Ο Μπλοσονάρο κέρδισε τον πρώτο γύρο των εκλογών στη Βραζιλία και πιθανόν να είναι ο νέος πρόεδρος της δημοκρατίας. Έλαβε περίπου το 33% των ψήφων από τις συνολικά 147 εκατομμύρια του εκλογικού σώματος. Ο Χαντάντ (ο υποψήφιος του Εργατικού Κόμματος) έλαβε το 21% των ψήφων. Από το σύνολο των ψηφοφόρων, το 27,32% (περισσότεροι από 40 εκατομμύρια) αποφάσισαν να μη στηρίξουν κανέναν υποψήφιο. Αυτό αποτελεί μια έκφραση του κλίματος που επικρατεί στη κοινωνία.

Οι λεγόμενες «έγκυροι ψήφοι», που καταμετρήθηκαν από το Εκλογικό Δικαστήριο, δίνουν τη λανθασμένη εντύπωση πως ο νικητής έχει με το μέρος του την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Το PSBD (Βραζιλιάνικο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) σαρώθηκε: από 54 βουλευτές το 2014, πλέον εξέλεξε 29. To MDB (Βραζιλιάνικο Δημοκρατικό Κίνημα) έπεσε από 66 σε 34 βουλευτές (σ.τ.μ: Tα PSBD και MDB είναι κεντροδεξιά κόμματα). Το Εργατικό Κόμμα παραμένει το κόμμα με το μεγαλύτερο αριθμό βουλευτών, αν κι έπεσε από 88 το 2010 σε 69 το 2014 και σε 56 τώρα.

Το PSL (Κόμμα των Φιλελεύθερων) του Μπολσονάρο πήγε από έναν σε 54 βουλευτές. Το PSOL (Κόμμα Σοσιαλισμού και Ελευθερίας) ανέβηκε από 6 σε 10 βουλευτές, παρότι ο υποψήφιός του δεν πλησίασε καθόλου κοντά στη προεδρία. Μόνο 240 βουλευτές επανεκλέγησαν από ένα σύνολο 513 βουλευτών. Με τα αποτελέσματα αυτά – και την ένταση της πολιτικής πόλωσης – εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος για τη Βραζιλία.

Τι σηματοδοτεί η εκλογική επιτυχία του Μπολσονάρο;

Τοποθετώντας τον Μπολσονάρο στο διεθνές πλαίσιο, είναι αναπόφευκτη η σύγκριση με την άνοδο άλλων ακροδεξιών πολιτικών και κομμάτων: τον Τραμπ στις ΗΠΑ, τη Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία, τη Λίγκα στην Ιταλία, το AFD στη Γερμανία. Αυτό που είναι κοινό ανάμεσα στον Μπολσονάρο και στα παραπάνω παραδείγματα από όλο τον κόσμο είναι η ρητορική ενάντια στο κατεστημένο, που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στη κοινωνία. Όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν μια κοινή αιτία: τη βαθιά κρίση του καπιταλισμού, που είναι η ρίζα της διεθνούς πολιτικής αστάθειας και της κατάρρευσης των λεγόμενων «μετριοπαθών» οργανώσεων της «αριστεράς» και της δεξιάς, που τόσα χρόνια διαχειρίζονταν εκ περιτροπής το σύστημα.

Η τοποθέτηση του Μπολσονάρο στο παγκόσμιο πλαίσιο μας βοηθά να καταλάβουμε ότι μια σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων του δεν αποτελείται από ρατσιστές, χουντικούς, φασίστες – αν και έχει την υποστήριξη κάποιων φασιστικών ομάδων. Μεταξύ των ψηφοφόρων του είναι μερικοί προλετάριοι, που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της βίας των διακινητών ναρκωτικών και της αστυνομίας, και επιθυμούν με κάθε τρόπο να υπερασπιστούν τις οικογένειές τους. Υπάρχουν επίσης νέοι, εξοργισμένοι με τους πολιτικούς, που θέλουν να βάλουν κάποιον στην εξουσία που απλώς θα καταστρέψει ολοσχερώς το σάπιο σύστημα. Επιπλέον, υπάρχουν, φυσικά, μικροαστικά στοιχεία, φοβισμένα από την κρίση, που θέλουν να μειώσουν το κόστος της ζωής τους με φοροαπαλλαγές και περικοπές στην εργατική νομοθεσία.

Embed from Getty Images

Ωστόσο, σήμερα δεν υπάρχει κάποιο οργανωμένο φασιστικό κόμμα με μια μαζική βάση, ικανή να σχηματίσει ομάδες κρούσης, ώστε να επιτεθεί τις εργατικές οργανώσεις, ακόμα κι αν οι φασιστικές ομάδες αισθάνονται πιο άνετα σ’ αυτό το κλίμα κοινωνικής πόλωσης. Δεν υπάρχει η κοινωνική βάση για την υποστήριξη μιας σκληρής δικτατορίας. Οι υποστηρικτές της μπορεί να κάνουν πολύ θόρυβο, αλλά αποτελούν μια μειοψηφία.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η αστική τάξη έχει ανάγκη από μια αντεπίθεση με το κράτος να αποκτά μια πιο σκληρή στάση καταστολής και ποινικοποίησης των νεολαιίστικων κι εργατικών αγώνων. Ωστόσο, μια δικτατορία ή ένα φασιστικό καθεστώς θα έπρεπε να νικήσει πρώτα την εργατική τάξη, η οποία μπορεί να είναι αυτή τη στιγμή αποπροσανατολισμένη, αλλά όχι νικημένη.

Ο Μπολσονάρο, στην ουσία, αποτελεί την παραμορφωμένη κι εκφυλισμένη έκφραση του μίσους διάφορων τμημάτων της κοινωνίας απέναντι στο κατεστημένο και τους πολιτικούς. Οι πολιτικές του περιλαμβάνουν τη βίαιη καταστολή, τη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, ιδιωτικοποιήσεις χωρίς όριο και τελικά θα οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση της ανεργίας και της καταπίεσης. Δεν έχει από πίσω του ένα φασιστικό κόμμα, αλλά σίγουρα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς καταστολής του αστικού κράτους, ώστε να επιβάλει την αντιδραστική του ατζέντα. Αυτό δε μπορεί να αποκλειστεί, αλλά θα χρειαστεί πρώτα την ήττα και την διάλυση των εργατικών οργανώσεων, ώστε να τις αναγκάσει να εγκαταλείψουν ακόμα και τα ίδια τους τα αιτήματα.

Επιπλέον, ο Μπολσονάρο, μέχρι πρόσφατα, δεν είχε την υποστήριξη της μεγάλης εθνικής και διεθνούς μπουρζουαζίας. Η πιο ενθουσιώδης υποστήριξη που έλαβε στον πρώτο γύρο ήταν από τα πιο αντιδραστικά στρώματα της αγροτικής Βραζιλίας, πρώην αστυνομικούς και τις πιο εκφυλισμένες ευαγγελικές αιρέσεις. Τα κομμάτια της ντόπιας αστικής τάξης που στηρίζουν τον Μπολσονάρο, είναι ακόμα ελάχιστα. Το γεγονός ότι αστοί πολιτικοί τον υποστηρίζουν τώρα στον δεύτερο γύρο αποτελεί μια προσπάθεια ελέγχου του Μπολσονάρο, ενώ συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα λάφυρα της εκμετάλλευσης.

Η σημερινή πολιτική κρίση είναι σαν ναρκοπέδιο. Η αστική τάξη γνωρίζει ότι ένα λάθος βήμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνικές εκρήξεις με επαναστατικό χαρακτήρα.

Εργατικό Κόμμα και PSOL

Το Εργατικό Κόμμα και οι κυβερνήσεις του πρόδωσαν την εργατική τάξη, προχώρησαν σε σκληρές επιθέσεις εναντίον της και υποχώρησαν μπροστά στα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου. Ο Λούλα και οι λοιποί ηγέτες του Εργατικού Κόμματος κατέστρεψαν ένα μαζικό κόμμα, που φτιάχτηκε από τους εργαζόμενους, σαν εργαλείο για την πάλη τους.

Για το λόγο αυτό, το Εργατικό Κόμμα έχασε τη βάση που είχε στο προλεταριάτο των πόλεων, στα εργοστάσια και στη νεολαία, και διατηρεί μια εκλογική βάση εξαιτίας των παραδόσεων του παρελθόντος, όταν υπήρχε μια μέτρια οικονομική ανάπτυξη, που επέτρεψε τη δημιουργία θέσεων εργασίας και μεγαλύτερη κατανάλωση, βασισμένη στην εύκολη πίστωση. Ωστόσο είναι πλέον γεγονός, τόσο εθνικά όσο και διεθνώς, ότι η οικονομική κατάσταση έχει αλλάξει: δεν υπάρχει χώρος για μανούβρες. Δεν έχουν άλλη επιλογή από το να επιτεθούν στους εργάτες. Το προλεταριάτο πρέπει να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της επανοργάνωσης, της αντίστασης και των αγώνων, να ξεπεράσει τα εμπόδια που επανειλημμένα μπλοκάρουν και το εκτρέπουν από το δρόμο του.

Ο υποψήφιος του PSOL για την προεδρία είχε μία ρεφορμιστική ρητορική και καθοδηγήθηκε πλήρως από έναν εκλογικό οπορτουνισμό. Αυτό εμπόδισε το κόμμα να παρουσιαστεί σαν πραγματική εναλλακτική λύση απέναντι στο Εργατικό Κόμμα, που θα μιλούσε ξεκάθαρα ενάντια στο σημερινό σύστημα και θα μπορούσε να δράσει σαν πόλος συσπείρωσης για την εργατική τάξη. Το πιο ενδεικτικό για την τελείως λανθασμένη πολιτική του στάση, από τη μεριά της εργατικής τάξης και της νεολαίας, ήταν το εκλογικό πρόγραμμα που πρότεινε: «Οι 50 συνταγές του Μπουλός». Στο πρόγραμμά του, ο Μπουλός επαινούσε και προσέφερε κίνητρα για «επιχειρηματικότητα»: ακριβώς όπως το Εργατικό Κόμμα λέει ότι θέλει να αναπτύξει τον καπιταλισμό.

Embed from Getty Images

Αντιμέτωπος με την πολιτική αποτυχία της εκστρατείας του, στο τέλος της κούρσας, ο Μπουλός δήλωσε ότι είναι «ενάντια στο σύστημα». Αλλά αυτό ήταν ανούσιο, δεδομένων των «50 συνταγών» που υπερασπιζόταν και χωρίς να έχει διαφοροποιηθεί από το Εργατικό Κόμμα και τον Λούλα.

Το PSOL πρέπει να απομακρυνθεί από τις πολιτικές που οδήγησαν στη πτώση του Εργατικού Κόμματος, αλλιώς δε θα μπορέσει να αναπτυχθεί σαν ένα αληθινά σοσιαλιστικό κόμμα. Όλες οι προσπάθειες της «Μαρξιστικής Αριστεράς» (σ.τ.μ: το βραζιλιάνικο τμήμα της ΔΜΤ) οφείλουν να προσανατολιστούν στη προσπάθεια δημιουργίας ενός ανεξάρτητου, μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος.

Τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμα. Ο αγώνας για να κερδηθεί το 27,32% που δεν ψήφισε κανέναν, όπως και οι ψηφοφόροι άλλων υποψήφιων ξεκινάει τώρα. Στο δεύτερο γύρο, θα παλέψουμε, για να νικηθεί ο Μπολσονάρο.

Η «Μαρξιστική Αριστερά» καλεί όλους τους υποστηρικτές της να ψηφίσουν ενάντια στον Μπολσονάρο στο δεύτερο γύρο των εκλογών. Θα ψηφίσουμε το Εργατικό Κόμμα, χωρίς καμία πίστη στο πρόγραμμα του Χαντάντ. Ο μοναδικός στόχος θα είναι η ήττα του Μπολσονάρο. Ο πραγματικός αγώνας όμως είναι να εξαλείψουμε ολόκληρο το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα και να εγκαθιδρύσουμε μια αληθινή εργατική κυβέρνηση, που θα απαλλοτριώσει τα αφεντικά και θα σχεδιάσει δημοκρατικά την οικονομία.

Οι μπολσεβίκοι έμαθαν τον Αύγουστο του 1917, υπό την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι, πώς να αντιμετωπίσουν το αντεπαναστατικό πραξικόπημα του Κορνίλοφ, χωρίς να υποστηρίξουν την κυβέρνηση Κερένσκι, η οποία κατέστειλε τους μπολσεβίκους τον Ιούλιο, συνέλαβε τον Τρότσκι και οδήγησε τον Λένιν σε εξορία. Στη Γερμανία, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το Κομμουνιστικό Κόμμα, υπό την καθοδήγηση του Στάλιν, αρνήθηκε να δημιουργήσει ένα μέτωπο με το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα – το οποίο αποκαλούσαν «σοσιαλφασιστηκό» – ενάντια στο ναζισμό. Αυτή η εγκληματική σεχταριστική πολιτική επέτρεψε την έλευση του ναζισμού στην εξουσία και στη συνέχεια τη σφαγή των κομμουνιστών και των σοσιαλδημοκρατών. Ο Τρότσκι, σε μια επιστολή του σχετικά με την κατάσταση στη Γερμανία το 1932, δήλωσε:

«Υπάρχουν επτά νότες στη μουσική κλίμακα: το ερώτημα ποια από αυτές είναι «καλύτερη», το Ντο, το Ρε ή το Σι, είναι μια άσκοπη ερώτηση. Αλλά ο μουσικός πρέπει να ξέρει πότε να παίζει και ποιες νότες. Η αφηρημένη ερώτηση, ποιος είναι το μικρότερο κακό – ο Μπρούνινγκ ή ο Χίτλερ – επίσης δεν έχει κανένα νόημα. Πρέπει να γνωρίζετε ποιο κλειδί πρέπει να παίξετε. Είναι σαφές; Για εκείνους που δεν καταλαβαίνουν, ας παραθέσουμε άλλο ένα παράδειγμα: εάν ένας από τους εχθρούς μου με αναγκάζει να καταπιώ μικρές ημερήσιες δόσεις δηλητηρίου και ένας άλλος εχθρός μου, που κρύβεται σε ένα δρομάκι, είναι έτοιμος να με πυροβολήσει, τότε πρώτα πρέπει να επιτεθώ στον δεύτερο εχθρό μου, καθώς αυτό θα μου δώσει την ευκαιρία να ξεφορτωθώ και τον πρώτο. Αυτό δε σημαίνει καθόλου ότι το δηλητήριο είναι «μικρότερο κακό» σε σύγκριση με το περίστροφο».

Το ζήτημα του δεύτερου γύρου είναι «να πάρουμε το περίστροφο» από τον Μπολσονάρο και να συνεχίσουμε να παλεύουμε ενάντια στο «δηλητήριο»: τις επιθέσεις που θα εφαρμόσει μια κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος. Ανάμεσα στις δύο πιθανές επιλογές, είναι καλύτερο για την εργατική τάξη να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις της και να ετοιμαστεί για τις μελλοντικές νίκες.

Σε όλες τις περιοχές που θα διεξαχθεί δεύτερος γύρος ανάμεσα σε αστικά κόμματα για τη θέση του κυβερνήτη, η «Μαρξιστική Αριστερά» καλεί όλους τους αγωνιστές και υποστηρικτές της να ρίξουν άκυρο ή να απέχουν!

Δεν περιμένει στη γωνία καμία συντριπτική ήττα ή ο φασισμός. Αυτό που υπάρχει είναι κοινωνική πόλωση, ένα αποτυχημένο καθεστώς, η έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας και η προδοσία από τους παραδοσιακούς ηγέτες της εργατικής τάξης. Ωστόσο, υπάρχει επίσης μια μάζα ανθρώπων πρόθυμων να παλέψουν, οι οποίοι θα το κάνουν, όταν βρουν μια διέξοδο για να εκφράσουν την αγανάκτηση τους. Η ανάπτυξη των ταξικών αγώνων βρίσκεται στον ορίζοντα, στους δρόμους, τα εργοστάσια, τους χώρους εργασίας και τα σχολεία, όπου θα χρειαστεί να νικήσουμε τους εχθρούς μας.