Ο «Μπους ο πρεσβύτερος» μακιγιάρεται
Κλείνοντας την ενότητα που αφορά τα μαθητικά του χρόνια, ο συγγραφέας μας βάζει στον προθάλαμο της «καρδιάς» της δεκαετίας του 1990 —μιας περιόδου πολύ δύσκολης για την παγκόσμια εργατική τάξη και τα ιδανικά του σοσιαλισμού, στη σκιά της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ και της ανάδειξης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε απόλυτο κυρίαρχο του πλανήτη.
Το σταλινικό πολιτικό στρατόπεδο, μέσα στο οποίο ο νεαρός Αλέξης έχει προλάβει να εξελιχθεί σ’ ένα πολλά υποσχόμενο στέλεχος, σπαράσσεται διεθνώς από μια επιδημία κρίσεων, διασπάσεων και ανοικτής αποστασίας. Πώς προσλαμβάνονται όλα αυτά τα γεγονότα από τη συνείδηση του φέρελπη κνίτη;
Ας δούμε ενδεικτικά, τι γράφει σε σχέση με ένα εμβληματικό γεγονός της αρχικής φάσης εκείνης της περιόδου, την επέμβαση-επίδειξη δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στον Περσικό Κόλπο εναντίον του Ιράκ: «Στις 17 Ιανουαρίου 1991 ξεκίνησε ο Πόλεμος του Κόλπου με την επίθεση στρατιωτικών δυνάμεων της Δύσης εναντίον του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν που πριν λίγους μήνες είχε προσαρτήσει βίαια το Κουβέιτ» (σελ. 41).
Αυτό που προκαλεί εντύπωση εδώ, είναι το ντε φάκτο ευμενές για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό πνεύμα της φράσης που επιλέγει ο συγγραφέας. Αντί για τις ΗΠΑ, η επίθεση «χρεώνεται» γενικά στις «στρατιωτικές δυνάμεις της Δύσης», και δεν αφήνεται ούτε μισό υπονοούμενο καταδίκης γι’ αυτήν. Προφανώς, για μία ακόμα φορά, οι πολιτικές σκοπιμότητες της καριέρας του σημερινού ηγέτη, εμφανιζόμενες εδώ με τη μορφή μιας απόπειρας να μην προκαλέσει τον (πάντα επιδραστικό στα ελληνικά πολιτικά πράγματα) «αμερικανικό παράγοντα», μας εμποδίζουν να καταλάβουμε το τι σκεφτόταν σε πραγματικό χρόνο για τα γεγονότα ο πρωταγωνιστής της «Ιθάκης».
Η δεύτερη διάσπαση του ΚΚΕ: ψυχρότητα και λήθη
Στην ενότητα με τίτλο «Από την ΚΝΕ στον ΣΥΝ», η ψυχρή – αλλά με πάντα εμφανή την εκ των υστέρων σκοπιμότητα – παράθεση γεγονότων, συνεχίζεται (σελ. 41-42). Η δεύτερη διάσπαση του ΚΚΕ, η οποία εξελίχθηκε το πρώτο εξάμηνο του 1991, σχεδόν δεν περιγράφεται, απλώς καταγράφεται: οι «σκληροπυρηνικοί», με επικεφαλής την Αλέκα Παπαρήγα επικρατούν οριακά στο 13ο Συνέδριο, το ρήγμα είναι πολύ «βαθύ» και, λίγους μήνες αργότερα, οι ηγετικοί εκπρόσωποι των «ανανεωτικών» καθαιρούνται από το Πολιτικό Γραφείο και την Κεντρική Επιτροπή, οι σκληροπυρηνικοί αποσύρουν τους εκπροσώπους τους από τον συμμαχικό ΣΥΝ και τελικά, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αυτού, ντε φάκτο, λαμβάνει τον χαρακτήρα της ίδρυσης ενός νέου κόμματος.
Ο συγγραφέας απαριθμεί αυτά τα γεγονότα σαν παρατηρητής, ενώ ο ίδιος είχε ενεργότατο ρόλο στην αντιπαράθεση, ευρισκόμενος μάλιστα στον στελεχιακό πυρήνα του ενός από τα δύο συγκρουόμενα στρατόπεδα, αυτού των «ανανεωτικών». Θα περίμενε λοιπόν κανείς, να αναφερθεί, τουλάχιστον συνοπτικά, στις ιδέες και τις θέσεις της κάθε πλευράς. Έστω, να χρησιμοποιήσει μια φράση καταδίκης των γραφειοκρατικών μεθόδων των «σκληροπυρηνικών». Αλλά του κάκου! Ματαίως ψάχνει κάποιος για τα αντανακλαστικά του τότε νεαρού «ανανεωτικού». Που οφείλεται αυτή η χτυπητή «παράλειψη»;
Οι βασικοί λόγοι κατά την άποψή μας είναι δύο. Κατά πρώτον, όπως έχει ήδη φανεί στις προηγούμενες σελίδες του βιβλίου και στο τμήμα σχετικά με την πρώτη διάσπαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, οι ιδέες δεν φαίνεται να παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην πολιτική διαδρομή του νεαρού Αλέξη. Γι’ αυτό, αντί να πληροφορήσει τον αναγνώστη για το είδος των ιδεών που ο ίδιος υπεράσπιζε στη νέα αυτή εσωκομματική μάχη, σπεύδει μόνο να τον ενημερώσει για το πώς συνεχίστηκε η κομματική του ανέλιξη, γράφοντας: «Στο περιθώριο της Συνδιάσκεψης (σ.σ: η ντε φάκτο ιδρυτική Συνδιάσκεψη του ΣΥΝ, Ιούνιος 1991) αποφασίστηκε η δημιουργία Κεντρικού Συντονιστικού Οργάνου των Νέων του ΣΥΝ, με επικεφαλής τους Γραμματείς της ΚΝΕ και της ΡΑΝ, τον Τάκη Θεοδωρικάκο και τον Δημήτρη Περπατάρη, στο οποίο συμμετείχα κι εγώ εκπροσωπώντας τους μαθητές». Αυτή η έμφαση του συγγραφέα στην προσωπική του ανέλιξη, αντί να πείθει τον κριτικά σκεπτόμενο αναγνώστη για τις «ηγετικές του αρετές», τελικά, καταλήγει να τονίζει την πολιτική και ιδεολογική τους ρηχότητα.
Κατά δεύτερον, ένα βασικό στοιχείο του τωρινού πολιτικού βίου του συγγραφέα, επίσης θα μπορούσε να εξηγήσει την ψυχρή καταγραφή της δεύτερης διάσπασης του ΚΚΕ στην «Ιθάκη» του. Πρόκειται για την ξεκάθαρη πρόθεσή του να αποστασιοποιηθεί σήμερα από όλο το ηγετικό δυναμικό του παλιού ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ. Τι νόημα έχει λοιπόν, να χαραμιστούν λίγες γραμμές συμπάθειας στην «Ιθάκη» για τα παλιά της παθήματα από τους «σκληροπυρηνικούς»; Κανένα! Όστις θα μπορούσε να εξαγοράσει σήμερα παλιές «ανανεωτικές» δάφνες με ηγετικό ρόλο στο νέο πολιτικό εγχείρημα του «χαρισματικού ηγέτη», αξίζει να χαθεί στον σκουπιδοτενεκέ της πολιτικής λήθης.
Συνεχίζεται
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος




