Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ελληνική οικονομία συμπληρώνοντας τον 10ο χρόνο ύφεσης, αδυνατεί να καλύψει ακόμα και ένα ελάχιστο ποσοστό από τις απώλειες που έχει υποστεί το ΑΕΠ από το 2008, πρώτη χρονιά της ύφεσης. Το 2008 το ΑΕΠ της Ελλάδας ανερχόταν σε 241,99 δισ. ευρώ. Στο τέλος του 2016 το ελληνικό ΑΕΠ ανερχόταν σε μόλις 174, 99 δισ. ευρώ, δηλαδή μειώθηκε από το 2008 κατά 67 δις ευρώ ή σχεδόν 28%! Καμία άλλη αναπτυγμένη χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν έχει υποστεί μια τόσο μεγάλη συρρίκνωση στο ΑΕΠ της. Κι ενώ το ελληνικό ΑΕΠ καταβαραθρώθηκε, το κρατικό χρέος είναι σήμερα περισσότερο από 70 ολόκληρες μονάδες μεγαλύτερο ως ποσοστό του ΑΕΠ από το έτος έναρξης της κρίσης, φτάνοντας στο 180,8% στο τέλος του 2016.

Το έτος 2016, σύμφωνα με την ίδια πηγή, έκλεισε με μια μείωση του ΑΕΠ κατά 0,2%, διαψεύδοντας όλες τις σχετικές προβλέψεις της κυβέρνησης και των δανειστών. Τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία για το 2017 την ώρα που γραφόταν το κείμενο (αύξηση 0,8% για το γ’ τρίμηνο συγκριτικά με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016), σε συνδυασμό με τις επίσημες εκτιμήσεις τρόικας και κυβέρνησης για κλείσιμο του έτους με ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 1,5%, δείχνουν ότι η πτωτική τάση του ΑΕΠ ανακόπτεται. Αυτή η εξέλιξη είναι απολύτως φυσιολογική. Καμία οικονομία δεν μπορεί να γνωρίζει μια αέναη πτώση. Ακόμα και οι οικονομίες που υφίστανται τις βαρύτερες πολεμικές καταστροφές κάποια στιγμή ανακάμπτουν

Στην πραγματικότητα, αυτή η διακοπή της ύφεσης έχει αργήσει εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Γιατί όμως συμβαίνει τώρα; Οι αιτίες δεν είναι μόνο οικονομικές και δεν είναι μόνο «εθνικές». Για τους μαρξιστές τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά γεγονότα, όπως και τα εθνικά και τα διεθνή, δεν είναι χωρισμένα μεταξύ τους με «σινικά τείχη», αλλά αλληλεπιδρούν και αλληλοσυνδέονται. Έτσι, η διαφαινόμενη διακοπή της ύφεσης στην Ελλάδα οφείλεται: α) στην παρούσα φάση (αδύναμης ακόμα) ανάκαμψης της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας, β) στην πολύ εύθραυστη ισορροπία που έχει (προσωρινά) επιτευχθεί στις σχέσεις των δανειστών μεταξύ τους και με την καπιταλιστική Ελλάδα, που είχε σαν συνέπεια την (προσωρινή) συνέχιση της παραμονής της χώρας στην Ευρωζώνη, γ) στην αξιοσημείωτη άνοδο του τουρισμού λόγω της διαρκώς ταραγμένης κατάστασης στην Τουρκία και τον αραβικό κόσμο και δ) στην «ειρηνική» εσωτερική κοινωνική και πολιτική κατάσταση, η οποία προέκυψε στη χώρα μετά την προδοσία της κλίκας του Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015.

Σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης;

Το κύριο ζήτημα για τον ελληνικό καπιταλισμό δεν είναι το αν έχει σήμερα διακοπεί η ύφεση, αλλά το αν εισέρχεται σε μια τροχιά ισχυρής ανάπτυξης όπως αυτή για την οποία μιλά η κυβέρνηση και η οποία απαιτείται για να μπορεί να εξυπηρετηθεί κανονικά το υπέρογκο χρέος, να αρχίσει να καλύπτεται το χαμένο έδαφος της περασμένης δεκαετίας και να οδηγηθούμε σε μια «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια» το 2018. Δεν υπάρχει όμως καμία πραγματική ένδειξη ότι οδηγούμαστε εκεί. Τα προαναφερθέντα έως τώρα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ δείχνουν ότι η ελληνική ανάκαμψη είναι πολύ μικρότερη και από την, έτσι κι αλλιώς σχετικά αδύναμη, τρέχουσα ανάπτυξη που σημειώνεται στην Ευρωζώνη (κατά μ.ο 2,3%). Ο εύθραυστος χαρακτήρας της ελληνικής ανάκαμψης φανερώνεται από το γεγονός ότι η μικρή αύξηση του ΑΕΠ στηρίχθηκε στην κρατική κατανάλωση και την αύξηση του τουρισμού και όχι στις επενδύσεις.

Η «ισχυρή ανάπτυξη» που θα οδηγήσει σε μια «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια»,  προϋποθέτει ένα ισχυρό κύμα επενδύσεων. Όμως σύμφωνα με την ίδια προαναφερόμενη πηγή, οι επενδύσεις σημείωσαν μείωση 17,1% κατά το πρώτο φετινό εξάμηνο και 8,5% κατά το τρίτο τρίμηνο του 2017. Για να υπάρξει η απαιτούμενη ισχυρή δυναμική επενδύσεων στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να συμβεί ένας συνδυασμός εξελίξεων, που με τα σημερινά δεδομένα είναι απίθανος: ο ελληνικός καπιταλισμός να απαλλαγεί από το τεράστιο κρατικό χρέος και τα «συνεπακόλουθά» του, όπως η υψηλή φορολογία και οι διαρκείς περικοπές στις κρατικές δαπάνες για παραγγελίες και κατανάλωση, να εξασφαλιστεί η μακροημέρευση της παρούσας κατάστασης (προσωρινής και εύθραυστης) κοινωνικής ειρήνης και πολιτικής σταθερότητας κι όλα αυτά να συμβούν μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον σταθερής ανάπτυξης, χωρίς αναταράξεις από νέες μεγάλες χρεοκοπίες ή νέα επεισόδια στον ήδη εξελισσόμενο εμπορικό πόλεμο. Με άλλα λόγια, για να γνωρίσει ο ελληνικός καπιταλισμός την ανάπτυξη που θα τον βγάλει οριστικά από τα Μνημόνια, θα πρέπει ο ίδιος, αλλά και ο ευρωπαϊκός και παγκόσμιος καπιταλισμός, να μεταμορφωθούν σύμφωνα με τα καλύτερα όνειρα των αστών και των ρεφορμιστών δικηγόρων τους.

Οι ίδιοι οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (που πηγάζουν από την υποχρέωση να αποπληρωθεί κανονικά το γιγάντιο ελληνικό κρατικό χρέος) αποκλείουν τη δυνατότητα για «ισχυρή ανάπτυξη». Αλλά και αντιστρόφως, αυτά τα τόσο υψηλά πλεονάσματα δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς μια «ισχυρή ανάπτυξη». Έτσι, ο ελληνικός καπιταλισμός παραμένει διαρκώς εγκλωβισμένος στον «φαύλο κύκλο» χρέους – λιτότητας – ύφεσης.

Πρωτογενή πλεονάσματα

Αυτό που θα κρίνει άμεσα τη δυνατότητα για μια κανονική εξυπηρέτηση του χρέους και για τη συνέχιση της ανοχής του αφεντικού της Ευρωζώνης, της Γερμανίας, στην παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ, είναι η έκβαση της επιχείρησης να κατακτηθούν οι συμφωνημένοι στόχοι για τα εξοντωτικά πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5% του ΑΕΠ από το 2018 έως το 2022 και 2% από τότε και μέχρι το 2060. Για να πιάσουν τους έως τώρα στόχους για τα πλεονάσματα, οι αστικές κυβερνήσεις της εποχής των Μνημονίων – μέσα σ’ αυτές και η σημερινή – έχοντας μειώσει ήδη δραματικά τις κρατικές δαπάνες για μισθούς (μέσω και των δεκάδων χιλιάδων έμμεσων απολύσεων σύμφωνα με τη μέθοδο του «παγώματος» των προσλήψεων και της μη ανανέωσης των συμβάσεων των συμβασιούχων) και συντάξεις με τίμημα τη σοβαρή αποσταθεροποίηση του αστικού καθεστώτος, έχοντας περικόψει δραστικά τις κρατικές επενδύσεις και μειώσει τους συντελεστές φορολόγησης του κεφαλαίου ως «κίνητρο για επενδύσεις», έχουν μεταθέσει το κέντρο βάρους της δημοσιονομικής πολιτικής στη φορολογική αφαίμαξη των μικροαστών και της εργατικής τάξης.

Σε ό,τι αφορά τη σημερινή κυβέρνηση, αυτό δε συμβαίνει για «ιδεολογικούς λόγους» όπως ορισμένοι αστοί αναλυτές της προσάπτουν. Oι μαζικές απολύσεις στο κράτος ως η άλλη, εναλλακτική, δραστική μέθοδος επίτευξης πλεονασμάτων, δεν είναι εύκολο να υιοθετηθούν, καθώς όπως έδειξε η εμπειρία της ΕΡΤ το 2013, η δύναμη του εργατικού κινήματος στον κρατικό τομέα είναι πολύ μεγάλη και μια σκληρή μάχη εκεί θα μπορούσε να γίνει σημείο αναφοράς για όλη την εργατική τάξη, θέτοντας σε κίνδυνο το εύθραυστο επίτευγμα της κοινωνικής ειρήνης που κατακτήθηκε για τους αστούς μετά την προδοσία της κλίκας τους Τσίπρα. Γι’ αυτό το λόγο, τα έσοδα από φόρους έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια το πιο πρόσφορο πεδίο για την επίτευξη των υψηλών στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η πορεία των φορολογικών εσόδων κατά η διάρκεια του «τρίτου προγράμματος» παρά τις επιμέρους αποκλίσεις, δεν έχει δείξει εκτροχιασμό από τους στόχους. Αυτό όμως δεν πρόκειται να διαρκέσει για πάντα. Το περσινό πρωτογενές «πλεόνασμα μαμούθ», ύψους 6,9 δισ. ευρώ και το διαφαινόμενο επίσης υψηλό φετινό, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα επαναληφθούν και τα επόμενα χρόνια. Είναι αδύνατο οι αποκαμωμένες από τη δεκαετή κρίση, φτωχές λαϊκές μάζες να συνεχίζουν να κάνουν το «εθνικό τους καθήκον», πληρώνοντας κανονικά τεράστιους φόρους, για να αποφύγει ο ελληνικός καπιταλισμός το Grexit. Την ώρα που μειώνονται διαρκώς οι μισθοί και οι συντάξεις, την ώρα που η ανεργία παραμένει υψηλή και τα κύματα επενδύσεων βρίσκονται μόνο στη φαντασία των δουλικών υπηρετών του καπιταλισμού, η έλευση ενός «κραχ» στη συλλογή φόρων είναι θέμα χρόνου. Είναι αφελές να φαντάζεται κάποιος ότι η συνεπαγόμενη από την ύφεση και τα μέτρα λιτότητας φοροδοτική αδυναμία μπορεί να εξελίσσεται με έναν «ελεγχόμενο» ρυθμό. Κάποια στιγμή αναπόφευκτα, θα φτάσει σ’ ένα κομβικό σημείο, όπου θα τείνει να μετατραπεί σε καθολικό φαινόμενο, σπρώχνοντας τα έσοδα του κράτους «στην άβυσσο» και δημιουργώντας τις συνθήκες για μια απρόβλεπτη στάση πληρωμών στο χρέος και τις άλλες υποχρεώσεις του κράτους.

Στην πραγματικότητα, η επίμονη αντικυβερνητική ρητορική των αστών αναλυτών στο ζήτημα της υψηλής φορολογίας – εκτός από πίεση (κύρια προς την τρόικα που έχει το γενικό πρόσταγμα στην οικονομική πολιτική) για περεταίρω μειώσεις φόρων στις μεγάλες εταιρείες – συνιστά εμμέσως και έκφραση σκεπτικισμού από την πλευρά τους για τη δυνατότητα να διατηρούνται επί μακρόν σε υψηλά επίπεδα τα φορολογικά έσοδα και να επιτυγχάνονται τα πλεονάσματα κύρια μέσα από αυτή τη μέθοδο. Οι Έλληνες αστοί, καιρό τώρα, κατανοούν, ότι αργά ή γρήγορα θα είναι υποχρεωμένοι να προχωρήσουν σε μαζικές απολύσεις στους κράτος, ξεκινώντας πιθανότατα από τους καταχρεωμένους Δήμους. Γι’ αυτό προετοιμάζουν επικοινωνιακά το έδαφος. Το παράδειγμα του ξαφνικού κλεισίματος της ΕΡΤ θα αποδειχθεί, η συνταγή για μεγάλα τμήματα του κράτους τα επόμενα χρόνια, ανεξάρτητα από το ποια αστική κυβέρνηση θα βρίσκεται στην εξουσία.

Οι προβληματικές τράπεζες

Στους προβληματικούς παράγοντες «ανύπαρκτες επενδύσεις», «υψηλό χρέος» και «εύθραυστη δημοσιονομική κατάσταση» θα πρέπει να προσθέσουμε και τις τράπεζες. Οι ελληνικές τράπεζες παρά τις 3 σκανδαλώδεις «ανακεφαλαιοποιήσεις» συνεχίζουν να είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένες. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους ανέρχονται σε 103 δισ ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 60% (!) του ΑΕΠ. Είναι χαρακτηριστικό το ότι το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στις ελληνικές τράπεζες αντιστοιχεί στο 36,4% των δανείων που έχουν αυτές χορηγήσει, ενώ στην Ευρωζώνη ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι μόλις 4,4%! Σε κανονικές συνθήκες, οι ελληνικές τράπεζες θα έπρεπε να έχουν χρεοκοπήσει και επίσημα, με όλες τις συνέπειες (κούρεμα – απώλεια καταθέσων κ.α). Όμως οι συνθήκες που δημιούργησε η διεθνής κρίση στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα δεν είναι κανονικές, όπως έχουμε εξηγήσει επανειλημμένα.

Οι τράπεζες κρατούνται στη ζωή με οξυγόνο από κρατικό (ελληνικό και «τροικανό») χρήμα. Αλλά αυτό έχει όρια, που τα θέτει το ίδιο το υπέρογκο ελληνικό χρέος και η εκφρασμένη πρόθεση των ευρωπαίων δανειστών να μην ξανασωθούν οι ελληνικές (και συνολικά οι ευρωπαϊκές) τράπεζες με τον τρόπο που έγινε τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή μόνο με την επιβάρυνση των κρατικών χρεών. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το τελευταίο διάστημα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας μιλά ξανά και ξανά για τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ο μεγάλος όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και για τον οποίο επίσης η τρόικα πιέζει να προχωρήσουν ταχύτατα οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, θέτοντας υψηλούς στόχους για τα ποσά που θα πρέπει να συγκεντρωθούν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τους επόμενους μήνες.

Η ουσία στο ζήτημα των τραπεζών βρίσκεται στο ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους πραγματική ανάπτυξη σε καπιταλιστική βάση, έστω και για λίγα χρόνια χωρίς υγιείς τράπεζες. Όμως αυτός ο παράγοντας δεν υπάρχει και είναι απίθανο να μη χρειαστεί μια νέα ανακεφαλαιοποίηση για να εξυγιανθούν οι ελληνικές τράπεζες, σε συνδυασμό με ένα κούρεμα καταθέσεων. Αυτό σημαίνει ότι το επόμενο διάστημα εκτός από το χρεοκοπημένο του κράτος, ο ελληνικός καπιταλισμός βλέπει και στο τραπεζικό του σύστημα μια ακόμα μεγάλη εστία κινδύνου για μια συστημική αποσταθεροποίηση, που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στο «μοιραίο» της εξόδου από την Ευρωζώνη. Στην πραγματικότητα, το υπέρογκο κρατικό χρέος και τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών είναι δυο αλληλεξαρτώμενα και αλληλεπιδρώντα «βαρίδια», που εμποδίζουν τη δυνατότητα για ανάκαμψη και κρατούν διαρκώς τον ελληνικό καπιταλισμό στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ.

Έξοδος από τα Μνημόνια;

Ύστερα λοιπόν από όλα αυτά και ενόψει του τέλους του τρίτου προγράμματος, ποια μπορεί να είναι η απάντηση στο ερώτημα αν θα βγει η Ελλάδα πράγματι από τα Μνημόνια το καλοκαίρι του 2018; Μια καταφατική απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο από δυο είδη ανθρώπων στην πολιτική. Από τους πολιτικά ανόητους και από τους πολιτικούς απατεώνες. Η κυβερνητική κλίκα του Τσίπρα που προεξάρχει όσων δίνουν καταφατικές απαντήσεις ανήκει (κυρίως) στη δεύτερη κατηγορία. Γιατί όμως αυτή η έξοδος δεν θα συμβεί; Καταρχάς, η ίδια η συμφωνία που υπογράφτηκε με το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης τον περασμένο Ιούνιο, προβλέπει συγκεκριμένο ύψος για πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060, συνεπώς προβλέπει ένα νέο Μνημόνιο διάρκειας 42 χρόνων. Επιπροσθέτως, οι κανονισμοί του βασικού δανειστή του ελληνικού κράτους, του ESM, προβλέπουν δημοσιονομικό έλεγχο κάθε 3 μήνες. Στο βαθμό λοιπόν που Μνημόνια σημαίνει λιτότητα και αδυσώπητος έλεγχος από τους δανειστές, τότε όχι απλώς η χώρα δεν βγαίνει από τα Μνημόνια το ερχόμενο καλοκαίρι, αλλά ήδη έχει μπει πολύ πιο βαθειά.

Το μεγάλο πρόβλημα για την κυβέρνηση και την ελληνική άρχουσα τάξη, που ισοδυναμεί με τον μέγιστο των εξευτελισμών και ταυτόχρονα, με το μέγιστο βαθμό της οικονομικής επισφάλειας, είναι ότι αυτό το Μνημόνιο διαρκείας έχει υπογραφεί χωρίς οι δανειστές να προβλέπεται να χορηγήσουν νέα δάνεια, χωρίς να δεσμεύονται σε μια οποιαδήποτε συγκεκριμένη ελάφρυνση για το κρατικό χρέος και χωρίς ακόμα να έχουν δώσει ούτε καν μια σαφή υπόσχεση για την ένταξη των ελληνικών τραπεζών στην λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση». Το 2010, το 2012 και το 2015 η ελληνική αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της δέχθηκαν τους δημοσιονομικούς όρους των δανειστών για ορισμένα χρόνια και με αντάλλαγμα αθρόο και φθηνό δανεισμό. Τώρα πλέον οι διαχειριστές του ελληνικού καπιταλισμού έφθασαν να δεχτούν όλους τους όρους των δανειστών για ολόκληρες δεκαετίες και χωρίς κανένα δανεισμό, δηλαδή χωρίς καμία εξασφάλιση εκτός από μια «ντε φάκτο» παράταση της παραμονής στο ευρώ, η οποία όμως δίχως εξασφαλισμένη χρηματοδότηση για κράτος και τράπεζες, καθίσταται από τη φύση της πολύ προσωρινή.

Αυτή η εξευτελιστική σχέση δεν αντανακλά μόνο τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στον ελληνικό καπιταλισμό και τους ξένους του χρηματοδότες, αλλά κάτι ακόμα πιο σημαντικό: την πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης όλων των δανειστών στις προοπτικές του. Το ΔΝΤ την έχει εκφράσει εδώ και καιρό, με λόγια – στις εκθέσεις του που διαπιστώνουν ρητά την αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους και την προβληματική κατάσταση των ελληνικών τραπεζών – αλλά και με πράξεις, αφού αρνήθηκε να μπει με χρήματα στο εξελισσόμενο πρόγραμμα και δείχνει πως σκέφτεται την πλήρη αποχώρησή του από την Ελλάδα, αντανακλώντας τις πιέσεις των ΗΠΑ και τον υπολοίπων εταίρων του Ταμείου προς τη Γερμανία, ώστε να δώσει τέλος στο ελληνικό πρόβλημα αναλαμβάνοντας και το κόστος.

Αλλά και αυτή η τελευταία μαζί με τους Βορειοευρωπαίους δορυφόρους της, ο ισχυρότερος δηλαδή πόλος των δανειστών, επίσης δείχνει και με λόγια και με πράξεις ότι δεν εμπιστεύεται τον ελληνικό καπιταλισμό. Οι εκπρόσωποί της πρωτοστατώντας σε διαβεβαιώσεις του τύπου «η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέο πρόγραμμα» και «η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει μόνη της μετά το 2018», ουσιαστικά προαναγγέλλουν την εγκατάλειψη του ελληνικού καπιταλισμού στην τύχη του (αλήθεια μόνο πολιτικά κρετίνοι ή πολιτικοί απατεώνες θα μπορούσαν και εδώ να εκλάβουν αυτές τις διαβεβαιώσεις ως αισιόδοξα και καλά λόγια για την Ελλάδα, την ώρα που ισοδυναμούν με μια κομψή διατύπωση της ανομολόγητης προτροπής «καλή τύχη εκτός Ευρωζώνης με τα ελλείμματα και τα χρέη σας»), μέχρι το σημείο της τοποθέτησης στο προσκήνιο, όπως έχουμε προβλέψει ξανά και ξανά, μιας συναινετικής εξόδου από το ευρώ. Μόνο τότε θα μπορούσε να παραχωρηθεί μια μονιμότερη λύση για το ελληνικό χρέος από τη Γερμανία, αν δηλαδή με άλλα λόγια οι Έλληνες αστοί δεχθούν να την απαλλάξουν από την ενοχλητική παρουσία τους στο κοινό νόμισμα, μια παρουσία που προϋποθέτει τη διαρκή υποχρέωση των Γερμανών αστών να χρηματοδοτούν τα χρέη της και να εγγυώνται γι’ αυτά. Οι Έλληνες αστοί λοιπόν, για να αποφύγουν μια άτακτη χρεοκοπία, αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούν να δώσουν στους δανειστές και την ίδια τη θέση τους μέσα στην Ευρωζώνη.

Την ίδια στιγμή και στους Έλληνες αστούς αναπόφευκτα, η λύση μιας «συντεταγμένης» επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, που θα συνοδεύεται από μια ευνοϊκότερη και μονιμότερη διευθέτηση του χρέους συγκριτικά με ό,τι ισχύει σήμερα για την εξυπηρέτησή του, θα φανεί αργά ή γρήγορα ως ένα αναγκαίο κακό. Στο εθνικό νόμισμα θα βρουν ένα πιο δραστικό μέσο υποτίμησης, στην απόπειρα να γίνουν πιο συμφέρουσες οι νέες επενδύσεις κεφαλαίων στη χώρα.

Κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει, ότι οι μαρξιστές προβλέπουμε διαρκώς από την αρχή της κρίσης την έξοδο από το ευρώ, αλλά αυτή δεν έχει συμβεί. Η απάντησή μας εδώ θα πρέπει να ξεκινά από την απλή επισήμανση ότι το γεγονός πως αυτό δεν έχει συμβεί ακόμα, δε σημαίνει και ότι δεν θα συμβεί. Το καθήκον των μαρξιστών είναι να αναλύουν σωστά την αντικειμενική κατάσταση και να διατυπώνουν εκτιμήσεις για το ποια είναι η βασική τάση για τις προοπτικές και όχι το να κάνουν ακριβείς προβλέψεις για το χρονικό σημείο που θα εκδηλωθούν τα γεγονότα και για τη συγκεκριμένη μορφή που αυτά θα λάβουν. Οι μαρξιστές θέλουν να προετοιμάσουν την εργατική τάξη για εκείνα που έρχονται και όχι να υποδυθούν στα μάτια της τους τσαρλατάνους που κάνουν λεπτομερείς προβλέψεις για τα μελλούμενα.

Η μόνη πρόσθετη υποχρέωση που έχουν οι μαρξιστές σήμερα, αφού εξηγήσουν επαρκώς , (όπως για μια φορά ακόμα κάναμε πιο πάνω) το γιατί αυτή η προοπτική της εξόδου από την Ευρωζώνη πρέπει να αναμένεται, είναι να εξηγήσουν το γιατί αυτή η προοπτική δεν έχει πραγματοποιηθεί ως σήμερα. Γιατί λοιπόν, μετά από μια δεκαετία κρίσης η Ελλάδα παραμένει ακόμα στο ευρώ; Η απάντηση είναι ότι αυτό συνέβη γιατί το επέτρεψαν έως τώρα οι ψυχροί υπολογισμοί των συμφερόντων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, αλλά και οι ίδιες οι αντοχές του ελληνικού καπιταλισμού. Τα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη ήταν μέχρι τώρα διατεθειμένα να εγγυηθούν τη θέση της Ελλάδας στο ευρώ με μεγάλα δανειακά πακέτα από φόβο για μια γενικότερη αναστάτωση σε Ευρωζώνη και ΕΕ και με την προσδοκία ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να ανακάμψει. Σήμερα που μεγαλύτερες αναστατώσεις έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους (Brexit, εκλογή Τραμπ, Καταλονία) η Ελλάδα έχει ήδη υποχωρήσει σε κατώτερες θέσεις στη σχετική λίστα συστημικών κινδύνων και το Grexit έχει πάψει να είναι φόβητρο. Αντιθέτως, με τη διαρκή αποκάλυψη της αδυναμίας του ελληνικού καπιταλισμού να ανακάμψει, αρχίζει να φαίνεται ότι είναι και η μόνη φυσική κατάληξη στο ελληνικό ζήτημα.

Αυτό που κράτησε έως τώρα τον ελληνικό καπιταλισμό στο ευρώ ήταν επίσης, όχι τόσο οι οικονομικές του αντοχές, η μόνιμη αδυναμία των οποίων αντανακλάται στους προαναφερόμενους σχετικούς στατιστικούς δείκτες για το χρέος, την εξέλιξη του ΑΕΠ και τις επενδύσεις, όσο στις πολιτικές του αντοχές, που όμως αναπόφευκτα θα εξαντληθούν καθώς θα αποκαλύπτεται ότι η πολιτική σταθερότητα και η παρούσα «νηνεμία» στους ταξικούς αγώνες είναι προσωρινά φαινόμενα.

Στην προσπάθεια να δούμε τον συγκεκριμένο δρόμο που θα ακολουθήσει η αναπόφευκτη πορεία του ελληνικού καπιταλισμού προς το Grexit, διατηρεί την αξία της η εκτίμηση που κάναμε στο κείμενο – πολιτική απόφαση του προηγούμενου συνεδρίου μας, ότι όσο θα καθυστερεί το συναινετικό Grexit αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να συνδυαστεί με μια συνολικότερη διαδικασία αλλαγής της σύνθεσης (ή ακόμα και διάλυσης) της Ευρωζώνης. Το άνοιγμα της συζήτησης σε επίπεδο ηγετών της ΕΕ τους τελευταίους μήνες σχετικά με την Ευρώπη των «πολλαπλών ταχυτήτων», αποτελεί μια ένδειξη για τη βάσιμη δυνατότητα πραγματοποίησης αυτής της προοπτικής.

Μήπως η ώρα του Grexit θα σημάνει αυτό το καλοκαίρι με αφορμή τη λήξη του 3ου Μνημονίου; Αυτό κανείς φυσικά δεν μπορεί να το γνωρίζει. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι το ελληνικό κράτος (και οι ελληνικές τράπεζες) θα συνεχίζει να χρειάζεται χρηματοδότηση από πηγές εκτός «αγορών». «Μα η χώρα βγήκε ήδη στις αγορές», αντιτείνουν οι απολογητές της κυβέρνησης. Αυτό που δεν λένε όμως, είναι ότι βγήκε στις αγορές με επιτόκιο 4,625% για 5 χρόνια, όταν από τον ESM το ελληνικό κράτος δανείζεται με 0,89%. Και μόνο η αναφορά σε αυτό το στοιχείο μαρτυρά το βαθμό της «εμπιστοσύνης» που έδειξαν στην Ελλάδα οι «αγορές». Είναι αυτονόητο ότι με επαναλαμβανόμενο δανεισμό από τις αγορές με τέτοια επιτόκια, το φάσμα της χρεοκοπίας θα είναι βέβαιο. Το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να καλύψει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες από τις «αγορές» όσο υπάρχει το σημερινό υπέρογκο χρέος και κατ’ επέκταση, όσο ο ελληνικός καπιταλισμός αδυνατεί να μπει σε μια τροχιά σταθερής και πραγματικής ανάκαμψης, αλλά και όσο πάνω στο έδαφος αυτής της εύθραυστης οικονομικής κατάστασης, θα επικρατεί μια διαρκής κοινωνική και πολιτική αστάθεια.

Ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές οι εκτός «αγορών» πηγές χρηματοδότησης στη μετά το τρίτο μνημόνιο εποχή; Τι θα γίνει με την ελάφρυνση χρέους που ζητά η κυβέρνηση και το ΔΝΤ και πως θα διαμορφωθεί πλέον το σχήμα της ελληνικής «διάσωσης»; Καταρχάς πρέπει να επαναλάβουμε εδώ ότι θα πρέπει να αποκλειστεί η επανάληψη ενός δανειακού πακέτου δεκάδων δισεκατομμυρίων όπως τα προηγούμενα. Η υπομονή των δανειστών με την Ελλάδα έχει εξαντληθεί και όλες οι πλευρές των δανειστών πλέον αποδέχονται, ότι θα πρέπει να διασφαλίσει την αποφυγή μιας χρεοκοπίας στηριγμένη στα δικά της πλεονάσματα και τις δικές της μεταρρυθμίσεις (βλέπε περικοπές και άγρια λιτότητα). Το καλύτερο που μπορεί να επιτευχθεί από την όποια ελληνική κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις για τη μετά το τρίτο Μνημόνιο εποχή είναι «μια προληπτική γραμμή χρηματοδότησης» από τον ESM, με λίγα δισ ευρώ και πολλές δεσμεύσεις για νέα σκληρά μέτρα.

Ταυτόχρονα, όλες οι πλευρές των δανειστών αντιλαμβάνονται ότι το ελληνικό χρέος είναι αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Το ΔΝΤ, με την άνεση της ειλικρίνειας που μπορεί να δείχνει η πλευρά που δεν έχει την υποχρέωση να βάλει χρήματα, έχει θέσει επίσημα στο τραπέζι την ανάγκη για μια ελάφρυνση χρέους, αλλά ως «σύμβουλος» στο πρόγραμμα δεν έχει τη δύναμη να την επιβάλει. Αυτός που θα μπορούσε να την επιβάλει είναι μόνο η Γερμανία, η οποία όμως θα μπορούσε να τη συζητήσει όπως προαναφέραμε, μόνο αν η Ελλάδα δώσει σε αντάλλαγμα την ίδια τη θέση της στην Ευρωζώνη. Φυσικά, σε αυτή τη διαδικασία ο αποφασιστικός παράγοντας δεν θα είναι η ελεύθερη βούληση της ελληνικής άρχουσας τάξης, αλλά το μέγεθος των πιέσεων που θα της ασκηθούν μέσα από την ίδια την απειλή μιας χρηματοδοτικής ασφυξίας και την αβεβαιότητα που θα διαμορφώνει η αποφυγή δέσμευσης για ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους. Οι χρόνοι και οι ρυθμοί εξέλιξης αυτής της διαδικασίας θα εξαρτηθούν από έναν ολόκληρο συνδυασμό παραγόντων όπως η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη χώρα αλλά και σε χώρες κλειδιά της Ευρωζώνης, η οριστικοποίηση της στάσης του Τραμπ και του ΔΝΤ, η πορεία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας. Το βέβαιο είναι ότι η διαδικασία δεν θα είναι ομαλή και θα συνεχίσει να περιέχει όλων των ειδών τις απότομες στροφές και συγκρούσεις, με πιθανές όλων των ειδών τις συμφωνίες – ημίμετρα που το μόνο που θα μπορούν να προσφέρουν θα είναι λίγο περισσότερο χρόνο μέχρι να συμβεί το «μοιραίο».

Κοινοποιήστε