Οι καταλήψεις του 1990-91 ως φόντο της «χαρισματικότητας»
Είναι Φθινόπωρο του 1990. Η εκλεγμένη από τον Απρίλιο νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Ν.Δ. του πατρός Μητσοτάκη, με υπουργό Παιδείας τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο, επιχειρώντας να αξιοποιήσει τη συγκυρία της νωπής ήττας της ιστορικής απεργίας των καθηγητών, έχει ανακοινώσει ένα αντιδραστικό πλαίσιο μέτρων για την Εκπαίδευση, με τη μορφή 10 Προεδρικών Διαταγμάτων (Π.Δ.) και ενός πολυνομοσχεδίου.
Τα Π.Δ. περιλάμβαναν μέτρα πειθάρχησης της μαθητικής ζωής, όπως ένα σύστημα πόντων για την τιμωρία της συμπεριφοράς, επαναφορά της διαβόητης ποδιάς και του υποχρεωτικού εκκλησιασμού, αυστηροποίηση των απουσιών των μαθητών, ενώ το πολυνομοσχέδιο περιλάμβανε μέτρα για τα σχολεία, όπως η κατάργηση των 15μελών μαθητικών συμβουλίων, ο περιορισμός των γενικών μαθητικών συνελεύσεων, η περικοπή των σχολικών διακοπών και αργιών, και η καθιέρωση γραπτών εισαγωγικών εξετάσεων από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, αλλά και για τις σχολές, όπως η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και η κατάργηση της δωρεάν παροχής συγγραμμάτων. Αυτή η ολομέτωπη επίθεση προκάλεσε τον ξεσηκωμό των φοιτητών, και κυρίως, των μαθητών.
Αρχής γενομένης από την Κρήτη, ένα κύμα καταλήψεων σχολείων σάρωσε τη χώρα από τα τέλη Νοέμβρη, με σχεδόν 2.000 κατειλημμένα Λύκεια και Γυμνάσια! Αυτό ήταν το ισχυρότερο και πιο επιδραστικό στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις μαζικό κίνημα νεολαίας από την περίοδο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Ήταν το πρώτο μαζικό κίνημα που νίκησε εκείνη την κυβέρνηση της Ν.Δ. και ενέπνευσε την εργατική τάξη στον αγώνα για την εκδίωξή της από την εξουσία.
Η μεγάλη κοινωνικοπολιτική σημασία αυτού του κινήματος, το οποίο χαράχτηκε ανεξίτηλα στη συνείδηση εκατοντάδων χιλιάδων νέων της εποχής, αλλά και τα γεγονότα που αποτέλεσαν τους βασικούς του σταθμούς, τυγχάνουν μιας φευγαλέας αναφοράς στην «Ιθάκη». Αυτά χρησιμεύουν μόνο ως «φόντο» για την εξιστόρηση της προσωπικής πορείας του εκκολαπτόμενου «χαρισματικού» ηγέτη. Όπως συμβαίνει με κάθε ανάλογου είδους πολιτική αυτοβιογραφία – αγιογραφία, δεν είναι ο ηγέτης που γεννιέται και διαμορφώνεται από τα ιστορικά γεγονότα, αλλά αυτά τα τελευταία είναι που χρησιμεύουν απλώς ως αφορμή για να φανεί το πόσο σημαντικός είναι ο ηγέτης, και πόσο ιδιαίτερη και «χαρισματική» είναι η προσωπικότητά του.
Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Την επόμενη σχολική χρονιά, στη Β’ Λυκείου, εκλέχθηκα πρόεδρος του Δεκαπενταμελούς Συμβουλίου. Ήταν ένας ρόλος που μου έδινε φωνή αλλά και ευθύνη μέσα στο σχολείο και μάλιστα σε μια περίοδο όπου η εκπαίδευση έμπαινε σε φουρτουνιασμένα νερά. Ο νέος εκπαιδευτικός νόμος, ο γνωστός τότε νόμος Κοντογιαννόπουλου… άναψε το φιτίλι των κινητοποιήσεων […] Και φυσικά το ΕΠΛ πρωτοστατούσε ως ένα από τα μεγαλύτερα σχολεία, στον συντονισμό των επιτροπών κατάληψης της Αθήνας. Ως πρόεδρος Δεκαπενταμελούς και επικεφαλής των μαθητών της ΚΝΕ βρέθηκα στην καρδιά των μαθητικών κινητοποιήσεων, διαδραματίζοντας κεντρικό ρόλο στα Συντονιστικά των μαθητών […] βρισκόμουν στην πρώτη γραμμή των αγώνων. Μίλησα ως κεντρικός ομιλητής σε μια μεγάλη πανελλαδική συνάντηση επιτροπών κατάληψης στο ΜΑΧ του ΕΜΠ, αμέσως μετά από ένα δυναμικό συλλαλητήριο, δίνοντας φωνή στα αιτήματα και στις διεκδικήσεις μας. Παράλληλα, συμμετείχα σε συνεντεύξεις και συζητήσεις σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, καθώς και σε εφημερίδες, προσπαθώντας να μεταδώσω το μήνυμα του κινήματος. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή όμως ήταν η τηλεοπτική μου αντιπαράθεση με την Άννα Παναγιωταρέα στον ΑΝΤ1 […] που αργότερα κατάλαβα πως είχε αφήσει έντονο αποτύπωμα στην κοινή γνώμη» (σελ. 39-40).
Γιατί στην ηγεσία από την αρχή;
Η «εαυτοκεντρική» αυτή αφήγηση του ιστορικού μαθητικού κινήματος από τον συγγραφέα, πιστή στη φύση της, ξεκινά από τη δική του εκλογή στη θέση του προέδρου του 15μελούς στο Πολυκλαδικό Λύκειο Αμπελοκήπων. Αναμφίβολα, σε αντίθεση με την εκλογή του στην ίδια θέση στο Γυμνάσιο, όπου (φυσιολογικά) τα βασικά κριτήρια δεν ήταν πολιτικά ή συνδικαλιστικά, η εκλογή του στο Λύκειο, μέσα στις συνθήκες αναβρασμού που δημιούργησαν στους μαθητές όλης της χώρας τα αντιδραστικά μέτρα Κοντογιαννόπουλου, είχε ξεκάθαρα πολιτικά και συνδικαλιστικά κριτήρια. Στις συνθήκες εκείνες, τα μαθητικά συμβούλια (όπου είχαν εκλεγεί) έτειναν να έχουν επικεφαλής τα πιο μαχητικά και ριζοσπαστικά στοιχεία των μαθητών.
Ωστόσο, αυτά τα γενικά χαρακτηριστικά που έκαναν τον έφηβο Αλέξη έναν αδιαμφισβήτητο ηγέτη των μαθητών του σχολείου του, δεν αρκούσαν από μόνα τους να τον κάνουν και έναν ηγετικό εκπρόσωπο του συνόλου του αγωνιζόμενου μαθητικού κινήματος. Με αυτή την έννοια, τόσο το γεγονός ότι ο μαθητής Αλέξης μίλησε όπως γράφεται στην «Ιθάκη» ως «κεντρικός ομιλητής» στην εν λόγω πανελλαδική συνάντηση των επιτροπών κατάληψης, όσο και το ότι μιλούσε συχνά εξ ονόματος όλων των αγωνιζόμενων μαθητών, δεν οφείλονταν απλώς στο ότι βρισκόταν «στην πρώτη γραμμή των αγώνων». Ήταν κυρίως το αποτέλεσμα των άλλων δύο ιδιοτήτων που κατείχε, και που επικαλείται στην «Ιθάκη»: της ιδιότητας του προέδρου του 15μελούς ενός μεγάλου Λυκείου, και κυρίως, εκείνης του επικεφαλής των μαθητών της ΚΝΕ.
Στην απόπειρα να εμφανίσει τον εαυτό του ως έναν αναγνωρισμένο ηγέτη του μαθητικού κινήματος, ο συγγραφέας μια σημαντική πληροφορία: το κίνημα των καταλήψεων ξέσπασε πριν ακόμα προλάβουν να εκλεγούν 15μελή μαθητικά συμβούλια στη μεγάλη πλειονότητα των σχολείων (το σχετικό με τα μαθητικά συμβούλια Π.Δ. δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ στις 19 Νοέμβρη και οι πρώτες καταλήψεις ξεκίνησαν 22 Νοέμβρη). Αλλά στο Πολυκλαδικό Λύκειο των Αμπελοκήπων, όπως και σε ορισμένα άλλα Πολυκλαδικά, οι εκλογικές διαδικασίες ξεκινούσαν παραδοσιακά πολύ νωρίς (τέλη Σεπτέμβρη με μέσα Οκτώβρη), και στην προκειμένη περίπτωση διεξήχθησαν πριν καν οριστικοποιηθούν οι προθέσεις του Υπουργείου για τον νέο κανονισμό που καταργούσε τα 15μελή.
Αυτό σήμαινε ότι οι πολιτικές οργανώσεις που διέθεταν νεοεκλεγμένα μαθητικά στελέχη σε 15μελή, είχαν ένα μεγάλο πλεονέκτημα στην προσπάθειά τους να τα προωθήσουν από την αρχή των καταλήψεων, και πριν ακόμα εκλεγούν συντονιστικές επιτροπές, στην κεντρική ηγεσία του μαθητικού κινήματος. Η ΚΝΕ με τον εκλεγμένο Πρόεδρο 15μελούς στο μαζικό Πολυκλαδικό Αμπελοκήπων, Αλέξη Τσίπρα, διέθετε ένα τέτοιο στέλεχος και το αξιοποίησε στο έπακρο.
Έτσι, από την κατοχή της ίδιας της θέσης του προέδρου 15μελούς, την οποία για τους αντικειμενικούς λόγους που προαναφέραμε κατείχαν ελάχιστοι από τους πιο μαχητικούς και αριστερούς μαθητές στην αρχή των κινητοποιήσεων, σε συνδυασμό με τη μεθοδική προώθηση-προβολή του από την ΚΝΕ ως επίλεκτο μαθητικό της μέλος, έγινε δυνατό να προκύψουν για τον εαυτό του όλα αυτά τα «χαρισματικά» αποτελέσματα που περιγράφει ο συγγραφέας, όπως η ιδιότητα του «κεντρικού ομιλητή» στις μαθητικές συναντήσεις και η δυνατότητα για συνεντεύξεις σε σταθμούς και εφημερίδες. Αυτές φυσικά συμπεριλαμβάνουν και εκείνη στον ΑΝΤ1, που όπως γράφει, «αργότερα» κατάλαβε τάχα «πως είχε αφήσει έντονο αποτύπωμα στην κοινή γνώμη», γεγονός που μάλλον η ίδια η κοινή γνώμη ποτέ δεν συνειδητοποίησε.
«Επικεφαλής αντιπροσωπείας» (αυτοδιορισμένης και μη εκλεγμένης)
Αυτή η ευνοϊκή αρχή στην υπόθεση «αναρρίχηση στην ηγεσία του μαθητικού κινήματος» ήταν κάτι παραπάνω από το «ήμισυ του παντός» στην απόπειρα της «επίσημης» ΚΝΕ να προωθήσει δικά της μαθητικά στελέχη στην κορυφή του κινήματος. Αυτό το κεκτημένο δεν ήταν καθόλου δύσκολο να μονιμοποιηθεί. Η αιτία δεν ήταν άλλη από την απουσία πραγματικά δημοκρατικής οργάνωσης του μαθητικού κινήματος. Γιατί μπορεί στα περισσότερα σχολεία να εκλέχτηκαν συντονιστικές επιτροπές κατάληψης που λογοδοτούσαν στις γενικές συνελεύσεις, αλλά τα κεντρικά «συντονιστικά», δηλαδή οι συναντήσεις συντονισμού που διεξάγονταν στην Αθήνα με τη συμμετοχή εκπροσώπων των επιτροπών κατάληψης από τα σχολεία, ουδέποτε εξέλεξαν κεντρικούς εκπροσώπους με πραγματική δημοκρατική νομιμοποίηση.
Αυτό σήμαινε ότι για τον μέσο μαθητή ενός σχολείου σε μια γειτονιά της Αθήνας ή της επαρχίας, μαθητές όπως ο πρόεδρος του 15μελούς του Πολυκλαδικού Αμπελοκήπων που εμφανίζονταν στην τηλεόραση, στις εφημερίδες ή ακόμα και σε συναντήσεις με την κυβέρνηση ήταν εντελώς άγνωστοι και ανεξέλεγκτοι. Όπως άλλωστε συνέβη κατά κόρον και στις κατοπινές μαθητικές κινητοποιήσεις, οι κεντρικές συντονιστικές επιτροπές στελεχώνονταν απλώς από μέλη ή επιρροές κομματικών νεολαιών και οργανώσεων, κυρίως από τα μαζικότερα σχολεία. Δεν υπήρχε καμία δημοκρατική διαδικασία μέσω της οποίας οι μαθητές να στέλνουν τους εκλεγμένους τους αντιπροσώπους σε ένα κεντρικό όργανο.
Αυτή η απουσία κεντρικής δημοκρατικής εκπροσώπησης ήταν το αποτέλεσμα κυρίως δύο στοιχείων: από τη μία πλευρά των πολύ διαδεδομένων από τους αναρχικούς προκαταλήψεων ενάντια σε κάθε αντιπροσωπευτικό όργανο, στο όνομα της «αυτονομίας» των καταλήψεων και του κομματικά «ακαπέλωτου» χαρακτήρα του κινήματος, και από την άλλη, του φόβου των ηγεσιών των δύο ΚΝΕ (επίσημης και ΚΝΕ-ΝΑΡ) ότι μια αυθεντικά δημοκρατική, κεντρική εκπροσώπηση του μαθητικού κινήματος θα έφερνε το πλήρες «ξεπέρασμά» τους και τον παραμερισμό της πολιτικής γραμμής τους από τα ίδιο το κίνημα.
Συνεπώς, όταν ο συγγραφέας της «Ιθάκης» γράφει ότι «ως επικεφαλής της αντιπροσωπίας των μαθητών», βρέθηκε «στο Υπουργείο Παιδείας αντιμέτωπος με τον ίδιο τον Κοντογιαννόπουλο σε μια κρίσιμη συνάντηση», εννοεί ότι βρέθηκε εκεί αυθαίρετα, ως ένας αυτοδιορισμένος και μη εκλεγμένος «επικεφαλής αντιπρόσωπος». Το μόνο που εκπροσωπούσε αυθεντικά εκεί ήταν η πολιτική γραμμή της πιο συντηρητικής, επίσημης ΚΝΕ, και τη γραφειοκρατική αγωνία της ηγεσίας της να ελέγξει και να εκτονώσει το μαθητικό κίνημα.
«Χαρισματικός» θιασώτης της γραμμής εκτόνωσης
Η έμφαση του συγγραφέα της «Ιθάκης» στα «χαρισματικά» του κατορθώματα στο κίνημα των καταλήψεων δεν είναι μόνο προϊόν της γενικής «εαυτοκεντρικής» σφραγίδας που υπάρχει σε κάθε σελίδα του βιβλίου του. Είναι και ένα μέσο για να αποκρυφτεί από τον αναγνώστη η αληθινή ουσία της πολιτικής γραμμής που υπεράσπιζε ο ίδιος στο κίνημα. Και αυτή δεν είναι άλλη από τη συντηρητική γραμμή εκτόνωσης των κινητοποιήσεων που υπεράσπιζε η επίσημη ΚΝΕ, της οποίας ο ίδιος ήταν βασικό μαθητικό στέλεχος στην Αθήνα. Και θυμίζουμε ότι πρόκειται πλέον για την επίσημη δεξιά ΚΝΕ της κομματικής νομιμοφροσύνης και της κατάπτυστης υποστήριξης στις συγκυβερνήσεις του ΚΚΕ με τη ΝΔ υπό τον Τζαννετάκη και τον Ζολώτα. Για μια ΚΝΕ που έχει εδραιώσει μάλιστα αυτή τη γραμμή σε συνέδριο (5ο Έκτακτο Συνέδριο), στο οποίο ως εκλεκτό, και υποσχόμενο στέλεχος της ηγεσίας της, ο έφηβος Αλέξης ενέκρινε αυτή τη γραμμή με την ψήφο του συνέδρου.
Από τη σκοπιά της ανάγκης για μια νικηφόρα έκβαση του μαθητικού κινήματος στο πλαίσιο του γενικότερου αγώνα για την εκδίωξη της αντιδραστικής κυβέρνησης της Ν.Δ. από την εξουσία, η γενική γραμμή της ΚΝΕ στις καταλήψεις του 1990-91 ήταν κατάπτυστη. Ήταν σταθερά «πυροσβεστική», στο όνομα της ανάγκης για «θεσμικό διάλογο». Με άλλα λόγια, επιχειρούσε να σύρει το μαθητικό κίνημα σε διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, την ίδια στιγμή που τα σχολεία κόχλαζαν από μαχητικότητα και οργή. Είναι μέσα στο πλαίσιο αυτής της γραμμής που ο συγγραφέας της «Ιθάκης» εμφανίζεται (κατά τα ίδια τα γραφόμενά του) ως επικεφαλής αντιπροσωπίας των μαθητών που διαπραγματεύεται (ας το επαναλάβουμε: χωρίς την παραμικρή δημοκρατική νομιμοποίηση) με τον ίδιο τον διαβόητο υπουργό Παιδείας Β. Κοντογιαννόπουλο.
Το 1991 ως πρόβα του 2015
Οι σελίδες στις οποίες η Ιθάκη αναφέρεται στο ιστορικό κίνημα καταλήψεων του 1990-91, ολοκληρώνονται με μερικές φράσεις απόλυτα αντιπροσωπευτικές, τόσο για τις ιδέες που καθοδηγούσαν τον κνίτη μαθητή του 1991, όσο και για τις σκοπιμότητες που καθοδηγούν τον σημερινό καριερίστα πολιτικό που αγωνιά να δώσει διαπιστευτήρια «ρεαλισμού» στην άρχουσα τάξη.
Γράφει λοιπόν για εκείνη την προαναφερθείσα διαπραγμάτευση στο υπουργείο Παιδείας: «Βίωσα από πρώτο χέρι πώς δομείται η πολιτική αντιπαράθεση, το βάρος της ευθύνης να μιλάς εκ μέρους χιλιάδων μαθητών, αλλά και το πώς ακόμα και οι πιο σθεναροί αγώνες απαιτούν ευελιξία, αποφασιστικότητα και διορατικότητα.[…] Ήταν μια σκληρή αλλά πολύτιμη μαθητεία στη δυναμική των διαπραγματεύσεων…» (σελ 40). Εκτός από την προκλητική επιμονή να υπερτονίζει την (αυθαίρετη) ιδιότητα του αντιπροσώπου χιλιάδων μαθητών την ώρα που η συντριπτική πλειονότητα των τελευταίων ούτε καν τον γνώριζε, και ούτε φυσικά του είχε δώσει κάποια τέτοια σχετική εντολή, αυτό που εντυπωσιάζει εδώ είναι η απόπειρά του να λουστράρει την πρόθυμη υποταγή του ώριμου πολιτικού καριερίστα στην ελληνική άρχουσα τάξη και την τρόικα με το βερνίκι κάποιων υποτιθέμενων «μαθημάτων» που έδωσε η ζωή στον «σθεναρά αγωνιζόμενο» μαθητή.
Η χυδαία φύση αυτού του τρικ ωστόσο, αναδεικνύει μια αναμφίβολα υπαρκτή αλήθεια: πράγματι, το σπέρμα του υποταγμένου στην άρχουσα τάξη πρωθυπουργού του καλοκαιριού του 2015 διακρίνεται ξεκάθαρα στον κνίτη εκκολαπτόμενο γραφειοκράτη – καριερίστα του 1991. Διότι μόνο μια πολιτική φιγούρα με τέτοια χαρακτηριστικά και τέτοιες οργανικές τάσεις θα μπορούσε να επαίρεται στο βιβλίο του τρεις φορές μέσα σε μιάμιση σελίδα (σελ. 39-40) για τον «ηγετικό ρόλο» που κατείχε σε κάποια «συντονιστική επιτροπή» που ουδέποτε είχε νομιμοποιήσει το μαθητικό κίνημα, και η οποία ανέλαβε τελικά και να το εκτονώσει με το τέχνασμα του «διαλόγου», μέσα σε κλίμα συναίνεσης με τον υποτιθέμενο «καλό» διάδοχο του «κακού» Κοντογιαννόπουλου, τον Γιώργο Σουφλιά. Μάλιστα, καθόλου τυχαία, αυτός ο αντιδραστικός αστός αναγνωρίζεται από τον συγγραφέα της «Ιθάκης» ως άνθρωπος που «μπόρεσε να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης» και να επιδείξει διαλλακτικότητα στη θέση της αδιαλλαξίας (σελ. 40-41), παραπέμποντάς μας βεβαίως, εμμέσως πλην σαφώς, στο μετέπειτα αγαπημένο του, απατηλό αφήγημα της «καλής Μέρκελ» και του «κακού Σόιμπλε».
Συνεχίζεται
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος




