Αντιμέτωπη με την αφόρητη πίεση από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, η Εθνική Συνέλευση της Κούβας υιοθέτησε, κατά τη διάρκεια έκτακτης συνεδρίασης στις 18 Ιουνίου, μια σειρά οικονομικών προτάσεων. Αν εφαρμοστούν αυτές οι προτάσεις θα οδηγήσουν άμεσα στην παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Την Παρασκευή 12 Ιουνίου, σε πρωινή συνέντευξη Τύπου, ο Πρόεδρος Ντίας-Κανέλ ανακοίνωσε εκτεταμένες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Την Τετάρτη 17 Ιουνίου συνεδρίασε η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας (PCC) και, με πρωτοφανή ταχύτητα, την επόμενη ημέρα η Εθνική Συνέλευση της Λαϊκής Εξουσίας ενέκρινε όχι λιγότερα από 176 μέτρα. Συνολικά, αυτά τα μέτρα, αν εφαρμοστούν, σηματοδοτούν το τέλος της σχεδιασμένης οικονομίας και την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αναλυθούν οι αποφάσεις που ελήφθησαν. Δεν πρόκειται για μερικές μεταρρυθμίσεις ούτε για ένα μερικό άνοιγμα στην αγορά. Μιλάμε για τίποτε λιγότερο από την πλήρη αποκατάσταση μιας καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς στην Κούβα. Πρόκειται για ένα ποιοτικό άλμα, όχι απλώς για μια ποσοτική μεταβολή. Και αυτό θα έχει πολύ σοβαρές και ιστορικές συνέπειες.
Καπιταλιστική παλινόρθωση
Ας ξεκινήσουμε περιγράφοντας τα εγκεκριμένα μέτρα:
• Τέλος στον κρατικό σχεδιασμό της οικονομίας και στην κατανομή των πόρων από το κράτος, τα οποία θα αντικατασταθούν από «πολιτικές κατευθύνσιες για όλους τους οικονομικούς φορείς» (δημόσιους και ιδιωτικούς) και από την πρωτοκαθεδρία των «κατευθύνσεων της αγοράς».
• Κατάργηση του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου.
• «Μετατροπή των σοσιαλιστικών κρατικών επιχειρήσεων σε εμπορικές εταιρείες με μετοχές ή συμμετοχικά κεφάλαια» και δυνατότητα αγοράς μετοχών τους από ιδιωτικό κεφάλαιο, εγχώριο και ξένο.
• Οι κρατικές επιχειρήσεις θα αποκτήσουν πλήρη αυτονομία ως προς την επενδυτική τους πολιτική, τους τομείς δραστηριότητας, τους μισθούς των εργαζομένων και την πώληση περιουσιακών τους στοιχείων στον ιδιωτικό τομέα. Θα καθορίζουν τις τιμές τους σύμφωνα με το κόστος και όσες δεν είναι κερδοφόρες θα κλείνουν.
• Δημιουργία ιδιωτικού τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού τομέα.
• Απεριόριστη επέκταση των τομέων που θα είναι ανοιχτοί σε ιδιωτικές επενδύσεις, εγχώριες και ξένες.
• Αόριστης διάρκειας επικαρπία γης από ιδιώτες.
• Κατάργηση των καθολικών επιδοτήσεων, οι οποίες θα αντικατασταθούν από στοχευμένη στήριξη για ευάλωτα άτομα.
• Χαλάρωση των κανόνων απολύσεων και εισαγωγή επιδόματος ανεργίας διάρκειας τριών έως έξι μηνών.
• «Διαδοχικές υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος για τη μείωση των διαφορών στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Οι επιχειρήσεις που δεν θα αντέξουν την υποτίμηση θα κλείνουν».
• Δυνατότητα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να απασχολούν περισσότερους από 100 εργαζομένους.
• «Παροχή δυνατότητας στις εταιρείες ακινήτων να πραγματοποιούν αγοραπωλησίες κατοικιών».
• «Παροχή δυνατότητας στους ξένους επενδυτές να έχουν πλήρη πρόσβαση στα έσοδά τους σε ξένο νόμισμα, να λειτουργούν ευέλικτα σε ένα περιβάλλον μερικής δολαριοποίησης της οικονομίας και να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά συναλλάγματος».
• «Να επιτραπεί σε όλες τις μορφές επιχειρήσεων να δραστηριοποιούνται στα Κάγιος, στις ιστορικές περιοχές της Παλιάς Αβάνας και του Τρινιδάδ».
• «Να επιτραπεί η ανάπτυξη ακινήτων σε όλες τις τουριστικές περιοχές της χώρας».
• «Να προσκληθούν αλυσίδες ταχυφαγείων να επενδύσουν στη χώρα».
Αυτές είναι μόνο μερικές από τις εγκεκριμένες προτάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και άλλες σοβαρές πτυχές. Παρέθεσα μόνο εκείνες που θεωρώ πιο σημαντικές.
Ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τα λόγια όσων έλαβαν αυτές τις αποφάσεις, στην πράξη αυτό για το οποίο μιλάμε είναι η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Κούβα.
Μαζί με την κατάργηση του οικονομικού σχεδιασμού έρχεται η μετατροπή των κρατικών επιχειρήσεων σε μετοχικές εταιρείες, η υπαγωγή τους στους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς και, επιπλέον, η κατάργηση του μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου, το οποίο λειτουργούσε ως φραγμός – έστω μερικός και σημαντικά αποδυναμωμένος, αλλά φραγμός παρ’ όλα αυτά – απέναντι στην πίεση της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς πάνω στην κουβανική οικονομία.
Οι προτάσεις αναφέρουν επίσης ότι όλες οι επιχειρήσεις (κρατικές και ιδιωτικές) θα υποχρεούνται να επιδεικνύουν «κοινωνική ευθύνη» – ένα μέλος της Εθνικής Συνέλευσης δήλωσε ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις «είναι επίσης σοσιαλιστικές»! – και ότι το κράτος διατηρεί το δικαίωμα να κατέχει πλειοψηφικό πακέτο μετοχών σε επιχειρήσεις στρατηγικών τομέων. Στην πράξη, τίποτε από αυτά δεν θα έχει σημασία. Οι καπιταλιστές δεν ενεργούν με βάση κάποια ηθική επιταγή προς όφελος της κοινωνίας στο σύνολό της, αλλά με βάση την ανάγκη μεγιστοποίησης του κέρδους, διαφορετικά ο ανταγωνισμός θα τους οδηγήσει στη χρεοκοπία.
Το ιδιωτικό κέρδος μιας μειοψηφίας καπιταλιστών, εγχώριων και ξένων, θα γίνει η κυρίαρχη κινητήρια δύναμη της κουβανικής οικονομίας αν οι προτάσεις αυτές εφαρμοστούν.
Τα εγκεκριμένα μέτρα παρουσιάστηκαν τόσο από τον πρωθυπουργό Μαρέρο όσο και από τον Πρόεδρο Ντίας-Κανέλ, ως βήματα που θα είχαν πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από την τελευταία κλιμάκωση της αμερικανικής επίθεσης και ως μέρος μιας «τελειοποίησης και ενίσχυσης του σοσιαλιστικού μοντέλου».
Δηλώθηκε επίσης ότι αυτά τα μέτρα «λύνουν τον γόρδιο δεσμό που έπνιγε τις παραγωγικές δυνάμεις»… σαν να ήταν το πρόβλημα η κρατική ιδιοκτησία και ο σχεδιασμός και όχι η γραφειοκρατία και ο γραφειοκρατικός τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται ο σχεδιασμός.
Αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό ζήτημα. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ορισμένες από αυτές τις παραχωρήσεις προς την αγορά ήταν αναπόφευκτες μπροστά στην αφόρητη πίεση του ιμπεριαλισμού τους τελευταίους μήνες, η οποία έχει οδηγήσει σχεδόν στον πλήρη στραγγαλισμό της κουβανικής οικονομίας. Αν όμως ισχύει αυτό, τότε πρέπει να ειπωθεί ανοιχτά ότι αυτά τα μέτρα συνιστούν ένα σοβαρό και πολύ επικίνδυνο βήμα προς τα πίσω, αντί να εξυμνούνται ως βήμα προς τα εμπρός ή να παρουσιάζονται ως ενίσχυση του σοσιαλισμού.
Μέσα σε αυτή τη δίνη αποφάσεων, ο Πρόεδρος Ντίας-Κανέλ ανακοίνωσε επίσης ότι κάλεσε αυτό που χαρακτήρισε ως «κριτικούς» Κουβανούς οικονομολόγους να συμβουλεύσουν την κυβέρνηση σχετικά με αυτά τα μέτρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι Ομάρ Εβερλένι και Τριάνα Κορδοβί, οι οποίοι εδώ και περίπου 20 χρόνια υποστηρίζουν, τόσο εντός όσο και εκτός του Κέντρου Μελέτης της Κουβανικής Οικονομίας, τον κινεζο-βιετναμέζικο δρόμο προς την καπιταλιστική παλινόρθωση. Είναι σαν να βάζεις την αλεπού να φυλάει το κοτέτσι.
Σε αρκετές ομιλίες στην Εθνική Συνέλευση της Λαϊκής Εξουσίας (ANPP) και στις συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος (CC), εξηγήθηκε ότι οι προτάσεις προέκυψαν «από τη μελέτη των εμπειριών άλλων σοσιαλιστικών χωρών», δηλαδή της Κίνας και του Βιετνάμ.
Ας είμαστε σαφείς: στην Κίνα και το Βιετνάμ, οι ηγεσίες των «κομμουνιστικών» κομμάτων τους παλινόρθωσαν τον καπιταλισμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διαδικασία διήρκεσε δεκαετίες. Στην Κούβα, θέλουν να την προωθήσουν μέσα σε λίγες ημέρες και εβδομάδες.
Η διαφορά είναι ότι στην Κίνα, η καπιταλιστική παλινόρθωση σε μια μεγάλη χώρα, με τεράστιο απόθεμα φθηνής εργατικής δύναμης και ισχυρό κράτος, οδήγησε τελικά σε μια αυτόνομη ανάπτυξη που μετέτρεψε τη χώρα σε παγκόσμια δύναμη ικανή να αμφισβητήσει την κυριαρχία των ΗΠΑ. Η Κίνα είναι μια καπιταλιστική χώρα και τα συμφέροντα μιας χούφτας δισεκατομμυριούχων, στενά συνδεδεμένων με τον κρατικό μηχανισμό και το μόνο κατ’ όνομα Κομμουνιστικό Κόμμα, κυριαρχούν στην οικονομία και επωφελούνται από την εκμετάλλευση της εργασίας εκατομμυρίων ανθρώπων. Ωστόσο, πρόκειται τουλάχιστον για μια καπιταλιστική χώρα που καθορίζει τη δική της πολιτική και ανταγωνίζεται στην παγκόσμια αγορά επί ίσοις όροις με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.
Η Κούβα δεν βρίσκεται σε θέση να επαναλάβει αυτή τη διαδικασία. Η ανεμπόδιστη και ανεξέλεγκτη εισροή ξένου κεφαλαίου στην εύθραυστη κουβανική οικονομία θα οδηγήσει πολύ γρήγορα στην πλήρη κυριαρχία και υποταγή της. Η απώλεια της οικονομικής κυριαρχίας θα ακολουθηθεί, αργά ή γρήγορα, από την απώλεια της πολιτικής κυριαρχίας.
Είναι σαφές ότι υπάρχουν πολλοί, ακόμη και μέσα στην Κεντρική Επιτροπή και την Εθνική Συνέλευση της Λαϊκής Εξουσίας, που αντιμετωπίζουν αυτά τα μέτρα με επιφυλάξεις, ιδιαίτερα λόγω των οικονομικών επιπτώσεων που θα έχουν. Για παράδειγμα, στη συνεδρίαση του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του Κόμματος, η Μίριαμ Νικάδο εξήγησε ότι τα οικονομικά μέτρα που υιοθετήθηκαν «ενδέχεται να διευρύνουν τις ανισότητες μέσα στον πληθυσμό» και «να οδηγήσουν ακόμη και σε μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου σε ορισμένους τομείς».
Γι’ αυτό, προκειμένου να ενισχυθεί η αποδοχή των προτάσεων, παρουσιάστηκε επιστολή υπογεγραμμένη από τον Ραούλ Κάστρο που τις υποστήριζε. Έτσι επιστρατεύθηκε ολόκληρο το κύρος της ιστορικής ηγεσίας της επανάστασης – εκείνων που απαλλοτρίωσαν τον καπιταλισμό για να εκπληρώσουν την υπόσχεση για εθνική κυριαρχία και κοινωνική δικαιοσύνη – ώστε να δικαιολογηθεί ακριβώς το αντίθετο.
Η βάρβαρη και αδίστακτη εκστρατεία οικονομικού στραγγαλισμού των ΗΠΑ
Παρά τους ισχυρισμούς ότι τα μέτρα αυτά λαμβάνονται με ελεύθερη και κυρίαρχη βούληση, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Ο οικονομικός στραγγαλισμός που επιβάλλουν οι ΗΠΑ έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα.
Το πετρελαϊκό εμπάργκο που επιβλήθηκε τον Ιανουάριο παραλύει με ταχύτητα την οικονομία της χώρας, προκαλώντας διακοπές ρεύματος που διαρκούν πάνω από 24 ώρες, διαταράσσοντας τις μεταφορές ανθρώπων και αγαθών (συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων) και επηρεάζοντας τις δημόσιες υπηρεσίες (συμπεριλαμβανομένων των σχολείων και των νοσοκομείων). Εμποδίζει τον πληθυσμό να διατηρήσει τα ελάχιστα τρόφιμα στα οποία έχει πρόσβαση και τον αναγκάζει να μαγειρεύει με κάρβουνο.
Ο Μάρκο Ρούμπιο απείλησε με επιτυχία χώρες της Καραϊβικής και της Κεντρικής Αμερικής, εξαναγκάζοντάς τες να απελάσουν τις κουβανικές ιατρικές αποστολές, μια κρίσιμη πηγή εσόδων για τη χώρα.
Πολλές αεροπορικές εταιρείες έχουν αναστείλει τις πτήσεις προς το νησί λόγω της έλλειψης καυσίμων (αποτέλεσμα του πετρελαϊκού αποκλεισμού), προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στον τουρισμό, ιδιαίτερα από τη Ρωσία και τον Καναδά.
Οι δευτερογενείς κυρώσεις που επέβαλε ο Ρούμπιο την 1η Μαΐου ανάγκασαν την καναδική μεταλλευτική εταιρεία Sherritt International (η οποία συνεργαζόταν με κουβανική κρατική επιχείρηση στην εξόρυξη νικελίου και κοβαλτίου) να αποχωρήσει. Υποχρέωσαν ινδονησιακές, τουρκικές, ισπανικές και καναδικές ξενοδοχειακές αλυσίδες να διακόψουν τις συνεργασίες τους με την κρατική εταιρεία Gaviota. Οδήγησαν τις Visa και Mastercard να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους στο νησί και ανάγκασαν τις ευρωπαϊκές ναυτιλιακές εταιρείες Hapag-Lloyd και CMA CGM να διακόψουν τις εμπορευματικές μεταφορές. Ακόμη και η εταιρεία Envioscuba.com, που αποστέλλει αγαθά σε πελάτες στην Κούβα για λογαριασμό συγγενών τους στις ΗΠΑ, αναγκάστηκε να σταματήσει τη λειτουργία της.
Το εγκληματικό δίδυμο Τραμπ–Ρούμπιο έχει στοχεύσει συστηματικά όλες τις πηγές ξένου συναλλάγματος της Κούβας: τις εξαγωγές ιατρικών υπηρεσιών, τον τουρισμό, τα εμβάσματα, τη μεταλλευτική δραστηριότητα… ενώ παράλληλα έχει διακόψει και τον ενεργειακό εφοδιασμό.
Σε αυτόν τον πρωτοφανή οικονομικό εκβιασμό προστίθενται οι πολεμικές απειλές του Τραμπ και του Ρούμπιο, οι στρατιωτικές απειλές – φανερές και συγκαλυμμένες – καθώς και η επίσκεψη του Χέγκσεθ στη βάση του Γκουαντάναμο.
Ο κινεζικός δρόμος προς την καπιταλιστική παλινόρθωση: με Αμερικανούς επιχειρηματίες;
Μια πιθανή εξήγηση αυτών των μέτρων είναι ότι η κουβανική ηγεσία αποφάσισε να παλινδρομήσει στον καπιταλισμό διατηρώντας ταυτόχρονα τον πολιτικό έλεγχο (κατά το κινεζικό πρότυπο), ως μέσο αποτροπής μιας ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής επέμβασης και μιας ανατροπής του καθεστώτος, με στόχο να διαπραγματευθεί την άρση των κυρώσεων σε αντάλλαγμα.
Αυτό θα συμβάδιζε με μια σειρά πρόσφατων κινήσεων και δηλώσεων. Στα τέλη Μαΐου, ο Αμερικανός επιχειρηματίας και υποστηρικτής του Τραμπ, καθώς και υποψήφιος κυβερνήτης του Ρόουντ Άιλαντ, Βικ Μέλορ, επισκέφθηκε την Κούβα μετά από «πρόσκληση Κουβανών επιχειρηματιών». Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του συναντήθηκε δύο φορές με τον εγγονό του Ραούλ Κάστρο.
«Είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τον Ραούλ [Ροντρίγκες Κάστρο] και το όραμά του για το άνοιγμα της Κούβας στις επιχειρήσεις με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Νομίζω ότι η Κούβα το χρειάζεται, νομίζω ότι ο κόσμος το χρειάζεται», δήλωσε ο Μέλορ στο AFP. «Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε μπροστά, ήρθε η ώρα για αλλαγή, και ο Ραούλ πιστεύει επίσης το ίδιο.» Συγκινητικά πράγματα.
Την επόμενη ημέρα από την έγκριση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης από την Εθνική Συνέλευση της Λαϊκής Εξουσίας (χωρίς να έχει ζητηθεί η γνώμη του κουβανικού λαού και χωρίς να του έχουν δοθεί ουσιαστικές εξηγήσεις), ο Ραουλίτο παραχώρησε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα The National του Άμπου Ντάμπι, ζητώντας μια «εγκάρδια σχέση» με τις ΗΠΑ. Πρόσθεσε μάλιστα ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με αποζημιώσεις προς τους Κουβανοαμερικανούς για τις περιουσίες που απαλλοτριώθηκαν από την επανάσταση.
Στην ίδια συνέντευξη, ο υφυπουργός Εμπορίου και Τουρισμού, Κάρλος Μέντες, απευθύνθηκε άμεσα στην αμερικανική επιχειρηματική κοινότητα:
«Θέλουμε οι Αμερικανοί επιχειρηματίες να γνωρίζουν και να κατανοούν ότι η Κούβα είναι μια χώρα ανοιχτή στις επενδύσεις… σε τομείς όπως η εξόρυξη, ο τουρισμός, τα ακίνητα, οι τράπεζες και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κυβερνήσεών μας που δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την επιχειρηματική κοινότητα να συμμετέχει στην κουβανική οικονομία.»
Υπάρχουν ασφαλώς διαφορές ανάμεσα στον Μάρκο Ρούμπιο και τον Ντόναλντ Τραμπ ως προς τη στάση τους απέναντι στην Κουβανική Επανάσταση. Και οι δύο θέλουν να την καταστρέψουν· αυτό είναι βέβαιο. Διαφωνούν όμως ως προς τον τελικό στόχο. Για τον Ρούμπιο, στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος και η ανάληψη της εξουσίας από τους αντεπαναστάτες Κουβανοαμερικανούς «γκουσάνος» του Μαϊάμι. Για τον Τραμπ, πιθανότατα αρκεί να αποκτήσει τον έλεγχο του νησιού και των οικονομικών του πόρων και να εκδιώξει την Κίνα και τη Ρωσία, ανεξάρτητα από το ποιος θα βρίσκεται αρχικά στην εξουσία: το μοντέλο της Βενεζουέλας.
Υπάρχει μια ένδειξη που έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη. Όταν οι δευτερογενείς κυρώσεις του Ρούμπιο ανάγκασαν την καναδική μεταλλευτική εταιρεία Sherritt International να εγκαταλείψει το νησί, η εταιρεία – η οποία βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στις επενδύσεις της στην Κούβα – κατέρρευσε. Τότε εμφανίστηκε μια αμερικανική εταιρεία, ιδιοκτησίας πρώην συμβούλου της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ, προσφέροντας να αγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της.
Τι ενδιαφέρον θα μπορούσε να έχει ένας επενδυτής από το Τέξας για μια καναδική εταιρεία που έχει μείνει χωρίς δραστηριότητα εξαιτίας των κυρώσεων του Ρούμπιο κατά της Κούβας; Εκτός αν υπολογίζει ότι μπορεί να εξασφαλίσει άδεια από τον Τραμπ για να δραστηριοποιηθεί στην Κούβα!
Μια τέτοια συμφωνία, εφόσον ολοκληρωθεί, θα σήμαινε ότι η εξόρυξη νικελίου και κοβαλτίου στην Κούβα θα περνούσε από καναδικό έλεγχο… σε αμερικανικό έλεγχο, σε μια περίοδο κατά την οποία ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αγωνίζεται να εξασφαλίσει πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Είναι άραγε παράλογο να υποθέσουμε ότι παρόμοιες κινήσεις μπορεί να σχεδιάζονται και σε άλλους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού;
Ο ιμπεριαλιστικός εκβιασμός έχει ήδη αναγκάσει ισπανικές και καναδικές πολυεθνικές να αποσυρθούν εν μέρει από τον κλάδο. Θα ήταν άραγε πρόθυμες οι μεγάλες αμερικανικές αλυσίδες να τις αντικαταστήσουν; Ή μήπως εταιρείες από άλλες χώρες που δεν ανταγωνίζονται τις ΗΠΑ; Γίνεται λόγος για έναν όμιλο από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα που ενδιαφέρεται να κατασκευάσει ένα «Νησί Τραμπ» στο Κάγιο Σάντα Μαρία (!!).
Όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα, είτε μέσω συμφωνίας με ένα τμήμα της κρατικής γραφειοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας είτε διά της βίας, ο έλεγχος της κουβανικής οικονομίας από αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα θα σημάνει την πλήρη απώλεια της εθνικής κυριαρχίας.
Πρέπει να επαναλάβουμε όσα έχουμε εξηγήσει ξανά και ξανά. Οι κατακτήσεις της Κουβανικής Επανάστασης θεμελιώνονται πάνω στην απαλλοτρίωση του καπιταλισμού. Αν ο καπιταλισμός παλινορθωθεί, θα είναι αναπόφευκτα αδύνατο να διατηρηθούν αυτές οι κατακτήσεις (οι οποίες, αν και έχουν αποδυναμωθεί σοβαρά από δεκαετίες ιμπεριαλιστικών επιθέσεων, εξακολουθούν να υπάρχουν).
Η ολοκλήρωση της διαδικασίας καπιταλιστικής παλινόρθωσης θα σημαίνει αναμφίβολα μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα, συσσώρευση πλούτου σε λίγα χέρια και την ανάδυση μιας κουβανικής καπιταλιστικής τάξης, η οποία θα χρησιμοποιήσει την οικονομική της δύναμη για να αποκτήσει τελικά και πολιτική εξουσία.
Δεν μιλάμε για μια χούφτα πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (MIPYMEs) με καμιά δεκαριά εργαζομένους η καθεμία, αλλά για μεγάλους ξένους επενδυτές που θα αποκτήσουν τον έλεγχο των κερδοφόρων τομέων της οικονομίας. Επιπλέον, η αναδυόμενη κουβανική αστική τάξη θα υποστηρίζεται (ή μάλλον θα ελέγχεται) από την ισχυρότερη ιμπεριαλιστική δύναμη του πλανήτη, μόλις 90 μίλια μακριά.
Με την καταστροφή της σχεδιασμένης οικονομίας θα καταστραφούν όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής κυριαρχίας. Μια καπιταλιστική Κούβα θα βρεθεί σε καθεστώς ημιαποικιακής υποταγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υπήρχε άραγε κάποια εναλλακτική λύση;
Στην Κούβα, πολλοί επαναστάτες και κομμουνιστές γνωρίζουν πολύ καλά τους κινδύνους και τις συνέπειες αυτών των προτάσεων, παρά τις επίμονες διαβεβαιώσεις της ηγεσίας ότι πρόκειται για «τελειοποίηση του σοσιαλιστικού μοντέλου» και για «αλλαγή όσων πρέπει να αλλάξουν» (με κυνική εκμετάλλευση μιας φράσης του Φιντέλ).
Ωστόσο, η αντίθεση στην καπιταλιστική παλινόρθωση αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες.
Το πρώτο πρόβλημα είναι η έλλειψη κουλτούρας πολιτικής συζήτησης και λήψης αποφάσεων μέσα στο Κόμμα και γενικότερα στο κράτος. Στην Κούβα έχουν πραγματοποιηθεί πολλές διαβουλεύσεις και δημοψηφίσματα. Πριν από 15 χρόνια οι οικονομικές κατευθυντήριες γραμμές τέθηκαν σε εκτεταμένη δημόσια διαβούλευση. Στο τέλος όμως οι αποφάσεις ελήφθησαν από τα πάνω, χωρίς άμεση συμμετοχή της εργατικής τάξης στη διαδικασία.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι το κατανοητό αντανακλαστικό της ενότητας και της συσπείρωσης απέναντι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα. Το σύνδρομο του «πολιορκημένου φρουρίου». Σε αυτό απαντούμε ότι, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ στη Σοβιετική Ρωσία, σε μια περίοδο άμεσου στρατιωτικού κινδύνου, οι Μπολσεβίκοι οργάνωσαν μια εκτεταμένη συζήτηση μέσα στο Κόμμα και στα σοβιετικά όργανα εξουσίας. Υπήρχαν τρεις αντιτιθέμενες θέσεις και όλες χρησιμοποίησαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης και δημόσιες συγκεντρώσεις για να προπαγανδίσουν τις απόψεις τους. Στο τέλος, βέβαια, έπρεπε να ληφθεί γρήγορα μια απόφαση.
Κατά τη δεκαετία του 1960, σε μια περίοδο άμεσης στρατιωτικής απειλής κατά της Κουβανικής Επανάστασης, πραγματοποιήθηκαν πολλές έντονες συζητήσεις ανάμεσα στους επαναστάτες σχετικά με τη χρήση των σοβιετικών εγχειριδίων, το οικονομικό μοντέλο, την ανάγκη της διεθνούς επανάστασης και την πολιτική απέναντι στην τέχνη και τον πολιτισμό. Τίποτε από αυτά δεν αποδυνάμωσε την επανάσταση· αντίθετα, τη δυνάμωσε.
Η ενότητα απέναντι στον εχθρό υπηρετεί την υπεράσπιση της επανάστασης. Η ενότητα όμως με εκείνους που προτείνουν την παλινόρθωση του καπιταλισμού είναι ψεύτικη, γιατί σημαίνει αποδοχή μιας απόφασης που στην πραγματικότητα υπονομεύει και καταστρέφει την επανάσταση.
Το τρίτο σημείο είναι η απουσία μιας ξεκάθαρης απάντησης στο ερώτημα: «ποια εναλλακτική λύση υπάρχει;». Αυτό είναι το σημαντικότερο από όλα. Πρέπει να ειπωθεί ότι η κατάσταση είναι πράγματι απελπιστική. Είναι όμως αναγκαίο να μιλήσουμε καθαρά και να αποκαλούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτό που στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τα πίσω δεν μπορεί να μεταμφιεστεί με ρητορικές περί «ενίσχυσης του σοσιαλιστικού εγχειρήματος». Το ίδιο είχε γίνει και με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Ordenamiento το 2020, και οι καταστροφικές συνέπειές τους είναι πλέον ολοφάνερες.
Καταπολέμηση της γραφειοκρατίας με εργατικό έλεγχο
Οι παραχωρήσεις προς την αγορά μπορεί να είναι – και πράγματι είναι – αναγκαίες. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα σε ορισμένες παραχωρήσεις και στην πλήρη καπιταλιστική παλινόρθωση. Η διαφορά αυτή δεν είναι ποσοτική αλλά ποιοτική. Κάθε παραχώρηση προς τον καπιταλισμό πρέπει να συνοδεύεται (όπως συνέβη με τη Νέα Οικονομική Πολιτική, τη ΝΕΠ, στη Σοβιετική Ρωσία) από μηχανισμούς εργατικού ελέγχου και εργατικής διαχείρισης της οικονομίας και της κοινωνίας.
Ορισμένα από αυτά τα ζητήματα θίγονται στο άρθρο του Κουβανού οικονομολόγου Λιου Μοκ, το οποίο αναδημοσιεύτηκε στο κουβανικό περιοδικό Juventud Técnica με τίτλο «Υπάρχει άλλη εναλλακτική για την Κούβα;»:
«Η αναγνώριση της ανάγκης για αλλαγή δεν σημαίνει αποδοχή ότι ο μοναδικός δρόμος προς τα εμπρός είναι η προοδευτική διεύρυνση των δυνατοτήτων ιδιωτικής συσσώρευσης κεφαλαίου ή η μετατροπή των κρατικών επιχειρήσεων σε μετοχικές εταιρείες ανοιχτές σε νέους επενδυτές…
Είναι εντυπωσιακό ότι σχεδόν δεν γίνεται καμία συζήτηση για εναλλακτικές που θα εμβάθυναν την άμεση συμμετοχή των εργαζομένων και των κοινοτήτων στη διαχείριση της οικονομίας. Η συζήτηση φαίνεται να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο άκρα: τη διατήρηση άκαμπτων και αναποτελεσματικών γραφειοκρατικών δομών ή την παραχώρηση μεγαλύτερου χώρου στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο υπάρχει ένα πεδίο σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο…
Μια διαφορετική επιλογή θα ήταν η μετάβαση σε μορφές εργατικής και κοινοτικής αυτοδιαχείρισης. Αντί να μετατραπούν οι κρατικές επιχειρήσεις σε μετοχικές εταιρείες, όπου η εξουσία λήψης αποφάσεων εξαρτάται τελικά από το ποιος κατέχει το περισσότερο κεφάλαιο, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε προς επιχειρήσεις που θα διοικούνται δημοκρατικά από τους ίδιους τους εργαζομένους τους».
Τα τελευταία χρόνια και άλλοι έχουν επισημάνει την ανάγκη εργατικού ελέγχου για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Αυτό είναι απολύτως σωστό.
Διεθνής επανάσταση για να σπάσει η απομόνωση
Πέρα από αυτό, απαιτείται μια πολιτική προώθησης της διεθνούς επανάστασης, αφού τελικά η πηγή των περισσότερων προβλημάτων που απειλούν την επανάσταση (συμπεριλαμβανομένης της γραφειοκρατίας) είναι η απομόνωσή της. Δεν είναι δυνατό να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα. Δεν ήταν δυνατό στη Σοβιετική Ρωσία, η οποία καταλάμβανε μια ολόκληρη ήπειρο με τεράστιους υλικούς και ανθρώπινους πόρους. Πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατό σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής, μόλις 90 μίλια από τη μεγαλύτερη και πιο αντιδραστική ιμπεριαλιστική δύναμη του κόσμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά όλες τις δυσκολίες της «Ειδικής Περιόδου», η Κούβα δεν παλινόρθωσε τον καπιταλισμό τη δεκαετία του 1990 μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 επωφελήθηκε από την ανάπτυξη της Μπολιβαριανής Επανάστασης στη Βενεζουέλα, η οποία της προσέφερε μια σανίδα σωτηρίας όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά. Ωστόσο, στο μέτρο που η Βενεζουελάνικη Επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε με την κατάργηση του καπιταλισμού, εισήλθε σε κρίση, επηρεάζοντας έτσι και την Κούβα.
Αν η Βενεζουελάνικη Επανάσταση είχε ακολουθήσει το παράδειγμα της Κουβανικής Επανάστασης την περίοδο 1959-62, απαλλοτριώνοντας τον ιμπεριαλισμό και την καπιταλιστική ολιγαρχία, αυτό θα λειτουργούσε ως ένας ισχυρός μαγνήτης σε ολόκληρη την ήπειρο και πέρα από αυτήν και θα είχε εδραιώσει τα κεκτημένα της. Όμως αυτό δεν συνέβη.
Ένα πολύ σημαντικό μέρος της ευθύνης για αυτή την αποτυχία βαραίνει επίσης την πολιτική της κουβανικής ηγεσίας, η οποία, αντί να ενθαρρύνει τη Βενεζουελάνικη Επανάσταση να διδαχθεί από τις ίδιες τις εμπειρίες της Κουβανικής Επανάστασης, συμβούλευε συστηματικά μετριοπάθεια, «να μην προκληθεί ο εχθρός», «να γίνουν κατανοητές οι διαφορές» και «να μην αντιγράφονται μοντέλα». Ορισμένες εξέχουσες κουβανικές προσωπικότητες αφιερώθηκαν μάλιστα σε εκστρατεία ενάντια στον εργατικό έλεγχο στη Βενεζουέλα, χαρακτηρίζοντάς τον «αντεπαναστατικό».
Η ήττα της Βενεζουελάνικης Επανάστασης – επειδή δεν ολοκληρώθηκε μέχρι τέλους – βάθυνε την απομόνωση της Κουβανικής Επανάστασης, θέτοντας τα θεμέλια για τη σημερινή κατάσταση. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη διεθνιστική αλληλεγγύη που επέδειξε η Κουβανική Επανάσταση, στέλνοντας γιατρούς σε κάθε γωνιά του κόσμου όπου υπήρχε ανάγκη, ούτε τα ηρωικά της κατορθώματα στην Αγκόλα. Όμως, με εξαίρεση την περίοδο του Τσε και το σύνθημα της «δημιουργίας δύο, τριών, πολλών Βιετνάμ» τη δεκαετία του 1960, η κουβανική ηγεσία δεν ακολούθησε μια λενινιστική πολιτική προλεταριακού διεθνισμού, δηλαδή την προώθηση και προετοιμασία των όρων για την παγκόσμια επανάσταση.
Αντίθετα, η ηγεσία ακολούθησε αρχικά μια πολιτική υποταγής στη σταλινική θεωρία των «σταδίων» της ΕΣΣΔ (με καταστροφικά αποτελέσματα στη Νικαράγουα) και στη συνέχεια τη ρεφορμιστική ουτοπία του «αντινεοφιλελευθερισμού» που προωθούσαν οι «προοδευτικές» κυβερνήσεις, καθώς και τη γεωπολιτική αντίληψη του «πολυπολικού κόσμου», η οποία προωθεί τη στήριξη στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Κίνας.
Η Επαναστατική Κομμουνιστική Διεθνής έχει υπερασπιστεί την αναγκαιότητα της εργατικής δημοκρατίας, του εργατικού ελέγχου και της παγκόσμιας επανάστασης σε όλες τις περιόδους και από όλα τα βήματα στα οποία είχε πρόσβαση, συμπεριλαμβανομένων της Κούβας και της Βενεζουέλας κατά τα τελευταία 25 χρόνια.
Κάποιοι θα πουν ότι αυτή η πολιτική – ο εργατικός έλεγχος και ο προλεταριακός διεθνισμός – είναι ουτοπική. Όμως ο «ρεαλισμός» εκείνων που επιχειρηματολογούσαν υπέρ της γεωπολιτικής, διατηρώντας παράλληλα τη γραφειοκρατική ασφυξία, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για το ότι φτάσαμε σε ένα σημείο όπου η καπιταλιστική παλινόρθωση εμφανίζεται σε πολλούς ως η μόνη δυνατή προοπτική.
Τα τελευταία χρόνια δεν έλειψαν οι επαναστατικές ευκαιρίες στη Λατινική Αμερική και σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι εξεγερσιακές κινητοποιήσεις στον Ισημερινό και τη Χιλή το 2019, οι γενικές απεργίες στην Κολομβία, η επανάσταση στο Σουδάν, η ανατροπή κυβερνήσεων στη Σρι Λάνκα, το Μπανγκλαντές και το Νεπάλ, καθώς και οι μαζικές γενικές απεργίες στη Γαλλία και την Ιταλία ενάντια στην ιμπεριαλιστική γενοκτονία στη Γάζα.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι εργαζόμενες και αγροτικές μάζες έδωσαν τα πάντα για να μετασχηματίσουν ριζικά τις συνθήκες ζωής τους και να βάλουν τέλος στην καταπίεση και τη δυστυχία. Το μόνο που έλειπε ήταν μια επαναστατική ηγεσία αντάξια του καθήκοντος να οδηγήσει την εργατική τάξη στην εξουσία.
Η καθυστέρηση στην οικοδόμηση του υποκειμενικού παράγοντα – του επαναστατικού κόμματος – αποτελεί επίσης έναν βασικό παράγοντα που συμβάλλει στην απομόνωση της Κουβανικής Επανάστασης και ωθεί τη χώρα προς την καπιταλιστική παλινόρθωση. Δική μας ευθύνη είναι, ενώ υπερασπιζόμαστε την Κουβανική Επανάσταση με όλες μας τις δυνάμεις, να επιταχύνουμε την οικοδόμηση του εργαλείου εκείνου με το οποίο η τάξη μας μπορεί να ανατρέψει τον καπιταλισμό.
Η νίκη της εργατικής τάξης σε οποιαδήποτε χώρα θα αποτελούσε έναν ισχυρό μοχλό για να σπάσει η απομόνωση της Κουβανικής Επανάστασης και να αποτραπεί η καπιταλιστική παλινόρθωση. Είναι αναγκαίο και επείγον να αφοσιωθούμε σε αυτό το καθήκον.
Χόρχε Μαρτίν – 22 Ιουνίου 2026




