Η συγκυβέρνηση Τζαννετάκη: το «σοκ» που γίνεται κομματική ανέλιξη
Η σχηματισμός της λεγόμενης κυβέρνησης Τζαννετάκη τον Ιούλιο του 1989, αυτής της συγκυβέρνησης ταξικής συνεργασίας μεταξύ του πρώτου εργατικού κόμματος που γεννήθηκε στη χώρα, του ΚΚΕ (μέσω του τότε συμμαχικού, εκλογικού του σχήματος με τίτλο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου») και του βασικού κόμματος της ελληνικής άρχουσας τάξης στη Μεταπολίτευση, της ΝΔ, βρίσκει τον μαθητή Αλέξη Τσίπρα ήδη ενταγμένο στην ΚΝΕ. Αυτονόητα, το είδος της επίδρασης που είχε στη συνείδησή του αυτό το σημαντικό γεγονός, ήταν αντιπροσωπευτικό για τις ιδεολογικοπολιτικές τάσεις που τον καθοδηγούσαν σ’ αυτά τα πρώτα του βήματα στην οργανωμένη πολιτική δράση, και για τα ίδια τα κίνητρα που βρίσκονταν πίσω από αυτή.
Τι μαθαίνουμε στην Ιθάκη σχετικά με το πώς ο συγγραφέας της αξιολογούσε ως νεαρός κνίτης τη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ; Διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Η ηγεσία του Συνασπισμού αποφάσισε συγκυβέρνηση με τη ΝΔ. Ήταν σοκ, σαν να γύρισε κάτι ανάποδα μέσα μας. Μεγαλώνοντας αντιλήφθηκα ότι επρόκειτο για ιστορικό λάθος» (σελ. 36). Ο νεαρός κνίτης λοιπόν, υπέστη σοβαρό σοκ, όπως ασφαλώς χιλιάδες άλλοι κνίτες και κνίτισσες σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους περισσότερους από αυτούς, που αντιλήφθηκαν αμέσως ότι η συγκυβέρνηση ήταν «ιστορικό λάθος» (για την ακρίβεια: προδοσία), εκείνος το αντιλήφθηκε μόνο «μεγαλώνοντας». Και παρά το «σοκ» που αισθάνθηκε τότε (και το οποίο όμως δεν αποτυπώνεται σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό ή ενέργειά του), συνέχισε όπως ο ίδιος περιγράφει στη σελ. 36, να δρα με ενθουσιασμό στη βάση της κεντρικής ηγετικής γραμμής που υπεράσπιζε τη συγκυβέρνηση Τζαννετάκη, ως διακινητής του Οδηγητή και πωλητής εισιτηρίων για το Φεστιβάλ της ΚΝΕ, από την πρώτη κιόλας μέρα της νέας σχολικής χρονιάς.
Και ακόμα χειρότερα, αυτή ακριβώς τη στιγμή που σε όλη την Ελλάδα η ΚΝΕ έμπαινε σε αναβρασμό, με την αριστερή βάση να αμφισβητεί ανοικτά την κομματική ηγεσία, ο κνίτης Αλέξης, όπως μας πληροφορεί η Ιθάκη, αναλαμβάνει και το πρώτο του ηγετικό πόστο: έναν «ρόλο στο γραφείο της Οργάνωσης Βάσης» και «την καθοδήγηση» της σχολικής τάξης του. Αυτό όμως αντιφάσκει πλήρως με την εικόνα του ρομαντικού αριστερού νέου που φιλοτεχνείται στην ίδια σελίδα του βιβλίου: «Σήμερα, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς στους νέους ανθρώπους το βάθος της αφοσίωσης που συνόδευε εκείνη τη συμμετοχή. Ήταν μια δέσμευση που ξεπερνούσε την απλή πολιτική ένταξη, μια στάση ζωής… Ωστόσο αν υπάρχει κάτι που συνδέει εκείνη την εποχή με το σήμερα είναι το πάθος που έχουν πολλοί άνθρωποι για το δίκιο, η φλόγα για έναν καλύτερο κόσμο».
Ας μας συγχωρέσει ο συγγραφέας, αλλά δεν είναι καθόλου φυσικό ένας έφηβος κομμουνιστής που καθοδηγείται από τη «φλόγα» για την αλλαγή του κόσμου να επιλέγει πόστα στην υπεράσπιση της ηγετικής γραμμής ακριβώς την ώρα που αυτή, μέσω μιας ξεδιάντροπης κυβερνητικής συμμαχίας με το κόμμα του κεφαλαίου, για να σταθεροποιήσει το αστικό καθεστώς επιχειρεί να εξαλείψει κάθε υπόλειμμα μιας τέτοιας, ταξικά αδιάλλακτης φλόγας. Αυτό ο δρόμος δεν ταιριάζει καθόλου σ’ έναν φλογερό νέο αγωνιστή. Αντίθετα, μάλλον παραπέμπει σ’ έναν πρόωρα γερασμένο, υποψήφιο γραφειοκράτη.
Στο μεταξύ, με όσα αναφέρει στη συνέχεια ο συγγραφέας, δημιουργεί βάσιμες αμφιβολίες και για την ειλικρίνεια της εκ των υστέρων απόρριψης από πλευράς του, της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη ως ένα «ιστορικό λάθος». Γράφει συγκεκριμένα τα εξής: «Εκείνη η παράξενη από πολλές πλευρές Κυβέρνηση ΝΔ-Συνασπισμού δεν θα μπορούσε να μακροημερεύσει. Εξάλλου είχε ξεκαθαριστεί από τους δημιουργούς της πως ήταν μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού για να μην παραγραφούν τα αδικήματα του σκανδάλου Κοσκωτά…» (σελ.37). Με τα λόγια αυτά, η «παράξενη» αυτή κυβέρνηση (δεν θα μπορούσε να επιλεγεί πιο ήπιος και άχρωμος χαρακτηρισμός από έναν υποτιθέμενο επικριτή της), δικαιολογείται πλήρως, και μάλιστα με το τυπικό νομικίστικο επιχείρημα που χρησιμοποιούσαν πάντα οι «αριστεροί» εμπνευστές και απολογητές της.
Συνεπώς, ύστερα από όλα αυτά, εκείνο που γενικότερα συμπεραίνουμε είναι ότι από τη μια πλευρά, για τον έφηβο κνίτη το «σοκ» του σχηματισμού της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ δεν ήταν τελικά και τόσο μεγάλο, αφού δεν τον εμπόδιζε να ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό στη διάδοση της ηγετικής γραμμής και να αναλαμβάνει ηγετικά πόστα. Και από την άλλη, ότι ακόμα και η καθυστερημένη απόρριψη του ως «ιστορικό λάθος», δεν αφορούσε καθόλου την ουσία του πολιτικού σκεπτικού που τον επέβαλε.
Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την ακόλουθη αναφορά του συγγραφέα στα κριτήριά του κατά την επιλογή πλευράς στη διάσπαση της ΚΝΕ: «Σύντομα, παρότι μόλις λίγων μηνών Κνίτης, κλήθηκα να αποφασίσω σε ποια από τις δύο ΚΝΕ ήθελα να συμμετέχω. Επέλεξα την κομματική. Όχι μόνο από κομματική νομιμοφροσύνη, αλλά πιθανότατα από διαίσθηση ότι όλο αυτό που συνέβαινε στον κόσμο και γύρω μου θα οδηγούσε σε μεγάλες ανατροπές των βεβαιοτήτων και των νομοτελειών που υποστήριζαν όσοι αποχώρησαν» (σελ. 37). Καταρχάς, εδώ με έναν ξεκάθαρο τρόπο ο συγγραφέας αποδέχεται την «κομματική νομιμοφροσύνη» ως ένα από τα κριτήριά του. Αυτό, ειδικά όταν μιλάμε για τη νομιμοφροσύνη σε μια ηγετική πολιτική που παραβίασε τις ίδιες τις ιδρυτικές αρχές του κόμματος, είναι και πάλι εντελώς αταίριαστο με την εικόνα του «φλογερού νέου αγωνιστή».
Επιπλέον, αυτός ο κατά τ’ άλλα απορρίψας μόλις μια σελίδα πριν τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη ως «ιστορικό λάθος», εμφανίζει ως δικαιωμένη την πλευρά που την υποστήριξε, και διαψευσμένη από τα γεγονότα την πλευρά που την απέρριψε. Κι όλα αυτά, χωρίς να μπει στον κόπο να εξηγήσει τι ήταν εκείνο που στο δικό του μυαλό εκείνη την εποχή έκανε πολιτικά αποδεκτή την «ανατροπή» μιας εκ των πραγματικών «βεβαιοτήτων» – «νομοτελειών» που οφείλει να ενστερνίζεται κάθε κομμουνιστής: ότι οι συγκυβερνήσεις με αστικά κόμματα είναι επιλογές απαράδεκτες και προδοτικές.
Οι ιδέες σταθερά σε «δεύτερο πλάνο»
«Η Οργάνωση της ΚΝΕ του σχολείου μου ανασυγκροτήθηκε ενόψει του 5ου Έκτακτου Συνεδρίου, που είχε οριστεί για τα τέλη Ιανουαρίου, στις διαδικασίες του οποίου συμμετείχα ως σύνεδρος. Στο Συνέδριο αυτό εκλέχτηκε νέος Γραμματέας ο Τάκης Θεοδωρικάκος, μετέπειτα Υπουργός της ΝΔ» (σελ.38). Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στο συνέδριο εκείνης της πτέρυγας της ΚΝΕ που παρέμεινε πιστή στην ταξικά δωσίλογη, κεντρική κομματική γραμμή. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για ένα συνέδριο μειοψηφούντων, και ουσιαστικά διορισμένων από την ηγεσία του ΚΚΕ, συνέδρων. Το γεγονός ότι σ’ αυτή τη διαδικασία ο ίδιος υπήρξε σύνεδρος, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την πιστή στήριξη που παρείχε στη γραμμή αυτή (παρά τα υποτιθέμενα «σοκ» και τις εκ των υστέρων διαπιστώσεις περί «ιστορικού λάθους»).
Ωστόσο, για μία ακόμα φορά, οι ιδέες εμφανίζεται να μην παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του. Τα μόνα στοιχεία που αναφέρει ως αξιοσημείωτα σ’ αυτή τη συνεδριακή διαδικασία είναι το ότι ο ίδιος ήταν σύνεδρος, καθώς και το όνομα του νέου Γραμματέα (ο σημερινός υπουργός της ΝΔ Τ. Θεοδωρικάκος). Όμως η ανάδειξη στη θέση του Γραμματέα της ΚΝΕ ενός αποδεδειγμένα από τη ζωή αδίστακτου καριερίστα, δεν ήταν καθόλου τυχαία.
Αυτό το συνέδριο, εξαιτίας της δεξιάς γραμμής που υιοθέτησε, δικαίως χαρακτηρίστηκε από τους διαγραμμένους κομμουνιστές που ίδρυσαν το ΝΑΡ ως «συνέδριο της Νεολαίας του ΣΥΝ και όχι της αληθινής ΚΝΕ». Ήταν συνέδριο στο οποίο κυριάρχησαν πλήρως η απολογητική της συμμετοχής στις κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας Τζαννετάκη και Ζολώτα, η υποστήριξη στις γραφειοκρατικές εκκαθαρίσεις χιλιάδων νέων και εργατών κομμουνιστών και η απόρριψη κάθε επαναστατικής προοπτικής. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή του νεαρού Αλέξη Τσίπρα σ’ αυτό το συνέδριο και η στήριξή του σε όσα αυτό αποφάσισε, ήταν μία ακόμα απόδειξη ότι από τα πρώτα κιόλας βήματά του στην οργανωμένη πολιτική δράση, δεν υπήρξε ένας «φλογερός αγωνιστής για την αλλαγή του κόσμου», αλλά ένας εκκολαπτόμενος ρεφορμιστής γραφειοκράτης.
Η καπιταλιστική παλινόρθωση στην ΕΣΣΔ ως επιβεβαίωση (συντηρητικών) «αναζητήσεων»
Οι ιδέες που δημιουργήθηκαν στο μυαλό του νεαρού κνίτη από το ακόμα πιο μεγάλης (κολοσσιαίας) σημασίας σε σύγκριση με τη διάσπαση της ΚΝΕ, γεγονός της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη, φυσικά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στη σελ. 35 της Ιθάκης ο συγγραφέας γράφει σχετικά με αυτό το ζήτημα τα εξής: «Το 1989 η ΕΣΣΔ βρισκόταν στην εποχή της Γλάσνοστ και της Περεστρόικα, στην εποχή του Γκορμπατσόφ που προσπαθούσε να φέρει βαθιές αλλαγές». Εδώ βλέπουμε τον επικεφαλής της σοβιετικής γραφειοκρατίας και τις αποτυχημένες προσπάθειές του να μεταρρυθμίσει το γραφειοκρατικό καθεστώς «από τα πάνω» και προς όφελος της κάστας του, να αντιμετωπίζονται ευμενώς, και να του αναγνωρίζονται αφηρημένες (προφανώς καλές) προθέσεις για «βαθιές αλλαγές».
Στη σελ. 37 ο συγγραφέας συνεχίζει τα σχόλια για τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 1989 με ελαφρώς περισσότερες δικές του σκέψεις: «Στις 9 Νοεμβρίου, το Τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε. Ήταν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Θυμάμαι έντονα εκείνη τη μέρα. Όχι μόνο γιατί με συγκλόνισε, αλλά γιατί ένιωσα πως επιβεβαίωνε μια εσωτερική πορεία που είχα ήδη ξεκινήσει. Τους προηγούμενους μήνες είχα αρχίσει να αμφισβητώ σχήματα, σύμβολα και σταθερές που μέχρι τότε θεωρούσα αυτονόητα… Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου ήρθε σαν επιβεβαίωση των αναζητήσεών μου. Δεν λυπόμουν ή τουλάχιστον δεν είχα μόνο λύπη για το παλιό που πέθαινε, αλλά και ελπίδα για το νέο που ήθελα να γεννηθεί. Θεωρούσα πως τα τείχη περιορίζουν τους ορίζοντές μας».
Τι είδους προϋπάρχουσες «πολιτικές αναζητήσεις» στο μυαλό του νεαρού κνίτη φέρεται να επιβεβαίωσε η επικράτηση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη; Αν κρίνουμε από τις κλισαρισμένες εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, από θεωρητική-ιδεολογική άποψη αυτές οι αναζητήσεις δεν μπορεί παρά να είχαν είχαν έναν επιπόλαιο, κοινότυπο και ρηχό χαρακτήρα. Πάνω από όλα όμως, από τη στιγμή που εκφράστηκαν έμπρακτα με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε (αρχή ανάληψης ηγετικών κομματικών πόστων, υποστήριξη στη δεξιά κομματική πτέρυγα και στο σταλινικό κυνήγι μαγισσών απέναντι στην αριστερά με τον ρόλο του συνέδρου στο 5ο Έκτακτο Συνέδριο της ΚΝΕ) είχαν μια ξεκάθαρα συντηρητική, φιλοκαπιταλιστική λογική. Και τα ίδια τα χρόνια που ακολούθησαν, απέδειξαν ότι «η ελπίδα» και «το νέο» που ο νεαρός κνίτης προσδοκούσε να γεννηθούν από αυτά τα ιστορικά γεγονότα, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας διαρκής καπιταλιστικός εφιάλτης οικονομικών κρίσεων, εξαθλίωσης και πολέμων, τόσο στην ίδια την πρώην ΕΣΣΔ και τα άλλα πρώην σταλινικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.
Σταμάτης Καραγιαννόπουλος
Συνεχίζεται




