Το πολιτικό αδιέδοξο του αστικού κοινοβουλευτισμού στην Ισπανία και η στάση των κομμάτων ένα μήνα μετά τις εκλογές. Άρθρο του Χόρχε Μαρτίν. Μετάφραση : Άγγελος Σταμούλης, Μάριος Καλομενόπουλος, Σωτήρης Αθανασόπουλος. Επιμέλεια : Γιώργος Αρναούτογλου.

 

«Θα ήθελα η Ισπανία να αποκτήσει μια σταθερή κυβέρνηση το συντομότερο δυνατόν», επέμεινε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, πριν από λίγες ημέρες. Η αιτία εξηγήθηκε από τον Πρόεδρο του Eurogroup Ντάισελμπλουμ: «Η Ισπανία θα πρέπει να επεκτείνει περαιτέρω τη δημοσιονομική προσαρμογή.» Το ευρωπαϊκό κεφάλαιο έχει ήδη επισημάνει ότι ο προϋπολογισμός της Ισπανίας είναι εκτός στόχων και απαιτεί 10 δις ευρώ σε πρόσθετες περικοπές. Ωστόσο, ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης στα μέτρα της άρχουσας τάξης, αποδεικνύεται μια πολύ δύσκολη υπόθεση.

Οι εκλογές της 20ης Δεκέμβρη οδήγησαν σε μία «κατακερματισμένη» Βουλή, στην οποία κανένα κόμμα δεν έχει απόλυτη πλειοψηφία. Η άνοδος του Podemos και των συμμαχικών του σχηματισμών στη Βαλένθια, τη Γαλικία και Καταλονία ήταν ένα ισχυρό πλήγμα για το δικομματικό σύστημα που είχε «χαρίσει» σταθερότητα στην άρχουσα τάξη για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων τριάντα ετών. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την εκλογική έκφραση της έντονης περιόδου ταξικής πάλης του 2010-13, που ξεκίνησε με το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης και τα βάναυσα μέτρα λιτότητας. Ως εκ τούτου, όλοι οι αστικοί θεσμοί έχουν απαξιωθεί. Όμως, η ώθηση που δημιουργήθηκε από τα κάτω δεν ήταν ακόμη αρκετά ισχυρή για να νικήσει το δικομματικό σύστημα και έτσι κατέληξε σε μια πολύ ασταθή κατάσταση.

Πριν από τις εκλογές, η άρχουσα τάξη προώθησε σε μεγάλο βαθμό το κόμμα «Οι Πολίτες» (Ciudadanos – Cs) του Άλμπερτ Ριβέρα, ένα δεξιό-λαϊκίστικο κόμμα, το οποίο ήλπιζαν ότι θα μπορούσε να κερδίσει αρκετές έδρες, ώστε ο συνασπισμός «Λαϊκού Κόμματος» (People’s Party – PP) και Cs να κατέχει την απόλυτη πλειοψηφία. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου τα δεξιά χαρακτηριστικά του Cs έγιναν πιο εμφανή και το σχέδιο τους απέτυχε οικτρά. Ένας συνασπισμός του Ραχόι του PP (123 έδρες) και των Cs (40 έδρες), δεν φτάνει τις απαραίτητες 176 έδρες για να αποκτήσει μια απόλυτη πλειοψηφία. Ούτε μια πιθανή συμμαχία μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE – 90 έδρες) του Πέδρο Σάντσεζ και των Cs (40) αποτελεί εναλλακτική λύση.

Στην πραγματικότητα, η μόνη πραγματικά σταθερή κυβέρνηση που θα μπορούσε να δημιουργήσει η άρχουσα τάξη είναι ένας «μεγάλος συνασπισμός» με τη συμμετοχή των PP, Cs και PSOE. Αλλά αυτό θα σήμαινε την δέσμευση όλων των βασικών της κομμάτων σε ένα πρόγραμμα περικοπών και λιτότητας, που θα τα οδηγούσε γρήγορα σε ακόμα μεγαλύτερη απαξίωση και πολιτική «φθορά». Επίσης, μια τέτοια κίνηση θα άνοιγε το δρόμο για ένα νέο κύμα αγώνων και θα προετοίμαζε την περαιτέρω άνοδο του Podemos στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση (με τον ίδιο τρόπο που η συμμαχία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ προετοίμασε το έδαφος για την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ).

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση δεν θα πρέπει μόνο να ασχοληθεί με μια πολύ εύθραυστη οικονομική κατάσταση, αλλά και με τις πιέσεις υπέρ της ανεξαρτησίας από την πρόσφατα διαμορφωμένη κυβέρνηση της Καταλονίας. Αυτό περιπλέκει ακόμα περισσότερο το σχηματισμό μιας κυβέρνησης στη Μαδρίτη.

Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει διαμάχες στο εσωτερικό τόσο του ΡΡ όσο και του PSOE. Υπάρχουν έγκυρες φωνές, με κύρος, στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης που καλούν τον Ραχόι να παραιτηθεί υπέρ της αναπληρώτριας του, Σοράγια Σάενθ ντε Σανταμαρία, προκειμένου μια μεγάλη συμμαχία να είναι ευκολότερα πραγματοποιήσιμη.

Εντός του PSOE υπάρχουν ισχυροί περιφερειακοί “αντίπαλοι” που αμφισβητούν την ηγεσία του Πέδρο Σάντσεζ (ο οποίος οδήγησε στο χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα του κόμματος παρά το γεγονός ότι ήταν επισήμως στην αντιπολίτευση). Η ηγέτιδα του PSOE στην Ανδαλουσία (η μόνη περιοχή όπου οι ψήφοι του κόμματος υπέστησαν μικρές απώλειες), Σουζάνα Ντίαζ, έχει ήδη ταχθεί κατά του Σάντσεζ και ζήτησε τη σύγκληση ενός έκτακτου συνεδρίου του κόμματος. Η Ντίαζ είναι υπέρ της στήριξης μιας συμμαχίας PP-Cs, απέχοντας από τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης στο κοινοβούλιο. Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι το PSOE, κάτω από την ηγεσία της, πρέπει να περιμένει μέχρι τη κατάλληλη στιγμή ώστε να προκαλέσει πρόωρες εκλογές.

Σημαντικός παράγοντας όσον αφορά το σκεπτικό της ηγεσίας του PSOE αποτελεί ο φόβος για ενδεχόμενη «Πασοκοποίηση» του κόμματος· πως η οποιαδήποτε σύμπραξη με τη δεξιά θα μπορούσε να οδηγήσει το κόμμα στην καταστροφή, όπως συνέβη με το ΠΑΣΟΚ. Γι αυτό το λόγο ο Σάντσεζ έριξε στο τραπέζι την πρόταση για μια «Κυβέρνηση της Προόδου» με το PSOE να προσθέτει τις 90 έδρες του στο Podemos και τις συμμαχικές λίστες (που αριθμούν 69 έδρες). Ο Σάντσεζ επισήμανε πως το PSOE δε θα χαρίσει ψήφο για μια κυβέρνηση με πυρήνα το λαϊκό κόμμα PP. Ένας τέτοιος συνδυασμός δε θα ήταν πλειοψηφικός και θα απαιτούσε ακόμα τη στήριξη των εθνικιστικών σχημάτων της Καταλονίας, των σοσιαλδημοκρατών της «Δημοκρατικής Αριστεράς της Καταλονίας» (ERC) και των φιλελεύθερων συντηρητικών της συμμαχίας «Δημοκρατία και Ελευθερία» (DiL), που από κοινού, θα πρόσθεταν άλλες 17 έδρες. Ο Σάντσεζ θέλοντας να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρόταση του, ταξίδεψε στην Πορτογαλία για να συνομιλήσει με τον πρωθυπουργό Αντόνιο Κόστα, ο οποίος είναι στην εξουσία χάρη στη συμφωνία με τα αριστερά κόμματα κατά της λιτότητας Μπλόκο της Αριστεράς και Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας (τα οποία στηρίζουν κοινοβουλευτικά την κυβέρνηση, αλλά δε συμμετέχουν σε αυτήν).

Αυτός ο συνασπισμός θα ήταν ιδιαίτερα ασταθής. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ο Σάντσεζ αντιμετωπίζει ισχυρή εσωκομματική αντιπολίτευση, ενώ η στήριξη από τους Podemos προϋποθέτει σημαντικές παραχωρήσεις από την πλευρά του PSOE σε μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα. Ίσως όμως το πιο δύσκολο εμπόδιο είναι το εθνικό ζήτημα. Μια συμφωνία με τα κόμματα που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας θεωρείται αδιανόητη δίχως σημαντικές παραχωρήσεις στο ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας, κάτι που η άρχουσα τάξη της Ισπανίας δε διατίθεται να επιτρέψει μιας και η ενωμένη Ισπανία αποτελεί αδιαμφισβήτητο πυλώνα του καθεστώτος του 1978. Αυτό επίσης θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο για μια συμφωνία με τους Podemos μιας και το κόμμα τους και οι σύμμαχοι τους στις εκλογικές λίστες στην Καταλονία, στη Βαλένθια και στη χώρα των Βάσκων, έχουν αποκτήσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας, υποσχόμενοι τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη δυνατότητα της αυτοδιάθεσης.

Μια πιθανή εναλλακτική λύση, να συμπεριληφθούν και οι εθνικιστές της Καταλονίας σε ένα τέτοιο σύμφωνο, θα χρειαζόταν την προσέγγιση του Cs. Ωστόσο, ένα από τα βασικά θέματα της εκστρατείας του Cs ήταν ακριβώς η υπεράσπιση της ενότητας της Ισπανίας και η αντίθεση τους στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Επίσης, θα ήταν δύσκολο να παρουσιάσει οποιαδήποτε συμφωνία με τους Cs σε μια «Κυβέρνηση της Προόδου». Στην πραγματικότητα, φαίνεται σχεδόν αδύνατο για το PSOE να προχωρήσει σε συμφωνία με το Podemos και το Cs την ίδια στιγμή, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι κινείται ταυτόχρονα προς τα αριστερά και προς τα δεξιά σε κοινωνικά και οικονομικά θέματα, αλλά ταυτόχρονα να κοιτάει προς τον ισπανικό εθνικισμό και στο δικαίωμα για αυτοδιάθεση. Ούτε ένας έμπειρος πολιτικός ακροβάτης σαν το Σάντσεζ μπορεί να επιτύχει ένα τέτοιο κατόρθωμα.

Η ορκωμοσία των νέων βουλευτών και ο σχηματισμός των σωμάτων σε Κογκρέσο και Γερουσία αποτέλεσε ήδη πηγή συγκρούσεων και θα μας επιτρέψει να δούμε σε γενικές γραμμές πως προχωρούν οι συνομιλίες της κυβέρνησης.

Πρώτα απ’ όλα, η συμμετοχή στο κοινοβούλιο των πρόσφατα εκλεγμένων μελών των Podemos και των συμμάχων τους στους εκλογικούς καταλόγους (És El Moment στη Βαλένθια, En Comú Podem στην Καταλονία και En Marea στη Γαλικία) προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση. Η παλιά και αποχαυνωτική ατμόσφαιρα όπως και το πρωτόκολλο του Κογκρέσου έσπασαν από τα νεοεκλεγμένα μέλη που ως ένα βαθμό είναι οι πολιτικοί εκπρόσωποι του κινήματος των αγανακτισμένων. Αντιπροσωπεύουν, πολιτικά,την αντίθεση στο σύστημα και τη δημιουργία των συνθηκών λιτότητας της περιόδου 2010-13.

Επέλεξαν να ορκιστούν ως βουλευτές στις διαφορετικές, δικές τους εθνικές γλώσσες (καταλανικά, βασκικά, γαλικιανά, αστουριανά) και υιοθέτησαν ανορθόδοξες μεθόδους για να δηλώσουν την πίστη τους στο Σύνταγμα (κάτι το οποίο αποτελεί νομική υποχρέωση για κάθε βουλευτή). Έτσι, κάποιοι υποσχέθηκαν να «σεβαστούν το σύνταγμα και να εργαστούν για να το αλλάξουν». Η Καταλανή εκπρόσωπος της συνιστώσας του Podemos En Comu Podem(ECP), υποσχέθηκε «να εργαστεί για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης». «Εμείς θα ανατρέψουν τις μεταρρυθμίσεις σας!», φώναξε στη συνέχεια και έδωσε χαιρετισμό με σφιγμένη τη γροθιά, φορώντας μπλουζάκι που έγραφε “working class heroes” (ήρωες της εργατικής τάξης). «Για την μνήμη των παππούδων μας, για το μέλλον των παιδιών μας» ορκίστηκε ένας άλλος εκπρόσωπος. «Θα εργαστώ για τη Δημοκρατία και το κοινό καλό του λαού», δήλωσε ένας ακόμα από τους βουλευτές της καταλανικής ECP. «Οι άνθρωποι αποφασίζουν», δήλωσε η αναπληρώτρια της Γαλικιανής En Marea, Γιολάντα Ντίαζ (η οποία είναι επίσης η ηγέτιδα της Ενωμένης Αριστεράς στη Γαλικία), υιοθετώντας το σύνθημα της πορτογαλικής επανάστασης του 1974.

Φυσικά αυτά αποτελούν μόνο χειρονομίες και συμβολισμούς και οι βουλευτές θα κριθούν με βάση την παρουσία τους στο κοινοβούλιο. Παρ’ όλα αυτά, οι συμβολισμοί αυτοί, έχουν τη δική τους σημασία, όπως αυτοί τονίσθηκαν από τα αστικά μέσα ενημέρωσης. «Ένας σύμβουλος στο τσαβικό καθεστώς…», «…πρώην μέλος της ETA…», «…πολλά άτομα έχουν συλληφθεί για διακίνηση ναρκωτικών και ένας κατηγορείται για επίθεση σε αστυνομικό» ήταν μερικά από τα σχόλια τους. Παράλληλα, οι δεξιοί δημοσιογράφοι της εφημερίδας La Razon εμπαίζουν στα άρθρα τους ορισμένους από τους δημοφιλείς βουλευτές του Podemos, όπως τον Αλμπέρτο Ροντρίγκεζ, βουλευτή των Podemos στους Κανάριους Νήσους και εργαζόμενου της Repsol, επειδή έχει ράστα μαλλιά. Ένας δημοσιογράφος της δεξιάς κατήγγειλε ότι το Κογκρέσο «βρωμάει», αναφερόμενος στην παρουσία των νέων βουλευτών, ενώ ηγετικό στέλεχος του PP είπε ότι δεν τον ενοχλούν τα ράστα όσο δεν πιάνουν ψύλλους! Πίσω από αυτά τα σχόλια μπορεί να παρατηρήσει κανείς το ταξικό μίσος και το φόβο της άρχουσας τάξης που έρχονται να αντιμετωπίσουν οι εκπρόσωποι του κινήματος των μαζών καταλαμβάνοντας πλέον θέσεις σε «δικά» τους θεσμικά όργανα, έχοντας τη στήριξη από περισσότερους από πέντε εκατομμύρια ψηφοφόρους.

Ουσιαστικότερες από τις κινήσεις κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας, ήταν οι συμφωνίες που οδήγησαν στην εκλογή προέδρου του Κοινοβουλίου. Το μέλος του PSOE, Patxi Lopez, ορίστηκε ως ο νέος πρόεδρος, με τις ψήφους του κόμματός του και των Cs, ενώ το Podemos και οι σύμμαχοί του ψήφισαν τον δικό τους υποψήφιο, την Carolina Bescansa. Αυτό κατέστη εφικτό εξαιτίας της προσυνεννοημένης αποχής του PP. Μια κίνηση που μαρτυρά τις παρασκηνιακές συνεργασίες των δύο μεγάλων κομμάτων που έχουν την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης.

Παράλληλα, το PSOE επέτρεψε στους Καταλανούς εθνικιστές του ERC και του DiL να δημιουργήσουν τις δικές τους κοινοβουλευτικές ομάδες, παρ’ όλο που δεν είχαν τον απαραίτητο αριθμό βουλευτών, «δανείζοντας» τους μερικούς από τους βουλευτές του. Είναι φανερό ότι ερίζουν για την ψήφο (ή αποχή) τους για μια συγκυβέρνηση υπό το PSOE. Ταυτόχρονα, το PSOE, οι Cs και το PP αρνούνται τις καταλανικές, βαλενσιανές και γαλικιανές λίστες, που είναι με το Podemos, να σχηματίσουν τις δικές τους κοινοβουλευτικές ομάδες, παρόλο που πληρούν τα κριτήρια.

Το νόημα που προκύπτει από όλους αυτούς τους ελιγμούς είναι προφανές: Το PSOE ούτε θέλει, ούτε μπορεί να πετύχει μία συγκυβέρνηση με το Podemos, αλλά προσπαθεί να προβάλλει το Podemos σαν το μέρος που αποτρέπει τη συμφωνία. Στην πραγματικότητα, η ηγεσία του PSOE δεν έκανε καμία συγκεκριμένη πρόταση, με σαφείς όρους, ως προς το τι μια υποθετική «Κυβέρνηση της Προόδου» θα περιελάμβανε και επίσης δήλωσε εξ αρχής ότι διαφωνεί με το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας. Για την ακρίβεια, υπολογίζουν τα πολιτικά οφέλη τους, με το να προβάλουν το Podemos ως «παράλογο» και με το να προσπαθούν να αποτρέψουν μια συμφωνία βασιζόμενοι στη δικαιολογία της άρνησης της «διχοτόμησης της Ισπανίας». Πιθανώς αυτό που επιδιώκει ο Σάντσεζ είναι μια συγκυβέρνηση μειοψηφίας με τους Cs, βασισμένη στην απουσία των Podemos και των καταλανών εθνικιστών.

Το Podemos και οι σύμμαχοι του απάντησαν σε αυτούς τους ελιγμούς ξεκαθαρίζοντας, πως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιτρέψουν μια κυβέρνηση του PP, ενώ ταυτόχρονα προχώρησαν σε μια πρωτοβουλία, εντός του κοινοβουλίου, την «Social Emergency Law 25», η οποία θα εγγυηθεί μια σειρά από βασικά κοινωνικά δικαιώματα. Τα τρία κύρια μέρη αυτής της πρωτοβουλίας είναι : η αποκατάσταση της ενιαίας και δημόσιας υγείας για όλους, το σταμάτημα των εξώσεων (και την μεταφορά των γυναικών που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία σε διαφορετική στέγη) και την εξασφάλιση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και πετρελαίου σε οικογένειες που το έχουν ανάγκη. Αυτή η πρωτοβουλία θα αποκαλύψει τις πραγματικές προθέσεις του PSOE.

Είναι αδύνατον να προβλέψουμε τον τρόπο με τον οποίο θα ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο. Η άρχουσα τάξη της Ισπανίας, αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης θα ασκήσει πίεση (ήδη ασκεί) για να πραγματοποιηθεί μια συμφωνία, ώστε να υπάρξει η όσο το δυνατόν πιο ευρεία και πιο σταθερή κυβέρνηση, με σκοπό να συνεχιστούν τα μέτρα των περικοπών και της λιτότητας που επιθυμούν.

Ο μόνος τρόπος να ξεπεραστεί το αδιέξοδο προς όφελος των εργαζομένων είναι η μεταφορά του πεδίου σύγκρουσης εκτός του κοινοβουλίου. Ένα συλλογικό κάλεσμα για εθνική κινητοποίηση από τους “Dignity Marches”, τους Mareas (Tides – καμπάνια εναντίον των περικοπών και της λιτότητας), το Podemos, την Ενωμένη Αριστερά και από άλλους θα είχε τεράστια ανταπόκριση. Ο αγώνας θα μπορούσε να οργανωθεί γύρω από μία πλατφόρμα 4-5 θέσεων: κατάργηση των αντεργατικών μεταρρυθμίσεων που επέβαλε το PP, ανάκληση της τροποποίησης του άρθρου 135 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την λιτότητα, κατάργηση του αντιδημοκρατικού νόμου Mordaza που ποινικοποιεί τις συγκεντρώσεις μπροστά από το κοινοβούλιο, διακοπή των εξώσεων και αποκατάσταση των περικοπών στην υγεία και παιδεία.

Τα δύο τελευταία χρόνια, από την έναρξη του Podemos τον Ιανουάριο του 2014, το επίπεδο των μαζικών κινητοποιήσεων έχει υποχωρήσει δραματικά. Δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί διαφορετικά μετά από μια έντονη περίοδο πάλης, αφού η προσοχή πλέον των μαζών έχει στραφεί στο εκλογικό πεδίο. Αυτό οδήγησε στην εκτόξευση των ποσοστών του Podemos στις εκλογές για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο το Μάιο του 2014,την επικράτηση σε μεγάλα αστικά κέντρα στις δημοτικές εκλογές του Μαΐου του 2015 και τώρα το ταρακούνημα του πολιτικού σκηνικού, στις γενικές εκλογές στις 20 Δεκέμβρη του 2015.

Η προσοχή πλέον θα πρέπει να στραφεί ξανά στις κινητοποιήσεις, για τις οποίες οι εκλεγμένοι βουλευτές, θα πρέπει να είναι η φωνή εντός του κοινοβουλίου.

Το αδιέξοδο στους θεσμούς είναι μια στρεβλή αντανάκλαση του κοινωνικού αδιεξόδου. Η αστική τάξη έχει ανάγκη να συνεχίσει την επιθετική της πολιτική. Η απαίτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για επιπλέον περικοπές αξίας €10 δις είναι μόνο η αρχή. Με την παγκόσμια οικονομία να οδεύει σε μια νέα ύφεση, η ευρωπαϊκή οικονομία θα δεχτεί ισχυρό πλήγμα. Το επίκεντρο της κρίσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να μετατοπιστεί από την Ελλάδα στην Ισπανία.

Η εργατική τάξη της Ισπανίας έχει ήδη επωμιστεί βάρβαρες μεταρρυθμίσεις. Μια πρόσφατη ανάλυση της Oxfam, αποκαλύπτει μια ζοφερή εικόνα των κοινωνικών συνθηκών στην Ισπανία. Είναι η χώρα στην οποία η κοινωνική ανισότητα έχει αυξηθεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ από την αρχή της κρίσης (με εξαίρεση την Κύπρο), το 29.2% του πληθυσμού είναι στο όριο της φτώχειας και του αποκλεισμού, ο μέσος μισθός έχει μειωθεί κατά 22%, το πιο πλούσιο 1% κρατά στα χέρια του τον ίδιο πλούτο με το πιο φτωχό 80% και η φυγή των κεφαλαίων στο εξωτερικό, σε «φορολογικούς παραδείσους», εκτοξεύτηκε κατά 2000%, μόνο το 2015.

Ένα νέο κύμα περικοπών και λιτότητας, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, θα προκαλέσει μία άνευ προηγουμένου κοινωνική έκρηξη. Γι’ αυτό το λόγο η άρχουσα τάξη χρειάζεται μια “ισχυρή” και “σταθερή” κυβέρνηση, όσο το δυνατόν πιο ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να προετοιμαστούν, να το αντιπαλέψουν, με όλες τους τις δυνάμεις.

Σε τελική ανάλυση, η κύρια ιδέα που πρέπει να γίνει κατανοητή είναι πως μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πέρα από τη λιτότητα.

Χόρχε Μαρτίν
Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com
Μάριος Καλομενόπουλος, Άγγελος Σταμούλης, Σωτήρης Αθανασόπουλος
Επιμέλεια: Γιώργος Αρναούτογλου