Είναι ο Μαρξισμός επιστημονική μέθοδος;

Ο σύντροφος Γκαρθόν, ακολουθώντας τυφλά τα βήματα του Καρλ Πόπερ, θέλει να αποκλείσει το Μαρξισμό ως επιστημονική μέθοδο. Αλλά η προσπάθεια του Πόπερ να καθορίσει έναν αυθαίρετο ορισμό για το τι είναι επιστήμη, δεν αντιστοιχεί στον πραγματικό κόσμο. Κανένας επιστήμονας δε χρειάζεται να λάβει κάποιο πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον κ. Πόπερ, ώστε να συνεχίσει την επιστημονική του έρευνα. Κι ούτε οι Μαρξιστές χρειάζονται κάποιο πιστοποιητικό από κάποιον «ζωντανό» συγγραφέα, ώστε να συνεχίσουν να εφαρμόζουν στην πράξη τον επιστημονικό σοσιαλισμό.

Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν επιστήμες, κι επιστήμες. Ορισμένες είναι πιο ακριβείς από άλλες. Ένας αστρονόμος μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η ακριβής θέση ενός αστεριού ή ενός γαλαξία σε εκατομμύρια χρόνια από σήμερα με απόλυτη σιγουριά. Από την άλλη πλευρά, ένας γεωλόγος μπορεί να είναι απολύτως βέβαιος ότι θα γίνει σεισμός σε ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά μέχρι σήμερα είναι αδύνατο να προβλέψει με βεβαιότητα πότε θα συμβεί, πράγμα που δεν εμποδίζει την πλειοψηφία των ανθρώπων να αναγνωρίσουν τη γεωλογία ως επιστήμη.

Η ιατρική μπορεί επίσης να συμπεριληφθεί στις επιστήμες, αν και οι προβλέψεις ενός γιατρού δεν μπορούν να έχουν τον ίδιο χαρακτήρα με εκείνες ενός αστρονόμου. Ένας γιατρός κάνει μια διάγνωση με βάση, αφενός, τις γνώσεις του στην παθολογία και παρόμοια ιατρικά περιστατικά, κι αφετέρου, με βάση τα παρατηρήσιμα συμπτώματα σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Ένας ασθενής μπορεί να παραπονεθεί για προβλήματα στο στομάχι. Ο γιατρός (υποθέτουμε ότι είναι ικανός και αποτελεσματικός) πρέπει να αποφασίσει αν πρόκειται για κολικούς, για έλκη, για καρκίνο κ.λπ. Ακόμη και ο πιο καταρτισμένος γιατρός μπορεί να κάνει λάθος διάγνωση. Αλλά αυτά τα λάθη δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία για την άρνηση του επιστημονικού χαρακτήρα της ιατρικής.

Στην περίπτωση της ψυχολογίας η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη, καθώς είναι μια σχετικά νέα επιστήμη. Ενώ για τις κοινωνικές επιστήμες, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα, όχι μόνο επειδή ασχολούνται με έναν τεράστιο αριθμό μεταβαλλόμενων παραγόντων, αλλά και επειδή τα συμφέροντα των ανταγωνιστικών τάξεων διαδραματίζουν ένα σημαντικό ρόλο.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι η μάσκα της δήθεν ακαδημαϊκής αντικειμενικότητας χρησιμεύει για να αποκρύψει την πραγματικότητα της ωμής υπεράσπισης των συμφερόντων της αστικής τάξης. Σε αντίθεση με την υποκριτική ψευδό-αντικειμενικότητα των ακαδημαϊκών ιστορικών, οι μαρξιστές ασπάζονται ανοιχτά τους σκοπούς της εργατικής τάξης και της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αλλά αυτό σημαίνει ότι οι μαρξιστές δεν μπορούν να προσεγγίσουν ερωτήσεις με αντικειμενικό τρόπο; Υπάρχει κάποια αντίφαση στο να παλεύεις ενεργά για την αλλαγή της κοινωνίας και ταυτόχρονα να είσαι ικανός για μια αντικειμενική εκτίμηση των ιστορικών γεγονότων και του ρόλου των ατόμων μέσα στην ιστορία; Η απάντηση δόθηκε από τον μεγάλο Ρωσικό μαρξιστή, Λέον Τρότσκι:

«Στα μάτια ενός φιλισταίου μια επαναστατική άποψη είναι ουσιαστικά ισοδύναμη με την απουσία επιστημονικής αντικειμενικότητας. Πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο: μόνο ένας επαναστάτης – υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι είναι εξοπλισμένος με την επιστημονική μέθοδο – είναι ικανός να αναλύσει την αντικειμενική δυναμική της επανάστασης. Η κατανόηση, γενικά, δεν είναι μια παθητική, χρονοβόρα διαδικασία, αλλά ενεργή. Το στοιχείο της βούλησης είναι απαραίτητο για τη διείσδυση στα μυστικά της φύσης και της κοινωνίας. Ακριβώς όπως ένας χειρούργος, από το νυστέρι του οποίου εξαρτάται μια ανθρώπινη ζωή, ξεχωρίζει με εξαιρετική φροντίδα μεταξύ των διαφόρων ιστών ενός οργανισμού, έτσι κι ένας επαναστάτης, εάν έχει μια σοβαρή στάση απέναντι στο έργο του, υποχρεούται να αναλύει ευσυνείδητα τη δομή της κοινωνίας, τις λειτουργίες και τα αντανακλαστικά της». (Τρότσκι, Η Κινέζικη Επανάσταση, 1938)

Ο Ένγκελς ως επιστήμονας

Ο σύντροφος Γκαρθόν θα μας θυμίσει αναμφισβήτητα ότι το περιεχόμενο του γνωστού βιβλίου του Ένγκελς, «Η Διαλεκτική της Φύσης», είναι μια αντανάκλαση της επιστήμης του 19ου αιώνα. Στην πραγματικότητα όμως, ο Ένγκελς βρισκόταν πολύ πιο μπροστά από την επιστήμη της εποχής του. Ήταν εξαιρετικά επικριτικός για τις μηχανιστικές αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στη Νευτώνεια φυσική. Η κριτική του επιβεβαιώθηκε πλήρως από τις ανακαλύψεις της κβαντομηχανικής και της θεωρίας της σχετικότητας στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ο Ένγκελς δεν ήταν επαγγελματίας επιστήμονας, αλλά είχε αρκετά εκτεταμένη γνώση των φυσικών επιστημών της εποχής του. Ωστόσο, βασιζόμενος σε μια βαθιά κατανόηση της διαλεκτικής μεθόδου, ο Ένγκελς είχε αμέτρητες συνεισφορές στη φιλοσοφική ερμηνεία της επιστήμης, που μέχρι σήμερα διατηρούν πλήρως τη σημασία τους, αν και οι περισσότερες παραμένουν άγνωστες στη συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων.

Embed from Getty Images

Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη επιστήμη μας έχει δώσει πολύ περισσότερες αποδείξεις για την ορθότητα της διαλεκτικής, από τα παραδείγματα που ήταν διαθέσιμα στον Ένγκελς. Ειδικότερα, ο νέος τομέας της θεωρίας του χάους αποτελεί μια εντυπωσιακή απόδειξη της δήλωσης του Ένγκελς ότι τελικά, η φύση λειτουργεί διαλεκτικά. Ο διαλεκτικός νόμος του μετασχηματισμού της ποσότητας σε ποιότητα βρίσκεται στην καρδιά της θεωρίας του χάους και είναι απολύτως θεμελιώδης για τη μελέτη των μετασχηματισμών φάσεων, ενός πιο τους πιο σημαντικούς τομείς της σύγχρονης φυσικής.

Στο βιβλίο του Ubiquity (Πανταχού Παρουσία), ο Αμερικανός επιστήμονας Μαρκ Μπουκάναν επισημαίνει ότι τελείως ασύνδετα φαινόμενα όπως οι καρδιακές προσβολές, οι χιονοστιβάδες, οι δασικές πυρκαγιές, η άνοδος και η πτώση των ζωικών πληθυσμών, οι χρηματιστηριακές κρίσεις, η κίνηση της κυκλοφορίας, κι ακόμη και οι επαναστάσεις στην τέχνη και στη μόδα, διέπονται όλα από τον ίδιο νόμο, ο οποίος μπορεί να εκφραστεί ως μια μαθηματική εξίσωση γνωστή ως νόμος δύναμης. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο νόμος της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα.

Κι όσον αφορά τον υλισμό; Η υλιστική μέθοδος είναι θεμελιώδης για όλες τις επιστήμες. Κάθε προσπάθεια υποκατάστασης του υλισμού από ιδεαλισμό στον τομέα της επιστήμης έχει οδηγήσει στο ένα λάθος μετά το άλλο. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στη μελέτη της καταγωγής του ανθρώπου, η οποία για περισσότερο από έναν αιώνα παρεμποδίστηκε από τις ιδεαλιστικές προκαταλήψεις των παλαιοντολόγων, οι οποίοι αναζητούσαν το απολίθωμα ενός ανθρώπινου προγόνου με έναν μεγάλο εγκέφαλο.

Ποτέ δεν το βρήκαν, αλλά εύκολα πίστεψαν έναν απατεώνα που εφηύρε τον λεγόμενο άνθρωπο του «Πιλτνταουν», που αποδείχθηκε ότι ήταν ανθρώπινο κρανίο στο οποίο είχε συνδεθεί η γνάθο ενός πιθήκου. Οι επιστήμονες πίστεψαν τη συγκεκριμένη απάτη, επειδή αυτή συμφωνούσε με τις ιδεαλιστικές προκαταλήψεις τους. Αλλά ο Ένγκελς είχε εξηγήσει εκ των προτέρων ότι δεν ήταν ο εγκέφαλος που δημιούργησε το χέρι, αλλά το χέρι που δημιούργησε τον εγκέφαλο.

Αυτά είχε γράψει ο πολύ γνωστός Αμερικανός επιστήμονας Στίβεν Τζέι Γκουλτ για τον Ένγκελς:

«Πράγματι, ο δέκατος ένατος αιώνας παρήγαγε μια λαμπρή έκθεση από μια πηγή που αναμφισβήτητα θα εκπλήξει τους περισσότερους αναγνώστες – τον Φρίντριχ Ένγκελς… Το 1876, ο Ένγκελς έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο: Ο Ρόλος της εργασίας στην Εξανθρώπιση του Πιθήκου. Δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατο του, το 1896 και δυστυχώς, δεν είχε ορατό αντίκτυπο στη δυτική επιστήμη…

Η σημασία του δοκιμίου του Ένγκελς, δεν έγκειται στα ουσιαστικά συμπεράσματα που βγάζει, αλλά στην δριμεία πολιτική του ανάλυση στο γιατί η Δυτική επιστήμη ήταν τόσο προκατειλημμένη στην απριόρι υπόθεση της υπεροχής του εγκεφάλου…

Η σημασία του έργου του Ένγκελς, δεν έγκειται στο ευχάριστο αποτέλεσμα ότι ο Αυστραλοπίθηκος επιβεβαίωσε μια θεωρία που είχε προταθεί από εκείνον – μέσω του Χέγκελ – αλλά κύρια εξαιτίας της οξυδερκής του ανάλυσης για το πολιτικό ρόλο της επιστήμης και τις κοινωνικές βάσεις που επηρεάζουν το σύνολο της ανθρώπινης σκέψης.

Πράγματι, το θέμα του διαχωρισμού του κεφαλιού από το χέρι, που έθιξε ο Ένγκελς, έχει θέσει και τα όρια της επιστημονικής σκέψης ανά την ιστορία… Ακόμα και σήμερα, «θεωρητικοί» ερευνητές, τείνουν να υποτιμούν το πρακτικό κομμάτι, και εκφράσεις όπως «κολλέγιο για αγελάδες» (υποτιμητικό για κτηνοτροφικές σχολές για παράδειγμα), ακούγονται ανησυχητικά συχνά στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αν λαμβάναμε πλήρως υπόψιν το μήνυμα του Ένγκελς και αντιλαμβανόμασταν τη πίστη μας στην έμφυτη ανωτερότητα της θεωρητικής επιστήμης σαν αυτό που είναι – δηλαδή μια κοινωνική προκατάληψη – θα μπορούσαμε να χτίσουμε μια ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στη θεωρία και στη πράξη, που είναι ιδιαίτερα αναγκαία σε έναν κόσμο τόσο κοντά στο γκρεμό.» (Στίβεν Τζέι Γκουλντ, Από τον Δαρβίνο μέχρι σήμερα, σελ 210-213)

Το αφιέρωμα του Γκουλντ στον Ένγκελς είναι μια επαρκής απάντηση στις ανοησίες του Καρλ Πόπερ και όλων όσοι προσπαθούν να δυσφημήσουν τον μαρξισμό επιτιθέμενοι στη φιλοσοφική του βάση, τον διαλεκτικό υλισμό.

Ο Καπιταλισμός σε αδιέξοδο

Στην παρούσα συγκυρία, ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια βαθιά κρίση. Ως κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, έχει σταματήσει εδώ και καιρό να συμβάλλει στην ανθρώπινη πρόοδο.

Όταν ένα κοινωνικό σύστημα εισέρχεται σε τελειωτική κρίση, αυτή αντανακλάται όχι μόνο στην αποτυχία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και σε άλλους τομείς: τον πολιτισμό, την τέχνη, την ηθική, τη φιλοσοφία κλπ.

Στο παρελθόν, όταν η αστική τάξη ήταν ικανή να διαδραματίσει έναν προοδευτικό ρόλο, είχε μια συνεκτική ιδεολογία και φιλοσοφία. Ο Φιλελευθερισμός παρουσίαζε το καπιταλιστικό σύστημα («την ελέυθερη οικονομία της αγοράς») σαν το μόνο δυνατό σύστημα, ένα σύστημα που εγγυούταν τη πρόοδο και τη συνεχή ανάπτυξη. Το σήμερα ήταν καλύτερο από χτες, και το αύριο θα ήταν καλύτερο από το σήμερα.

Μετά τη πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, το όμορφο αυτό όραμα ενισχύθηκε περαιτέρω. Ο Φράνσις Φουκουγιάμα ανακήρυξε το τέλος της ιστορίας. Ο Σοσιαλισμός είχε φαινομενικά αποτύχει, ο καπιταλισμός ήταν το μόνο δυνατό σύστημα. Το μέλλον υποσχόταν ειρήνη και ευημερία για όλους.

Embed from Getty Images

Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, τίποτα δεν ισχύει από αυτές τις ψευδαισθήσεις. Τα τελευταία δέκα χρόνια, κυβερνήσεις και οικονομολόγοι προσπαθούν να σώσουν το σύστημα από τη κρίση του, αλλά χωρίς καμία τύχη. Η αστική τάξη και οι ιδεολογικοί απολογητές της διακατέχονται με απαισιοδοξία για το μέλλον. Δεν έχουν καμία λύση για τη κρίση του συστήματος τους.

Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται και στη φιλοσοφία. Αντί να παραδεχτούν ειλικρινά ότι στη βάση του υπάρχοντος συστήματος δεν υπάρχει καμία δυνατότητα για πρόοδο, ο λεγόμενος μεταμοντερνισμός μας καθησυχάζει ότι γενικά η έννοια της προόδου δεν υφίσταται. Η ιστορία δε μπορεί να γίνει κατανοητή αλλιώς, πέρα από μια αλληλουχία τυχαίων γεγονότων. Παρόμοια, ούτε οι ιδεολογίες υφίστανται, για τον απλό λόγο ότι η ίδια η αστική τάξη έχει ξεμείνει από ιδέες.

Σαφήνεια, όχι σύγχυση!

Δε μας είναι ευχάριστο, αλλά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το άρθρο του συντρόφου Γκαρθόν, αντί να ξεκαθαρίζει τα ζητήματα με τα οποία διαπραγματεύεται, τα μπερδεύει ακόμα περισσότερο από την αρχή μέχρι το τέλος. Προσπαθεί να διαλύσει τον Μαρξισμό, χωρίς να το παραδέχεται, ή ίσως επειδή ο ίδιος ο Γκαρθόν δεν το έχει καν αντιληφθεί.

Αποτυγχάνει να βρει και το παραμικρό ελάττωμα στο Μαρξισμό, επειδή στη πραγματικότητα δεν ασχολείται σοβαρά με το αντικείμενο. Αντίθετα, δημιουργεί τον δικό του αχυράνθρωπο που στη συνέχεια καταστρέφει. Κάτι τέτοιο δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο, και δε χρησιμεύει καθόλου στην αποσαφήνιση του ζητήματος ή στην ανύψωση του πολιτικού επιπέδου των μελών της Ενωμένης Αριστεράς. Αυτό είναι διπλά ατυχές, γιατί τη συγκεκριμένη περίοδο αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται ώστε να επιτευχθεί η ενότητα της Αριστεράς σε μια στέρεα βάση.

Η κρίση του καπιταλισμού έχει προκαλέσει μια αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση στην κοινωνία. Το είδαμε αυτό στις μαζικές διαδηλώσεις και τις απεργίες για τα δικαιώματα των γυναικών στις 8 Μαρτίου, των συνταξιούχων που ζητούσαν τα δικαιώματά τους και, πριν από αυτό, στη δημοκρατική εξέγερση του λαού της Καταλονίας.

Παντού βλέπουμε την ίδια δυσαρέσκεια, θυμό, οργή και πάνω από όλα απογοήτευση – μια απογοήτευση που απευθύνεται σε μεγάλο βαθμό στους ηγέτες της Αριστεράς και των συνδικάτων που, αντί να παρέχουν στο κίνημα το απαραίτητο πρόγραμμα, ιδέες και οργάνωση, έχουν συστηματικά απογοητεύσει τις μάζες και τα μέλη τους.

Ο σύντροφος Γκαρθόν δε θα έπρεπε να βλέπει τον Μαρξισμό σαν ένα βάρος από το παρελθόν, το οποίο θα έπρεπε να ξεφορτωθούμε. Ο Μαρξισμός δεν αποτελεί ένα βαρίδι που εμποδίζει τη πρόοδο μας. Αντίθετα αποτελεί μια πυξίδα που είναι απαραίτητη για να βρούμε το σωστό διαδρομή. Χωρίς μια τέτοια πυξίδα, αναμφισβήτητα θα καταλήγαμε σε ένα βάλτο από λανθασμένες κι αντιφατικές ιδέες. Δε πρέπει να αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί από ένα είδος εκλεκτισμού, αποδεχόμενοι το «ένα τέταρτο του Μαρξισμού» απορρίπτοντας τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα να τον ακρωτηριάζουμε και να τον μετατρέπουμε σε ένα άχρηστο κούτσουρο χωρίς καμία επαναστατική ουσία και τελικά σε ένα θρησκευτικό δόγμα τελείως αποκομμένο από τη πραγματική ζωή.

Για να δούμε πώς καταλήγει αυτή η ιδεολογική σύγχυση, αρκεί να δούμε την παρούσα κρίση των Ποδέμος. Οι Ποδέμος φάνηκαν να αποτελούν μια διέξοδο. Οι ριζοσπαστικές ομιλίες του Πάμπλο Ιγκλέσιας έσπειραν την ελπίδα στις καρδιές πολλών ανθρώπων.

Αλλά είναι αδύνατο αγνοήσεις τόσο εύκολα τις ιδεολογίες, οι οποίες επιστρέφουν πάντα από τη πίσω πόρτα. Η πολιτική, όπως η φύση, απεχθάνεται το κενό. Η απουσία ιδεολογίας απλώς σημαίνει την αποδοχή μιας κακής ιδεολογίας. Μπερδεμένες ιδέες όπως «δεν είμαστε ούτε αριστερά, ούτε δεξιά» ανοίγουν την πόρτα σε μια οπορτουνιστική πολιτική με καταστροφικές συνέπειες.

Οι αρχικές ελπίδες σιγά σιγά μετατρέπονται σε αυξανόμενη απογοήτευση. Αυτό ακριβώς είναι το αποτέλεσμα της ιδεολογικής σύγχυσης και πολιτικής ασάφειας των ηγετών των Ποδέμος που ανόητα φαντάστηκαν ότι ο τρόπος να αυξήσουν την υποστήριξη τους ήταν να αλλάξουν το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν σε μια μάταια προσπάθεια να κερδίσουν τον αυτό-αποκαλούμενο χώρο του κέντρου. Ένα σοβαρό λάθος! Εάν ο κόσμος επιθυμεί μια ρεφορμιστική πολιτική έχει το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Δε χρειάζονται τους Ποδέμος γι’αυτό, οι οποίοι φυσικά έχουν χάσει έδαφος προς όφελος του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΙΣΚ).

Σε μια τέτοια κατάσταση, η Ενωμένη Αριστερά έχει μια χρυσή ευκαιρία να κερδίσει την ηγεσία του κινήματος. Αλλά η πρώτη προϋπόθεση γι’αυτό είναι να υπερασπίσουν σταθερά τις γνήσιες αριστερές ιδέες: τις ιδέες του κομμουνισμού και του επαναστατικού Μαρξισμού. Στη προσπάθεια του να απομακρυνθεί από τις ιδέες αυτές, ο σύντροφος Γκαρθόν κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που χρειάζεται τη περίοδο αυτή.

Δε μπορούμε να ξεχάσουμε τι συνέβη τη περίοδο της Μετάβασης. Η εγκατάλειψη του Μαρξισμού και του Λενινισμού, που είναι τμήμα της ίδια διαδικασίας, εκφράζεται σε πρώτη φάση ως σύγχυση. Το επόμενο απόσπασμα συνοψίζει τέλεια τα τελευταία άρθρα του συντρόφου Γκαρθόν:

«Δέχεται τον Μαρξισμό σαν θεωρητικό εργαλείο, κριτικό και μη δογματικό, για την ανάλυση και το μετασχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας, δεχόμενο διαφορετικές συνεισφορές, Μαρξιστικές και μη, που έχουν συμβάλλει στη μετατροπή του σοσιαλισμού τη βασική χειραφετική εναλλακτική της εποχής μας, με πλήρη σεβασμό στις προσωπικές πεποιθήσεις».

Αλλά θα πρέπει να συμπληρώσουμε τη πρώτη πρόταση με «Το ΙΣΚ», επειδή αυτή ακριβώς είναι η τροπολογία που υπερψηφίστηκε στο έκτακτο συνέδριο του κόμματος το 1978, υπό την ηγεσία του Φελίπε Γκονζάλες, όπου επίσημα εγκατέλειψε τον Μαρξισμό!

Οι μπερδεμένες ιδέες μπορούν να καταπολεμηθούν μόνο με ιδεολογική σταθερότητα και απόλυτη σαφήνεια. Λυπούμαστε πολύ που θα το πούμε αλλά οι ιδέες που εκφράζονται από το άρθρο του συντρόφου Αλμπέρτο δεν προσφέρουν καμία σαφήνεια, αλλά αποτελούν μια ξεκάθαρη στροφή προς τα δεξιά, όχι προς τα αριστερά.

«Ο Μαρξισμός πρέπει να αλλάξει!»

Ο μαρξισμός πρέπει να αλλάξει, λέει ο Αλμπέρτο. Δε το ακούμε αυτό για πρώτη φορά. Έχει ειπωθεί ξανά και ξανά για πάνω από εκατό χρόνια από ανθρώπους όπως ο Μπερνστάιν, ο Κάουτσκι και πολλούς άλλους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να αλλάξουν τον μαρξισμό – στο αντίθετό του, να τον στερήσουν από την επαναστατική του ταυτότητα, να τον ευνουχίσουν και να τον μειώσουν σε ένα ακίνδυνο είδος κοινοβουλευτικού ρεφορμισμού.

Αλλά τουλάχιστον οι ρεβιζιονιστές συγγραφείς του παρελθόντος προσπαθούσαν να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό πρόγραμμα. Δυστυχώς δε μπορούμε να πούμε ότι γίνεται το ίδιο στη παρούσα περίπτωση. Το άρθρο του συντρόφου Γκαρθόν περιέχει πολλά σημεία κριτικής στον Μαρξισμό, αλλά στο κομμάτι της εναλλακτικής πρότασης, αποδεικνύεται μια τεράστια απογοήτευση.

Η στάση του Γκαρθόν απέναντι στον Μαρξισμό, δηλαδή η άρνηση ότι αποτελεί μια επιστημονική μέθοδο, ή ότι εμπεριέχει μια οποιαδήποτε μέθοδο, μοιάζει με τη προσέγγιση του ήρωά του Καρλ Πόπερ απέναντι στον Δαρβινισμό, δηλαδή ότι δεν είναι μια επαληθεύσιμη επιστημονική θεωρία, αλλά ένα μεταφυσικό επιστημονικό πρόγραμμα – «ένα πιθανό πλαίσιο για επαληθεύσιμες επιστημονικές θεωρίες».

Όπως και κάθε άλλη πρόταση του Πόπερ, πρέπει να μεταφραστεί σε απλά ελληνικά, που να καταλαβαίνει ο κάθε φυσιολογικός άνθρωπος. Ενώ διστακτικά παραδέχεται τον Κάρολο Δαρβίνο σαν έναν μεγάλο στοχαστή του παρελθόντος (το «παρελθόν» εδώ πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα), θεωρεί ότι οι θεωρίες του είναι απλώς χάσιμο χρόνου.

Με τον ίδιο τρόπο, ο Αλμπέρτο Γκαρθόν δεν έχει πρόβλημα να κρατήσει τη φωτογραφία του Μαρξ στον τοίχο του και το πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου στη βιβλιοθήκη του (στη τελική, αποτελεί μέρος της «παράδοσης» μας) αρκεί να αγνοήσουμε στην ουσία ότι έγραψε ο Μαρξ.

Παρουσιάζοντας μια τελείως λανθασμένη κατανόηση για τις ιδέες των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, γράφει:

«Αρχικά, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να εγκαταλείψουμε τον απόλυτο ντετερμινισμό που διακατέχει την αντίληψη τους για την ιστορία. Η ιστορία δεν γράφεται εκ των προτέρων από κάποιες θεϊκές δυνάμεις και γι’αυτό δε πρέπει να προϋποθέτουμε κάποια συγκεκριμένη ιστορική ανάπτυξη χωρίς την παρέμβαση άλλων παραγόντων που δεν είναι αυστηρά οικονομικοί».

Στο σημείο αυτό ο σύντροφος κάνει λάθος, και εκχυδαΐζει το Μαρξισμό σε σημείο που τον κάνει αγνώριστο. Τον αναγάγει σε μια ακραία μορφή οικονομισμού και θρησκευτικού ντετερμινισμού. Αλλά η λανθασμένη αυτή αντίληψη έχει ήδη απαντηθεί από τον Ένγκελς στο γράμμα του προς τον Ιωσήφ Μπλοχ:

«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, το τελικό καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ έχουμε ποτέ υποστηρίξει κάτι διαφορετικό. Οπότε όταν κάποιος παρουσιάζει τη πρόταση αυτή υπονοώντας ότι το οικονομικό στοιχείο είναι το μόνο καθοριστικό, απλά τη μετατρέπει σε μια αφηρημένη, παράλογη φράση, χωρίς νόημα.[…]

«Την ιστορία μας, την κάνουμε εμείς οι ίδιοι, την κάνουμε όμως, πρώτα, κάτω από πολύ ορισμένες προϋποθέσεις και όρους. Απ’ αυτούς οι οικονομικοί είναι που αποφασίζουν τελικά. […] Για το γεγονός ότι η νεολαία κάποτε δίνει στην οικονομική πλευρά μεγαλύτερη βαρύτητα απ΄’ότι της αναλογεί, φταίμε εν μέρει εμείς οι ίδιοι, ο Μαρξ κι εγώ. Απέναντι στους αντιπάλους μας, ήμασταν υποχρεωμένοι να τονίζουμε τη βασική αρχή που την αρνιόνταν κι έτσι δεν υπήρχε πάντα ο χρόνος, ο τόπος και η ευκαιρία να δώσουμε τη θέση που ταιριάζει και στους άλλους παράγοντες που συμμετέχουν στην αλληλεπίδραση. […] Δυστυχώς όμως συμβαίνει πολύ συχνά να πιστεύει κανείς ότι έχει καταλάβει τέλεια μια νέα θεωρία και ότι μπορεί να τη χειρίζεται αμέσως, μόλις αφομοιώσει, και αυτό όχι πάντα σωστά, τις βασικές θέσεις. Και δε μπορώ να απαλλάξω από αυτή τη μομφή πολλούς από τους νεότερους «μαρξιστές». Έτσι έκαναν την εμφάνισή τους και θαυμάσια σκουπίδια κι απ’ αυτόν τον τομέα…»

«Σε κάθε περίπτωση», μας πληροφορεί ο Γκαρθόν, «δε θεωρώ ότι πρέπει να επιστρέψουμε σε κανένα είδος ιστορικού υλισμού, σε μια πιο χαλαρή μορφή, σαν ένα χρήσιμο εργαλείο για τις κοινωνικές επιστήμες ή σαν ένα μέσο να καταπολεμήσουμε τις μενταμοντέρνες τάσεις, η ανάλυση των οποίων είναι τελείως ξεκομμένη από την οικονομική βάση».

Το τι εννοεί με τον όρο «χαλαρή μορφή» του ιστορικού υλισμού, δε το γνωρίζουμε. Καμία εναλλακτική δε προσφέρεται. «Ο Μαρξισμός πρέπει να αλλάξει», αλλά κανείς δεν έχει τη παραμικρή ιδέα για το τι σημαίνει αυτή η αλλαγή.

Γνωρίζουμε καλά ότι ο νεαρός ηγέτης της Ενωμένης Αριστεράς αντιμετωπίζει αμφιβολίες σχετικά με την πραγματικότητα που μας περιβάλλει και επιχειρεί να βρει μια διέξοδο από την κρίση που περνάει το κόμμα, αλλά πριν μετατρέψει αυτές τις σκέψεις σε απόλυτες δηλώσεις, θα έπρεπε πρώτα από όλα να ακολουθήσει τη συμβουλή που έδωσε ο Μαρξ. Έκανε μια θαυμάσια κριτική για τη φιλοσοφία της εποχής του και θα ήταν δύσκολο να φτάσουμε στη σωστή κατανόηση του μαρξισμού χωρίς τη μελέτη της Γερμανικής Ιδεολογίας, την οποία έγραψε μαζί με τον Ένγκελς. Αλλά χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Μαρξ έκανε την ακόλουθη κριτική για αυτό το έργο:

«Παρατήσαμε το πρωτότυπο στη πιο αυστηρή κριτική των ποντικών, αφού είχαμε επιτύχει το βασικό μας σκοπό – την αυτό-αποσαφήνιση των ιδεών μας!».

Ο Μαρξ ανέλυσε τον καπιταλιστικό κόσμο, ξεγύμνωσε τις εσωτερικές του λειτουργίες και πρότεινε μια εναλλακτική λύση. Ο κόσμος σήμερα, με όλα τα βασικά του στοιχεία, εξακολουθεί να παραμένει το ίδιο σύστημα και οι εναλλακτικές λύσεις είναι στην ουσία οι ίδιες, καθώς τα προβλήματα της εκμετάλλευσης, της φτώχειας, της συγκέντρωσης κεφαλαίου, του νόμου της αξίας, της υπεραξίας και της κρίσης υπερπαραγωγής εξακολουθούν να υπάρχουν. Αυτό όχι μόνο καταδεικνύει την τεράστια υπεροχή της μαρξιστικής σκέψης, αλλά και αναδεικνύει το αδιέξοδο στο οποίο έφτασε η αριστερά προσπαθώντας να βρει μια εναλλακτική λύση, καταφεύγοντας (αλλάζοντας τις ονομασίες) σε ιδέες πριν τον Μαρξ.

Η συζήτηση μας δε μπορεί να βασίζεται στην απόρριψη των μεθόδων του Μαρξ και του Ένγκελς, αλλά στον τρόπο να γίνουν αυτές πράξη, με βάση τη ζωντανή εμπειρία. Πρέπει να επιστρέψουμε στη μελέτη του Μαρξισμού με σκοπό να στείλουμε το υπάρχον σύστημα, μαζί με όλες τις καταστροφικές του συνέπειες, στο καλάθι της ιστορίας.

Αυτό που αδυνατούν να κατανοήσουν οι μεταμοντέρνοι οικονομολόγοι, επικριτές του Μαρξ, είναι ότι ο ίδιος δεν ήταν «οικονομολόγος», αλλά επαναστάτης. Δεν εφηύρε μια οικονομική θεωρία για να παραδίδει διαλέξεις σε πανεπιστημιακά σεμινάρια, για να βρει έναν τρόπο ώστε να λειτουργήσει ο καπιταλισμός ή σαν βάση ενός ρεφορμιστικού εκλογικού προγράμματος, αλλά για να μπορέσει να αναλύσει τη πραγματικότητα, ώστε να πραγματοποιήσει μια ολοκληρωτική κοινωνική αλλαγή. Βασισμένος στις εγγενείς αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, εξήγησε την προοπτική του για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό από την εργατική τάξη. Αυτό μας οδηγεί και στη ουσία της Μαρξιστικής θέσης: «Οι φιλόσοφοι έχουν απλά ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους – το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε».

Μετάφραση: Μάριος Καλομενόπουλος

Μέρος 1ο