καταλανικό δημοψήφισμα, ανεξαρτησία, Καταλονία

Για μια Καταλανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία ως σπίθα για την Ιβηρική επανάσταση!

Η απόφαση του Κοινοβουλίου της Καταλονίας, να ζητήσει δημοψήφισμα με θέμα την ανεξαρτησία την 1η Οκτωβρίου, πυροδότησε τη σοβαρότερη συνταγματική κρίση, που έχει πλήξει την Ισπανία από την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας το 1977. Η καταστολή από το ισπανικό κράτος και την κυβέρνηση Ραχόι στη Μαδρίτη προκάλεσε ένα μαζικό κίνημα, το οποίο έχει αποκτήσει ήδη ορισμένα εξεγερσιακά χαρακτηριστικά.

Η απόφαση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την αυτοδιάθεση έρχεται μετά από χρόνια, κατά τα οποία το ισπανικό κράτος και η δεξιά κυβέρνηση του Ραχόι εμπόδισαν όλες τις προσπάθειες της Καταλονίας να αποφασίσει για το μέλλον της. Το Καταλανικό Σύνταγμα του 2006 (Estatut), το περιεχόμενο του οποίου είχε ήδη υποβαθμιστεί από το ισπανικό Κοινοβούλιο, επικυρώθηκε με δημοψήφισμα αλλά στη συνέχεια μπλοκαρίστηκε από το ισπανικό Συνταγματικό Δικαστήριο κατόπιν αιτήματος του δεξιού Λαϊκού Κόμματος. Τέλος, το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε ορισμένα από τα βασικά άρθρα του Estatut ως αντισυνταγματικά. Τριάντα πέντε νόμοι που ψηφίστηκαν από το Κοινοβούλιο της Καταλονίας κρίθηκαν παράνομοι από το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Το 2011-15, η Καταλονία ήταν μέρος του μεγαλειώδους κινήματος κατά των περικοπών λιτότητας, που αμφισβήτησαν τη νομιμότητα όλων των θεσμών της αστικής δημοκρατίας στην Ισπανία. Εκείνη την εποχή, στην Καταλονία η τοπική κυβέρνηση του αστικού εθνικιστικού κόμματος CiU, με τον Αρτούρ Μας ως πρόεδρο, ήταν ιδιαίτερα ενθουσιώδης ως προς την υλοποίηση περικοπών σε υγεία, εκπαίδευση και άλλες κοινωνικές δαπάνες, με την πλήρη υποστήριξη του δεξιού PP (Λαϊκό Κόμμα). Το 2011, δεκάδες χιλιάδες περικύκλωσαν το Κοινοβούλιο της Καταλονίας, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί η ψήφιση ενός προϋπολογισμού λιτότητας. Οι βουλευτές του Κοινοβουλίου αναγκάστηκαν να εισέλθουν με ελικόπτερο. Η κυβέρνηση του CiU απάντησε με βάναυση καταστολή. Το κόμμα είχε επίσης βυθιστεί σε μια σειρά από σκάνδαλα διαφθοράς που εξακολουθούν να παραμένουν.

Αντιμέτωπος με αυτή την κατάσταση, ο Καταλανός πρόεδρος Μας αποφάσισε να τεθεί επικεφαλής του κινήματος εθνικής αυτοδιάθεσης, για να σωθεί ο ίδιος και το πολιτικό του κόμμα. Το καταλανικό κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας απέκτησε μια μαζική βάση (με εκατομμύρια ανθρώπους να το αποδεικνύουν αυτό κάθε χρόνο κατά την εθνική ημέρα των Καταλανών), αλλά με ηγεσία αποτελούμενη από δεξιούς αστούς εθνικιστές.

Από την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, το κυβερνών Λαϊκό Κόμμα στη Μαδρίτη, που επίσης βυθιζόταν σε σκάνδαλα διαφθοράς και ασκούσε μία βάναυση πολιτική καταστολής και περικοπών, υπολόγιζε ότι η αναζωπύρωση του αντιδραστικού ισπανικού εθνικισμού θα το ωφελούσε εκλογικά.

Σημαντικά μεγάλα τμήματα της καταλανικής κοινωνίας προσδοκούσαν στην πιθανότητα της ανόδου των Podemos στην εξουσία στην Ισπανία και στην αλλαγή ολόκληρης της κατάστασης. Σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, ένας συνασπισμός υπό την ηγεσία των Podemos κέρδισε την πλειοψηφία στην Καταλονία. Ωστόσο, καθώς οι Podemos απέτυχαν να κερδίσουν την πλειοψηφία στο ισπανικό Κοινοβούλιο, η διάθεση για ανεξαρτησία, ως λύση στα προβλήματα της λιτότητας, των περικοπών και της έλλειψης δημοκρατίας, αναπόφευκτα ενισχύθηκε. Το ποσοστό εκείνων που υποστήριζαν την ανεξαρτησία αυξήθηκε από περίπου 10-15% σε σχεδόν 50%.

Ο χαρακτήρας του κινήματος είναι αντιφατικός, με μια οπορτουνιστική ηγεσία από το καταλανικό αστικό εθνικιστικό κόμμα PDECAT (τη νέα ενσάρκωση του CiU, μετά από μία διάσπαση και μια αλλαγή στην ηγεσία), αλλά και με μαζική συμμετοχή μελών, που εμπνέονται κυρίως από την απόρριψη του αντιδραστικού ισπανικού καθεστώτος, της καταπίεσης των καταλανικών δικαιωμάτων που αντιπροσωπεύει η κυβέρνηση Ραχόι, ο στρατός, η μοναρχία κλπ.

Το σημερινό ισπανικό καθεστώς έχει τις ρίζες του στο Σύνταγμα του 1978. Εκείνη την εποχή, προκειμένου να αποφευχθεί η άνοδος στην εξουσία του αυξανόμενου επαναστατικού κινήματος των εργαζομένων και των νέων ενάντια στη δικτατορία του Φράνκο, το παλαιό καθεστώς κατέληξε σε συμφωνία με τους ηγέτες των εργατικών κομμάτων, κυρίως τον Σαντιάγο Καρίγιο του Κομμουνιστικού Κόμματος και τον Φελίπε Γκονζάλες του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Αυτό το σύμφωνο, γνωστό ως η «Μετάβαση», ήταν μια προδοσία των πραγματικών προσδοκιών των εργαζομένων για δημοκρατία και κοινωνική επανάσταση. Προέβλεπε την ατιμωρησία των ενόχων για τα εγκλήματα του καθεστώτος του Φράνκο, του οποίου διατήρησε τον κρατικό μηχανισμό, την επιβολή της μοναρχίας και της ισπανικής σημαίας (και τα δύο σύμβολα του καθεστώτος του Φράνκο) και την άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για τις καταπιεσμένες εθνότητες. Το άρθρο 2 του Συντάγματος του 1978 μιλά για την «αδιαίρετη ενότητα του ισπανικού έθνους», ενώ ένα άλλο άρθρο καθιστά σαφές ότι η ενότητα αυτή «θα είναι εγγυημένη από τις ένοπλες δυνάμεις».

Για την αντιδραστική ισπανική άρχουσα τάξη, η οποία ποτέ δεν μπόρεσε να επιτύχει την πλήρη ενοποίηση του έθνους με προοδευτικό πρόσημο αλλά κατέφυγε σε σκληρή και γυμνή καταπίεση, η άσκηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης θεωρήθηκε ορθά ως απειλή για το συνολικό οικοδόμημα του καθεστώτος του 1978. Αυτό εξηγεί την αντίδραση του ισπανικού καθεστώτος απέναντι στο καταλανικό δημοψήφισμα.

Το παράτολμο παιχνίδι του καταλανικού δεξιού και αστικού εθνικιστικού PDECAT ήταν πάντοτε επικίνδυνο, αλλά του επέτρεψε για κάποιο χρονικό διάστημα να παραμείνει στην εξουσία, σπρώχνοντας το αριστερό εθνικιστικό κόμμα ERC και ακόμη και το αντικαπιταλιστικό αυτονομιστικό CUP να υποστηρίξουν την κυβέρνηση υπό την ηγεσία του PDECAT, με την υπόσχεση ότι θα διεξαχθεί δημοψήφισμα για την εθνική αυτοδιάθεση.

Το 2014 το ισπανικό κράτος απαγόρευσε την διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την αυτοδιάθεση, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε μία μη δεσμευτική διαβούλευση. Απαντώντας στην απαγόρευση του δημοψηφίσματος, η καταλανική κυβέρνηση κάλεσε σε εκλογές το 2015, τις οποίες και παρουσίασε ως δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία. Τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας κέρδισαν μεν τη συνολική πλειοψηφία των εδρών, αλλά με το 48,8% των ψήφων, ποσοστό μικρότερο από τη συνολική πλειοψηφία των ψήφων.

Τέλος, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017, με τις ψήφους του μπλοκ υπέρ της ανεξαρτησίας, την αποχή του CSQP (καταλανική συμμαχία μεταξύ των Podemos και της Ενωμένης Αριστεράς) και την απουσία όλων των άλλων κομμάτων που απείχαν, το καταλανικό Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο για τη σύγκληση δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία την 1η Οκτωβρίου. Το Κοινοβούλιο έλαβε αυτή την απόφαση με πλήρη επίγνωση ότι αποτελούσε πρόκληση για το ισπανικό δίκαιο.

Μέσα σε λίγες ώρες, το Συνταγματικό Δικαστήριο ανέστειλε το νόμο, εν αναμονή επανεξέτασης της συνταγματικότητας του. Αυτό σηματοδότησε το ξεκίνημα της καταστολής από το ισπανικό κράτος για την αποτροπή του δημοψηφίσματος.

Οι ομιλητές του κοινοβουλίου της Καταλονίας κατηγορήθηκαν ποινικά για το ότι επέτρεψαν την κατάθεση του νόμου για το δημοψήφισμα, οι δημόσιες συνεδριάσεις εκτός της Καταλονίας για τη στήριξη του δημοψηφίσματος ακυρώθηκαν κατόπιν εντολής των δικαστών, ενώ περισσότεροι από 700 τοπικοί δήμαρχοι της Καταλονίας έχουν κληθεί σε ανάκριση καθώς δήλωσαν ότι θα βοηθήσουν στη διοργάνωση (και απειλούνται με σύλληψη εάν δεν συμμορφωθούν), τα μέλη του νεοδιορισθέντος καταλανικού εκλογικού σώματος είναι αντιμέτωπα με πρόστιμα ύψους 12.000€ την ημέρα, 14 υψηλόβαθμοι Καταλανοί αξιωματούχοι έχουν συλληφθεί από την εθνοφρουρά στα σπίτια τους ή στο δρόμο για τη δουλειά τους και τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, η περιουσία της καταλανικής κυβέρνησης έχει κατασχεθεί από το ισπανικό κράτος, έχουν γίνει έρευνες σε τυπογραφεία, έχει απαγορευτεί στα μέσα ενημέρωσης η μετάδοση πληροφοριών για το δημοψήφισμα, ιστοσελίδες σχετικά με το δημοψήφισμα έχουν κλείσει, ενώ αντίστοιχες ιστοσελίδες με έδρα το εξωτερικό έχουν μπλοκαριστεί, ακτιβιστές που μοίραζαν υλικά για το δημοψήφισμα έχουν συλληφθεί και το υλικό τους κατασχέθηκε, ψηφοδέλτια έχουν κατασχεθεί κλπ. Πρόκειται για την πιο έντονη επίθεση στα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα στην Ισπανία τα τελευταία σαράντα χρόνια (ίσως ανάλογη με την επίθεση κατά των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού και των οργανώσεων των Βάσκων).

Αυτή η βάρβαρη αντίδραση του ισπανικού κράτους ενάντια στις επιθυμίες του καταλανικού λαού να διεξαγάγει δημοψήφισμα για το μέλλον του (δικαίωμα που υποστηρίζεται από πάνω από το 70% του πληθυσμού) αποκαλύπτει τον βαθιά αντιδραστικό χαρακτήρα του καθεστώτος του 1978 και τα όριά του όσον αφορά τα δημοκρατικά δικαιώματα.

Η καταστολή έχει υπονομεύσει σοβαρά τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε μαζική αντίδραση στους δρόμους. Στις 20 Σεπτεμβρίου, δεκάδες χιλιάδες πολιόρκησαν το καταλανικό Υπουργείο Οικονομίας, καθώς αυτό ερευνούταν από την Εθνοφρουρά. Η Εθνοφρουρά αδυνατούσε να εγκαταλείψει το κτίριο για πάνω από 20 ώρες και μπόρεσε να διαφύγει μόνο κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας, καθώς το πλήθος είχε αραιώσει και με τη βοήθεια της καταλανικής αστυνομίας.

Την ίδια ημέρα, χιλιάδες αντιστάθηκαν σε μια προσπάθεια της αστυνομίας να ελέγξουν τα γραφεία του αντικαπιταλιστικού κόμματος CUP και κατάφεραν να αποτρέψουν την κίνηση αυτή. Στην πόλη Ρέους, μετά από παρενόχληση ακτιβιστών κατά τη διάρκεια αφισοκόλλησης, πάνω από χίλιοι άνθρωποι εμφανίστηκαν για μια μαζική αφισοκόλληση, την οποία η αστυνομία δεν μπορούσε να σταματήσει. Μαζικές ημι-αυθόρμητες διαδηλώσεις πραγματοποιούνται σε πόλεις και κωμοπόλεις σε όλη την Καταλονία.

Η κρατική καταστολή έχει δημιουργήσει μια δυναμική, της οποίας η πρωτοβουλία ανήκει στους δρόμους. Οι Επιτροπές Άμυνας Δημοψηφίσματος άρχισαν να ξεφυτρώνουν σε γειτονιές και πόλεις. Οι λιμενεργάτες στη Βαρκελώνη και την Ταραγόνα ψήφισαν να εμποδίσουν τα κρουαζιερόπλοια που φιλοξενούν χιλιάδες αστυνομικούς, που στάλθηκαν από όλη τη χώρα στην Καταλονία, για να αποτρέψουν το δημοψήφισμα. Τα πανεπιστήμια βρίσκονται σε απεργία και οι φοιτητές κατέλαβαν το κεντρικό κτίριο του Universitat de Barcelona (Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης). Τα μεγαλύτερα συνδικάτα CCOO και UGT εξέδωσαν δηλώσεις κατά της καταστολής, αλλά ορισμένα μικρότερα συνδικάτα (CGT, COS, IAC) κάλεσαν σε μία πραγματικά γενική απεργία στην Καταλονία στις 3 Οκτωβρίου (την πιο κοντινή ημερομηνία, κατά την οποία θα μπορούσε να διοργανωθεί απεργία, σύμφωνα με τον ισπανικό νόμο για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις).

Η ισπανική άρχουσα τάξη έχει πυροδοτήσει ένα μαζικό κίνημα στους δρόμους, που απειλεί όχι μόνο τη σταθερότητα της κυβέρνησης του Ραχόι, αλλά και έχει δημιουργήσει σοβαρές ρωγμές στο οικοδόμημα του καθεστώτος του 1978. Ωστόσο, δεν μπορούν να υποχωρήσουν. Πρέπει να αποκαταστήσουν το νόμο και την τάξη. Κάθε παραχώρηση πριν από την 1η Οκτωβρίου θα σημάνει το τέλος της κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος. Πλέον διώκουν τους διοργανωτές του μαζικού κινήματος της 20ης Σεπτεμβρίου ως «υποκινητές εξέγερσης» και έχουν αναλάβει τη διοίκηση της καταλανικής αστυνομίας, των αποκαλούμενων Μόσος (Mossos). Έχοντας χάσει τα δικαιώματα πάνω στα περιουσιακά της στοιχεία αλλά και χωρίς τον έλεγχο των δυνάμεων της δημοσίας τάξης, ελάχιστο έχει παραμείνει πια από την καταλανική αυτονομία και αυτοδιάθεση.

Οι Καταλανοί αστοί εθνικιστές πυροδότησαν ένα μαζικό κίνημα που τους έχει τρομοκρατήσει. Ωστόσο, τώρα δεν μπορούν ούτε να υποχωρήσουν ούτε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις, καθώς κάτι τέτοιο θα θεωρηθεί ως ξεπούλημα από το κίνημα και πιθανώς θα σημάνει το τέλος της καταλανικής κυβέρνησης.

Είναι καθήκον των επαναστατών μαρξιστών, αλλά και κάθε γνήσια δημοκράτη να στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις το καταλανικό δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου, το οποίο είναι απλώς η άσκηση του βασικού δημοκρατικού δικαιώματος της αυτοδιάθεσης.

Ωστόσο, πρέπει να προειδοποιήσουμε ότι, στο πλαίσιο της Ισπανίας, η άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης έχει επαναστατικές συνέπειες και μπορεί να επιβληθεί μόνο με επαναστατικά μέσα. Δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τους Καταλανούς αστούς εθνικιστές να το φέρουν εις πέρας. Μόνο η λαϊκή κινητοποίηση στους δρόμους μπορεί να εγγυηθεί τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 1ης Οκτωβρίου. Η εργατική τάξη θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο.

Ο μόνος δρόμος προς το παρόν είναι η διάδοση των επιτροπών άμυνας του δημοψηφίσματος σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σχολείο, στα πανεπιστήμια και τους εργασιακούς χώρους, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι βασικές διοικητικές πτυχές της οργάνωσης του δημοψηφίσματος και της υπεράσπισής του έναντι του ισπανικού κράτους και των δυνάμεων καταστολής που χρησιμοποιεί. Τέτοιες επιτροπές άμυνας θα πρέπει να συνδέονται σε τοπικό, επαρχιακό και εθνικό επίπεδο μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων. Καθώς το ισπανικό κράτος κινείται αργά αλλά σταθερά με σκοπό να διαλύσει την καταλανική αυτοδιοίκηση, μια εθνική συνέλευση των αντιπροσώπων αυτών των επιτροπών θα πρέπει να συγκληθεί ως ο νόμιμος αντιπρόσωπος του καταλανικού λαού.

Οι σύντροφοι από το CUP έχουν προωθήσει πολλά από αυτά τα συνθήματα (για μια γενική απεργία, για τη δημιουργία επιτροπών άμυνας, για την ανάγκη για μαζική κινητοποίηση) και γι’ αυτό πρέπει να επαινεθούν. Στο παρελθόν έχουν λάβει αποφάσεις, τις οποίες θεωρήσαμε λανθασμένες, υποστηρίζοντας το σχηματισμό της καταλανικής κυβέρνησης του Πουτζεμόντ και ψηφίζοντας τον προϋπολογισμό λιτότητας. Τους ενθαρρύνουμε να σπάσουν αποφασιστικά με αυτή την πολιτική ταξικής συνεργασίας. Ο αγώνας για μια Καταλανική Δημοκρατία δεν μπορεί να κερδηθεί, αν δεν υπάρξει σαφής διαχωρισμός με τους αστούς Καταλανούς εθνικιστές, που δε θα φτάσουν ποτέ ως τη τελική αναμέτρηση. Όπως διακηρύσσουν και οι σύντροφοι του CUP, πρέπει να απελευθερωθούμε από όλα (τραπεζίτες, καπιταλιστές, διεφθαρμένους πολιτικούς, ανεξάρτητα από το αν φορούν καταλανική ή ισπανική εθνικιστική ενδυμασία).

Ο αγώνας για αυτοδιάθεση δεν μπορεί να κερδηθεί, χωρίς να κερδίσουμε στην πλευρά μας την πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Στην Καταλονία, πολλοί εργαζόμενοι μιλούν ισπανικά ως κύρια γλώσσα και προσδιορίζονται στον ένα ή τον άλλο βαθμό ως Ισπανοί. Είναι φυσικά επιφυλακτικοί για ένα κίνημα υπό την ηγεσία των αστών εθνικιστών του PDECAT, που εφαρμόζουν τη λιτότητα, τις περικοπές και αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Ο αγώνας για μια Καταλανική Δημοκρατία πρέπει να συνδεθεί με τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική λιτότητα, για δουλειά, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση και γενικά υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Αυτός θα ήταν και ο καλύτερος τρόπος, για να κερδηθεί η υποστήριξη των εργαζομένων από την υπόλοιπη Ισπανία, γεγονός που θα συνέβαλε στην αποδυνάμωση του κατασταλτικού μηχανισμού του ισπανικού κράτους. Υπήρξαν ήδη σημαντικές διαδηλώσεις υπέρ του δικαιώματος αυτοδιάθεσης της Καταλονίας και υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων στη Μαδρίτη, την Ανδαλουσία, τη Χώρα των Βάσκων και αλλού.

Οι Podemos και η Ενωμένη Αριστερά έχουν μεγάλη ευθύνη. Ήδη έκαναν καλή δουλειά ως προς την υπεράσπιση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης. Ωστόσο, απέναντι στο δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου, έχουν υποχωρήσει. Χρησιμοποιώντας νομικίστικες δικαιολογίες, αρνήθηκαν να την υποστηρίξουν και υποστηρίζουν ένα «διαπραγματευτικό δημοψήφισμα», κάτι που είναι ουτοπικό, καθώς η ισπανική άρχουσα τάξη έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένη να διαπραγματευθεί. Αντ’ αυτού, θα πρέπει να υποστηρίξουν πλήρως το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου (ανεξάρτητα από τις αδυναμίες του), καθώς αντιπροσωπεύει τη σοβαρότερη πρόκληση για το καθεστώς που δημιουργήθηκε μετά το 1978. Πρέπει να εξηγήσουν ότι ο αγώνας του λαού της Καταλονίας είναι επίσης ο αγώνας των εργατών σε όλη την Ισπανία, εναντίον της μοναρχίας, της αντιδραστικής κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος και του αντιδραστικού κρατικού μηχανισμού, ανέπαφα κληροδοτημένου από το καθεστώς του Φράνκο και ότι οτιδήποτε αποδυναμώνει το ισπανικό κράτος οφείλει να είναι ευπρόσδεκτο, να υποστηρίζεται και να χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της θέσης της εργατικής τάξης.

Η καταλανική οργάνωση των Podemos, αποκαλούμενη ως PODEM, έλαβε μια γενναία απόφαση, υποστηριζόμενη από την πλειοψηφία των μελών της, για να στηρίξει το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου και να ζητήσει τη μέγιστη συμμετοχή. Έχει κερδίσει με αυτό το τρόπο πολλή συμπάθεια και υποστήριξη μεταξύ της αριστερής πτέρυγας του κινήματος ανεξαρτησίας. Υπάρχει αυξανόμενη σύγκλιση μεταξύ της αριστερής, αντικαπιταλιστικής πτέρυγας του κινήματος ανεξαρτησίας και της πολιτικής έκφρασης του κινήματος των Ισπανών «Αγανακτισμένων». Αυτή είναι η βάση για έναν αγώνα για μια Καταλανική Δημοκρατία, που αντιπροσωπεύει μία ξεκάθαρη διαφωνία με τις πολιτικές λιτότητας, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο με το σπάσιμο με τον καπιταλισμό και έχοντας ως κατεύθυνση το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Η Διεθνής Μαρξιστική Τάση δηλώνει την πλήρη υποστήριξή της για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του καταλανικού λαού και το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου. Κάθε ψήφος υπέρ του ΝΑΙ είναι μια ψήφος κατά του καθεστώτος του 1978. Το σύνθημά μας είναι αυτό της Καταλανικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, το οποίο πρέπει να χρησιμεύσει ως σπίθα για την επαναστατική αλλαγή σε όλη την Ιβηρική Χερσόνησο.

Για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του καταλανικού λαού!

Υπερασπιστείτε το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου με επαναστατικά μέσα!

Για μία μαζική κινητοποίηση στους δρόμους, επιτροπές άμυνας παντού και γενική απεργία!

Ενάντια στην καταστολή του ισπανικού κράτους, ενάντια στο καθεστώς του 1978!

Για μια Καταλανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία!

Για την Ιβηρική Επανάσταση!

Μετάφραση: Θωμάς Γεωργίου

Κοινοποιήστε