syn_tsipras_lafazanis.jpg

Στις 27 και 28 Νοεμβρίου συνεδρίασε η ΚΠΕ του ΣΥΝ με θέμα την εκτίμηση των αποτελεσμάτων των αυτοδιοικητικών εκλογών, τον απολογισμό της δράσης του ΣΥΝ σε αυτές, την εκτίμηση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που διαμορφώνεται και τις αναγκαίες κατευθύνσεις δράσης. Το κείμενο της απόφασης που έδωσε στη δημοσιότητα τις επόμενες ημέρες, δυστυχώς δεν δίνει την εντύπωση μιας διάθεσης για γενναία αυτοκριτική και κάθε άλλο παρά προσφέρει μια βάση για επίλυση των προβλημάτων που μαστίζουν το κόμμα και τον ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα.

Οι εκλογές αυτές, αντανακλούν μια πρωτοφανή κατάσταση στην ελληνική κοινωνία. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, πέτυχαν το ιστορικό τους χαμηλό σε υποστήριξη, χάνοντας 1,2 εκατομμύρια και 550 χιλιάδες ψήφους αντίστοιχα, δίνοντας μια εικόνα βαθειάς κρίσης. Η αποχή έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, δείχνοντας μια ξεκάθαρη αποδοκιμασία καταρχήν των δύο κομμάτων από τις πλατειές μάζες, ενώ η αριστερά, παρά την πρωτοφανή πολιτική κρίση όχι απλώς δεν εμφανίζει μια αξιοπρόσεχτη άνοδο (σε απόλυτο αριθμό ψήφων, αν και ποσοστιαία ενισχύθηκε κυρίως το ΚΚΕ), αλλά δίνει εικόνα στασιμότητας-ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και πτώση- αδύναμη να εκμεταλλευτεί την τεράστια δεξαμενή ψήφων που απεγκλωβίζεται από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ.

Όλα αυτά βεβαίως, αν και με έναν πιο «μετριοπαθή» τρόπο, συμπεριλαμβάνονται στις εκτιμήσεις της ΚΠΕ. Τα συμπεράσματα που βγάζει όμως η πλειοψηφία της (ή ίσως καλύτερα που αρνείται να βγάλει) κάθε άλλο παρά επαρκή είναι. Η ηγεσία του ΣΥΝ, έχει αναμφίβολα μια πολύ μεγάλη ευθύνη για την εικόνα διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ για την εκλογική στασιμότητα, παρά το υποτιθέμενο «πλάτεμα» των συμμαχιών και της απεύθυνσης στους εκλογικούς συνδυασμούς που στηρίχθηκαν (ειδικά στην Αττική). Παρόλα αυτά αρνείται κάθε ευθύνη. Προσπαθεί να ωραιοποιήσει την εικόνα της εκλογικής αποτυχίας και να επιρρίψει τις ευθύνες σε οποιονδήποτε άλλο πέρα από την δική της πολιτική και εκλογική τακτική.

Καταρχήν, παρά την εξωραϊσμένη άποψη που ακούστηκε στην ομιλία του προέδρου ότι «καταρχήν κρατήσαμε τις δυνάμεις μας σε δύσκολες συνθήκες και αυτό είναι σημαντικό», (δεν είναι όμως καθόλου αρκετό σύντροφε, και ο πήχης είχε τεθεί πολύ ψηλότερα και από την αντικειμενική κατάσταση και από τις υποκειμενικές προσδοκίες), το κείμενο της απόφασης δίνει την εικόνα για ένα αρκετά αρνητικό αποτέλεσμα, αν και πουθενά δεν διατυπώνεται ξεκάθαρα το αν το αποτέλεσμα αυτό συνιστά ήττα, ή μερική επιτυχία, και τι μεγέθους. Σε ποιες αιτίες όμως αποδίδεται αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα; Διαβάζουμε:

Εξήγηση 1η: «Σημαντικό στοιχείο αυτής της διαλυτικής κατάστασης(του ΣΥΡΙΖΑ σ.τ.σ.) αποτελεί η ίδια η οικονομική κρίση, τα όσα ζοφερά εξελίσσονται στο κοινωνικό επίπεδο και η πίεση που δημιουργεί στον κόσμο της Αριστεράς για μια άμεση απάντηση που θα βάλει φρένο στην καταστροφή. Δυστυχώς όμως αντί να εντείνουμε τις πρωτοβουλίες για την οργάνωση των αντιστάσεων μέσα στους κοινωνικούς χώρους, οδηγηθήκαμε για καιρό σε μία πορεία συγκρούσεων γύρω από μια απογειωμένη υπερπολιτικοποιημένη ατζέντα, πέρα και έξω από τα προβλήματα της κοινωνίας.»

Το πρώτο συμπέρασμα που βγαίνει από την παραπάνω παράγραφο είναι ότι η κρίση του καπιταλισμού και η πίεση που θέτει στην Αριστερά για απαντήσεις, αντί για ευκαιρία, όπως έπρεπε να είναι (και όπως λέει το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ) μετατρέπεται σε κρίση της ίδιας της Αριστεράς! Αυτή η παραδοχή όμως σύντροφοι, μόνο μίας εξήγησης μπορεί να τύχει, δηλαδή, ότι αυτό αποδεικνύει πως η Αριστερά δεν έχει τις κατάλληλες απαντήσεις, δεν έχει δηλαδή σωστό πρόγραμμα και πολιτική, γιατί αν είχε, η πίεση αυτή από τον κόσμο θα ήταν δημιουργική και προωθητική και όχι «διαλυτική»!

Αντί να βγάλουν όμως οι συντάκτες το παραπάνω αναπόφευκτο συμπέρασμα και το αναγκαίο επακόλουθο του ότι πρέπει δηλαδή να ξαναεξετάσουμε τις απαντήσεις μας, προχωράνε στο επόμενο συμπέρασμα, ότι φταίει η σύγκρουση γύρω από μια «απογειωμένη, υπερπολιτικοποιημένη ατζέντα». Βέβαια δεν μας εξηγούν τι ήταν αυτό που έκανε την ατζέντα «απογειωμένη και μακριά από τις ανάγκες της κοινωνίας».

Αυτό όμως σύντροφοι της ηγεσίας, αντιφάσκει με τα παραπάνω. Αν δεν πείθουμε τον κόσμο και η κρίση του καπιταλισμού μετατρέπεται σε κρίση δική μας, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συζητήσουμε ακριβώς γύρω από την πολιτική ατζέντα και το ζήτημα της στάσης μας απέναντι στην ΕΕ (γιατί αυτό υπονοείται ως απογείωση της ατζέντας) είναι κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα για να δώσουμε πειστικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις. Αυτή η συζήτηση που επιμελώς αποφευγόταν όλο το προηγούμενο διάστημα και αυτές οι απαντήσεις είναι αναγκαία προϋπόθεση για να «εντείνουμε τις πρωτοβουλίες για την οργάνωση των αντιστάσεων μέσα στους κοινωνικούς χώρους». Αλλιώς θα συνεχίσουμε με τις ίδιες ανεπαρκείς απαντήσεις να διαιωνίζουμε την εσωτερική μας κρίση.

Εξήγηση 2η: «Αν στα παραπάνω συνυπολογίσουμε τις χρόνιες αδυναμίες διαχείρισης της διαφωνίας στο επίπεδο της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία να συγκροτήσουμε και να υλοποιήσουμε ένα σοβαρό σχέδιο που θα απαντάει στο αίτημα για περισσότερη δημοκρατία στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα όσον αφορά  τους ανένταχτους και τις ανένταχτες, οδηγηθήκαμε σε αλλεπάλληλα αδιέξοδα.»

Ποιος όμως σύντροφοι, έχει την ευθύνη για αυτές τις χρόνιες αδυναμίες και την έλλειψη δημοκρατίας στο ΣΥΡΙΖΑ; Με ποιανού την ευθύνη δεν υλοποιήθηκαν οι μέχρι τώρα αποφάσεις; Φταίει η βάση του κόμματος και του ΣΥΡΙΖΑ ή οι ηγεσίες, με πρώτη αυτή της μεγαλύτερης συνιστώσας;

Εξήγηση 3η: «Σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να προσμετρήσουμε πως για την κακή δημόσια εικόνα και την μειωμένη απεύθυνση του χώρου συνέβαλε και η επιλογή μέρους της ανανεωτικής πτέρυγας στο συνέδριο να αποχωρήσει από το κόμμα. Μέσα από μια πορεία διαρκών συγκρούσεων και ενώ όλοι επέστρεφαν στα βασικά αναλυτικά εργαλεία συγκρότησής τους, ένα τμήμα της Ανανεωτικής Πτέρυγας μέσα στην κρίση επανέφερε το σχέδιο της υπεύθυνης κεντροαριστερής δύναμης θέτοντας βέτο στην συνέχιση του ΣΥΡΙΖΑ, και απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια για βελτίωση της λειτουργίας του κόμματος, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό.»

Η αποχώρηση της ανανεωτικής πτέρυγας, σίγουρα είχε ένα εκλογικό κόστος για τον ΣΥΡΙΖΑ και δημιούργησε απογοήτευση σε ένα σημαντικό τμήμα της βάσης του ΣΥΝ, όπως κάθε διάσπαση. Ωστόσο εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι αυτό που δημιούργησε μεγαλύτερο κόστος, ήταν ο λανθασμένος τρόπος με το οποίο αντιμετώπισε τόσο την αποχώρηση, όσο και την υπονομευτική τακτική της ΑΠ όλο το προηγούμενο διάστημα η ηγετική πλειοψηφία.

Το «σχέδιο της υπεύθυνης κεντροαριστερής δύναμης», ή με άλλα λόγια η πολιτική της ταξικής συνεργασίας, δεν ξεθάφτηκε από την ΑΠ στο συνέδριο όπως λέγεται. Η ΑΠ με συνέπεια υποστήριζε αυτή την πολιτική από την ίδρυση της, χωρίς ποτέ να λαμβάνει μια αξιόλογη πολιτική απάντηση από την Αριστερή πλειοψηφία, η οποία πάντα ακολουθούσε μια πολιτική ανοχής ακόμη και στις πιο ακραίες υπονομευτικές ενέργειες της ΑΠ και μια γενικότερη πολιτική ισορροπιών και συναινέσεων, προσπαθώντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα και να τους χωρέσει όλους.

Αυτή η πολιτική με ευθύνη της σημερινής πλειοψηφίας, πάντα θόλωνε το πολιτικό στίγμα του κόμματος, απογοήτευε ένα κομμάτι της βάσης και των υποστηρικτών σε μια σειρά κρίσιμες στιγμές, λειτουργούσε σαν παράγοντας αποσυσπείρωσης και εμπόδιζε την προσέλκυση ενός μεγάλου κομματιού της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και της νεολαίας από τον ΣΥΝ. Αυτή η πολιτική οδήγησε στην αποθράσυνση της ΑΠ και της έδωσε τη δυνατότητα να επιφέρει μια διάσπαση με σημαντικές απώλειες στην πιο κρίσιμη στιγμή.

Υπό προϋποθέσεις λοιπόν, η αποχώρηση της ΑΠ από τον ΣΥΝ, θα μπορούσε να έχει θετική επίδραση στο κόμμα, ξεκαθαρίζοντας την εικόνα του και αίροντας ένα σημαντικό εμπόδιο για την προσέλκυση νέων στρωμάτων από τα ριζοσπαστικοποιημένα στοιχεία της τάξης και της νεολαίας. Προϋπόθεση όμως θα ήταν μια ξεκάθαρη στροφή στ’ αριστερά από το κόμμα, η υιοθέτηση ξεκάθαρων και όχι στρογγυλεμένων θέσεων για τα κρίσιμα ζητήματα και κυρίως η υιοθέτηση ενός σοσιαλιστικού προγράμματος και μιας ξεκάθαρης ταξικής πολιτικής. Αντί γι αυτά, όμως, η ηγεσία συνέχισε να εκπέμπει ένα θολό στίγμα, επιδιώκοντας την επανένωση με την ΑΠ, προσπαθώντας να πείσει τους ηγέτες της ότι υπάρχει χώρος γι αυτούς στο κόμμα και παρουσιάζοντας την διάσπαση ως μια καταστροφική εξέλιξη. Όλα αυτά βέβαια ενίσχυσαν την απογοήτευση και τη σύγχυση που επικρατούσε στη βάση. Αυτή η λανθασμένη πολιτική ήταν λοιπόν που στοίχισε στο κόμμα περισσότερο από την διάσπαση αυτή καθεαυτή.

Παρακάτω διαβάζουμε : «Συμπερασματικά οφείλουμε να πούμε πως η πρότερη εικόνα πολυδιάσπασης και μάχης για μικροκομματικά οφέλη και μικροεξουσίες είχε ως βασική συνέπεια την απώλεια της αξιοπιστίας του χώρου συνολικά, με αποτέλεσμα αυτή η μάχη να είναι πολύ δύσκολη, ανεξάρτητα του σχεδίου που θα δοκιμάζαμε.»

Είναι προφανές, ότι το πρώτο σκέλος της πρότασης είναι απόλυτα σωστό. Το δεύτερο σκέλος όμως συνιστά μια ξεκάθαρη υπεκφυγή, και υποτίμηση της σημασίας των πολιτικών θέσεων και του σχεδίου με τα οποία δόθηκε η μάχη. Ένα κατάλληλο μαχητικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα συνδυασμένο με την πλατύτερη δυνατή ενωτική τακτική πάνω σε στέρεες βάσεις, θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την άσχημη εικόνα, άρα είχε μεγάλη σημασία και δεν ήταν ένας δευτερεύον παράγοντας. Επίσης, η εικόνα της διάσπασης ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα και του λανθασμένης πολιτικής της ηγεσίας. Άρα κάθε άλλο παρά ανεξάρτητο από το αποτέλεσμα ήταν. Λίγο πιο κάτω η ίδια υπεκφυγή επαναλαμβάνεται με χειρότερη μορφή : «Πήγαμε στις εκλογές με πολλαπλές τακτικές που καμιά δεν απέδωσε σε σχέση με το στόχο της ώστε να μπορέσουμε να πούμε πως κάποιο σχέδιο κέρδισε και κάποιο ηττήθηκε.» (σελ.7, ενότητα 9ο το δικό μας εκλογικό αποτέλεσμα). Σύντροφοι της ηγεσίας, ανεξάρτητα από τις όποιες επιλογές του «Μετώπου» στην περιφέρεια Αττικής, το πολιτικό σχέδιο που δοκιμάστηκε για το κόμμα ήταν ένα, αυτό που είχε αποφασίσει πλειοψηφικά η ηγεσία, και πρέπει να δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση χωρίς υπεκφυγές στο ερώτημα αν ηττήθηκε ή αν αποδείχθηκε αποτελεσματικό. Οι υπεκφυγές μόνο περισσότερη σύγχυση και απογοήτευση μπορούν να προκαλέσουν, φέρνοντας στο νου το παλιό ρητό που λέει «δεν υπάρχει χειρότερος τυφλός και κουφός, από αυτό που δεν θέλει να δει και να ακούσει»

Για την περιφέρεια Αττικής

Για την περιφέρεια Αττικής που αποτέλεσε και την «πέτρα του σκανδάλου» στη διαμάχη στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, ο απολογισμός δεν είναι περισσότερο ικανοποιητικός. Διαβάζουμε σαν στοιχεία αυτοκριτικής:

 «Οφείλουμε με νηφαλιότητα να βγάλουμε συμπεράσματα και με ένα αυτοκριτικό πνεύμα, αφού διαπιστώσαμε την αδυναμία μας να πείσουμε για την ορθότητα αυτής της επιλογής ενός μεγάλου μέρους του κόσμου που τα τελευταία χρόνια έχουμε χτίσει σχέσεις εμπιστοσύνης, την αδυναμία μας να συσπειρώσουμε και να εμπνεύσουμε πολλά από τα μέλη μας να δώσουν με πάθος αυτή την κρίσιμη μάχη και τέλος την μη συμμετοχή σε αυτή την παράταξη των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά αυτών που δεν μετείχαν στο ψηφοδέλτιο της Ελεύθερης Αττικής, με τις οποίες έχουμε δώσει με κοινή αντίληψη σειρά μαχών τα τελευταία χρόνια.»

Με λίγα λόγια, η ορθότητα της επιλογής Μητρόπουλου είναι για την ηγεσία είναι αδιαπραγμάτευτη, παρ’όλο που όπως οι ίδιοι οι σ. παραδέχονται, δεν κατάφεραν να πείσουν ούτε τη βάση του κόμματος και του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τους συμμάχους. «Είχαμε λοιπόν δίκιο, αλλά δεν πείσαμε», αυτή είναι η ουσία του επιχειρήματος. Βέβαια οι σ. δεν μας εξηγούν α)  γιατί δεν έπεισαν με την επιλογή τους και β) αφού δεν υπήρχε συμφωνία στη συμμαχία πως δικαιολογείται η επιλογή εκ των προτέρων; 

«Επιπρόσθετα, τόσο στην Αττική όσο και αλλού δεν ρίξαμε το απαιτούμενο βάρος στην επιλογή που έχουμε κάνει εδώ και καιρό να απευθυνόμαστε προνομιακά στα δυναμικά τμήματα των νέων ανθρώπων (επιστημονικό προλεταριάτο, γενιά άρθρου 16, γενιά 500 ευρώ κοκ) τα οποία α) υφίστανται τη μεγαλύτερη ένταση της ταξικής επίθεσης που βρίσκεται σε εξέλιξη και β) διαμορφώνουν και επηρεάζουν εκτεταμένα τμήματα του εκλογικού σώματος ανεξαρτήτως ηλικίας. Η επιλογή μας αυτή παλιότερα μας είχε θέσει σε μια προνομιακή σχέση μαζί τους η οποία όμως κάθε άλλο από δεδομένη μπορεί να θεωρηθεί και γι’ αυτό αν δεν υπηρετείται με συνέπεια μπορεί εύκολα να χαθεί.»

Εδώ, έμμεσα τίθεται το πιο σημαντικό ίσως ζήτημα, δηλαδή, η ταξική στόχευση, ο ταξικός προσδιορισμός των συνδυασμών, των προγραμμάτων και των θέσεων τους. Θα προσθέταμε πέρα από τα «δυναμικά τμήματα των νέων ανθρώπων» ότι δεν έπεσε το απαιτούμενο βάρος συνολικά στην προνομιακή στόχευση στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, όπως οφείλει να κάνει η Αριστερά, αλλά γενικά στους «πολίτες». Κάτι που συνιστά από μόνο του ένα σημαντικό πρόβλημα και δεν συμπεριλαμβάνεται καθόλου στην αυτοκριτική της ΚΠΕ.

«Στα παραπάνω στοιχεία αυτοκριτικής πρέπει να προσθέσουμε και την αδυναμία του κόμματος να αναγνωρίσει την κρισιμότητα της συγκρότησης της παράταξης με όρους δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας, με διαδικασίες και όργανα, που θα σχεδίαζαν έγκαιρα και θα υλοποιούσαν στην βάση ενός σχεδίου και όχι μόνο με βάση την αυτενέργεια κάποιων στελεχών»

Εδώ, με μία μόνο πρόταση εξαντλείται ένα ζήτημα, αυτό της δημοκρατικής λειτουργίας των παρατάξεων, που συνιστά θεμελιώδες ζήτημα για την Αριστερά και υποτίθεται ότι ήταν ένα από τα συστατικά στοιχεία της συμμαχίας του ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα της δημοκρατίας, όμως δεν εντοπίζεται μόνο στον τρόπο που συγκροτήθηκε και λειτούργησε η παράταξη στην Αττική, αλλά και στο ίδιο το ζήτημα της επιλογής της κεντρικής υποψηφιότητας, και πάνω από όλα στον τρόπο με τον οποίο κατέληξαν στην πολιτική πλατφόρμα της παράταξης, που ήταν και το πιο προβληματικό σκέλος της συνεργασίας με τον Α. Μητρόπουλο και τις προερχόμενες δυνάμεις από το ΠΑΣΟΚ.

Εδώ πρέπει να τονίσουμε ξανά, ότι είναι λάθος να εστιάζουμε την κριτική μας στο πρόσωπο του επικεφαλής, όπως συχνά έγινε από συντρόφους από τον ΣΥΝ και το ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα δεν είναι το πρόσωπο και η προέλευση του, αλλά ο τρόπος με τον οποίο έγινε η συμφωνία, και οι πολιτικές θέσεις που αυτή είχε στη βάση της, που στην καλύτερη περίπτωση δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια γενικόλογη αντίθεση στο Μνημόνιο και μια μετριοπαθής ρητορική γύρω απ την υπεράσπιση του «κοινωνικού κράτους», θέσεις δηλαδή που βρίσκονται μακριά από τις θέσεις που πραγματικά έχει ανάγκη η Αριστερά σήμερα.

 

Παναγιώτης Κολοβός

 

– Μέρος Β΄-