Η δεκαετία του 1990 ήταν μια αντικειμενικά δύσκολη περίοδος για το ΚΚΕ. Έπρεπε να αντιμετωπίσει τις ολέθριες συνέπειες που είχε για το κομμουνιστικό και γενικότερα για το εργατικό κίνημα η κατάρρευση της γραφειοκρατικά εκφυλισμένης ΕΣΣΔ και των λοιπών γραφειοκρατικά παραμορφωμένων εργατικών κρατών. Επιπλέον, είχε να αντιμετωπίσει και τις συνέπειες των επαναλαμβανόμενων πολιτικών ατοπημάτων της ίδιας της ηγεσίας του, με κορυφαίο τη συμμετοχή σε συγκυβερνήσεις με τους αστούς (κυβερνήσεις Τζανετάκη και Ζολώτα). Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε το κόμμα να βγει ενισχυμένο σ’ αυτή την περίοδο ήταν η στροφή σε μια γνήσια μπολσεβίκικη-λενινιστική πολιτική. Αυτό όμως, όπως ήδη πλέον γνωρίζουμε, δεν συνέβη ποτέ.
Όπως γράφει η «Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 50 χρόνια από την επαναφορά της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», στην ενότητα με τίτλο «Η διάσπαση και η ανασυγκρότηση του ΚΚΕ την περίοδο της αντεπανάστασης», «η κρίση του ΚΚΕ κορυφώθηκε στο 13ο Συνέδριό του (Φλεβάρης 1991) και με την ανάκληση της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ από τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου και τη διάσπαση στο πλαίσιο της εκλεγμένης ΚΕ (Ιούνης 1991)». Και δυστυχώς, η ΚΕ «ξεχνά» να αναφέρει ποια ήταν η πολιτική αιτία για την κρίση και τη διάσπαση. Περιοριζόμενη όμως, να αναφέρει ότι «έκτοτε το ΚΚΕ ακολούθησε πορεία ανάκτησης των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών σε όλους τους τομείς», εμμέσως πλην σαφώς, παραδέχεται ότι η αιτία ήταν τα μη επαναστατικά χαρακτηριστικά της πολιτικής του κόμματος.
Ανακτήθηκαν τα «επαναστατικά κομμουνιστικά χαρακτηριστικά» του κόμματος; πρόγραμμα, θεωρία και Ιστορία
Αυτή η «πορεία ανάκτησης των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» εμφανίζεται χωρίς αιτιολόγηση να έχει έναν ιδιαίτερα μακροχρόνιο και αργό χαρακτήρα. Έτσι, στο κρίσιμο πεδίο του κομματικού προγράμματος, η «ανάκτηση των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» φαίνεται ότι διήρκησε 22 ολόκληρα χρόνια και απαίτησε τη μεσολάβηση 6 συνεδρίων, αφού εμφανίζεται να ολοκληρώνεται μόλις στο 19ο συνέδριο το 2013. Τόσα ήταν τα χρόνια και τα συνέδρια που χρειάστηκε το κόμμα για να απαλλαγεί από τη σταλινική-σοσιαλδημοκρατική «θεωρία των σταδίων» στο πρόγραμμά του και να εκτοπιστεί το ουτοπικό, ενδιάμεσο στάδιο διακυβέρνησης (δηλαδή πριν από την εργατική-σοσιαλιστική εξουσία) πάνω στο έδαφος του καπιταλισμού.
Όμως, η διατήρηση στο κομματικό πρόγραμμα του ενδιάμεσου σταδίου (το οποίο από το 15ο συνέδριο του 1996 έλαβε τη μορφή της εξουσίας του «Αντι-ιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου») για 22 ακόμα χρόνια μετά τη διάσπαση, δεν ήταν μια μικρολεπτομέρεια που μπορεί να συγχωρεθεί στην ηγεσία του ΚΚΕ. Συνέβαλε στη σύγχυση και κακο-εκπαίδευση δεκάδων χιλιάδων αγωνιστών του κομμουνιστικού κινήματος και γι’ αυτή τη ζημιά, η ηγεσία του ΚΚΕ οφείλει να απολογηθεί.
Αλλά από μόνη της, η εκτόπιση (πολύ καθυστερημένη, αλλά απόλυτα ορθή) του ενδιάμεσου σταδίου ΚΚΕ από το πρόγραμμα του δεν αρκεί για να το μετατρέψει σε ένα γνήσια κομμουνιστικό, επαναστατικό πρόγραμμα. Γιατί ο ορίζοντας του προγράμματος περιορίζεται στα όρια της Ελλάδας και η σοσιαλιστική οικοδόμηση περιγράφεται σύμφωνα με τα παλιά σταλινικά πρότυπα ως μια υπόθεση που μπορεί να διεκπεραιωθεί μέσα σε μια και μόνη χώρα. «Ανάκτηση των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών του κόμματος» δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν εξοβελιστεί αυτή η εθνοκεντρική, αντιδραστική, σταλινική προγραμματική αντίληψη, αν δεν ενσωματωθεί στο πρόγραμμα η στοιχειώδης αλήθεια που ανέδειξε η κατάρρευση των σταλινικών κρατών, ότι δηλαδή ο σοσιαλισμός, στις σύγχρονες συνθήκες κυριαρχίας του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας, δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με τις παραγωγικές δυνατότητες μιας χώρας. Είναι μια υπόθεση που απαιτεί, όπως πάντοτε τόνιζαν ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν, την αδελφική συνεργασία τουλάχιστον μερικών, βιομηχανικά προηγμένων χωρών.
Ως στοιχείο της (υποτιθέμενης) «ανάκτησης των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» του κόμματος, η Διακήρυξη αναφέρει ότι «στο 18ο Συνέδριο (2009) διατυπώθηκαν συμπεράσματα για τη νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης». Ωστόσο, τα συμπεράσματα αυτά, εκτός από το ότι διατυπώθηκαν 19 ολόκληρα χρόνια μετά από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, κάθε άλλο παρά αποτέλεσαν μια γνήσια μαρξιστική ερμηνεία του φαινομένου. Αντί να ενοχοποιηθεί για την καπιταλιστική παλινόρθωση ο κοινωνικός ρόλος της ίδιας της κραταιάς και βαθιά ριζωμένης στη σοβιετική κοινωνία, παρασιτικής κοινωνικής κάστας της γραφειοκρατίας, ενοχοποιήθηκαν μόνο οι πολιτικές επιλογές και τα οικονομικά μέτρα της κυρίαρχης πολιτικά μερίδας της, ιδιαίτερα και συγκεκριμένα για την περίοδο μετά το περίφημο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956) και εκείνη των τελευταίων χρόνων της ΕΣΣΔ μετά το 1985 («Περεστρόικα»).
Αυτή η «ερμηνεία» δεν έφερε το κόμμα πιο κοντά στον μαρξισμό, αλλά το απομάκρυνε από αυτόν. Η μαρξιστική ερμηνεία του φαινομένου της γραφειοκρατικοποίησης του πρώτου εργατικού κράτους στην Ιστορία που οδήγησε στην καπιταλιστική παλινόρθωση, αναπτύχθηκε έγκαιρα από τον Λέον Τρότσκι, «πάνω στις ράγες» της αντιγραφειοκρατικής πάλης του Λένιν κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και μάλιστα έγκαιρα, 55 ολόκληρα χρόνια πριν από την τελική κατάληξη του φαινομένου και όχι 19 χρόνια μετά. Όμως για μία ακόμα φορά, αυτή η ολοκληρωμένη μαρξιστική ερμηνεία αγνοήθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ και χιλιάδες αγωνιστές του κόμματος ταΐστηκαν με «ερμηνείες» που σε τελική ανάλυση, αντικαθιστούν τη μαρξιστική μέθοδο με θεωρίες συνωμοσίας.
Η (υποτιθέμενη) «ανάκτηση των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών του ΚΚΕ» υποστηρίζεται στη Διακήρυξη ότι «συνδυάστηκε με την έναρξη μιας μακρόπνοης ερευνητικής δραστηριότητας για την επεξεργασία της Ιστορίας του Κόμματος από το 1918 – 1974». Στην πραγματικότητα όμως, παρά τα όποια θετικά, αντι-οπορτουνιστικά στοιχεία είχε αυτή η αναθεώρηση, σε τελική ανάλυση αποτέλεσε την επανάληψη της πάγιας σταλινικής μεθόδου ξαναγραψίματος της Ιστορίας με σκοπό να ταιριάζει στην εκάστοτε κυρίαρχη κομματική γραμμή. Αυτή η μέθοδος αποδείχθηκε ότι μόνο πολύ αποσπασματικά και με μεγάλες δόσεις ασυνέπειας μπορεί να οδηγήσει σε σωστή κριτική αναθεώρηση στοιχείων της κομματικής Ιστορίας. Έτσι, αντί τα μεγάλα λάθη της ηγεσίας του κόμματος που οδήγησαν την εργατική τάξη σε ολέθριες ήττες όπως εκείνες του 1936, του 1944-49 και του 1965-67 να αποδοθούν ευθέως και κρυστάλλινα στην κυρίαρχη διεθνή σταλινική πολιτική και τη λογική της συνεργασίας των τάξεων που αποτελούσε το δομικό της συστατικό στοιχείο, στο πλαίσιο της πρόσφατης αναθεώρησης της κομματικής Ιστορίας, αποδόθηκαν κατά κανόνα σε οπορτουνιστικές επιλογές που εμφανίζεται ότι προέκυψαν ξαφνικά, χωρίς να προσδιορίζεται η πολιτική, ιδεολογική και κοινωνική τους πηγή.
Από τη στιγμή λοιπόν που ούτε στο πεδίο του προγράμματος, αλλά ούτε και σ’ εκείνο της θεωρίας και της κριτικής εξέτασης της Ιστορίας του κινήματος και του κόμματος ισχύει πραγματικά η διαπίστωση περί διαδικασίας «ανάκτησης των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» του ΚΚΕ, το ηγετικό αφήγημα για την ύπαρξή της είναι μετέωρο και ανυπόστατο.
Η κρίση, το αντιμνημονιακό κίνημα και η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ
Μήπως όμως, είδαμε αυτή την περιβόητη «ανάκτηση των επαναστατικών κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» του ΚΚΕ στο πεδίο της κεντρικής πολιτικής του γραμμής στο εργατικό κίνημα και την κοινωνία; Από τη σκοπιά της γενικής αρχής του λενινισμού που τονίζει ότι χωρίς την κατάλληλη επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ ένα αποτελεσματικό επαναστατικό κίνημα, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Και η πορεία του κόμματος κατά τα κρίσιμα χρόνια μετά την κρίση του 2008 το απέδειξε.
Σε αυτή την περίοδο, και συγκεκριμένα από το 2010 έως το 2015, λόγω της εμφάνισης στην κοινωνία μιας παρατεταμένης προεπαναστατικής κατάστασης, η οποία αποτυπώθηκε με 44 γενικές απεργίες, εξαιρετικά μαζικές διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις και με την απότομη ώθηση ενός μικρού κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ) προερχόμενου από το κομμουνιστικό κίνημα στην κυβέρνηση μέσα σε μόλις 3 χρόνια, η πολιτική γραμμή του ΚΚΕ δοκιμάστηκε στην πράξη και απέτυχε παταγωδώς. Δεν έφερε την ενδυνάμωση ούτε του κόμματος, ούτε του εργατικού κινήματος, αφήνοντας τη μεγάλη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών εντελώς αναξιοποίητη.
Η αιτία γι’ αυτή την αποτυχία ήταν τα δομικά στοιχεία της κεντρικής πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ. Το πρώτο ήταν η πλήρης υποτίμηση των μεγάλων ευκαιριών και δυνατοτήτων που εμφανίστηκαν για την εργατική τάξη και το κόμμα σε αυτή την περίοδο. Για να αξιοποιηθούν από ένα κομμουνιστικό κόμμα οι ευκαιρίες για την προώθηση των επαναστατικών ιδρυτικών του σκοπών, αυτές πρώτα θα πρέπει να αναγνωριστούν. Και η πιο γλαφυρή απόδειξη για την άρνηση της αναγνώρισης αυτών των ευκαιριών είναι η ίδια η Διακήρυξη της ηγεσίας του ΚΚΕ για τα 50 χρόνια Μεταπολίτευσης. Έτσι, στην ενότητα για την περίοδο που μεσολάβησε από την κρίση βλέπουμε ότι δεν αφιερώνεται ούτε μία λέξη στα μαζικά γεγονότα αυτής της περιόδου.
Το μαζικό αντιμνημονιακό κίνημα της περιόδου 2010-15, με τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των εργατικών μαζών, η οποία έφερε την Ελλάδα τρεις φορές (2011, 2012 και 2015) στα πρόθυρα μιας ανοικτής επαναστατικής κρίσης εξαφανίζεται, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μαζί του εξαφανίζεται από το προσκήνιο η ίδια η σύγχρονη δύναμη της εργατικής τάξης στην κοινωνία, την ύπαρξη της οποίας απέδειξαν περίτρανα όλα αυτά τα γεγονότα. Αυτού του είδους οι ταχυδακτυλουργίες είναι ανεπίτρεπτες για την ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος, το οποίο σε κάθε στάδιο της ταξικής πάλης, κόντρα στους εκ συστήματος μοιρολάτρες και κυνικούς, οφείλει να αναδεικνύει την πραγματική δύναμη της εργατικής τάξης, του μοναδικού κοινωνικού υποκειμένου που μπορεί να ηγηθεί στη σοσιαλιστική επανάσταση.
Το δεύτερο δομικό στοιχείο της κεντρικής πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ ήταν η σεχταριστική τακτική της διάσπασης των δυνάμεων της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Αυτή κορυφώθηκε σε δύο καθοριστικούς σταθμούς του αντιμνημονιακού κινήματος, στο μαζικό κίνημα των πλατειών («αγανακτισμένοι») κατά τα τέλη της άνοιξης και τις αρχές καλοκαιριού του 2011 και στο προδομένο δημοψήφισμα του 2015. Στην πρώτη περίπτωση το κόμμα αρνήθηκε να συμμετάσχει στο αυθόρμητο μαζικό κίνημα με αριστερίστικες δικαιολογίες. Με αυτό τον τρόπο απομόνωσε τη σημαία και το όνομα του κομμουνισμού από εκατοντάδες χιλιάδες ριζοσπαστικοποιημένους ανθρώπους της εργατικής τάξης, της νεολαίας και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, και παρέδωσε την πολιτική τους εκπροσώπηση κυρίως στον ρεφορμιστικό ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η αυτο-απομόνωση του κόμματος από το αντιμνημονιακό κίνημα των μαζών ήταν η βασική αιτία για την οποία σύμφωνα με τα λόγια της Διακήρυξης, «οι εκλογές του Μάη του 2012 κατέγραψαν ταυτόχρονη μεγάλη απώλεια για ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ – που αποτέλεσε μετεξέλιξη του ΣΥΝ – απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος της σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ), κατόρθωσε να λειτουργήσει ως νέο ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση εργατικών – λαϊκών δυνάμεων και στη συσπείρωσή τους με το ΚΚΕ».
Στη δεύτερη περίπτωση, με τη στάση Πόντιου Πιλάτου στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 («ούτε όχι – ούτε ναι»), η ηγεσία του ΚΚΕ έβαλε τις δυνάμεις του κόμματος απέναντι σε εκατομμύρια εργαζόμενους και νέους που συσπειρώθηκαν στο ταξικό στρατόπεδο του «όχι», και οι οποίοι όχι μόνο δεν ασπάστηκαν τη στάση του κόμματος, αλλά και τη θεώρησαν ως μια ανοικτή υπονόμευση στον αγώνα ενάντια στα μνημόνια και την τρόικα. Και αν δεν ερχόταν τόσο γρήγορα η εκδήλωση της προδοσίας του λαϊκού «όχι» από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ θα κινδύνευε με μια ιστορική συρρίκνωση της απήχησής του στην εργατική τάξη.
Ύστερα από την «παράλειψη» από τη Διακήρυξη της ΚΕ όλης αυτής την ζωντανής πείρας των εργατικών μαζών, αναφορές της όπως η ακόλουθη, μοιάζουν απόλυτα ειρωνικές: «Αποφασιστική ήταν η συμβολή συσπειρώσεων όπως του ΠΑΜΕ – στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης, στη βελτίωση των συσχετισμών κυρίως στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εργατικά συνδικαλιστικά όργανα – και άλλων αντιμονοπωλιακών συσπειρώσεων στους αγρότες και τους αυτοαπασχολούμενους». Στην πραγματικότητα, παρά την πολύ μεγάλη όξυνση της ταξικής πάλης σε αυτό το συγκεκριμένο, κρίσιμο στάδιο της Μεταπολίτευσης, το ΠΑΜΕ εξαιτίας της λαθεμένης κεντρικής πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ, αποδείχθηκε ανίκανο να αλλάξει ουσιαστικά τους συσχετισμούς στα συνδικάτα.
Μεταπολίτευση και εργατική σοσιαλιστική εξουσία
Στο τελευταίο τμήμα της Διακήρυξης της ΚΕ του ΚΚΕ που αφορά την τελευταία δεκαετία βλέπουμε μια πλειοδοσία σε κοινότυπες φράσεις καταδίκης της κυβερνητικής πολιτικής που άσκησε ο ΣΥΡΙΖΑ και ασκεί σήμερα η ΝΔ, τονισμού του αστικού χαρακτήρα της ανοδικά κινούμενης ακροδεξιάς, καθώς και επίκλησης των πολεμικών κινδύνων που εγκυμονούν οι οξυμένες διεθνείς ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις. Διαπιστώνεται σωστά ότι «η βαρβαρότητα της καπιταλιστικής κανονικότητας τροφοδοτεί την εργατική – λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις κυβερνήσεις» και δηλώνεται το αυτονόητο για κάθε κομμουνιστή, ότι δηλαδή «η πάλη για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας, τη σοσιαλιστική επανάσταση, την οικοδόμηση και την εδραίωση της σοσιαλιστικής εξουσίας, αποτελεί τη μόνη διέξοδο και τον αποδοτικότερο φόρο τιμής» σε όσους αγωνίστηκαν πριν και μετά τη Μεταπολίτευση για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση.
Όμως με αυτού του είδους την κατακλείδα, ο αναγνώστης επιβεβαιώνει την εντύπωση ότι από τη Διακήρυξη λείπει το σπουδαιότερο στοιχείο: μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα γιατί αυτός ο «φόρος τιμής» δεν αποδόθηκε κατά τα προηγούμενα 50 χρόνια Μεταπολίτευσης. Η ηγεσία του ΚΚΕ είναι οργανικά ανίκανη και απρόθυμη να δώσει την αναγκαία απάντηση, γιατί η ίδια με τη διαχρονική της πολιτική είναι ιστορικά ένοχη γι’ αυτό το μοιραίο έλλειμμα στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Η δική της λαθεμένη, αντι-λενινιστική, σταλινική πολιτική, οδήγησε τις μάζες της εργατικής τάξης διαδοχικά στους ρεφορμιστές του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, αχρηστεύοντας δυο περιόδους μεγάλης ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης και γενικής ανόδου των ταξικών αγώνων (1974-1985 και 2008-2015), οι οποίες με ένα γνήσιο κομμουνιστικό κόμμα επικεφαλής των μαζών θα μπορούσαν να έχουν ως κατάληξη της κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και την ανατροπή του σάπιου ελληνικού καπιταλισμού.
Τα 50 χρόνια Μεταπολίτευσης λοιπόν, από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της υπεράσπισης του κομμουνισμού, ανέδειξαν ένα βασικό δίδαγμα: οι διακηρύξεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για την «ανάκτηση του επαναστατικού κομμουνιστικού χαρακτήρα του κόμματος» έχουν ήδη έμπρακτα αθετηθεί. Η εργατική τάξη χρειάζεται επειγόντως ένα αληθινά επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα. Το κόμμα αυτό, μπορεί και πρέπει να χτιστεί από τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία του εργατικού κινήματος και της νεολαίας, συμπεριλαμβανομένων όλων των μελών και υποστηρικτών του ΚΚΕ που προβληματίζονται ή και διαφωνούν με την κεντρική πολιτική γραμμή της ηγεσίας του. Πάνω απ’ όλα, αυτό δεν θα πρέπει να είναι ένα κόμμα σταλινικό, αλλά ένα κόμμα γνήσια μπολσεβίκικο-λενινιστικό ή αλλιώς – και το λέμε γνωρίζοντας ότι θα προκαλέσει τα νευρικά και χαιρέκακα μειδιάματα των απολογητών του σταλινισμού – ένα κόμμα τροτσκιστικό.
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος




