Μνημόνιο
Το τρίτο μέρος μιας ανάλυσης για τις πρόσφατες διεθνείς και εγχώριες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. «Μαξιλάρι ρευστότητας»: πόσο σωτήριο; Η προκλητική απάτη της «εξόδου από τα Μνημόνια».
«Μαξιλάρι ρευστότητας»: πόσο σωτήριο;

Η κυβέρνηση σπεύδει διαρκώς να κατευνάσει τις ανησυχίες για την προβληματική ελληνική πιστοληπτική ικανότητα, επικαλούμενη το περίφημο «μαξιλάρι ρευστότητας». Αυτό αποτελείται από ένα ποσό σχεδόν 30 δισ. ευρώ και είναι το άθροισμα των 4,3 δισ. που προήλθαν από την πώληση ομολόγων τον περασμένο Φεβρουάριο και το περσινό καλοκαίρι (ενός 7 ετούς και ενός 5ετούς αντίστοιχα), του 1,9 δισ. της προηγούμενης δόσης της τρόικας, των 15 δισ. της τελευταίας δόσης που εγκρίθηκε το φετινό καλοκαίρι και 5 – 6 δισ. που είναι οι καταθέσεις των Δήμων και διαφόρων άλλων κρατικών οργανισμών.

Η ύπαρξη αυτού του «μαξιλαριού» από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα της πιστοληπτικής αναξιοπιστίας του ελληνικού καπιταλισμού. Καταρχάς, πρέπει να τονίσουμε ότι οι προοπτικές του ελληνικού καπιταλισμού δεν είναι δυσοίωνες μόνο επειδή τα επιτόκια με τα οποία δανείζεται το κράτος είναι υψηλά, αλλά και επειδή με υψηλά επιτόκια δανείζονται επίσης και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Για αυτές, το υπάρχον «μαξιλάρι» κρατικής ρευστότητας είναι ένα κενό γράμμα, αφού οι καπιταλιστές που τις κατέχουν θα ήθελαν χαμηλά επιτόκια για τους ίδιους, αλλά επίσης, να έχουν εκείνοι στη διάθεσή τους ολόκληρο το κρατικό αυτό «μαξιλάρι» με αναθέσεις προμηθειών, έργων και χίλιες δυο άμεσες ή έμμεσες κρατικές επιδοτήσεις της κερδοσκοπίας τους και όχι αυτό να προορίζεται για αποπληρωμή των κρατικών χρεών και για βασικές κρατικές δαπάνες.

Αλλά και η πιστοληπτική αναξιοπιστία του ελληνικού κράτους ειδικότερα, δεν μετριάζεται ουσιαστικά με την ύπαρξη ενός τέτοιου «μαξιλαριού». Το γεγονός ότι το κράτος έχει μπροστά του εξαιτίας του «μαξιλαριού», σύμφωνα με τους κυβερνητικούς υπολογισμούς, αρκετούς μήνες χωρίς χρηματοδοτικές ανάγκες (ακόμα και για 28 μήνες μιλούν τα πιο αισιόδοξα κυβερνητικά σενάρια), δεν θα κάνει τους ιδιώτες κερδοσκόπους δανειστές του να ζητούν ξαφνικά χαμηλότερα επιτόκια. Σε ένα κράτος που συνεχίζει να έχει ένα τεράστιο χρέος και να αποτελεί τον πιο αδύναμο από βιομηχανική, αλλά και χρηματοπιστωτική άποψη, κρίκο της Ευρωζώνης και συνεπώς, τον πιο ευαίσθητο σε κραδασμούς από την αστάθεια στην παγκόσμια οικονομία, τα όποια ανάλογα «μαξιλάρια» ρευστότητας δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν χαμηλότοκο δανεισμό.

Αλλά και οι κυβερνητικές εκτιμήσεις για τον χρόνο προστασίας από αυτό το «μαξιλάρι» είναι στην πραγματικότητα εντελώς αυθαίρετες. Στηρίζονται σε μια υπεραισιόδοξη εκτίμηση για την εξέλιξη της (πολύ ισχνής) ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας – τυπικό γνώρισμα για ενθουσιώδεις απολογητές του καπιταλισμού – και πάνω από όλα, σε μια υπεραισιόδοξη εκτίμηση για την πορεία των φορολογικών εσόδων. Στην πραγματικότητα, οι νέες περικοπές συντάξεων που έχουν ψηφιστεί και αναμένεται να εφαρμοστούν αναπόφευκτα τους επόμενους μήνες – ακόμα και αν υπάρξει μια πρόσκαιρη αναστολή τους λόγω προεκλογικής περιόδου – σε συνδυασμό με την ολοένα και εντεινόμενη αδυναμία εκατομμυρίων ανθρώπων από την εργατική τάξη και τα εξαθλιωμένα (πρώην) μεσαία στρώματα να ανταπεξέλθουν στους υψηλούς άμεσους και έμμεσους φόρους, δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες για ένα φοροδοτικό κραχ, που θα εξανεμίσει το «μαξιλάρι» νωρίτερα από ότι σχεδιάζει η κυβέρνηση. Και αυτή η εκτίμηση, λαμβάνει υπόψη μόνο τις παρούσες τάσεις στην εξέλιξη του ΑΕΠ και στη φοροδοτική ικανότητα του λαού και όχι φυσικά τις ανυπολόγιστες συνέπειες που θα έχει για τον ελληνικό καπιταλισμό μια πιθανή νέα βαθιά ύφεση στην παγκόσμια οικονομία.

Embed from Getty Images

Η γενική πορεία του ελληνικού καπιταλισμού λοιπόν, δεν μπορεί να αναστραφεί. Όσα «μαξιλάρια» ρευστότητας κι αν δημιουργήσει η άγρια λιτότητα, η επιστροφή στις αγορές σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια θα λήγουν φτηνά κρατικά ομόλογα που θα πρέπει να αντικατασταθούν με ακριβότερα. Αυτό είναι η συνταγή για περισσότερο χρέος, περισσότερα ελλείμματα και περισσότερη άγρια λιτότητα. Μόνο η άνοδος στην εξουσία μιας επαναστατικής εργατικής κυβέρνησης που θα διαγράψει το χρέος, θα θεμελιώσει έναν νέο, φτηνό, χωρίς γραφειοκρατικά προνόμια και διαρκώς ελεγχόμενο από το μάτι των εκλεγμένων και ανακλητών λαϊκών εκπροσώπων κρατικό μηχανισμό και θα περάσει τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις σε καθεστώς κοινωνικής ιδιοκτησίας μπορεί να προσφέρει την ύπαρξη ενός πραγματικά σταθερού και κοινωνικά επωφελούς «μαξιλαριού» κρατικής ρευστότητας. Μέχρι το παράδειγμα μια τέτοιας επαναστατικής σοσιαλιστικής Ελλάδας να αρχίσει να εξαπλώνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη και τα εθνικά «μαξιλάρια» να αντικαταστήσει όχι ο δανεισμός με τόκο στις πιο αδύναμες χώρες αλλά η αδελφική οικονομική βοήθεια, στη διαδικασία οικοδόμησης των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης, της μόνης δυνατής αληθινά ενωμένης και αλληλέγγυας Ευρώπης που μπορεί ποτέ να υπάρξει.

Η προκλητική απάτη της «εξόδου από τα Μνημόνια»

Η απατηλή κυβερνητική ρητορική σχετικά με την κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού και το λαϊκό βιωτικό επίπεδο που κορυφώθηκε στην Ιθάκη και τη ΔΕΘ, δεν έχει σύγχρονο προηγούμενο στην ελληνική αστική δημοκρατία. Καμία αστική, μνημονιακή ή άλλη, κυβέρνηση στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος, δεν αποπειράθηκε να κάνει σε αυτόν τον βαθμό, το «άσπρο-μαύρο». Όλες οι άλλες κυβερνήσεις, όταν λάμβαναν σκληρά αντεργατικά μέτρα προσπαθούσαν να τα δικαιολογήσουν, να τα ωραιοποιήσουν, να μετριάσουν με επικοινωνιακούς τρόπους τη δυσαρέσκεια από αυτά. Είναι η πρώτη φορά που μια κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει δημόσια, όχι μια απλώς ωραιοποιημένη, αλλά μια εντελώς άλλη, μια εικονική πραγματικότητα, αντίθετη από αυτή που ζουν εκατομμύρια άνθρωποι της εργατικής τάξης και του φτωχού λαού: την πραγματικότητα της δήθεν εξόδου από τα Μνημόνια.

Η κυβέρνηση μιλά για έξοδο από τα Μνημόνια, ενώ συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ σχεδόν 900 μνημονιακοί νόμοι και ενώ είναι η ίδια που υπέγραψε το 2017 σκληρή εποπτεία από τους πιστωτές και πλεονάσματα λιτότητας μέχρι το 2060. Όταν ήδη έχει φτάσει στην Αθήνα κλιμάκιο της «τρόϊκας» για έλεγχο τήρησης των μνημονιακών δεσμεύσεων σχετικά με τη σύνταξη του προϋπολογισμού του 2019. Όταν η επίσημη ανεργία είναι σήμερα κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερη από την περίοδο έναρξης των Μνημονίων (21,2% έναντι 9,5% το 2009), ενώ στους νέους είναι μεγαλύτερη κατά σχεδόν 18 μονάδες (43,2% έναντι 25,8% το 2009) και χωρίς να υπολογίζονται οι εκατοντάδες χιλιάδες νέοι που μετανάστευσαν για μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό (πηγή: ΕΛΣΤΑΤ). Όταν, ενώ το ποσοστό των ανθρώπων που βρίσκονταν κάτω από τα όρια της φτώχειας το 2009 ήταν στο 14,43%, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας σήμερα αυτό το ποσοστό έχει αγγίξει το 48% και περιλαμβάνει πλέον 5,1 εκατομμύρια ανθρώπους, που ζουν με λιγότερα από 382 ευρώ το μήνα, δηλαδή στο όριο φτώχειας σύμφωνα με την ΕΕ. Και όταν μέσα σ’ αυτούς, 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι ζουν με λιγότερο από 182 ευρώ το μήνα!

Η κυβέρνηση μιλά για «ξέφωτο από το μνημονιακό τούνελ» όταν το βιωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης παραμένει συντετριμμένο, με τον έναν στους τρεις μισθωτούς (περίπου 657.000 σε σύνολο 2,2 εκατομμυρίων) να εργάζεται με μερική απασχόληση και μισθό κάτω από το όριο της φτώχειας, στα 327 ευρώ «καθαρά», πιο χαμηλά ακόμα και από το επίδομα ανεργίας (360 ευρώ). Όταν, τέλος, με τις νέες περικοπές που έχουν ήδη ψηφιστεί στις συντάξεις από το 2019, η μέση σύνταξη θα φθάσει στα 450 ευρώ και όταν για τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους η επίσης ήδη νομοθετημένη νέα μείωση του αφορολογήτου ορίου θα φέρει και μείωση στο ετήσιο εισόδημά τους που θα μπορούσε να φτάσει και το ύψος των τριών μηνιαίων αποδοχών.

Από που πηγάζει όμως αυτό το τόσο προκλητικό θράσος της παρούσας κυβερνητικής ρητορικής περί «εξόδου από τα Μνημόνια»; Το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι η ποιότητα της προσωπικότητας των κάθε λογής εκπροσώπων της κυβέρνησης (αναμφίβολα άθλια, συγκρινόμενη με αυτήν του μέσου απλού εργαζόμενου ανθρώπου της χώρας), ούτε οι πολιτικές τους απόψεις (ακλόνητη πίστη στον καπιταλισμό), ούτε η ταξική τους καταγωγή (αστική, μικροαστική ως επί το πλείστον). Όλοι οι καριερίστες πολιτικοί και λοιποί απολογητές αστικών κυβερνήσεων έχουν ανάλογα χαρακτηριστικά. Όμως αυτοί οι συγκεκριμένοι καριερίστες, πρώην αριστεροί και ακροδεξιοί που απαρτίζουν την κυβέρνηση με επικεφαλής τους Τσίπρα και Καμένο, συγκριτικά με τους υπόλοιπους, καθώς και οι στενοί τους, κατ’ επάγγελμα φίλοι, βρέθηκαν σε μια πρωτοφανή θέση: για να σώσουν τις καριέρες τους έπρεπε μέσα σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα (συγκρινόμενο π.χ με εκείνο που χρειάστηκε ο ελαφρά αντιμνημονιακό αρχικά, Σαμαράς, που είχε έναν αρκετό χρόνο στην αντιπολίτευση για να εξελιχθεί ομαλά σε Μνημονιακό) να κάνουν τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική στροφή και από καταγγέλλοντες τα Μνημόνια να γίνουν απολογητές τους, υποστηρίζοντας μάλιστα και εφαρμόζοντας νέα. Είναι αυτή η προσήλωση στις καριέρες τους μέσα στις απαιτητικότερες δυνατές πιέσεις από το σύστημα στο οποίο ομνύουν, που τους οδήγησε, μέσα σε χρόνο ρεκόρ, σ’ έναν ξέφρενο ηθικό και πολιτικό εκφυλισμό και η παρούσα απόπειρα δημιουργίας ενός ολόκληρου εικονικού κόσμου, του κόσμου της «εξόδου από τα Μνημόνια», είναι η φυσική κατάληξη. Ορθότερα μάλλον, είναι ένας φυσικός σταθμός, αφού κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τα όρια του εκφυλισμού τέτοιων καριεριστών.

Σταμάτης Καραγιαννόπουλος

Στο επόμενο μέρος:
Εξαγγελίες Τσίπρα: το είδος τους και οι δυνατότητες να γίνουν πράξη
Η πολιτική στάση της άρχουσας τάξης και οι προοπτικές κυβέρνησης