Εδώ και αρκετά χρόνια, σε πλήθος ερευνών γνώμης, τα συνδικάτα καταγράφουν επίπεδα απαξίωσης που συγκρίνονται με εκείνα των ΜΜΕ, των τραπεζών και των κομμάτων.
Η απαξίωση των συνδικάτων εκφράζεται και με τη χαμηλή συμμετοχή των ίδιων των εργατών στις συνδικαλιστικές οργανώσεις τους. Έρευνα του ΟΟΣΑ (Σεπτέμβριος 2025) υπολογίζει ότι η «συνδικαλιστική πυκνότητα» (το ποσοστό των εργαζομένων που συμμετέχουν σε συνδικαλιστικές οργανώσεις επί του συνόλου των εργαζομένων) στην Ελλάδα έχει φτάσει στο 13,4% με βάση στοιχεία του 2020, από πάνω από 20% το 2004.
Αυτή η απαξίωση ανατροφοδοτεί και την ίδια τη βασική αιτία της, δηλαδή τη διατήρηση των γραφειοκρατικοποιημένων και πλήρως αποκομμένων από την εργατική τάξη ηγεσιών στις κορυφές πολλών μαζικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.
«Υποτονική» αντανάκλαση των αγωνιστικών διαθέσεων και νέα σωματεία
Η πιο έντονη εκδήλωση του φαινομένου αυτού είναι, αναμφίβολα, η διαχρονική κυριαρχία της ΠΑΣΚΕ (της παράταξης που πρόσκειται στο ΠΑΣΟΚ) και της γραφειοκρατικής κλίκας του Παναγόπουλου στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, που «ανανεώθηκε» στο πρόσφατο 39ο Συνέδριο.
Φυσικά, το «επίτευγμα» της πρωτιάς Παναγόπουλου στο πρόσφατο Συνέδριο της ΓΣΕΕ στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στην κινητοποίηση ενός γιγάντιου γραφειοκρατικού μηχανισμού από την ηγετική κλίκα, στην εκτεταμένη νοθεία με χιλιάδες ψηφίσαντες – «φαντάσματα», αλλά και στον αντιδημοκρατικό τρόπο ανάδειξης των συνέδρων. Αυτοί εκλέγονται από τις Ομοσπονδίες και τα Εργατικά Κέντρα στα δικά τους Συνέδρια, που μπορεί να έχουν πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε στιγμή μεταξύ του εκάστοτε τελευταίου και επερχόμενου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ.
Έτσι, στο Συνέδριο της ΓΣΕΕ καταγράφηκε μια περιορισμένη μόνο αριστερή στροφή, με τη ΔΑΣ (την παράταξη του ΚΚΕ) να ανεβάζει το ποσοστό της από το 22,98% σε 26,57%, ενώ η ΔΑΚΕ (η παράταξη της ΝΔ) συνέχισε να χάνει δυνάμεις, πέφτοντας από το 19,06% στο 16,31%, και οι παρατάξεις που αναφέρονται σε κόμματα της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, συμπεριλαμβάνομένης της πρώτης ΠΑΣΚΕ, διατηρήθηκαν αθροιστικά σε σταθερό ποσοστό (56,63% από 56,93%).
Μια πιο εμφανής αριστερή στροφή έχει αποτυπωθεί, με αφετηρία είτε την περίοδο των μεγάλων ταξικών αγώνων 2010-2015 είτε την πιο πρόσφατη περίοδο, σε μια σειρά μεγάλα σωματεία και ομοσπονδίες. Έτσι, είχαμε την ιστορική πρωτιά της ΔΑΣ (η παράταξη που πρόσκειται στο ΚΚΕ) στο τελευταίο Συνέδριο της ΑΔΕΔΥ, την πρόσφατα κατακτημένη πρωτιά των παρατάξεων του ΚΚΕ και την ενίσχυση άλλων αριστερών δυνάμεων σε σημαντικές πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες οργανώσεις όπως η ΔΟΕ (Ομοσπονδία των δασκάλων), η ΕΙΝΑΠ (Σωματείο των νοσοκομειακών γιατρών Αθήνας και Πειραιά) κ.α. Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις, η όποια αλλαγή των συσχετισμών προς τ’ αριστερά, παρατηρείται καθυστερημένα και λιγότερο εμφατικά, σε σχέση με τις ριζοσπαστικές διαθέσεις που αναπτύσσονται σε αρκετά ευρεία τμήματα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα των νεαρότερων ηλικιών.
Στην πραγματικότητα, η πιο άμεση αντανάκλαση αυτών των διαθέσεων έχει υπάρξει η δημιουργία μαχητικών σωματείων ή η μαζικοποίηση υπαρχόντων, σε χώρους με μαζική παρουσία ηλικιακά νέων και σκληρά εκμεταλλευόμενων εργατών όπως οι διανομείς, οι εργαζόμενοι σε πλατφόρμες και οι εργαζόμενοι στις τηλεπικοινωνίες (ΣΒΕΟΔ, ΣΕΤΗΠ, σωματεία εργαζομένων e-food, Skroutz, Teleperformance, Vodafone κ.ά.). Χωρίς την παρουσία μιας από καιρό εδραιωμένης και συντηρητικής γραφειοκρατίας, αυτές οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι πιο ελκυστικές για τους εργαζόμενους που εκπροσωπούν, προχωρούν σε μαχητικές κινητοποιήσεις ενάντια στην εργοδοσία και γίνονται σημείο αναφοράς και για πλατύτερα στρώματα εργαζομένων, όπως έχει φανεί από τις αυθόρμητες εκδηλώσεις μαζικής αλληλεγγύης προς τους απεργιακούς αγώνες που έχουν διεξαχθεί σε αυτούς τους χώρους.
Τα καθήκοντα των αριστερών δυνάμεων
Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, τα καθήκοντα των αριστερών συνδικαλιστικών δυνάμεων είναι σημαντικά. Η δημιουργία νέων σωματείων και η μαζικοποίηση των υπαρχόντων, αναμφίβολα πρέπει να είναι ένας βασικός στόχος, αφενός για την ισχυροποίηση των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοσία και τις κυβερνητικές πολιτικές λιτότητας και αφετέρου για τη ριζοσπαστικοποίηση και την απογραφειοκρατικοποίηση των ίδιων των συνδικάτων. Αλλά αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με γενικές επικλήσεις στη σημασία της συλλογικής διεκδίκησης και στην ανάγκη αλλαγής των συσχετισμών στις οργανώσεις όπου κυριαρχούν συντηρητικές ηγεσίες, ούτε με την υπεράσπιση ενός «μίνιμουμ» προγράμματος αποσπασματικών διεκδικήσεων όπως η επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων και η κατάργηση αντεργατικών νόμων – μια πολιτική που σε διαφορετικές «παραλλαγές» υιοθετούν στα συνδικάτα τόσο οι ηγεσίες των δυνάμεων με αναφορά στην Κεντροαριστερά όσο και εκείνων του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ.
Για την αναζωογόνηση και μαζικοποίηση των συνδικάτων απαιτείται οι αριστερές συνδικαλιστικές δυνάμεις και ιδιαίτερα οι δυνάμεις του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ ως οι ισχυρότερες πανελλαδικά, να επεξεργαστούν και να υλοποιήσουν από κοινού ένα πρόγραμμα δράσης για μια ενεργητική εκστρατεία εγγραφής και ενεργοποίησης εργατών στα συνδικάτα, ιδιαίτερα των νέων και των μεταναστών, για ένα ενιαίο δημοκρατικό συνέδριο κατάργησης του αναχρονιστικού διαχωρισμού των ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και επανίδρυσης μιας κοινής συνομοσπονδίας όλων των εργατών, και για την υπεράσπιση – κόντρα στις συμβιβασμένες γραφειοκρατικές ηγεσίες – ενός ξεκάθαρου σχεδίου κλιμάκωσης των αγώνων με κεντρικό στόχο την ανατροπή της αντιδραστικής κυβέρνησης της ΝΔ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επαναστάτες κομμουνιστές υπερασπιζόμαστε την ανάγκη ανάδειξης μιας εργατικής κυβέρνησης, η οποία θα εφαρμόσει ένα επαναστατικό αντικαπιταλιστικό-σοσιαλιστικό πρόγραμμα κοινωνικοποίησης των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων και αντικατάστασης των αντιδημοκρατικών θεσμών του αστικού κράτους από τη δημοκρατική εξουσία των οργάνων που θα αναδείξει η εργατική τάξη μέσα στον αγώνα της.
Πάτροκλος Ψάλτης




