Απάντηση στην πολεμική του Κύριλλου Παπασταύρου στην ΚΟΜΕΠ

Διαβάζοντας το άρθρο του μέλους της Ιδεολογικής Επιτροπής του ΚΚΕ Κύριλλου Παπασταύρου, με τίτλο «Το οπορτουνιστικό ρεύμα του Τροτσκισμού» στο τεύχος 6 της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης», με θλίψη διαπιστώσαμε ότι το περιεχόμενό του είναι εντελώς ξένο με την ιστορική αλήθεια και ότι η μέθοδός του συγγραφέα δεν έχει τίποτα κοινό με το μαρξισμό.

Οι μεγάλοι δάσκαλοι της επαναστατικής θεωρίας Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν στις πολιτικές τους πολεμικές, ακόμα και ενάντια στους χειρότερους εχθρούς του κομμουνισμού, ακολουθούσαν απαράβατα τη μέθοδο της αντικειμενικής παρουσίασης των ιδεών του αντιπάλου. Μάλιστα, για να είναι αληθινή και τεκμηριωμένη η κριτική τους, παρέθεταν αυτούσιες τις ιδέες των αντιπάλων τους, όπως οι ίδιοι τις εξέφραζαν και μετά τους «σφυροκοπούσαν» ανηλεώς, χωρίς ποτέ να διολισθαίνουν όμως σε διαστρεβλώσεις των θέσεών τους. Αυτή ήταν η μέθοδος της «Γερμανικής Ιδεολογίας», της «Αθλιότητας της φιλοσοφίας», του «Αντί-Ντύρινγκ» και τόσων άλλων μαρξιστικών έργων, που έγιναν κλασικά και διατήρησαν την πολιτική-εκπαιδευτική τους αξία, όχι μόνο λόγω της πληρότητας των ιδεών που αναπτύσσονται σε αυτά, αλλά και εξαιτίας της ποιότητας και της αξιοπιστίας της μεθόδου, με την οποία γράφτηκαν.

Οι στοιχειώδεις κανόνες πολιτικής αξιοπιστίας επιβάλλουν, όταν γράφεται μια πολεμική, να αναφέρονται ακέραιες οι ιδέες του αντιπάλου με συγκεκριμένες αναφορές σε βασικά του κείμενα. Για το σύντροφο Κύριλλο Παπασταύρου, όμως, αυτός ο στοιχειώδης κανόνας δεν ίσχυσε. Έτσι, δε δίστασε να αναπτύξει την δριμεία πολεμική του ενάντια στον Τρότσκι βασιζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στα «Άπαντα» του Στάλιν και στα γραπτά του γνωστού Βέλγου σταλινικού Λούντο Μάρτενς. Το μόνο κείμενο του Τρότσκι που αναφέρεται στην πολυσέλιδη πολεμική του Παπασταύρου είναι ένα πολύ μικρό απόσπασμα από μια συνοπτική ανάλυση που έγραψε ο Τρότσκι το 1933, με τίτλο «Η ταξική φύση του σοβιετικού κράτους», και το οποίο όμως, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια της σειράς των άρθρων της απάντησής μας, είναι εξόφθαλμα διαστρεβλωμένο.

Μια τέτοιας ποιότητας πολεμική δεν μπορεί να έχει γραφτεί, για να προάγει και να υπερασπίσει τη μαρξιστική θεωρία, όπως είναι εντεταλμένο να κάνει ένα μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ. Δυστυχώς, όπως θα αποδείξουμε, έχει γραφτεί, για να κρύψει την ιστορική αλήθεια και να συκοφαντήσει την ανεκτίμητη προσφορά του Λέοντα Τρότσκι στο κομμουνιστικό κίνημα, εκμεταλλευόμενη την άγνοια και την σύγχυση που υπάρχει γύρω από αυτό το ζήτημα στις τάξεις χιλιάδων παλιών και νέων αγωνιστών του κόμματος.

Όμως, όταν η ιστορική αλήθεια κακοποιείται και μάλιστα στο όνομα του κομμουνισμού, το χρέος των κομμουνιστών είναι να την ξαναβγάζουν στο φως με τον τρόπο που δίδαξε ο Λένιν: «με γεγονότα, στοιχεία και επιχειρήματα». Ξεκινάμε λοιπόν, σύντροφε Παπασταύρου. Με την ακλόνητη βεβαιότητα ότι η αποκατάσταση της αληθινής υπόστασης των ιδεών του Τρότσκι θα βοηθήσει τους σκοπούς, που πρέπει να υπηρετεί η Ιδεολογική Επιτροπή ενός Κομμουνιστικού Κόμματος, την άνοδο δηλαδή του μαρξιστικού θεωρητικού επιπέδου των μελών του και το ιδεολογικό τους «ατσάλωμα» στον αγώνα για το σοσιαλισμό.

Ο όρος «τροτσκισμός»

Ξεκινώντας την απάντησή μας στον κειμενογράφο της ΚΟΜΕΠ, πρέπει να αναφέρουμε λίγα λόγια για τον όρο «τροτσκισμός» και τη χρησιμοποίησή του. Δυστυχώς η «βιομηχανία» των σταλινικών ψευδών και συκοφαντιών χρησιμοποίησε ιστορικά αυτό τον όρο σαν το συνώνυμο μιας πολιτικής βρισιάς. Ο «τροτσκισμός» ως πολιτική κατηγόρια και «στίγμα» πρωτοανακαλύφθηκε από τους σταλινικούς το 1923. Ήταν η εποχή που ο Τρότσκι με το γιγάντιο κύρος του σαν θεωρητικός και συναρχηγός της Οκτωβριανής Επανάστασης άρχισε να υποβάλλει σε ανελέητη μαρξιστική κριτική τα τραγικά πολιτικά λάθη της ανερχόμενης σταλινικής γραφειοκρατίας. Η τακτική που επέλεξε για να τον αντιμετωπίσει η κυρίαρχη ηγετική «τρόικα» των Στάλιν–Ζηνόβιεφ–Κάμενεφ ήταν η απόπειρα να ξαναγραφτεί η ιστορία, ώστε να κυλιστεί το όνομα του Τρότσκι στη λάσπη. Το περιεχόμενο της σταλινικής εφεύρεσης του «τροτσκισμού» ήταν η τεχνητή διόγκωση των παλιών και ξεπερασμένων διαφορών του Τρότσκι με το Λένιν, για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο Τρότσκι ήταν τάχα ανέκαθεν αντίθετος και εχθρικός με τον Λένιν και τον μπολσεβικισμό. Αυτή είναι και η μέθοδος της πολεμικής του Παπασταύρου στην ΚΟΜΕΠ, παλιά και δοκιμασμένη. Μια απλή αντιγραφή των «επιχειρημάτων» και των ψεύτικων σεναρίων της παλιάς, κλασικής σταλινικής σχολής του μανιασμένου αντι-«τροτσκισμού».

Στην πραγματικότητα, για τους αντικειμενικούς γνώστες του έργου του Τρότσκι, δεν υπάρχει ένα ιδιαίτερο σύστημα ιδεών που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «τροτσκισμός», όπως αντίστοιχα συμβαίνει με τον Λένιν και τον όρο «λενινισμός». Ούτε ο Τρότσκι ούτε ο Λένιν πρόσθεσαν κάτι ολότελα νέο στα θεμέλια της μαρξιστικής θεωρίας. Το σημαντικό τους έργο έγκειται στο ότι την εμπλούτισαν, εφαρμόζοντας με επιτυχία τις αρχές και τα εργαλεία της, για να ερμηνεύσουν αξεπέραστα τα νέα φαινόμενα, που εμφανίστηκαν στο πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο, κατά την περίοδο της ιμπεριαλιστικής παρακμής και της οικοδόμησης του πρώτου εργατικού κράτους.

Όμως, παρ’ όλη τη συκοφαντική του κατάχρηση από τους σταλινικούς και το αδόκιμό του, όπως το εξηγήσαμε παραπάνω, ο όρος «τροτσκισμός» μπορεί να έχει σημαντική πολιτική χρησιμότητα, γιατί με τη χρήση του προσδιορίζεται και οριοθετείται o γνήσιος επαναστατικός μαρξισμός από τις ποικίλες διαστρεβλώσεις του. Έτσι, όσο υπάρχουν αυτές οι διαστρεβλώσεις και τα ρεύματα που τις εκφράζουν όπως ο σταλινισμός, οι μαρξιστές επαναστάτες έχουν κάθε λόγο να είναι περήφανοι για τον «τροτσκισμό» τους.

Η… «συχνή προβολή του Τρότσκι»

Ο κειμενογράφος δικαιολογεί την ενασχόλησή του με τον τροτσκισμό, αναφέροντας ως μια από τις αιτίες για αυτή «τη συχνή προβολή που γίνεται στο πρόσωπο του Τρότσκι από τους μηχανισμούς του συστήματος, η οποία συνοδεύεται από αντι-ιστορικές επιθέσεις στο πρόσωπο των Στάλιν και Λένιν και με άξονα την αμφισβήτηση και το μηδενισμό της πορείας οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Με αφορμή την 89η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, αποκτά και μια τρέχουσα επικαιρότητα η αντιμετώπιση της δήθεν δικαίωσης του Τρότσκι για το ανέφικτο της σοσιαλιστικής νίκης στη Ρωσία».

Πραγματικά, όσο κι αν ψάξει κάποιος στους «μηχανισμούς του συστήματος», δε θα βρει σίγουρα την παραμικρή τάση προβολής του Τρότσκι. Ο Τρότσκι, όπως και η Οκτωβριανή Επανάσταση, δεν υπάρχουν καθόλου στα σχολικά βιβλία, για ευνόητους ασφαλώς λόγους. Ειδικά ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Τρότσκι δε θυμόμαστε να έχουν προβληθεί από καταβολής της ελληνικής τηλεόρασης, ενώ η πιο πρόσφατη φορά που το εμπορικό σινεμά θυμήθηκε τον Τρότσκι ήταν στην ταινία «Φρίντα Κάλο», όπου ο Τρότσκι δεν υπήρχε καθόλου σαν πολιτική προσωπικότητα, αλλά σαν ένα από τα πρόσωπα που έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή της Μεξικανής ζωγράφου.

Στα διάφορα ντοκιμαντέρ ή έντυπα αφιερώματα για την Οκτωβριανή Επανάσταση σε αστικά μέσα ενημέρωσης, κατά καιρούς αναφέρεται ότι ο Τρότσκι υπήρξε ο Πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης κατά την επανάσταση του 1905, ο υπεύθυνος οργάνωσης της εξέγερσης για την επιτυχή κατάληψη της εξουσίας τον Οκτώβρη του 1917, ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού στα χρόνια του πολέμου του νέου εργατικού κράτους κατά των δυνάμεων της αντεπανάστασης και των ιμπεριαλιστικών στρατών που τους υποστήριξαν και επίσης, σε κάποια από αυτά, ότι υπήρξε ο μπολσεβίκος ηγέτης που μισήθηκε και πολεμήθηκε από τον Στάλιν όσο κανένας άλλος, με τραγική κορύφωση αυτού του μίσους την δολοφονία του από έναν πράκτορα της GPU στο Μεξικό τον Αύγουστο του 1940.

Ίσως, λοιπόν, ο σύντροφος Παπασταύρου με τον όρο «συχνή προβολή» να εννοεί την απλή παράθεση αυτών των αναμφισβήτητων γεγονότων και επαναστατικών ιδιοτήτων του Τρότσκι σποραδικά στα αστικά ΜΜΕ. Κι είναι αναμενόμενο να θεωρεί «συχνή προβολή» αυτές τις αραιές αναφορές σε αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα, αφού για το διεθνή σταλινισμό και τη φιλολογία του ο Τρότσκι, ως επαναστάτης μπολσεβίκος ηγέτης, απλά δεν υπάρχει!

Οι αστοί διανοούμενοι συνήθως βιάζουν της ιστορία, διαστρεβλώνοντας τα νοήματα των γεγονότων της, μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των ταξικών τους συμφερόντων. Οι σταλινικοί ομόλογοί τους, όμως, στο όνομα του «λενινισμού» και του «μπολσεβικισμού» έκαναν ένα βήμα πιο πέρα. Εξαφάνισαν ολόκληρα ιστορικά γεγονότα, γιατί τα συμπεράσματα που έβγαιναν από αυτά δεν εξυπηρετούσαν τα προνόμια της σοβιετικής γραφειοκρατικής κάστας. Απαγόρευσαν τα βιβλία του Τρότσκι, εξόντωσαν φυσικά τον ίδιο και χιλιάδες υποστηρικτές των θέσεών του και έφτασαν στο σημείο να τον βγάζουν έξω ακόμα και από τις φωτογραφίες, επειδή σε κάποιες από αυτές στεκόταν δίπλα στον Λένιν.

Αν πρέπει λοιπόν να αποδώσουμε εύσημα για κάποιο λόγο στο σύντροφο Παπασταύρου είναι ότι τους έχει μιμηθεί επάξια. Γιατί, διαβάζοντας κανείς ολόκληρο το κείμενό του για τον Τρότσκι και τον τροτσκισμό, καταλήγει σε ένα απλό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να κάνει κάποιος μια κριτική ανάλυση της πολιτικής διαδρομής και του έργου του Τρότσκι, χωρίς να αναφέρει καν ότι υπήρξε ο αρχηγός του ηρωικού Κόκκινου Στρατού της πρώτης επαναστατικής περιόδου και ο βασικός οργανωτής της ίδιας της εξέγερσης του Οκτώβρη;

Ας αφήσουμε όμως τον «πούρο» μπολσεβίκο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι Στάλιν να διορθώσει τις «παραλείψεις» του κατοπινού του απολογητή: «Όλη η πρακτική δουλειά σε σχέση με την οργάνωση της εξέγερσης έγινε κάτω από την άμεση καθοδήγηση του συντρόφου Τρότσκι, πρόεδρου του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι το Κόμμα είναι υποχρεωμένο αρχικά και κυρίως στο σύντροφο Τρότσκι για τη γρήγορη μεταστροφή της φρουράς με τη μεριά του Σοβιέτ και τον αποτελεσματικό τρόπο, με τον οποίο οργανώθηκε η δουλειά της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής». («Πράβδα» – Οκτώβριος 1918 – Απόσπασμα από άρθρο του Στάλιν για τη συμπλήρωση ενός χρόνου από την Οκτωβριανή Επανάσταση – αναφέρεται στο βιβλίο «Η Ζωή μου» του Λέον Τρότσκι – εκδόσεις «Αλλαγή»)

Ως μια από τις αφορμές για την ενασχόλησή του με τον Τρότσκι, ο σ. Κύριλλος Παπασταύρου αναφέρει την «αντιμετώπιση της δήθεν δικαίωσης του Τρότσκι για το ανέφικτο της σοσιαλιστικής νίκης στη Ρωσία» (ΚΟΜΕΠ σελ. 71). Για να αντιμετωπιστεί όμως η δήθεν δικαίωση μιας άποψης, πρέπει αυτή η άποψη να έχει πραγματικά εκφραστεί. Και δυστυχώς ο σ. κειμενογράφος δεν μπαίνει καν στον κόπο να μας αναφέρει που υποστηρίζει κάτι τέτοιο τόσο αφοριστικό ο Τρότσκι, ειδικά αυτός που δεν υπήρξε απλά ένας «θεωρητικός αναλυτής» της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά, μαζί με τον Λένιν, ο σημαντικότερος ηγέτης της.

Μάλλον κάτι άλλο υπονοεί εδώ ο σ. Παπασταύρου, εμφανίζοντας τον Τρότσκι περίπου σαν έναν πεσιμιστή, που δεν πιστεύει στο σοσιαλιστικό μέλλον. Κι αυτό το άλλο είναι το ανέφικτο της αντι-μαρξιστικής θεωρίας του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» που διατύπωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Στάλιν, υποστηρίζοντας ότι είναι δυνατό να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός μέσα στα στενά όρια ενός κράτους.

Σε αυτό το ζήτημα, ο κειμενογράφος θα μας επιβάλει να επιστρέψουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια της πολεμικής του. Εδώ θα αρκεστούμε να παραθέσουμε πάλι ένα απόσπασμα από τον αγαπημένο του Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι – με βάσιμο κίνδυνο – σύμφωνα με τη μέθοδο του Παπασταύρου – ο «αλάθητος» Στάλιν να χαρακτηριστεί εξίσου «πεσιμιστής» με τον Τρότσκι: «Φθάνουν οι προσπάθειες μιας χώρας για να ανατρέψουν την αστική τάξη, η ιστορία της δικής μας επανάστασης το διδάσκει. Για την οριστική όμως νίκη του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας μόνο χώρας, αγροτικής προπάντων σαν τη δική μας, είναι πια ανεπαρκείς. Γι’ αυτό χρειάζονται οι ενωμένες προσπάθειες των προλετάριων σε περισσότερες προχωρημένες χώρες». (Ι.Β Στάλιν, «Οι βάσεις του Λενινισμού» – 1924 παρατίθεται στο έργο του Λέοντα Τρότσκι «Η Προδομένη επανάσταση» σελ. 249 – εκδόσεις «Σοσιαλιστική Έρευνα») .

Ο σ. Παπασταύρου κλείνει την εισαγωγή στην πολεμικής του με το γενικό χαρακτηρισμό του τροτσκισμού: «…οπορτουνιστικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα χαρακτηριζόταν από τη μικροαστική υπερ-επαναστατική φρασεολογία στα λόγια και στον απόλυτο συμβιβασμό στην πράξη. Στην ΕΣΣΔ, αυτό το ρεύμα ανέπτυξε ανοιχτά μια εχθρική στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ. Ως ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα ο τροτσκισμός στάθηκε εχθρικός προς την λενινιστική θεωρία και πράξη» (ΚΟΜΕΠ σελ.71). Μέσα σε 5 σειρές, υπάρχουν τόσες πολλές και διαφορετικές, ακόμα και αντίθετες, μεταξύ τους πολιτικές κατηγορίες, που φανερώνουν ασφαλώς όχι μια μαρξιστική-επιστημονική μέθοδο, αλλά μονάχα μένος και υστερία. Και το μένος μαζί με την υστερία είναι κακοί σύμβουλοι για μια ιστορική και πολιτική ανάλυση. Άλλα, η αφερεγγυότητα του ύφους ωχριά μπροστά στην αναξιοπιστία των «επιχειρημάτων», που «τεκμηριώνουν» το γενικό χαρακτηρισμό του τροτσκισμού κατά Παπασταύρου.

Ο σύντροφος ξεκινά την «επιχειρηματολογία» του, υποστηρίζοντας ότι παρότι «ο Τρότσκι και οι σύγχρονοι οπαδοί του αυτοχαρακτηρίζονται ως μπολσεβίκοι ή έχουν πολλές αναφορές στους μπολσεβίκους», στην πραγματικότητα, «ο τροτσκισμός πάντα υπήρξε εχθρικός προς τον μπολσεβικισμό» (ΚΟΜΕΠ σελ. 72). Και, φυσικά, για να θεμελιώσει αυτή την ανιστόρητη, όπως θα δείξουμε, άποψη, καταφεύγει στην αγαπημένη περίοδο των σταλινικών συκοφαντών του Τρότσκι, στα χρόνια δηλαδή της πρώτης δεκαετίας του περασμένου αιώνα.

Η πρώτη κιόλας αράδα της επιχειρηματολογίας Παπασταύρου περιέχει και το πρώτο ατόπημα: ο Τρότσκι και οι οπαδοί του «αυτοχαρακτηρίζονται» μπολσεβίκοι. Αλήθεια, όμως, δε μας λέει ο σύντροφος τι ήταν ο Τρότσκι αν όχι επίλεκτο μέλος της ηγεσίας του Μπολσεβίκικου Κόμματος, όταν κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση διετέλεσε οργανωτής της εξέγερσης, όταν υπήρξε Κομισάριος για τον πόλεμο και υπεύθυνος για τη δημιουργία του Κόκκινου Στρατού σχεδόν εκ του μηδενός, όταν είχε την πολιτική ευθύνη για την οικοδόμηση της Τρίτης Διεθνούς, στα πρώτα πέντε συνέδρια της οποίας μάλιστα έγραψε τα μανιφέστα και πολλές από τις πιο σημαντικές πολιτικές αποφάσεις και, τέλος, όταν κατά την περίοδο της οικονομικής ανασυγκρότησης υπήρξε ο υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση των διαλυμένων σιδηροδρομικών δικτύων της ΕΣΣΔ….

 Ο μπολσεβικισμός και οι ταχυδακτυλουργίες

Ας δούμε όμως αυτές τις «μικρολεπτομέρειες» κι ας κάνουμε τη χάρη να πάμε στην αγαπημένη περίοδο του συντρόφου. Τι βλέπουμε λοιπόν εκεί σύμφωνα με το σ. Κύριλλο; «Αφετηρία του Τροτσκισμού υπήρξε η μη αναγνώριση της λενινιστικής διδασκαλίας για το κόμμα νέου τύπου.. Ήδη από το 2ο συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ρωσίας στα 1903 ο Τρότσκι στη συζήτηση για το καταστατικό τάχθηκε με τους αντιπάλους του Λένιν» (ΚΟΜΕΠ σελ. 72). Κατά το σ. Παπασταύρου, δηλαδή, ο μπολσεβικισμός υπάρχει με τα χαρακτηριστικά που τον γνωρίσαμε το 1917 ήδη από το 1903. Και μάλιστα αυτό εμφανίζεται να το πιστεύει και ο Λένιν, σε μια φράση του που παραθέτει ο κειμενογράφος: «ο μπολσεβικισμός υπάρχει σαν ρεύμα πολιτικής σκέψης και σαν κόμμα από το 1903».

Η ταχυδακτυλουργική μέθοδος του σ. Παπασταύρου εδώ ξετυλίγεται σε όλο της το μεγαλείο. «Κόβει και ράβει» τον Λένιν στην κυριολεξία στα μέτρα του. Παίρνει λοιπόν αυτή τη φράση και την «κολλάει» δίπλα στην δική του φράση που αναφέρει πως «και ο τροτσκισμός υπήρξε πάντα εχθρικός προς τον μπολσεβικισμό», σε μια ενιαία πρόταση. Έτσι, φαίνεται ότι ο Λένιν, όταν γράφει τη φράση, καταφέρεται ενάντια στον «τροτσκισμό»! Ποιος όμως είναι στο στόχαστρο του Λένιν στο κείμενο που περιέχει αυτή η φράση του; «Λεπτομέρεια» ασφαλώς αυτό για τον σ. Κύριλλο, αλλά πάντως όχι ο Τρότσκι….

Το κείμενο αυτό είναι η γνωστή μπροσούρα του Λένιν «Αριστερισμός: η Παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού». Στο στόχαστρο του Λένιν βρίσκονται οι αριστερίστικες τάσεις στα Κομμουνιστικά Κόμματα – Τμήματα της Τρίτης Διεθνούς και ο αγώνας του αυτός δόθηκε από κοινού με τον Τρότσκι στο συνέδριο της Διεθνούς, που διεξήχθη 2 μήνες μετά τη συγγραφή του «Αριστερισμού», το καλοκαίρι του 1920. Ο Τρότσκι μάλιστα είναι και ο συγγραφέας του μανιφέστου του συνεδρίου, που όντας πλήρως στο πνεύμα του «Αριστερισμού», κατακεραύνωνε τις υπερ-αριστερές αντιλήψεις και μέθοδες αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής «…Οι φιλοδοξίες των μικρών σεχτών, που κάθε μια θέλει να σώσει την εργατική τάξη με το δικό της τρόπο, είναι ξένες και εχθρικές προς το πνεύμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς…»

Ναι, αλλά η ουσία παραμένει, θα αντιτάξει ο «ταχυδακτυλουργός» μας, αφού ο Λένιν λέει πως ο μπολσεβικισμός υπάρχει από το 1903! Ασφαλώς, αυτή η φράση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όμως με αυτή ο Λένιν δεν εννοεί ασφαλώς πως ο μπολσεβικισμός ξεπήδησε «έτοιμος» από το 1903, διαμορφωμένος δηλαδή, όπως ήταν το 1917, που οδήγησε τους Ρώσους εργάτες στην εξουσία. Γιατί αμέσως μετά, στο ίδιο κείμενο, ο Λένιν αναφέρει κάτι πολύ σημαντικό, που πάλι «όλως τυχαίως» παρέλειψε να αναφέρει ο σ. Κύριλλος: «…Μόνο η ιστορία του μπολσεβικισμού σε όλη (υπογράμμιση του Λένιν) την περίοδο της ύπαρξής του μπορεί να εξηγήσει ικανοποιητικά, γιατί αυτός μπόρεσε να σφυρηλατήσει και να διατηρήσει μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες τη σιδερένια πειθαρχία του προλεταριάτου». Και λίγο πιο κάτω: «…ο μπολσεβικισμός… είχε μια πρακτική ιστορία 15 χρόνων που ως προς τον πλούτο της πείρας δεν έχει όμοιά της στον κόσμο» («Αριστερισμός: η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» – εκδόσεις «Σύγχρονη εποχή»).

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, ο σ. Παπασταύρου την πείρα αυτή, την τόσο πλούσια, που διαμόρφωσε τον μπολσεβικισμό του 1917, την προσπερνάει σαν να μην πρόσθεσε τίποτα στην ουσία του. Για εκείνον, οι μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές μάχες που τη συνιστούν μάλλον είναι σχεδόν αμελητέες, αφού η ουσία του είχε κιόλας διαμορφωθεί πάνω στη μάχη για ένα άρθρο του κομματικού καταστατικού στο συνέδριο του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος 1903 στο Λονδίνο, στην οποία πρωτοσχηματίστηκαν οι τάσεις των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων. Κι όλα αυτά βέβαια, διότι τότε ήταν που ο νεαρός Τρότσκι (μόλις 24 χρονών και στην αρχή της διαμόρφωσής του σαν θεωρητικός και ηγέτης του κόμματος) τάχθηκε υπέρ της μειοψηφίας κι έτσι ο σκοπός του κειμενογράφου να εμφανιστεί ο Τρότσκι σαν «πεισμένος μενσεβίκος» και «παντοτινός εχθρός του μπολσεβικισμού» εξυπηρετείται φίνα…

Το Β’ συνέδριο και ο «μενσεβικισμός» του Τρότσκι

Όμως, ξανά ο σύντροφος κάνει, όπως δυστυχώς μας έχει συνηθίσει, κάποιες «μικρό-παραλήψεις». Το Μπολσεβίκικο Κόμμα σχηματίστηκε σαν ένα πλήρως οργανωτικά ανεξάρτητο κόμμα, όχι το 1903, αλλά το 1912. Μέχρι εκείνη την εποχή, τόσο οι μπολσεβίκοι, όσο και οι μενσεβίκοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως δύο πτέρυγες ενός κόμματος, του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος.

Η διάσπαση στο 2ο συνέδριο του Λονδίνου το 1903 δεν έλαβε χώρα γενικά πάνω στο ζήτημα ενός «συμπαγούς, συγκεντρωτικού και πειθαρχημένου μαρξιστικού κόμματος», δηλαδή του κόμματος νέου τύπου, αλλά πάνω στο ζήτημα της σύνθεσης των κεντρικών οργάνων του κόμματος και σε ένα άρθρο του κομματικού καταστατικού. Προηγουμένως, για κάθε πολιτικό και τακτικό ζήτημα, δεν υπήρχε καμία διαφωνία μεταξύ του Λένιν και της μειοψηφίας του Μάρτωφ. Η παρουσίαση των διαφορών σαν μια ξεκάθαρη διάσπαση μεταξύ των «συγκεντρωτικών» μπολσεβίκων και των «αντι-συγκεντρωτικών» μενσεβίκων είναι καθαρό επινόημα.

Αναφορικά με το περίφημο άρθρο πάνω στο κομματικό καταστατικό, ο ίδιος ο Λένιν έκανε το εξής σχόλιο: «Θα ανταποκρινόμουν πρόθυμα σ’ αυτήν την έκκληση (για μια συμφωνία με τους «μενσεβίκους») καθότι κατά κανένα τρόπο δε θεωρώ τις διαφορές μας τόσο ζωτικές, ώστε να τίθενται σαν ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για το κόμμα. Δε θα πεθάνουμε κιόλας εξαιτίας ενός ατυχούς άρθρου στο καταστατικό!» («Vtoroy S’ yezd RSDRP Protokoly», Μόσχα 1959, σελ. 275 – παρατίθεται στο βιβλίο των Τέντ Γκραντ και Άλαν Γούντς, «Λενιν και Τρότσκι: τι πραγματικά υποστήριζαν» – αγγλικές εκδόσεις «Wellred books» – 2000).

Αρχικά, ο Τρότσκι είχε υποστηρίξει τη μειοψηφία ενάντιαν στο Λένιν. Όμως, τονίζουμε ξανά, πως στο Β’ Συνέδριο ο μπολσεβικισμός και ο μενσεβικισμός δεν είχαν εμφανισθεί ως ξεκάθαρα καθορισμένες πολιτικές τάσεις. Μόνο ένα χρόνο αργότερα, το 1904, άρχισαν να εμφανίζονται οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στις δύο τάσεις και δεν είχαν βασικά να κάνουν με το ζήτημα του «συγκεντρωτισμού» ή του «μη συγκεντρωτισμού». Οι διαφορές αυτές ήταν πάνω σε βασικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η επανάσταση, όπως το δίλημμα «συνεργασία με τους φιλελεύθερους αστούς ή ταξική ανεξαρτησία».

Αμέσως, όταν εμφανίσθηκαν οι αληθινές πολιτικές διαφορές, δηλαδή το 1904, μόλις κάποιους μήνες μετά το συνέδριο του Λονδίνου, ο Τρότσκι ήλθε σε πολιτική ρήξη με τους μενσεβίκους και τους εγκατέλειψε οριστικά, υπερασπιζόμενος την ανάγκη ανεξαρτησίας του προλεταριάτου από τους φιλελεύθερους αστούς και (πρώτος αυτός, πριν ακόμα από τον Λένιν), υποστηρίζοντας ότι η κύρια, ηγετική δύναμη της Ρωσικής Επανάστασης είναι η εργατική τάξη. Από τότε, παρέμεινε τυπικά ανεξάρτητος και από τις δύο φράξιες μέχρι το 1917.

Ο Κύριλλος Παπασταύρου, συνεχίζοντας τη «διαφωτιστική» του αναφορά στη ζωή και το έργο του Τρότσκι, στη σελ. 73 παραθέτει μικρά αποσπάσματα από πολεμικές μεταξύ του Τρότσκι και του Λένιν το 1904, παρμένα από το βιβλίο του σταλινικού Λούντο Μάρτενς «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν». Αυτά τα αποσπάσματα, σύμφωνα με τον Παπασταύρου, τάχα «ανατρέπουν τους ισχυρισμούς των τροτσκιστών ότι οι διαφωνίες του Λένιν με τον Τρότσκι ήταν επιμέρους».

Το ύφος αυτών των αποσπασμάτων είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από το κλίμα αντιπαράθεσης, που είχε δημιουργήσει το σχίσμα του 2ου συνεδρίου του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το 1903 πάνω σε οργανωτικά ζητήματα και – το τονίζουμε ξανά – πριν ακόμα εμφανιστούν οι αποφασιστικής σημασίας πολιτικές διαφωνίες ανάμεσα στις δύο πτέρυγες για τα καθήκοντα της Ρωσικής Επανάστασης.

Ο νεαρός Τρότσκι δεν μπόρεσε να κατανοήσει την αναγκαιότητα της δικαιολογημένης αξίωσης του Λένιν για την αποπομπή των Άξελροντ, Ζασούλιτς και Ποτρέσωφ από τη Συντακτική Επιτροπή της «Ίσκρα». Δυστυχώς, τα «παλιά» στελέχη κατάφεραν, με το θόρυβο που δημιούργησαν, να επηρεάσουν τον Τρότσκι, ο οποίος υιοθέτησε την επιχειρηματολογία τους για τον δήθεν «υπερ-συγκεντρωτισμό» του Λένιν.

Φυσικά, δεν περιμένουμε ο φανατικά «αντι-τροτσκιστής» κειμενογράφος μας να αναγνωρίσει ελαφρυντικά στον Τρότσκι για τα πολιτικά λάθη της νιότης του. Όμως, ακόμα και οι πιο κακοπροαίρετοι αναγνώστες του Παπασταύρου δε θα μπορούσαν να περιμένουν το μέγεθος του ατοπήματος, που συνιστά η «απρονοησία» του, να μην αναφέρει πουθενά ότι ο ίδιος ο Τρότσκι αργότερα παραδέχτηκε και αναγνώρισε τίμια το λάθος του.

Να τι έγραφε στην αυτοβιογραφία του: «Για να φθάσει στην απόφαση αυτή ο Λένιν (σ.σ : δηλαδή για την απομάκρυνση των «3» από την σύνταξη), έπρεπε πρώτα να έχει πεισθεί για την ανικανότητα των παλιών, καθώς και για την ανάγκη να πάρει στα χέρια του την άμεση διεύθυνση της οργάνωσης, που αγωνιζόταν να γίνει η πρωτοπορία του προλεταριάτου στην επανάσταση που ζύγωνε. Οι παλιοί απατήθηκαν. Κι όχι μονάχα οι παλιοί. Ο Λένιν δεν ήταν ήδη μονάχα ένας εξαιρετικός αγωνιστής. Ήταν ένας ηγέτης δοσμένος ολάκερος στο σκοπό του , που όπως καταλάβαινα , είχε σχηματίσει την πεποίθηση, όταν βρίσκονταν δίπλα – δίπλα με τους παλιούς, τους δασκάλους, πως θα γινόταν ο οριστικός ηγέτης, πιο δυνατός και πιο απαραίτητος απ’ αυτούς. Γύρω από τις πνευματικές επιδιώξεις, αρκετά συγκεχυμένες, που διαμορφώνονταν κάτω από τη σημαία της Ίσκρα, ο Λένιν ήταν ο μόνος που εκπροσωπούσε αμετάκλητα και με πληρότητα το αύριο, σ’ όλη την έκταση των σοβαρών καθηκόντων, των φοβερών συγκρούσεων και των αναρίθμητων θυσιών που απαιτούσε» (Λέον Τρότσκι «Η ζωή μου» σελ. 158 εκδόσεις «Αλλαγή»).

«Σάλτο» πάνω από την Ιστορία

Κι αφού ο σ. Παπασταύρου μας παρέθεσε τα αποσπάσματα του 1904, μ’ ένα «σάλτο» φθάνει στο 1910. Κάτι πρέπει να έγινε ασφαλώς από το 1904 έως το 1910 που θα ανάγκασε τον «αντικειμενικό μας» κειμενογράφο να κάνει αυτό το ιστορικό πήδημα. Ας δούμε λοιπόν ποιες είναι οι «μικρολεπτομέρειες» αυτής της περιόδου που ξέχασε να αναφέρει.

Από το 1904, ο Τρότσκι διαχωρίζεται αποφασιστικά από τους μενσεβίκους, πολεμώντας την αντίληψή τους για την υποστήριξη της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Υποστηρίζει ότι το προλεταριάτο πρέπει να ηγηθεί της επανάστασης και να καταλάβει την εξουσία, προχωρώντας από την εκπλήρωση των άλυτων αστικοδημοκρατικών καθηκόντων απευθείας σε σοσιαλιστικά μέτρα, σε μια εποχή που οι προγραμματικές θέσεις των μπολσεβίκων δεν προχωρούσαν πέρα από τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα. Αυτή η θέση του Τρότσκι, που αποτελεί τον πυρήνα της Θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης, επαληθεύτηκε πλήρως από την ίδια την εξέλιξη της Ρωσικής Επανάστασης και είναι ταυτόσημη με τις «Θέσεις του Απρίλη», που διατύπωσε τις παραμονές της Οκτωβριανής Επανάστασης ο Λένιν. Από αυτή τη στιγμή μέχρι το 1917, ο Τρότσκι παρέμεινε οργανωτικά διαχωρισμένος και από τις δύο τάσεις, αν και σε όλα τα πολιτικά ζητήματα ήταν πάντα πιο κοντά με τους μπολσεβίκους παρά με τους μενσεβίκους.

Αμέσως μετά το πολιτικό «σπάσιμό» του από τους μενσεβίκους, ο Τρότσκι αναπτύσσει στενή συνεργασία με τους μπολσεβίκους. Μάλιστα, η εισήγηση που προτάθηκε από τους μπολσεβίκους και υπερψηφίσθηκε στο 3ο συνέδριο του Ρώσικου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος το 1905 πάνω στο ζήτημα της Προσωρινής Επαναστατικής Κυβέρνησης ήταν καρπός της πολιτικής επιρροής του Τρότσκι πάνω στο ηγετικό στέλεχος των μπολσεβίκων Κράσιν (πρακτικά 3ου συνεδρίου, παρατίθεται στο βιβλίου του Λέον Τρότσκι «Η ζωή μου», εκδόσεις «Αλλαγή» σελ. 169).

Ο Τρότσκι και το Σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905

Το ιστορικό «πήδημα» του Παπασταύρου, φυσικά, καθόλου τυχαία, αφήνει έξω από κάθε αναφορά το 1905, όπου ο «οπορτουνιστής Τρότσκι» παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρώτη Ρωσική Επανάσταση. Ο Ανατόλ Λουνατσάρκσι, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Λένιν, έγραφε σχετικά στο βιβλίο του «Επαναστατικές Φιγούρες» (σελ 61, αγγλική έκδοση): «Πρέπει να πω ότι απ’ όλους τους Σοσιαλδημοκράτες ηγέτες του 1905-6 ο Τρότσκι έδειξε χωρίς αμφιβολία, παρά την ηλικία του, να είναι ο καλύτερα προετοιμασμένος. Έφερε λιγότερο απ’ όλους τους άλλους τη στάμπα ενός συγκεκριμένου είδους «εμιγκρέδικης» στενότητας της σκέψης. Κατάλαβε καλύτερα απ’ όλους τι σήμαινε να καθοδηγείς τον πολιτικό αγώνα σε πλατιά εθνική κλίμακα. Βγήκε από την επανάσταση έχοντας αποκτήσει τεράστια δημοτικότητα, ενώ ούτε ο Λένιν, ούτε ο Μάρτωφ είχαν κερδίσει τίποτε ουσιαστικό. Ο Πλεχάνωφ έχασε πολύ από το κύρος του γιατί επέδειξε ημι-φιλελεύθερες τάσεις. Ο Τρότσκι ήταν αυτό που βρέθηκε τότε στην πρώτη γραμμή».

Σε ηλικία μόνο 26 ετών, ο Τρότσκι έγινε ο πρόεδρος στο Σοβιέτ της Πετρούπολης, στο πιο σπουδαίο από τα όργανα, που ο Λένιν τα περιέγραψε ως «τα έμβρυα της επαναστατικής εξουσίας». Τα πιο πολλά από τα μανιφέστα και οι αποφάσεις του Σοβιέτ ήταν γραμμένα από τον Τρότσκι, ο οποίος ήταν επίσης υπεύθυνος και για την εφημερίδα του Σοβιέτ, την «Ισβέστια».

Το 1905 ο Τρότσκι διηύθυνε την καθημερινή επαναστατική εφημερίδα «Nachalo» («Ξεκίνημα»), που είχε μαζική κυκλοφορία (έφθανε τα 100.000 φύλλα!), με στόχο να κάνει πλατιά κατανοητές τις απόψεις του για την επανάσταση, που ήταν κοντά σε εκείνες των μπολσεβίκων και σε πλήρη αντίθεση με το μενσεβικισμό. Η «Nachalo» του Τρότσκι και η μπολσεβίκικη εφημερίδα «Novaya Zhizn» (Νέα Ζωή), που εκδιδόταν από τον Λένιν, εργάσθηκαν αλληλέγγυα, υποστηρίζοντας η μία την άλλη ενάντια στις επιθέσεις της αντίδρασης, χωρίς να εξαπολύουν πολεμικές η μία ενάντια στην άλλη. Μάλιστα η «Novaya Zhizn» χαιρέτησε το πρώτο τεύχος του «Nachalo» με τα εξής λόγια: «Το πρώτο τεύχος του «Nachalo» βγήκε. Καλωσορίζουμε ένα νέο σύντροφο στη μάχη. Το πρώτο τεύχος είναι αξιοσημείωτο για την εξαίρετη περιγραφή της απεργίας του Οκτώβρη που γράφηκε από το σύντροφο Τρότσκι» (παρατίθεται στο βιβλίο του Λέον Τρότσκι «Η ζωή μου» εκδόσεις «Αλλαγή» σελ. 177).

Μετά την ήττα της επανάστασης, ο Τρότσκι συνελήφθη μαζί με τα άλλα μέλη του Σοβιέτ. Στη Δίκη του Σοβιέτ, ο Τρότσκι έβγαλε έναν πύρινο λόγο – κατηγορία ενάντια στο τσαρικό καθεστώς και τελικά καταδικάστηκε σε «διαρκή εκτόπιση» στη Σιβηρία, από όπου και δραπέτευσε. Το 1906 αυτοεξορίστηκε, αυτή τη φορά στην Αυστρία, όπου συνέχισε την επαναστατική του δραστηριότητα, ιδρύοντας μία εφημερίδα στη Βιέννη με το όνομα «Πράβδα», που απέκτησε σύντομα ένα κύρος με το οποίο δεν μπορούσε να συγκριθεί καμία άλλη σοσιαλδημοκρατική έκδοση εκείνη την εποχή. (Βλέπε το κείμενο του Άλαν Γουντς με τίτλο «Τρότσκι: 60 χρόνια από το θάνατο ενός επαναστάτη» – Άλαν Γουντς ιστοσελίδα www.marxist.com).

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος