Φωτιά και οργή

Οι τελευταίες απειλές του Τραμπ, ότι η Βόρεια Κορέα θα έρθει αντιμέτωπη με «φωτιά και οργή που ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί» αν το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν επιμείνει στην επιθετική ρητορική του, έχει προκαλέσει σάλο στα ΜΜΕ για την πιθανότητα να ξεσπάσει ένας πυρηνικός πόλεμος.

Ο Τραμπ επέλεξε να κάνει τις εμπρηστικές του δηλώσεις την εβδομάδα που συμπληρώνονται 72 χρόνια από την ρίψη των δύο πυρηνικών βομβών στις ιαπωνικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι, που έβαλαν ένα φρικιαστικό τέλος σ’ ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας.

Καθώς ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, άρχισαν να αναδύονται δύο υπερδυνάμεις που θα περνούσαν τα επόμενα 46 χρόνια σ’ ένα σκληρό οικονομικό και ιδεολογικό πόλεμο: οι ΗΠΑ, οι οποίες βγήκαν ενισχυμένες από τον πόλεμο και την εξάντληση των ανταγωνιστών της και η ΕΣΣΔ, η οποία παρά την απώλεια 20 εκατομμυρίων πολιτών της και τις τρομακτικές υλικές καταστροφές, κατάφερε να βγει ως ο αποφασιστικός κυρίαρχος σε Ευρώπη και Ασία.

Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν στο πολεμικό θέατρο του Ειρηνικού, η πλάστιγγα έγερνε αποφασιστικά υπέρ των Συμμάχων. Η οικονομία και οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ιαπωνίας είχαν φτάσει στα όριά τους και η ιαπωνική στρατιωτική διοίκηση ζητούσε ειρήνη για να αποτραπεί μια ολοκληρωτική καταστροφή. Η ήττα της Ιαπωνίας ήταν αναπόφευκτη και η υπογραφή ειρήνης ήταν η μόνη επιλογή για να τερματιστεί ο ανηλεής βομβαρδισμός των πόλεων, που συνεχίζονταν για 3 χρόνια και είχαν στοιχίσει 900.000 θανάτους.

Ωστόσο, για τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές ο χρόνος έτρεχε. Μετά την εξασφάλιση της νίκης στη Δύση, η Σοβιετική Ένωση στρεφόταν στην Ανατολή και οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές ήταν αποφασισμένοι να αποτρέψουν την εδαφική της επέκταση. Προκειμένου να αποτρέψει μια Σοβιετική εισβολή στην ιαπωνική επικράτεια και να δείξει τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ, ο Πρόεδρος Τρούμαν, με την υποστήριξη της Βρετανίας και Γαλλίας, διέταξε το αδιανόητο.

Την 6η Αυγούστου 1945, μια ατομική βόμβα που πήρε το όνομα «Μικρό αγόρι» ρίχτηκε στην ιαπωνική πόλη της Χιροσίμα, μια δεύτερη βόμβα, με το όνομα «Χοντρός» έπεφτε 3 μέρες αργότερα στο Ναγκασάκι. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών εκτιμάται σε 200.000 ανθρώπους. Ωστόσο, αυτός ο υπολογισμός δεν λαμβάνει υπόψη τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της ακτινοβολίας που θα εξακολουθούσαν να σκοτώνουν αργά τους κατοίκους των δύο πόλεων και θα συνέχιζαν να σκοτώνουν και τις επόμενες γενιές.

Εκείνη την εποχή, τα δυτικά ΜΜΕ παρουσίαζαν τους Ιάπωνες σαν ένα πρωτόγονο λαό που ακολουθούσε τον αιμοδιψή στρατιωτικό κώδικα του “Bushido” και σαν ένα λαό που θα συνέχιζε να πολεμά μέχρι να πεθάνει και ο τελευταίος. Ωστόσο, μια έκθεση που ανατέθηκε από τις ΗΠΑ το 1946 και ονομαζόταν «έρευνα για το στρατηγικό βομβαρδισμό της Ιαπωνίας», μετά από συνεντεύξεις με στρατιωτικούς και μη Ιάπωνες ηγέτες και μετά την εξέταση εγγράφων και αλληλογραφίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ατομικές βόμβες ήταν εντελώς άχρηστες για τη νίκη του πολέμου.

Η έκθεση ανέφερε: «Βασιζόμενοι σε μια λεπτομερή έρευνα όλων των περιστατικών και βάση της μαρτυρίας επιζώντων Ιαπώνωνηγετών, η γνώμη της έρευνας είναι ότι σίγουρα πριν από την 31η Δεκεμβρίου του 1945, καθώς και πιθανότατα πριν από την 1η Νοεμβρίου 1945,η Ιαπωνία θα είχε παραδοθεί, ακόμη και αν οι ατομικές βόμβες δεν είχαν πέσει, ακόμη και αν η Ρωσία δεν είχε μπει στον πόλεμο, ακόμη και αν καμία εισβολή δεν είχε προγραμματιστεί.»

Τα ευρήματα αυτά, ενισχύονται από πολλούς από τον ίδιο τον στρατό των ΗΠΑ, με δύο αξιοσημείωτα παραδείγματα: το ναύαρχο Τσέστερ Νίμιτς, διοικητή του στόλου του Ειρηνικού των ΗΠΑ, ο οποίος είπε ότι «η ατομική βόμβα δεν έπαιξε κανένα αποφασιστικό ρόλο, από μια καθαρά στρατιωτική άποψη, στην ήττα της Ιαπωνίας», ενώ ο ναύαρχος Γουίλιαμ Λίχι, αρχηγός του επιτελείου επί τις Προεδρίας Τρούμαν το 1950, είπε: «..Η χρήση [των ατομικών βομβών] στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δεν πρόσφεραν καμία υλική βοήθεια στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Οι Ιάπωνες είχαν ήδη ηττηθεί και ήταν έτοιμοι να παραδοθούν εξαιτίας του αποτελεσματικού αποκλεισμού στη θάλασσα και τον επιτυχή βομβαρδισμό με συμβατικά όπλα».

Αυτές οι βόμβες, δεν είχαν πέσει για την αποφυγή περαιτέρω απωλειών στρατιωτών, ούτε να καταστρέψουν τον ιαπωνικό στρατό. Σε αντίθεση με ό, τι αναφέρεται συχνά, καμία από αυτές τις πόλεις δεν είχε μεγάλες στρατιωτικές φρουρές, ούτε ήταν τοποθεσίες με μεγάλη στρατηγική σημασία. Αυτές οι πόλεις καταστράφηκαν ως μέθοδος εκφοβισμού και εργαλείο για τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες των ΗΠΑ στην Ασία. Επίσης, ήταν μία σαφής ένδειξη ότι οι ΗΠΑ ήταν πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν αυτό το όπλο αν χρειαζόταν. Τερματίζοντας τον πόλεμο με αυτό τον τρόπο, η Αμερική πέτυχε τον πιο σημαντικό στόχο: το σταμάτημα της Σοβιετικής επέκτασης στην Ανατολική Ασία.

Στον απόηχο αυτών των γεγονότων, οι ΗΠΑ κινήθηκαν γρήγορα να επέμβουν στην Ιαπωνία και να παίξουν ρόλο στη δημιουργία του νέου καθεστώτος. Η Ιαπωνία από εκεί και πέρα θα λειτουργούσε ως ένα σημαντικό καπιταλιστικό αντίβαρο, τόσο στη Σοβιετική επιρροή, όσο και στην Κίνα αργότερα.

Η σφαγή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι ήταν ένας αξιόπιστος δείκτης για τα μεγέθη της φρικαλεότητας που μπορεί να φτάσει η αστική τάξη για να υπερασπίσει το καθεστώς της. Αυτή την κληρονομιά, υπερασπίζει σήμερα ο Τραμπ όταν απειλεί με «Φωτιά και οργή» τους εχθρούς του. Όσο ο καπιταλισμός μένει στη θέση του, η ανθρωπότητα θα ζει διαρκώς με τη «Δαμόκλειο σπάθη» αντίστοιχων φρικαλεοτήτων με αυτές της Χιροσίμα και του Ναγκασάκ,ι να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της.

Τα ψέματα και η προπαγάνδα της άρχουσας τάξης θα δαιμονοποιούν πάντα τα θύματα της για να δικαιολογούν τα πιο τερατώδη εγκλήματα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προσεγγίζουμε τα γεγονότα του Αυγούστου 1945 με μυαλό νηφάλιο και να θυμόμαστε ότι ο μοναδικός φόρος τιμής για τα χιλιάδες θύματα, άνδρες γυναίκες και παιδιά, είναι να καταφέρουμε να χτίσουμε ένα κόσμο όπου τέτοιες φρικαλεότητες θα είναι ανάμνηση ενός βάρβαρου παρελθόντος. Ένα κόσμο σοσιαλιστικό.

Στήβεν Άγκνιου
Πηγή: www.marxist.com
Μετάφραση: Ηλίας Κυρούσης

Κοινοποιήστε