάνει μέτρα που ισοπεδώνουν ό,τι δεν πρόλαβαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Επιπλέον ασφαλώς, διατηρούνται άθικτα όλα τα αντιλαϊκά μέτρα που ψηφίστηκαν τα τελευταία 6 χρόνια.

Είναι χαρακτηριστικό για τον αυτοεξευτελισμό της κυβέρνησης Τσίπρα το γεγονός ότι ακόμα και εκείνα τα ελάχιστα μέτρα που ψήφισε για να «διασκεδάσει τις εντυπώσεις», όπως η επέκταση της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων, καταργούνται από το νέο Μνημόνιο. Οι αλλαγές που εισάγει το νέο Μνημόνιο στην ασφάλιση θα μετατρέψουν σε «όνειρο θερινής νυκτός» τη σύνταξη για τις νέες γενιές της εργατικής τάξης, αλλά ακόμα και για εκείνους που είναι κοντά στη σύνταξη, οι οποίοι θα δουν τα όρια ηλικίας να αυξάνουν. Ταυτόχρονα, ανοίγει ο δρόμος για την πλήρη κατάργηση των επικουρικών συντάξεων. Μέχρι και στα άτομα με αναπηρία κόβονται προνοιακά επιδόματα, αλλά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Οι αλλαγές στα εργασιακά και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα που σχεδιάζεται να ψηφιστούν μέχρι το τέλος του χρόνου νομιμοποιούν την πλήρη ασυδοσία της εργοδοσίας, στον κλάδο του εμπορίου θα έχουμε την πλήρη κατάργηση της Κυριακής αργίας, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι θα δεχτούν νέο πλήγμα με την εφαρμογή της λεγόμενης εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ.

Η φορολογία για τους μικρούς και μεσαίους αγρότες αυξάνεται δραματικά και γίνονται δυσμενέστερα τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό τους ως «κατ’ επάγγελμα αγρότες». Έτσι μέσα και απ’ αυτή τη διαδικασία θα επιταχυνθεί η συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής σε ακόμα λιγότερα χέρια.

Γενικότερα για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα η λιτότητα μεγαλώνει μέσα από την αύξηση των έμμεσων φόρων, τη διατήρηση όλων των «χαρατσιών» που επιβλήθηκαν από τα παλιότερα Μνημόνια και την αυστηρή επιδίωξη πρωτογενών πλεονασμάτων που προϋποθέτουν αναπόφευκτα νέες περικοπές στις δαπάνες Υγείας, Παιδείας, Πρόνοιας και ασφάλισης.

Μνημόνιο βαθειάς ύφεσης και αναπόφευκτης πορείας προς το εθνικό νόμισμα

Η ψήφιση του νέου Μνημονίου θα βαθύνει την ύφεση και θα επιταχύνει την αναπόφευκτη πορεία του ελληνικού καπιταλισμού προς το εθνικό νόμισμα. Μετά από μία αναλαμπή το 2014 με μία μικρή ανάκαμψη του ΑΕΠ κατά 0,8%, η ελληνική οικονομία μπήκε ορμητικά σε τροχιά βαθειάς ύφεσης. Ο ελληνικός καπιταλισμός σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν θα γνωρίσει φέτος ύφεση «μίνιμουμ» – 4%. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους υπολογίζει ότι κάθε εβδομάδα που διαρκούν οι λεγόμενοι έλεγχοι κεφαλαίων στις τράπεζες (στην πραγματικότητα κατά κανόνα έλεγχοι αποταμιεύσεων των μικρομεσαίων, αφού οι καπιταλιστές έχουν ήδη ασφαλίσει τα κεφάλαιά τους), το ΑΕΠ της Ελλάδας χάνει έως και 2,8 δις ευρώ. Κι ενώ από το 2009 έως σήμερα το ελληνικό ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 30%, οι «Financial Times» υπολογίζουν ότι μετά την εφαρμογή του νέου τριετούς Μνημονίου το ελληνικό ΑΕΠ θα χάσει επιπλέον 12% της αξίας του.

Απόλυτα ενδεικτικό γεγονός για την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός καπιταλισμός και τη γενικευμένη δυσπιστία για τις προοπτικές του από τους ίδιους τους καπιταλιστές, είναι η κατάρρευση του Χρηματιστηρίου κατά τι πρώτες μέρες επαναλειτουργίας του μετά από ένα μήνα αναγκαστικού κλεισίματος.

Η απότομη διολίσθηση σε μια νέα ύφεση θα είναι μια διαρκής αιτία απαίτησης για όλο και περισσότερα μέτρα από την πλευρά των συνασπισμένων ιμπεριαλιστών δανειστών του ελληνικού κράτους. Οι ιμπεριαλιστές δανειστές δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στον ελληνικό καπιταλισμό. Αυτό που πρέπει να περιμένουμε λοιπόν δεν είναι καθόλου μια ομαλοποίηση των σχέσεων με τους «ευρωπαίους εταίρους» όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Θα έχουμε τμηματικές καταβολές δόσεων, μετά από σκληρές αξιολογήσεις και απαίτηση για όλο και πιο σκληρά προαπαιτούμενα μέτρα.

Ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη αποτρέπεται με το νέο Μνημόνιο είναι εντελώς αβάσιμος. Η νέα άγρια λιτότητα επιδεινώνοντας την ύφεση, θα επαναφέρει στο προσκήνιο το φάσμα της εξόδου από την Ευρωζώνη και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Το περιβόητο «σχέδιο Σόιμπλε» για ένα «συντεταγμένο Grexit» έχει ήδη τεθεί στο τραπέζι και στη βέβαιη πιθανότητα αποτυχίας του νέου μνημονιακού προγράμματος, θα αποτελέσει τη φυσιολογική επιλογή, τόσο για τους βορειοευρωπαίους αστούς, όσο και για την ελληνική αστική τάξη, σε συνδυασμό πιθανά με μια μονιμότερη διευθέτηση του χρέους. Για τους πρώτους αυτό θα είναι το πρώτο βήμα για να απαλλαγούν από την επικίνδυνη και πιεστική υποχρέωση να εγγυώνται τα χρέη του ευρωπαϊκού Νότου και για τη δεύτερη, θα είναι ένα τεχνητό όπλο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της, μέσω μιας ακόμα πιο αποφασιστικής μείωσης του εργατικού κόστους που θα σηματοδοτήσει η νομισματική υποτίμηση.

Οι σχεδιασμοί των αστών και οι άμεσες πολιτικές προοπτικές

Κατά την κρίσιμη ψηφοφορία του νέου Μνημονίου οι απώλειες ψήφων για την προεδρική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μεγαλύτερες συγκριτικά με τις ανάλογες ψηφοφορίες του προηγούμενου μήνα. Συνολικά 44 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν ψήφισαν το νέο Μνημόνιο. Αυτή τη φορά 32 βουλευτές καταψήφισαν, 11 δήλωσαν «παρών», ένας βουλευτής ήταν απών, ενώ 3 διαφοροποιήθηκαν ψηφίζοντας «ναι» επί της αρχής και «παρών» σε επιμέρους άρθρα.

Οι απώλειες αυτές διαμορφώνουν μια εξαιρετικά αδύναμη κοινοβουλευτική υποστήριξη για την κυβέρνηση από τις κοινοβουλευτικές ομάδες των βασικών της εταίρων, του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, συνολικά από 118 βουλευτές, η οποία τυπικά δεν νομιμοποιεί την διατήρησή της στην εξουσία. Η κυβέρνηση Τσίπρα έχει πλέον απολέσει το κοινοβουλευτικό της κύρος και είναι πλήρως εξαρτημένη από τις διαθέσεις των κοινοβουλευτικών ομάδων της ΝΔ, του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ.

Η προεδρική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ στην προσπάθεια της να αποκαταστήσει το χαμένο της κοινοβουλευτικό κύρος, είναι φυσικό να θέτει ουσιαστικά ζήτημα προσφυγής σε εκλογές δηλώνοντας ότι θα προσφύγει στη διαδικασία αίτησης ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή, που δρομολογείται για τις 20 Αυγούστου. Η άμεση διεξαγωγή εκλογών είναι ο μόνος δρόμος για να διατηρηθεί η ομάδα Τσίπρα σε θέση ισχύος μέσα στο πλαίσιο του αστικού μνημονιακού στρατοπέδου και να πλήξει την πολιτική παρουσία της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ.

Με την ταχύτερη δυνατή προσφυγή στις κάλπες ο Τσίπρας επιθυμεί να αιφνιδιάσει την αριστερή πτέρυγα, να οδηγήσει το κόμμα που αυτή θα δημιουργήσει βιαστικά και απροετοίμαστα στις εκλογές, αποδυναμώνοντας την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση. Ταυτόχρονα επιδιώκει να διεκδικήσει την εκλογική πρωτιά για το νέο μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ με περισσότερες πιθανότητες, καθώς δεν θα έχουν ακόμα προλάβει να εφαρμοστούν τα σκληρά μέτρα του νέου Μνημονίου.

Φυσικά δεν είναι η προεδρική ομάδα αυτή που θα λάβει την τελική απόφαση για τις εκλογές. Τον καθοριστικό λόγο θα έχουν η άρχουσα τάξη, αλλά κυρίως οι ιμπεριαλιστές δανειστές του ελληνικού κράτους. Οι έλληνες αστοί γενικά μιλώντας δεν επιθυμούν τις εκλογές, θεωρώντας ότι θα αποτελέσουν έναν παράγοντα αστάθειας σε μια κρίσιμη στιγμή επιστροφής στην «ομαλότητα» του μνημονιακού καθεστώτος. Όμως από την άλλη πλευρά, καταλαβαίνουν ότι αν επαναλάβουν το πείραμα της κυβέρνησης Παπαδήμου στην παρούσα Βουλή, η πολιτική δύναμη που θα βγει κερδισμένη πολύ γρήγορα θα είναι η Αριστερή Πλατφόρμα, που διαθέτει μια ισχυρή ομάδα βουλευτών. Ταυτόχρονα, φοβούνται ότι έτσι θα φθείρουν τον Τσίπρα σε μια στιγμή που έχουν καταφέρει να τον ελέγξουν, αυξάνοντας πιθανά τις απώλειες του σε μια κοινοβουλευτική ομάδα που είναι γενικότερα απρόβλεπτη, καθώς προέκυψε από ψηφοδέλτια που καταρτίστηκαν συναινετικά με τις βασικές τάσεις του κόμματος και όχι με μοναδικό κριτήριο τη βούληση του «αρχηγού». Όλες αυτές οι ειδικές περιστάσεις κάνουν τους Έλληνες αστούς «ανεκτικούς» έναντι του ενδεχομένου των εκλογών.

Για τους ίδιους πάνω – κάτω λόγους επίσης, δεν φαίνεται προς το παρόν να υπάρχει σφοδρή αντίσταση και από τους δανειστές στο ενδεχόμενο των εκλογών. Οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές έχουν ήδη επιτύχει τους κοινούς βασικούς πολιτικούς και οικονομικούς τους σκοπούς καθώς υπέταξαν και εξευτέλισαν τον ΣΥΡΙΖΑ και ταυτόχρονα, συνέχισαν να διατηρούν την εύθραυστη συνοχή της Ευρωζώνης, χωρίς ουσιαστικές παραχωρήσεις, με το βασικό σχετικό τίμημα και πάλι να καταβάλλεται από τον ελληνικό λαό. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, η Γερμανία και οι Βορειοευρωπαίοι δορυφόροι της «έδειξαν τα δόντια τους», θέτοντας για πρώτη φορά επίσημα το «Grexit» στο προσκήνιο προς παραδειγματισμό ολόκληρου του ευρωπαϊκού Νότου. Με δεδομένα όλα αυτά, οι δανειστές δεν έχουν έναν πραγματικά πολύ σοβαρό λόγο να εμποδίσουν το ενδεχόμενο των εκλογών, όταν και η ίδια η ελληνική αστική τάξη τις θεωρεί ένα αναγκαίο κακό για να μπορέσει να εφαρμοστεί με μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα το νέο Μνημόνιο.

Ωστόσο οι πολιτικοί σχεδιασμοί των αστών και της υποτακτικής τους προεδρικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν παύουν να αποτελούν υποθέσεις εργασίας, μέσα σ’ ένα εξαιρετικά ευμετάβλητο κοινωνικό περιβάλλον. Όλοι αυτοί οι σχεδιασμοί προσκρούουν πάνω στις ριζοσπαστικές διαθέσεις του εργαζόμενου λαού που ανέδειξε το δημοψήφισμα του περασμένου μήνα.Η συντριπτική πλειοψηφία του λαού με το 61,3% που έδωσε στο «Όχι», κόντρα σε έναν αδυσώπητο οικονομικό και επικοινωνιακό πόλεμο από την τρόικα και την ελληνική άρχουσα τάξη, έστειλε όπως τονίσαμε, αντικειμενικά ένα επαναστατικό μήνυμα. Ένα μεγάλο τμήμα αυτών των εκατομμυρίων προλετάριων του «Όχι», μέσα από την εμπειρία της προδοσίας και της εφαρμογής των πρώτων μέτρων του νέου Μνημονίου ήδη αρχίζει να αναζητά πολιτική εκδίκηση και μια νέα αντιμνημονιακή, αντικαθεστωτική πολιτική στέγη. Αναπόφευκτα αυτή η αναζήτηση θα βγάλει ενισχυμένη την πέραν του ΣΥΡΙΖΑ Αριστερά, με βασικούς ωφελημένους το ΚΚΕ και το υπό ίδρυση κόμμα της Αριστερής Πλατφόρμας Ταυτόχρονα το πιθανότερο είναι να οδηγήσει σ’ ένα απροσδόκητα κακό εκλογικό ποσοστό τον ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα, παρά το ότι η ηγετική του ομάδα τυφλωμένη από τις κολακείες της άρχουσας τάξης και τα γκάλοπ που διεξήχθησαν μέσα στο περιβάλλον αμηχανίας και σύγχυσης που ακολούθησε την προδοσία της 12ης Ιουλίου, φαντασιώνεται ότι μπορεί να κυριαρχήσει για πολλά χρόνια στις εκλογικές προτιμήσεις των μαζών.

Η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, το υπό ίδρυση κόμμα της Αριστερής Πλατφόρμας και οι κομμουνιστές

Το κυρίαρχο πολιτικό γεγονός των ημερών είναι αναμφισβήτητα η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως όλα δείχνουν η ανακοίνωση της ίδρυσης ενός νέου κόμματος από την Αριστερή Πλατφόρμα είναι θέμα ημερών. Ανεξάρτητα από τους επιμέρους χειρισμούς των ηγεσιών των βασικών πτερύγων του κόμματος, η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ είναι το φυσιολογικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα του περάσματος της προεδρικής ομάδας στο μνημονιακό, αστικό στρατόπεδο και της απόπειράς της να πάρει τον ΣΥΡΙΖΑ ως «όμηρο» σε αυτή την αποστασία της. Ασφαλώς λοιπόν, πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι η Αριστερή Πλατφόρμα αυτή που διασπά τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ίδια η ομάδα Τσίπρα και η απροκάλυπτη πολιτική προδοσία της.

Αυτό που θα μπορούσε να προσάψει κανείς σήμερα στην ηγεσία της Αριστερής Πλατφόρμας που ετοιμάζεται να ιδρύσει ένα νέο κόμμα δεν είναι ότι «διασπά τον ΣΥΡΙΖΑ». Είναι ότι δεν αξιοποίησε τις σημαντικές δυνατότητες που υπήρχαν τις προηγούμενες εβδομάδες η αναπόφευκτη διάσπαση να μην είναι αριστερή, αλλά δεξιά,να είναι η διάσπαση της ίδιας της προεδρικής ομάδας, που με αυτό τον τρόπο δεν θα επιτύγχανε να οικειοποιηθεί το κόμμα του οποίου τις αρχές πρόδωσε βάναυσα.

Πράγματι, αν με «ψυχρό μάτι» πλέον εξετάσει κανείς την τακτική της ηγεσίας της Αριστερής Πλατφόρμας κατά τη διάρκεια του μήνα που έχει μεσολαβήσει από την προδοσία της 12ης Ιουλίου, θα συμπεράνει ότι άφησε αναξιοποίητη την κατάσταση πλήρους απομόνωσης στην οποία βρέθηκε η προεδρική ομάδα μέσα στο κόμμα. Με το ΚΣ της Νεολαίας, την πλειοψηφία της ΚΕ, πολλές ΟΜ και ΝΕ να βγάζουν καταδικαστικές αποφάσεις για το νέο Μνημόνιο είχε διαμορφωθεί ένα εξαιρετικά ευνοϊκό πεδίο ώστε να αντεπιτεθεί αποφασιστικά η αριστερή πτέρυγα και να διεκδικήσει τον έλεγχο του κόμματος.

Το πιο αποτελεσματικό μέσο γι’ αυτό το σκοπό ήταν η άμεση επιβολή ενός Εκτάκτου Συνεδρίου πριν την οριστικοποίηση της προδοσίας και την υπογραφή του νέου Μνημονίου. Η σύγκλησή του θα μπορούσε να επιβληθεί άνετα ακόμα και με τις μισές υπογραφές των μελών που υποστηρίζουν την Αριστερή Πλατφόρμα (το Καταστατικό μιλά για το 15% των μελών). Η ηγεσία της Αριστερής Πλατφόρμας όμως αδράνησε, φοβούμενη μια πραγματική μάχη για τον έλεγχο του κόμματος και την ευθεία σύγκρουση με την ηγετική ομάδα και την κυβέρνηση. Περιορίστηκε μόνο σε συμβολικές κινήσεις, όπως η άσκηση πίεσης με ψηφίσματα στη βάση και στα ενδιάμεσα όργανα, μια (επιτυχημένη) συγκέντρωση για τα 5 χρόνια της ιστοσελίδας ΙΣΚΡΑ και η υποστήριξη στην τελευταία συνεδρίαση της ΚΕ μιας πρότασης για τη διενέργεια «Διαρκούς Συνεδρίου» που όμως δεν έχει από το Καταστατικό καμία δικαιοδοσία να αλλάξει την ηγεσία.

Αυτή η στάση έδωσε χώρο και χρόνο στην ηγετική ομάδα να αντεπιτεθεί και να σημειώσει μια νίκη σε αυτή την κρίσιμη συνεδρίαση της ΚΕ, επιτυγχάνοντας τη διεξαγωγή ενός συνεδρίου «στα μέτρα της» μετά την υπογραφή του Μνημονίου, με την πολύτιμη φυσικά βοήθεια της, τουλάχιστον απελπισμένης και άστοχης στάσης των ηγετικών στελεχών της ΚΟΕ, που παραιτήθηκαν από το όργανο αρνούμενα να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία, ματαιώνοντας έτσι ένα οριακό, ευνοϊκό αποτέλεσμα για την αριστερή πτέρυγα.

Ταυτόχρονα, η παθητική αυτή τακτική της ηγεσίας της Αριστερής Πλατφόρμας, αύξησε τις διαθέσεις για αποχώρηση σ’ ένα μεγάλο τμήμα καλών αριστερών αγωνιστών της βάσης του κόμματος. Αυτές οι διαθέσεις, αμέσως μετά την επικράτηση Τσίπρα στην ΚΕ έγιναν συντριπτικά πλειοψηφικές, ματαιώνοντας έτσι πρακτικά τη δυνατότητα για μια νικηφόρα εσωκομματική μάχη από την πλευρά της αριστερής πτέρυγας.

Η τακτική αυτή της ηγεσίας της Αριστερής Πλατφόρμας ήταν σύμφωνη με την αντιφατική και λαθεμένη πολιτική στάση που είχε τηρήσει όλο το διάστημα πριν την προδοσία της 12ης Ιουλίου. Στο πλαίσιο αυτής της στάσης, είχε συμφωνήσει με την απαράδεκτη συμμαχία με ένα δεξιό, αστικό κόμμα όπως οι ΑΝΕΛ, υπερψήφισε την επιλογή του αστού, δεξιού Παυλόπουλου για την προεδρία της Δημοκρατίας, ανέχθηκε τη «συμφωνία της 20ης Φλεβάρη» που αποτέλεσε τον προάγγελο της προδοσίας της 12η Ιουλίου, διατήρησε ηγετικά της στελέχη σε υπουργικά πόστα επί μήνες, την ώρα που η κυβέρνηση έδειχνε επίμονη άρνηση να εφαρμόσει τις βασικές προεκλογικές της δεσμεύσεις.

Αυτά τα πολιτικά «δείγματα γραφής» ενέτειναν στις τάξεις των αριστερών μελών την απογοήτευση και τη διάθεση για αποχώρηση χωρίς μάχη από το κόμμα, έχοντας κλονίσει την εμπιστοσύνη, τόσο αυτών όσο και των αριστερών φίλων και υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ έναντι της Αριστερής Πλατφόρμας.

Ωστόσο, έχοντας μιλήσει ανοικτά για τα πολιτικά λάθη της ηγεσίας της Αριστερής Πλατφόρμας και καταδείξει τις ευθύνες για την αποφυγή διεξαγωγής της αναγκαίας εσωκομματικής μάχης με σκοπό το πέρασμα του κόμματος στα χέρια της αριστερής πτέρυγας, η Κομμουνιστική Τάση, κάθε άλλο παρά θεωρεί ότι η αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ στερείται των αναγκαίων ευκαιριών και δυνατοτήτων να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο εκπροσωπώντας πολιτικά τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Παρά τα σοβαρά λάθη στην πολιτική και την τακτική της ηγεσίας της Αριστερής Πλατφόρμας, η σωστή, ενιαία στάση καταψήφισης των μνημονιακών μέτρων της κυβέρνησης στη Βουλή από τους βουλευτές της στις 3 τελευταίες κρίσιμες ψηφοφορίες, αύξησε το κύρος της στα μάτια χιλιάδων μελών, υποστηρικτών και ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και δημιούργησε ήδη την αναγκαία παρακαταθήκη για μια ισχυρή υποστήριξη στο νέο αριστερό κόμμα που προτίθεται να ιδρύσει τις επόμενες μέρες.

Ένα τέτοιο νέο αριστερό κόμμα, στις παρούσες συνθήκες μπορεί να αναπτυχθεί γρήγορα και να συμβάλει αποφασιστικά στο καθήκον της άμεσης ανασυγκρότησης της Αριστεράς από τις οδυνηρές επιπτώσεις της ανοικτής προδοσίας της προεδρικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Τα μαζικά κόμματα γεννιούνται μέσα στις συνθήκες μεγάλων ιστορικών γεγονότων. Το προδομένο μαζικό, ταξικό, επαναστατικό «Όχι» της 5ης Ιουλίου και το κίνημα που ανέδειξε, αποτελεί ένα τέτοιο «μεγάλο γεγονός», που μπορεί να σηματοδοτήσει την ίδρυση ενός νέου μαζικού αριστερού κόμματος. Με αυτή την έννοια, είναι πολύ σωστή η πολιτική επιλογή της ηγεσίας της Αριστερής Πλατφόρμας και των άλλων αριστερών συλλογικοτήτων που συσπειρώνονται μαζί της να διακηρύξουν ότι επιδιώκουν να εκφράσουν αυτό το μεγάλο, ταξικό κίνημα.

Ωστόσο τα κόμματα, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους, για να αναπτυχθούν σωστά απαιτούνται οι κατάλληλες «γενετικές» πληροφορίες. Το νέο κόμμα πρέπει να συγκροτηθεί μέσα από εκείνες τις μεθόδους που θα του επιτρέψουν να ριζώσει στην πιο προοδευτική τάξη της κοινωνίας, την εργατική τάξη και ιδιαίτερα στα πιο φρέσκα και μαχητικά της στοιχεία, αλλά και να θεμελιωθεί πάνω στις προγραμματικές και πολιτικές αρχές που θα του επιτρέψουν να έχει καταλυτική συμβολή στην πάλη της για τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, το νέο κόμμα δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί σαν ένας έτοιμος μηχανισμός που θα επιβληθεί στους αριστερούς αγωνιστές «από τα πάνω» και θα εξαντλήσει τη δράση του στον αγώνα για μια ισχυρή κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στις επερχόμενες εκλογές. Στο σημείο αυτό, είναι αναγκαίο να βγουν τα απαραίτητα συμπεράσματα απόρριψης της γραφειοκρατική μεθόδου της αρχικής συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ σαν μια ομοσπονδία οργανώσεων που δεν αναγνώριζε δημοκρατικά δικαιώματα στους αγωνιστές της βάσης και λάμβανε όλες τις βασικές αποφάσεις μέσα από διαβουλεύσεις και συνεννοήσεις «κορυφής».

Για να είναι βιώσιμο, μαζικό και ριζωμένο στην εργατική τάξη και τη νεολαία το νέο αριστερό κόμμα θα πρέπει να ιδρυθεί μέσα από ένα τολμηρό κάλεσμα για αυτό-οργάνωση σε επιτροπές που θα εξελιχθούν σε οργανώσεις κατά εργατικό χώρο και γειτονιά, στη βάση της αποδοχής και υπεράσπισης της κατάλληλης πολιτικής – προγραμματικής διακήρυξης και ενός μίνιμουμ οργανωτικού πλαισίου μέχρι την ταχύτερη δυνατή διεξαγωγή ενός δημοκρατικού και αντιπροσωπευτικού ιδρυτικού συνεδρίου.

Καθοριστική σημασία για την πορεία του νέου αριστερού κόμματος, πάνω απ’ όλα θα έχει το περιεχόμενο των ιδρυτικών πολιτικών και προγραμματικών του αρχών. Αυτό είναι ένα ακόμα σημείο πάνω στο οποίο θα πρέπει να διδαχθούμε από το αρνητικό παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ. Το νέο αριστερό κόμμα θα πρέπει λοιπόν να συγκροτηθεί στη βάση της υπεράσπισης των ιδεών του επιστημονικού σοσιαλισμού και της ρητής πολιτικής καταδίκης της σοσιαλδημοκρατίας, οι βασικές αντιλήψεις και μέθοδοι της οποίας, όπως έδειξε η μοιραία πορεία της ομάδας Τσίπρα, κρύβουν το σπόρο της προδοσίας και της υποταγής στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του κεφαλαίου.

Μέσα σε αυτό το γενικό πολιτικό πλαίσιο, το νέο κόμμα είναι ανάγκη να αποφύγει να ταυτιστεί με την «πανάκεια» του εθνικού νομίσματος, που με συνέπεια υπερασπίζει τα τελευταία χρόνια η ηγεσία της Αριστερής Πλατφόρμας.Όπως εξηγεί ο μαρξισμός, η πραγματική και οριστική λύση στα προβλήματα της εργατικής τάξης είναι μόνο η κατάκτηση της εξουσίας από την ίδια και η έναρξη της σοσιαλιστικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας.Αυτή η θεμελιώδης πολιτική – προγραμματική αρχή του μαρξισμού δεν είναι δυνατόν να επισκιάζεται από την υπεράσπιση της πανάκειας του εθνικού νομίσματος. Η εισαγωγή ενός εθνικού νομίσματος πάνω στο έδαφος του ελληνικού καπιταλισμού με σκοπό την υποτίμησή του για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του, θα εκφράζει την απόπειρα της ελληνικής άρχουσας τάξης να φορτώσει την κρίση στην εργατική τάξη και να ενισχύσει την θέση των μεγάλων εξαγωγικών της μονοπωλίων. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελεί την προγραμματική σημαία για την ίδρυση ενός ριζοσπαστικού αριστερού, εργατικού κόμματος.

Φυσικά η έκδοση εθνικού νομίσματος θα είναι μια τεχνικά υποχρεωτική μέθοδος για την απεξάρτηση από τον ασφυκτικό νομισματικό έλεγχο της ΕΚΤ, ένα αναγκαίο τεχνικό μέσο για να λειτουργήσει το μόνο αληθινά φιλολαϊκό, αντικαπιταλιστικό, σοσιαλιστικό οικονομικό μοντέλο της κοινωνικοποιημένης, δημοκρατικά σχεδιασμένης οικονομίας. Όμως το ίδιο το αναγκαίο οικονομικό μοντέλο δεν μπορεί στη ρητορική, τα συνθήματα και το πρόγραμμα ενός αριστερού κόμματος να υποκαθίσταται από το τεχνικό μέσο που θα το υπηρετεί. Κάτι τέτοιο θα ταίριαζε σε μια πατριωτική πολιτική αίρεση και όχι σ’ ένα κόμμα φτιαγμένο για να προωθήσει τις ιδέες και τους σκοπούς του σοσιαλισμού.

Σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα, η Κομμουνιστική Τάση θα επιμένει να εκφράζει ειλικρινά και συντροφικά τη διαφωνία της με τις απόψεις που εκφράζουν τα ηγετικά στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας, χωρίς αυτό να εμποδίζει τη συνύπαρξή μας στο ίδιο κόμμα, όταν αυτό λάβει «σάρκα και οστά». Ένας από τους αποφασιστικής σημασίας λόγους γι’ αυτό, είναι ο υπαρκτός κίνδυνος η υπερπροβολή της πανάκειας του εθνικού νομίσματος να διευκολύνει την υστερική προπαγάνδα των αστικών ΜΜΕ που επιχειρούν υποτιμητικά να εμφανίσουν το υπό ίδρυση αριστερό κόμμα ως το «κόμμα της δραχμής», όπως επίσης και ο ακόμα σοβαρότερος κίνδυνος η ανάπτυξη και επιρροή αυτού του νέου κόμματος να απειληθεί από την προσέλκυση μικροαστικών, πατριωτικών πολιτικών τυχοδιωκτών και πάνω από όλα, να υπονομευθεί η ύπαρξη και απήχηση του νέου αριστερού κόμματος από την ίδια την οδυνηρή εμπειρία που θα έχει για τις εργατικές μάζες η αναπόφευκτη σε κάποιο στάδιο επιστροφή στο εθνικό νόμισμα πάνω στο εδάφος της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού.

Αποφασιστικής σημασίας τέλος, είναι για την Κομμουνιστική Τάση το ζήτημα της πολιτικής συμμαχιών που θα πρέπει να υιοθετήσει το υπό ίδρυση αριστερό κόμμα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεπή υπηρέτηση μιας νικηφόρας σοσιαλιστικής προοπτικής είναι η ενότητα δράσης με το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ είναι ένα μαζικό κόμμα του ελληνικού προλεταριάτου, που διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην ταξική πάλη. Η λαθεμένη σεχταριστική πολιτική της ηγεσίας του, όπως εκφράστηκε χαρακτηριστικά στο δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη, δεν θα πρέπει να γίνεται άλλοθι για μια αντίστοιχα σεχταριστική, διχαστική στάση από τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς. Το υπό ίδρυση νέο αριστερό κόμμα θα πρέπει να επιδιώκει σταθερά την αλληλέγγυα, ταξική ενότητα δράσης με τις δυνάμεις του ΚΚΕ ενάντια στον κοινό εχθρό, το κεφάλαιο και τις κυβερνήσεις που το υπηρετούν.

Ταυτόχρονα στο όνομα της διαφωνίας με τη σεχταριστική πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ δεν θα πρέπει να ισοπεδώνονται τα σημαντικά, ορθά από μαρξιστική σκοπιά πολιτικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την τρέχουσα πολιτική γραμμή του κόμματος (η συμβολή της σημερινής ηγεσίας του σε αυτή τη γραμμή φυσικά θα πρέπει να αναγνωριστεί θαρρετά), όπως είναι η ρητή εγκατάλειψη και αποδοκιμασία της υπεράσπισης «ενδιάμεσων σταδίων» πριν από την εργατική εξουσία, ο διεθνιστικός και ταξικός αναπροσανατολισμός της πολιτικής του, σε καθαρό διαχωρισμό από τις αντιλήψεις υποστήριξης της αστικής πατρίδας, η ενδιαφέρουσα, θετική αν και λειψή ακόμα, απόπειρα για μια μαρξιστική αναθεώρηση των σημαντικών ιστορικών σταθμών της πολιτικής του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Η Κομμουνιστική Τάση, με την ίδια συνέπεια και ανιδιοτέλεια που πάλεψε από την ίδρυσή της μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζοντας τις ιδέες του επιστημονικού σοσιαλισμού, σε ξεκάθαρη αντιπαράθεση με τις προδοτικές, σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές της ομάδας Τσίπρα, θα συνεχίζει να αγωνίζεται μαζί με τους αριστερούς αγωνιστές που προσβλέπουν στη ίδρυση του νέου αριστερού κόμματος και προτίθενται να το στηρίξουν ενεργά. Καλούμε λοιπόν όλους τους αριστερούς αγωνιστές να δώσουμε αυτό τον αγώνα από κοινού, οργανωμένα και με σημείο αναφοράς ένα αντικαπιταλιστικό, σοσιαλιστικό πρόγραμμα.