Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΕπικαιρότηταΕλληνική ΕπικαιρότηταΑπεργία 10/6: μαζικό χαστούκι στην κυβέρνηση, αλλά η αδράνεια των ηγεσιών οδηγεί...

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Απεργία 10/6: μαζικό χαστούκι στην κυβέρνηση, αλλά η αδράνεια των ηγεσιών οδηγεί σε ήττα

Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη μεγάλη γενική απεργία της 10ης Ιουνίου.

Η 24ωρη γενική απεργία της 10ης Ιουνίου ενάντια στο αντεργατικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ, το οποίο μεταξύ άλλων επιμηκύνει το εργατικό ωράριο με απλήρωτες ώρες και τσακίζει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα, ήταν από τις πιο επιτυχημένες των τελευταίων 5-6 χρόνων.

Στους μαζικούς εργατικούς χώρους του κρατικού και του ιδιωτικού τομέα, ιδιαίτερα εκεί που υπάρχουν ισχυρά σωματεία, η συμμετοχή ήταν πολύ μεγάλη. Το ίδιο βέβαια δεν συνέβη – όπως αναμενόταν – σε χώρους του ιδιωτικού τομέα που δεν υπάρχει ισχυρή συνδικαλιστική παρουσία, και ιδιαίτερα στο εμπόριο και τις υπηρεσίες. Ωστόσο, αυτή τη φορά και εκεί η διάθεση για συμμετοχή ήταν αυξημένη.

Είναι χαρακτηριστικό για τις μαχητικές διαθέσεις που αναπτύσσονται στην εργατική τάξη το γεγονός ότι τα λιμάνια της χώρας «νέκρωσαν» και τα πλοία έμειναν δεμένα, παρά την κατά παραγγελία των εφοπλιστών δικαστική απόφαση που έκρινε «παράνομη και καταχρηστική» την απεργία των ναυτεργατικών σωματείων. Σε όλη τη χώρα οι κρατικές υπηρεσίες υπολειτούργησαν, οι συγκοινωνίες της Αθήνας (Μετρό, Ηλεκτρικός και τρόλεϋ) σταμάτησαν εντελώς, με εξαίρεση τα λεωφορεία της ΕΘΕΛ, όπου έγινε στάση εργασίας.

Συγκεντρώσεις είχαμε σε 71 πόλεις της χώρας και στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις αυτές είχαν αξιόλογη συμμετοχή. Με πρόχειρους υπολογισμούς θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει βάσιμα ότι τουλάχιστον 70 με 80 χιλιάδες άτομα συμμετείχαν συνολικά σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις. Στις τρεις απεργιακές συγκεντρώσεις της Αθήνας (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, ΠΑΜΕ, συνδικαλιστικές δυνάμεις εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και αναρχικές συλλογικότητες) συμμετείχαν τουλάχιστον 50 με 60 χιλιάδες άτομα συνολικά, με πάνω από τους μισούς από αυτούς να συμμετέχουν στη συγκέντρωση και πορεία του ΠΑΜΕ.

Η μεγάλη συμμετοχή στην απεργία, εκτός από τις μαχητικές διαθέσεις που αναπτύσσονται στους κόλπους της εργατικής τάξης ενάντια στο αντεργατικό νομοσχέδιο και συνολικότερα ενάντια στην κυβέρνηση της Δεξιάς, έδειξε ξεκάθαρα ότι η περίοδος υποχώρησης των μαζικών ταξικών αγώνων που ακολούθησε την ήττα του καλοκαιριού του 2015 έχει φτάσει στο τέλος της. Άλλωστε, αυτό είχε προαναγγελθεί ήδη από τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης της ΝΔ με τις δυναμικές κινητοποιήσεις της φοιτητικής νεολαίας, για να ακολουθήσουν ως ακόμα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μαζικής αγωνιστικής αφύπνισης – παρά τη φυσιολογική επιβράδυνση αυτής της διαδικασίας από τις συνθήκες της πανδημίας – η μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση στο Εφετείο και οι μαθητικές καταλήψεις το περασμένο Φθινόπωρο, και πάνω απ΄ όλα, οι μαζικές συγκεντρώσεις ενάντια στην κλιμάκωση της αστυνομικής βαρβαρότητας τον περασμένο Μάρτιο.

Επιπλέον όμως, θα πρέπει να τονιστεί ότι η μεγάλη συμμετοχή στη γενική απεργία ανέδειξε και την πλήρη χρεοκοπία της τακτικής που ακολούθησαν οι κεντρικές συνδικαλιστικές ηγεσίες έναντι του καθήκοντος της αγωνιστικής απάντησης στο αντεργατικό νομοσχέδιο. Ενώ το νομοσχέδιο αυτό στα βασικά του σημεία έχει γίνει γνωστό εδώ και τουλάχιστον 2,5 μήνες, οι ηγεσίες «κατάφεραν» να προχωρήσουν στην οργάνωση μιας ενιαίας πανεργατικής απεργίας μόλις 4 μέρες πριν αρχίσει η τελική συζήτηση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής και μόλις 6 μέρες πριν διεξαχθεί η διαδικασία ψηφοφορίας γι’ αυτό. Όλες τους, χωρίς εξαίρεση, φάνηκε ότι δεν πίστευαν πώς η εργατική τάξη μπορεί να δώσει μια μαζική απάντηση στην κυβέρνηση. Αλλά οι εργαζόμενοι δίνοντας μαζικά το παρόν στην απεργία αποκάλυψαν τη γύμνια και την ακαταλληλότητα αυτής της στάσης των ηγεσιών.

Έστω και στο «παρά πέντε» της ψήφισης του νομοσχεδίου, η μαζική γενική απεργία δημιούργησε μια νέα κατάσταση στο συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στην κυβέρνηση της άρχουσας τάξης και τον εργαζόμενο λαό. Στο κοινωνικοπολιτικό σκηνικό δεν υπάρχει πλέον μια κυβέρνηση που διανύει την αντιδραστική θητεία της ανενόχλητη από ένα «παραλυμένο» εργατικό κίνημα. Τώρα το εργατικό κίνημα αναδείχθηκε στο προσκήνιο και πάλι ως υπολογίσιμο «αντίπαλο δέος». Και αυτό το γεγονός θέτει συγκεκριμένα και επιτακτικά καθήκοντα στις εργατικές ηγεσίες, όχι μόνο τις συνδικαλιστικές, αλλά και τις πολιτικές. Απαιτεί απ’ αυτές να εξαντλήσουν κάθε υπαρκτή δυνατότητα για να αποφευχθεί η ήττα και το νομοσχέδιο να αποσυρθεί.

Τι σημαίνει όμως πρακτικά αυτό; Από την επομένη της απεργίας οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και των Εργατικών Κέντρων θα έπρεπε να λάβουν απόφαση για απεργιακή κλιμάκωση με μια 48ωρη απεργία τη Δευτέρα 14/6 και την Τρίτη 15/6, με την ταυτόχρονη προειδοποίηση στην κυβέρνηση ότι αν δεν αποσύρει το νομοσχέδιο είναι αποφασισμένες να προετοιμάσουν μια γενική απεργία διαρκείας. Δυστυχώς, αντί γι’ αυτά, οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ μέχρι σήμερα δεν προκήρυξαν ούτε καν μια νέα 24ωρη απεργία (Ε: τελικά μόλις τη Δευτέρα 14/6 η διοίκηση της ΑΔΕΔΥ αποφάσισε τη μετατροπή της στάσης εργασίας που είχε προκηρύξει για την Τετάρτη 16/6 σε 24ωρη απεργία, χωρίς φυσικά αυτό να αλλάζει την ουσία της στάσης της). Από τη δική τους πλευρά, οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ προώθησαν και πέρασαν στα Εργατικά Κέντρα και τα σωματεία που ελέγχουν αποφάσεις για 24ωρη απεργία την Τετάρτη 16/6, ημέρα που θα ψηφίζεται το νομοσχέδιο, χωρίς να περιλαμβάνουν στην πρότασή τους κάποια συγκεκριμένη προοπτική κλιμάκωσης. Αυτό το κάλεσμα ισοδυναμεί με πρόσκληση σε εκδήλωση συλλογικού θρήνου για το «τετελεσμένο» και δεν συνιστά κάλεσμα για αγώνα με ουσία και πραγματική δυνατότητα νίκης.

Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές ηγεσίες της εργατικής τάξης, οι οποίες παρευρέθηκαν στην απεργιακή συγκέντρωση της Αθήνας και έκαναν δηλώσεις συμπάθειας και αλληλεγγύης στην απεργία, συμπεριφέρονται σαν να μη τους αφορά η υπόθεση της συνέχειας του εργατικού αγώνα. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ «σπρωγμένη» από την πίεση της εργατικής εκλογικής της βάσης, προέβη σε «δεσμεύσεις» για κατάργηση του νομοσχεδίου «όταν ξαναέρθει στην κυβέρνηση», θολές σε πολλά τους σημεία και χαμηλής αξιοπιστίας αν κάποιος λάβει υπόψη το πραγματικό γεγονός της καταπάτησης ανάλογων φιλολαϊκών της δεσμεύσεων το 2015. Αυτές οι «δεσμεύσεις» επιπλέον, δεν απαντούν στο καυτό ζήτημα του τι πρέπει να γίνει με τον εργατικό αγώνα που ξεκίνησε σήμερα. Η ηγεσία του ΜέΡΑ25, δυστυχώς, δεν επανέλαβε τη γενικά σωστή πρόσφατη πρόταση της για ένα μέτωπο κοινής δράσης των αριστερών κομμάτων της αντιπολίτευσης, σε μια στιγμή που αυτή η πρόταση είναι πιο επίκαιρη και αναγκαία από ποτέ. Η ηγεσία του ΚΚΕ μέσω των δηλώσεων του Γ.Γ της ΚΕ στη συγκέντρωση της Αθήνας, τόνισε ότι το νομοσχέδιο «είναι καταδικασμένο στη συνείδηση του λαού», χωρίς όμως να κάνει καμία αναφορά στην άμεση ανάγκη κλιμάκωσης του αγώνα.

Αντί για αμφίβολες δεσμεύσεις και διαπιστώσεις, οι εργαζόμενοι θα ήθελαν να ακούσουν από τις ηγεσίες των μαζικών κομμάτων που υποστηρίζουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για δράση, οι οποίες να συνιστούν κλιμάκωση του αγώνα και να δίνουν νικηφόρα προοπτική. Αυτές οι πρωτοβουλίες, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, δεν μπορεί παρά να έχουν ως αφετηρία της συγκρότηση ενός Ενιαίου Εργατικού Μετώπου για την κοινή δράση όλων των μαζικών συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης, στη βάση ενός συγκεκριμένου προγράμματος κλιμάκωσης του αγώνα μέχρι η κυβέρνηση του κεφαλαίου να «πάρει πόδι» από την εξουσία, μαζί με το άθλιο νομοσχέδιό της.

Μια νέα φάση

Η απουσία αυτών των στοιχειωδών πρωτοβουλιών από τις εργατικές ηγεσίες είναι η αιτία που οδηγεί το εργατικό κίνημα σε μια άδοξη ήττα. Η επικείμενη ψήφιση του νομοσχεδίου την ερχόμενη Τετάρτη, εκτός από πισωγύρισμα στα βασικά εργατικά δικαιώματα, αναπόφευκτα θα φέρει και μια ορισμένη ποσότητα απογοήτευσης, ιδιαίτερα στα παλαιότερα στρώματα της εργατικής τάξης που έχουν ήδη κουραστεί και απογοητευθεί από τις απανωτές ήττες της περασμένης δεκαετίας. Όμως δεν ήταν αυτή η γενιά εργαζόμενων που έδωσε τον τόνο στις 10 Ιουνίου. Η επιτυχία της γενικής απεργίας στηρίχθηκε στα πιο φρέσκα και νεαρότερα στρώματα της εργατικής τάξης. Και εδώ, δεν αναφερόμαστε μόνο σε όσους από αυτά τα στρώματα κινητοποιήθηκαν, αλλά και σε εκείνους που λόγω της τρομοκρατικής απειλής της άμεσης απόλυσης δεν απέργησαν τελικά. Ακόμα και σε αυτούς τους νέους εργαζόμενους η γενική απεργία και οι διεκδικήσεις της έγιναν ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για μελλοντικούς αγώνες.

Τα νέα στρώματα εργαζόμενων βιώνουν ήδη τα τελευταία χρόνια μια κατάσταση εργασιακού εφιάλτη. Σ’ αυτόν τον εφιάλτη η εφαρμογή του νέου νομοσχεδίου ουσιαστικά δεν θα προσθέσει κάτι καινούριο. Κάποιες από τις βασικές του διατάξεις μάλιστα, ήδη εφαρμόζονται στους χώρους δουλειάς στην πράξη, πριν ακόμα αποτυπωθούν τυπικά σε νόμο. Έτσι και οι επιπτώσεις από την ψήφιση του νομοσχεδίου στο ηθικό και στις ολοένα αυξανόμενες μαχητικές διαθέσεις αυτής της νέας γενιάς εργαζομένων θα είναι πολύ περιορισμένες. Αυτή η γενιά θα ξαναδώσει σύντομα ισχυρή ώθηση προς την κατεύθυνση νέων πανεργατικών αγώνων, σε σύνδεση και με την νεολαία της Εκπαίδευσης, η οποία όπως φάνηκε τους προηγούμενους μήνες είναι έτοιμη για μαζικούς αγώνες με το κανονικό άνοιγμα σχολών και σχολείων το ερχόμενο Φθινόπωρο.

Πάνω από όλα, τόσο οι νέες όσο και οι παλιότερες γενιές της εργατικής τάξης, μετά την 10η Ιουνίου έβγαλαν σημαντικά ταξικά και πολιτικά συμπεράσματα, και το ίδιο θα συνεχίζουν να κάνουν και μετά την αναμενόμενη ψήφιση του νομοσχεδίου στη Βουλή. Συνειδητοποίησαν και πάλι τη μεγάλη δύναμή τους, κόντρα στην ηττοπάθεια και τη μοιρολατρία που διασπείρουν συστηματικά οι εργατικές ηγεσίες, και μετά την αναμενόμενη αρνητική κατάληξη των εξελίξεων την ερχόμενη Τετάρτη θα τείνουν να διαπιστώσουν ότι μια μεγαλύτερη επίδειξη αυτής της δύναμης με την κλιμάκωση του αγώνα ήταν τελικά απαραίτητη. Με τη σειρά της, αυτή η στοιχειώδης διαπίστωση θα οδηγήσει, ιδιαίτερα τα πιο πρωτοπόρα και μαχητικά τμήματα, στην αναζήτηση μιας λύσης στο καθοριστικό πρόβλημα της ηγεσίας της εργατικής τάξης, συνδικαλιστικής και πολιτικής.

Οι εργαζόμενοι αυτοί, θα συνειδητοποιήσουν ότι οι σημερινές ηγεσίες των συνδικάτων, οι οποίες αρνήθηκαν να οργανώσουν στοιχειωδώς έγκαιρα την εργατική απάντηση στο νομοσχέδιο, είναι εντελώς ανίκανες να ανταποκριθούν στο μαχητικό μήνυμα της γενικής απεργίας της 10ης Ιουνίου. Ταυτόχρονα, βλέποντας την κυβέρνηση να αξιοποιεί τη δεξιά πλειοψηφία στη Βουλή και να περνά εύκολα ένα νομοσχέδιο που απορρίπτει η συντριπτική πλειονότητα του εργαζόμενου λαού, θα τείνουν να κατανοούν ότι τα εργατικά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν ριζικά με απεργίες, όσο μαζικές και αν είναι αυτές, και ότι για το σκοπό αυτό απαιτείται μια εργατική πολιτική λύση εξουσίας.

Έτσι, η διαφαινόμενη ήττα στο ζήτημα του αντεργατικού νομοσχεδίου, την οποία, όπως εξηγήσαμε, προετοίμασαν αναπόφευκτα με τη στάση τους οι εργατικές ηγεσίες, θα παράσχει έναν καθοριστικό κρίκο στην αλυσίδα των αναγκαίων συμπερασμάτων της εργατικής τάξης για τις ακόμα μεγαλύτερες ταξικές και πολιτικές μάχες που έχουμε μπροστά μας. Ο αγώνας για μια νέα ηγεσία στο εργατικό κίνημα και για τη συντομότερη δυνατή πραγματοποίηση μιας εργατικής λύσης εξουσίας θα βρεθεί το επόμενο διάστημα αποφασιστικά στο επίκεντρο της προσοχής των εργαζόμενων μαζών. Κάθε αγωνιστής του εργατικού κινήματος θα πρέπει να αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις σ’ αυτόν τον αγώνα, που απαραίτητα έχει ως βασικό σταθμό τη μαζικότερη δυνατή πολιτική οργάνωση των νέων εργαζόμενων που βρέθηκαν στην εμπροσθοφυλακή της γενικής απεργίας της 10ης Ιουνίου γύρω από τις ιδέες και το πρόγραμμα του επαναστατικού σοσιαλισμού.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα