Ταυτότητα

Θεμελιώδεις Ιδέες

Συχνές Ερωτήσεις

Επικοινωνία

ΑρχικήΕπικαιρότηταΔιεθνήΈνας κόσμος ανάποδα – ένα σύστημα σε κρίση (Δ’ Μέρος)

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Επαναστατική Κομμουνιστική Οργάνωση, το ελληνικό τμήμα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς (RCI), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Ένας κόσμος ανάποδα – ένα σύστημα σε κρίση (Δ’ Μέρος)

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος του κειμένου των διεθνών προοπτικών που συζητήθηκε σε όλα τα τμήματα της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς και ψηφίστηκε στο 1ο Παγκόσμιο Συνέδριό της στις 3 Αυγούστου στην Ιταλία. Αποτελεί το βασικό πολιτικό ντοκουμέντο του Συνεδρίου.

Παγκόσμια οικονομία: από την παγκοσμιοποίηση στους εμπορικούς πολέμους και τον προστατευτισμό

Η επιβολή ευρείας κλίμακας δασμών από τον Τραμπ στις 2 Απριλίου σήμανε ένα σημείο καμπής στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, η διαδικασία επιβράδυνσης της παγκοσμιοποίησης και η στροφή προς τον προστατευτισμό είχαν αρχίσει νωρίτερα.

Η παγκόσμια ύφεση του 2008 ήταν ένα σημείο καμπής στην κρίση του καπιταλισμού. Στην περίοδο αμέσως πριν από την κρίση, η παγκόσμια οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμό περίπου 4% ετησίως. Μεταξύ της κρίσης του 2008 και του σοκ της πανδημίας το 2020, αυξανόταν μόλις κατά 3%. Πριν από τους δασμούς του Τραμπ, ήδη κινούταν στο 2% περίπου, τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Στην πραγματικότητα, η παγκόσμια οικονομία δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως από την ύφεση του 2008. Εκείνη την περίοδο πραγματοποιήθηκε μία μαζική διάσωση των τραπεζών, μια απελπισμένη κίνηση για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τα κράτη στην Ευρώπη συσσώρευσαν τεράστια χρέη και ελλείμματα και υποχρεώθηκαν να προχωρήσουν την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας. Η εργατική τάξη κλήθηκε να πληρώσει το τίμημα της κρίσης του καπιταλισμού.

Η άρχουσα τάξη, σε πανικό, απάντησε με ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, την διοχέτευση τεράστιου όγκου χρήματος στην οικονομία, και την πρωτοφανή μείωση των επιτοκίων στο μηδέν ή ακόμη και σε αρνητικά επίπεδα. Ωστόσο, αυτό δεν οδήγησε σε ανάκαμψη, καθώς τα νοικοκυριά επιβαρύνονταν επίσης με χρέη. Δεν υπήρχε παραγωγικός τομέας επενδύσεων, οπότε η περίσσεια ρευστότητας γιγάντωσε τις φούσκες στις τιμές των μετοχών, τα κρυπτονομίσματα κ.ά.

Τα μέτρα λιτότητας που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις παντού οδήγησαν, το 2011, σε μαζικά κινήματα σε όλο τον κόσμο: την επανάσταση στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, το κίνημα των «indignados» στην Ισπανία, το κίνημα στην πλατεία Συντάγματος στην Ελλάδα κ.ά.

Αυτό εξέφραζε μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο επέβαλλε στην εργατική τάξη το κόστος των μέτρων διάσωσης των τραπεζών, και αυτό οδήγησε στην απαξίωση όλων των αστικών θεσμών. Η αλλαγή αυτή στην κοινωνική συνείδηση – όπως έχουμε δει – βρήκε πολιτική έκφραση στην άνοδο ενός νέου τύπου αριστερού ρεφορμισμού γύρω στο 2015: Podemos, ΣΥΡΙΖΑ, Κόρμπιν, Μελανσόν, Σάντερς και οι «προοδευτικές κυβερνήσεις» στη Λατινική Αμερική.

Οι μάζες προσελκύστηκαν από αυτούς λόγω της φαινομενικά ριζοσπαστικής αντίθεσης τους στη λιτότητα. Αυτή η διαδικασία έληξε όταν αποκαλύφθηκαν τα όρια του ρεφορμισμού: με την προδοσία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, την υποστήριξη του Σάντερς στην Κλίντον, την κατάρρευση του Κορμπινισμού και την είσοδο του Podemos σε κυβέρνηση συνασπισμού στην Ισπανία.

Στις χώρες που κυριαρχούνται από τον ιμπεριαλισμό, είδαμε μαζικούς ξεσηκωμούς και εξεγέρσεις (στο Πουέρτο Ρίκο, την Αϊτή, το Εκουαδόρ, τη Χιλή, το Σουδάν, την Κολομβία κ.α.). Οι μαζικές κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια του αγώνα για ανεξαρτησία στην Καταλονία το 2017 και το 2019 ήταν επίσης μέρος αυτής της γενικής τάσης.

Η έλλειψη ηγεσίας, όμως, σήμαινε ότι καμία από αυτές δεν κατέληξε στην ανατροπή του καπιταλισμού, κάτι που θα ήταν εφικτό.

Η πανδημία της COVID-19 το 2020 αποτέλεσε ένα εξωγενές σοκ στην οικονομία σε μια στιγμή που αυτή ήδη κατευθυνόταν προς μια νέα ύφεση (και μη έχοντας ανακάμψει ποτέ πλήρως από την κρίση του 2008). Αυτό ώθησε τελικά την παγκόσμια οικονομία στο χείλος του γκρεμού.

Και πάλι, σε πανικό, η άρχουσα τάξη προσέφυγε σε απελπισμένα μέτρα για να αποτρέψει μια κοινωνική έκρηξη. Στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, οι εργαζόμενοι πληρώνονταν από το κράτος για να μένουν σπίτι, με τεράστιο δημοσιονομικό κόστος, ενώ τα κράτη ήδη κουβάλαγαν τα τεράστια χρέη της προηγούμενης κρίσης.

Τα τελευταία 15 χρόνια, οι επανειλημμένες προσπάθειες επανεκκίνησης της παγκόσμιας οικονομίας μέσω έγχυσης τεράστιου όγκου ρευστότητας στο σύστημα με την ποσοτική χαλάρωση, τα χαμηλά ρεκόρ επιτοκίων (2009–21) και άλλα ανάλογα μέτρα πανικού, απέτυχαν παταγωδώς να επιτύχουν ουσιαστική οικονομική ανάπτυξη. Οι καπιταλιστές, παρά το γεγονός ότι κατακλύστηκαν με χρήμα, δεν επενδύουν.

Ο βασικός παράγοντας ήταν ότι οι καπιταλιστές χρειάζονται μια αγορά όπου να μπορούν να πουλήσουν τα προϊόντα τους για να πραγματοποιήσουν κέρδη. Η μαζική συσσώρευση χρέους σημαίνει ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να τονώσουν την κατανάλωση.

Το συνολικό συνδυασμένο χρέος νοικοκυριών, κρατών και επιχειρήσεων παγκοσμίως έχει φτάσει περίπου τα 313 τρισεκατομμύρια δολάρια, ή 330% του παγκόσμιου ΑΕΠ, από περίπου 210 τρισεκατομμύρια δολάρια πριν από μια δεκαετία.

Το χρέος αντανακλά το γεγονός ότι τα όρια του συστήματος έχουν εκταθεί στο έπακρο και πλέον λειτουργεί ως τεράστιο εμπόδιο σε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάπτυξη. Ο συνδυασμός υψηλών επιπέδων δημοσίου χρέους και υψηλότερων επιτοκίων έχει ήδη ωθήσει μια σειρά κυριαρχούμενων χωρών πέρα από αυτό το όριο. Θα ακολουθήσουν κι άλλες.

Η πανδημία επηρέασε επίσης τη συνείδηση, αποκαλύπτοντας την ανικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος να αντιμετωπίσει μια υγειονομική κρίση, και έδειξε πώς, για τους γίγαντες της φαρμακοβιομηχανίας τα κέρδη μπαίνουν πάνω από την ανθρώπινη ζωή.

Τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 υπήρξε μια ορισμένη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, αν και ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν σημαντικά χαμηλότερος από ό,τι κατά τη μεταπολεμική έκρηξη (1948–1973), όταν υπήρξε μια σημαντική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, η οικονομική ανάπτυξη την περίοδο πριν από το 2008 βασιζόταν στην επέκταση του δανεισμού και στην «παγκοσμιοποίηση». Αυτό επέτρεψε στο σύστημα να υπερβεί τα όριά του, εν μέρει και για ένα διάστημα. Η παγκοσμιοποίηση σήμαινε την επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου, τη μείωση των δασμών, τη μείωση του κόστους παραγωγής καταναλωτικών αγαθών και το άνοιγμα νέων αγορών και πεδίων επενδύσεων σε χώρες που κυριαρχούνται από τον ιμπεριαλισμό.

Τώρα, όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν μετατραπεί στο αντίθετο τους. Η επέκταση του δανεισμού και της ρευστότητας έχει γίνει ένα βουνό χρέους.

Η παγκοσμιοποίηση (η επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου) ήταν ένας από τους κύριους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης για μια ολόκληρη περίοδο μετά την κατάρρευση του σταλινισμού στη Ρωσία, και την παλινόρθωση του καπιταλισμού στην Κίνα και την ενσωμάτωσή της στην παγκόσμια οικονομία. Αντίθετα, αυτό που έχουμε τώρα είναι δασμοί και εμπορικοί πόλεμοι μεταξύ όλων των μεγάλων οικονομικών μπλοκ (Κίνα, ΕΕ και ΗΠΑ), με κάθε ένα από αυτά να προσπαθεί να σώσει τη δική του οικονομία σε βάρος των άλλων.

Το 1991, το παγκόσμιο εμπόριο αντιπροσώπευε το 35% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ένα ποσοστό που είχε παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητο από το 1974. Έπειτα άρχισε μια περίοδος απότομης αύξησής του, φτάνοντας στο 61% το 2008. Από τότε έχει παραμείνει στάσιμο.

Πριν από τον πρόσφατο γύρο δασμών, το ΔΝΤ προέβλεπε ότι το παγκόσμιο εμπόριο θα αυξανόταν μόλις κατά 3,2% ετησίως σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, έναν ρυθμό πολύ χαμηλότερο από τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,9% των ετών 2000–2019. Η επέκταση του παγκόσμιου εμπορίου δεν αποτελεί πλέον μοχλό οικονομικής ανάπτυξης όπως παλαιότερα. Τώρα, η όλη διαδικασία αντιστρέφεται.

Η τάση προς τον προστατευτισμό, σύμπτωμα της κρίσης του καπιταλισμού, είχε εμφανιστεί εδώ και κάποια χρόνια. Το 2023, οι κυβερνήσεις παγκοσμίως εισήγαγαν 2.500 προστατευτικά μέτρα (φορολογικά κίνητρα, στοχευμένες επιδοτήσεις και εμπορικούς περιορισμούς), αριθμός τριπλάσιος από τον αντίστοιχο πέντε χρόνια πριν.

Κατά την πρώτη προεδρία του Τραμπ, οι ΗΠΑ υιοθέτησαν επιθετική προστατευτική στάση, όχι μόνο εναντίον της Κίνας, αλλά και εναντίον της ΕΕ, πολιτική που συνεχίστηκε υπό τον Μπάιντεν. Ο Μπάιντεν ψήφισε σειρά νόμων (CHIPS, τον λεγόμενο Νόμο για τη Μείωση του Πληθωρισμού κ.ά.) και μέτρων με στόχο να ωφεληθεί η αμερικανική παραγωγή σε βάρος των εισαγωγών από τον υπόλοιπο κόσμο. Από την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, όλες οι τάσεις προς τον προστατευτισμό έχουν επιταχυνθεί δραματικά και πλέον έχουν οδηγήσει σε ανοιχτό εμπορικό πόλεμο.

Η άνοδος του προστατευτισμού και η εφαρμογή δασμών θα λειτουργήσουν ως ένα ακόμη πλήγμα για την παγκόσμια οικονομία, έπειτα από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό θα επιτείνει τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία – επιπρόσθετα στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων, τις στρατιωτικές δαπάνες, τις δημογραφικές αλλαγές και την κλιματική αλλαγή – ενώ ταυτόχρονα θα αποδυναμώσει τη ζήτηση.

Ωστόσο, η οικονομική κατάσταση είναι πολύ επισφαλής. Υπάρχει το δυναμικό για νέα ύφεση την επερχόμενη περίοδο, και ακόμα και μια πιθανή οικονομική κατάρρευση δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Οι δασμοί του Τραμπ

Η απότομη στροφή του Τραμπ προς τον προστατευτισμό και τον ανοιχτό εμπορικό πόλεμο με την Κίνα είναι σύμπτωμα της κρίσης του αμερικανικού καπιταλισμού. Σημαίνει την αναγνώριση ότι οι αμερικανικές βιομηχανικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να ανταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά χωρίς την κρατική παρέμβαση. Την ίδια στιγμή, ο προστατευτισμός είναι ένας τρόπος για τις ανταγωνιζόμενες καπιταλιστικές χώρες να μεταφέρουν το κόστος της κρίσης σε άλλες χώρες. Το «Πρώτα η Αμερική» σημαίνει αναγκαστικά «όλοι οι άλλοι τελευταίοι».

Με τα εκτεταμένα προστατευτικά του μέτρα, ο Τραμπ επιδιώκει πολλαπλούς στόχους: 1) Να βάλει «ποινές» στις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και έτσι να επαναφέρει βιομηχανικές θέσεις εργασίας εντός των ΗΠΑ. 2) Να σταματήσει την άνοδο της Κίνας ως οικονομικού ανταγωνιστή. 3) Να χρησιμοποιήσει τα έσοδα από τους δασμούς για να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ, ώστε να μπορέσει να διατηρήσει τις φοροαπαλλαγές. 4) Να χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως διαπραγματευτικό χαρτί στις συνομιλίες με άλλες χώρες, προκειμένου να αποσπάσει πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις.

Είναι αλήθεια ότι κάποιες εταιρείες έχουν ανακοινώσει επενδύσεις στις ΗΠΑ ως τρόπο να παρακάμψουν τους δασμούς και να διατηρήσουν την πρόσβαση στην αμερικανική αγορά (τη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά στον κόσμο). Όμως η δημιουργία νέων εργοστασίων είναι μια διαδικασία που θα πάρει χρόνο και οποιοδήποτε κέρδος σε νέες θέσεις εργασίας είναι πιθανό να αντισταθμιστεί από τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο των δασμών στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Σήμερα, μετά από 30 χρόνια παγκοσμιοποίησης, οι εφοδιαστικές αλυσίδες είναι εξαιρετικά επιμηκυμένες, με διαφορετικές χώρες να εξειδικεύονται σε διαφορετικά τμήματα της παραγωγικής διαδικασίας. Η αυτοκινητοβιομηχανία στις ΗΠΑ, το Μεξικό και τον Καναδά είναι στενά συνδεδεμένη, με τα εξαρτήματα να περνούν τα σύνορα πολλές φορές πριν συναρμολογηθούν σταδιακά σε διαφορετικές χώρες. Οποιαδήποτε κίνηση προς τη συντόμευση των εφοδιαστικών γραμμών θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στην οικονομία, οδηγώντας σε ακριβότερα προϊόντα ή ακόμη και σε ελλείψεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Η αβεβαιότητα που δημιουργείται από τη χρήση των δασμών από τον Τραμπ ως διαπραγματευτικό εργαλείο λειτουργεί επίσης υπονομευτικά στις επενδυτικές αποφάσεις.

Οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Κίνας είναι βαθιά αλληλένδετες και αμοιβαία εξαρτώμενες. Για τις ΗΠΑ, δεν υπάρχει επί του παρόντος βιώσιμο υποκατάστατο της κινεζικής βιομηχανίας — τα κινεζικά προϊόντα είναι ταυτόχρονα οικονομικά και υψηλής ποιότητας. Οι προσπάθειες να εκδιωχθούν από την αμερικανική αγορά, όπως επιδιώκει ο Τραμπ, είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρή οικονομική ζημιά πολύ πριν υπάρξει οποιαδήποτε αναβίωση της αμερικανικής μεταποίησης, αν υπάρξει ποτέ.

Οποιαδήποτε απόπειρα να αποσυντεθεί αυτή η σχέση θα έχει αρνητικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της. Ας θυμηθούμε ότι μετά το 1929 ήταν η γενική στροφή προς τον προστατευτισμό που έριξε τον κόσμο από την ύφεση στην σοβαρή παρατεταμένη κρίση. Ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου μειώθηκε κατά 25% μεταξύ 1929 και 1933, και ένα μεγάλο μέρος αυτού ήταν άμεσο αποτέλεσμα της αύξησης των εμπορικών φραγμών.

Για μια ολόκληρη περίοδο, η παγκοσμιοποίηση επέτρεψε στο καπιταλιστικό σύστημα να ξεπεράσει εν μέρει και προσωρινά τα όρια του έθνους κράτους. Ο προστατευτισμός αντιπροσωπεύει μια απόπειρα να εγκλωβιστούν ξανά οι παραγωγικές δυνάμεις στα στενά πλαίσια του εθνικού κράτους, προκειμένου να επανεπιβεβαιωθεί η κυριαρχία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού έναντι των άλλων. Όπως προειδοποιούσε ο Τρότσκι τη δεκαετία του 1930:

«Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού καταναλώνεται πολλή φαιά ουσία στις προσπάθειες να λυθεί το φανταστικό πρόβλημα τού πώς να ξαναγυρίσουν τον κροκόδειλο μέσα στο αυγό της κότας. Ο υπερσύγχρονος οικονομικός εθνικισμός είναι οριστικά καταδικασμένος από τον ίδιο του τον αντιδραστικό χαρακτήρα. Καθυστερεί και υποβιβάζει τις παραγωγικές δυνάμεις του ανθρώπου». (Εθνικισμός και Οικονομική Ζωή, 1934)

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι ηγέτες των συνδικάτων παντού απαντούν στον προστατευτισμό στοιχιζόμενοι πίσω από τις δικές τους άρχουσες τάξεις «υπερασπίζοντας τις θέσεις εργασίας» στις χώρες τους. Οι κομμουνιστές πρέπει να προβάλλουν μια διεθνιστική, ανεξάρτητη ταξική θέση. Ο εχθρός της εργατικής τάξης είναι η άρχουσα τάξη, κυρίως της χώρας μας, και όχι οι εργάτες άλλων χωρών.

Απέναντι σε κλεισίματα εργοστασίων, πρέπει να προβάλλουμε το σύνθημα της κατάληψης τους. Αντί για ακόμη περισσότερες κρατικές διασώσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων, απαιτούμε το άνοιγμα των βιβλίων και την εθνικοποίηση υπό εργατικό έλεγχο. Αν τα εργοστάσια δεν μπορούν να λειτουργήσουν με κέρδος υπό τον καπιταλισμό, πρέπει να απαλλοτριωθούν, να αναδιοργανωθούν και να επαναπροσανατολιστούν ώστε να καλύπτουν κοινωνικά χρήσιμες ανάγκες, στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού σχεδίου της παραγωγής. Ούτε το ελεύθερο εμπόριο ούτε ο προστατευτισμός είναι προς το συμφέρον της εργατικής τάξης. Αυτές είναι απλώς δύο διαφορετικές οικονομικές πολιτικές με τις οποίες η άρχουσα τάξη προσπαθεί να διαχειριστεί την κρίση του καπιταλισμού. Η δική μας εναλλακτική είναι να ανατρέψουμε το σύστημα που την προκαλεί.

Κρίση νομιμοποίησης των αστικών θεσμών

Η κρίση του καπιταλισμού, ως οικονομικού συστήματος που πλέον δεν είναι ικανό να αναπτύξει ουσιαστικά τις παραγωγικές δυνάμεις και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο από τη μια γενιά στην επόμενη, έχει οδηγήσει σε μια βαθιά και αυξανόμενη κρίση νομιμοποίησης όλων των αστικών πολιτικών θεσμών.

Υπάρχει μια προκλητική συγκέντρωση πλούτου, με ένα μικρό αριθμό δισεκατομμυριούχων να αυξάνει τις περιουσίες του, ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων της εργατικής τάξης είναι όλο και δυσκολότερο να τα βγάλει πέρα, αντιμετωπίζοντας περικοπές, λιτότητα, μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών από τον πληθωρισμό, αυξημένους λογαριασμούς ρεύματος, μια στεγαστική κρίση κλπ.

Τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, τα καθιερωμένα κόμματα, τα κοινοβούλια, η δικαστική εξουσία—όλοι θεωρούνται ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα μιας μικρής, προνομιούχας ελίτ, λαμβάνοντας αποφάσεις για να υπερασπιστούν τα στενά εγωιστικά συμφέροντά τους και όχι να υπηρετούν τις ανάγκες της πλειοψηφίας.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, διότι σε κανονικές εποχές η άρχουσα τάξη κυβερνά μέσω αυτών των θεσμών, που γενικά γίνονται αποδεκτοί και θεωρούνται ότι εκπροσωπούν «τη βούληση της πλειοψηφίας». Τώρα αυτό αμφισβητείται από ολοένα και μεγαλύτερα στρώματα της κοινωνίας.

Αντί για τον κανονικό μηχανισμό της αστικής δημοκρατίας, που λειτουργεί μετριάζοντας τις ταξικές αντιθέσεις, η ιδέα της άμεσης δράσης για την επίτευξη των στόχων γίνεται όλο και πιο αποδεκτή. Ένα άρθρο στη Le Monde προειδοποιούσε τον Μακρόν στη Γαλλία ότι, εμποδίζοντας το κόμμα με τους περισσότερους εκλεγμένους βουλευτές να σχηματίσει κυβέρνηση, ρίσκαρε ο λαός να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εκλογές είναι άχρηστες. Στις ΗΠΑ, ένας στους τέσσερις πιστεύει ότι η πολιτική βία μπορεί να δικαιολογηθεί για να «σώσει» τη χώρα, από 15% έναν χρόνο νωρίτερα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σημαντικό να επισημανθεί η αύξηση των τρομοκρατικών τάσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσα σε λίγους μήνες, είδαμε τη φερόμενη δολοφονία του Διευθύνοντος Συμβούλου της United Healthcare από τον Λουίτζι Μαντζιόνε, ως τρόπο καταγγελίας της κατάχρησης των μεγάλων ιδιωτικών εταιρειών υγειονομικής περίθαλψης, τη δολοφονία δύο υπαλλήλων της ισραηλινής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον από έναν φιλοπαλαιστίνιο ακτιβιστή και τη δολοφονία μιας Δημοκρατικής βουλευτή και του συζύγου της στη Μινεσότα, καθώς και μια άλλη επίθεση την ίδια ημέρα εναντίον ενός Δημοκρατικού γερουσιαστή, επίσης στη Μινεσότα. Οι τελευταίες διαπράχθηκαν από φανατικούς δεξιούς. Αυτό το επαναλαμβανόμενο φαινόμενο πολιτικής τρομοκρατίας στις ΗΠΑ εκφράζει τη βαθιά αναταραχή και τις τεράστιες αντιφάσεις που συγκλονίζουν την αμερικανική κοινωνία.

Η άνοδος των δημαγωγών που μιλούν ενάντια στο κατεστημένο είναι ένδειξη αυτής της διάβρωσης της νομιμοποίησης της αστικής δημοκρατίας και των θεσμών της. Στο παρελθόν, όταν μια δεξιά κυβέρνηση έχανε την αξιοπιστία της, αντικαθιστώνταν από μια σοσιαλδημοκρατική «αριστερή» κυβέρνηση, και όταν αυτή απαξιωνόταν, αντικαθιστώνταν από μια συντηρητική κυβέρνηση. Αυτό δεν είναι πλέον μια αυτόματη διαδικασία.

Αντίθετα, βλέπουμε βίαιες μεταστροφές προς τα αριστερά και προς τα δεξιά, που χαρακτηρίζονται στα ΜΜΕ ως άνοδος του «πολιτικού εξτρεμισμού». Όμως η ενίσχυση των άκρων στην πολιτική δεν είναι παρά ένας τρόπος έκφρασης της διαδικασίας κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης, που με τη σειρά της αντικατοπτρίζει μια οξυνόμενη ταξική πάλη. Η συνεπαγόμενη κατάρρευση του πολιτικού κέντρου είναι αυτό που γεμίζει την άρχουσα τάξη με τρόμο. Θέλουν να τη σταματήσουν με κάθε μέσο που διαθέτουν, αλλά αδυνατούν να το κάνουν.

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τον λόγο γι’ αυτό. Οι σημερινές κυβερνήσεις, αριστερές ή δεξιές, στην ουσία εφαρμόζουν τις ίδιες πολιτικές περικοπών και λιτότητας. Αυτό οδηγεί στη γενική απαξίωση της πολιτικής, σε σταθερή άνοδο της αποχής και στην εμφάνιση κάθε λογής τρίτων εναλλακτικών κομμάτων, συχνά εφήμερου χαρακτήρα. Οι δεξιοί δημαγωγοί έχουν μπορέσει να εκμεταλλευτούν την υπάρχουσα αντισυστημική διάθεση, λόγω και της ανικανότητας της επίσημης «Αριστεράς» να προσφέρει την οποιαδήποτε πραγματική εναλλακτική λύση.

Ο θόρυβος από το φιλελεύθερο καπιταλιστικό κατεστημένο για τον «κίνδυνο του φασισμού» και την «απειλή της Ακροδεξιάς» χρησιμεύει για να κερδίσει υποστήριξη η λογική του μικρότερου κακού, η ιδέα ότι «πρέπει όλοι να ενωθούμε για να υπερασπιστούμε τη Δημοκρατία». Αυτό, τη στιγμή που στις περισσότερες χώρες οι φιλελεύθεροι βρίσκονται στην εξουσία και πραγματοποιούν επιθέσεις στην εργατική τάξη, αναπτύσσουν τον μιλιταρισμό… και επιτίθενται στα δημοκρατικά δικαιώματα.

Έτσι, ο Τραμπ αποκαλείται «φασίστας» ή «αυταρχικός» όταν ακολουθεί πολιτικές απελάσεων πολιτών ξένης υπηκοότητας λόγω της υποστήριξής τους στην Παλαιστίνη. Πώς ονομάζουμε, λοιπόν, τις κυβερνήσεις ευρωπαϊκών χωρών που απαγορεύουν και καταστέλλουν βίαια τις διαδηλώσεις υπέρ της Παλαιστίνης; Πώς λέγεται όταν στη Γερμανία και τη Γαλλία συλλαμβάνονται και απελαύνονται πολίτες ξένης υπηκοότητας επειδή υποστηρίζουν την Παλαιστίνη;

Οι φιλελεύθεροι χρησιμοποιούν τα δικαστήρια για να εφαρμόσουν εντελώς αντιδημοκρατικά μέτρα, ώστε να εμποδίσουν πολιτικούς που δεν τους αρέσουν να θέσουν υποψηφιότητα σε εκλογές (όπως η Λεπέν στη Γαλλία) ή, όπως στην περίπτωση της Ρουμανίας, να ακυρώνουν εκλογές όταν δεν τους αρέσει το αποτέλεσμα! Και μετά ζητούν «ενότητα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας» και «κοινό μέτωπο ενάντια στην Ακροδεξιά».

Πρόκειται για μια εγκληματική πολιτική, που στην πραγματικότητα ενισχύει την υποστήριξη προς τους δεξιούς δημαγωγούς, οι οποίοι τότε μπορούν να πουν: «Βλέπετε, Δεξιά και Αριστερά, είναι όλοι ίδιοι».

Οι κομμουνιστές θα αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε αντιδραστικό μέτρο που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και στα δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά θα ήταν μοιραίο να φανεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι στηρίζουμε τη «δημοκρατία» γενικά (που σημαίνει υποστήριξη του καπιταλιστικού κράτους) ή να μπλέξουμε τις σημαίες μας με τους φιλελεύθερους όταν αυτοί επιτίθενται στους δεξιούς δημαγωγούς.

Στην πραγματικότητα, η ελκυστικότητα των δεξιών δημαγωγών θα αποκαλύπτει πάντα τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα της στο βαθμό που θα συγκρούεται με την πραγματική κατάσταση. Ο Τραμπ βρίσκεται ήδη στην εξουσία στις ΗΠΑ. Έχει δώσει πολλές υποσχέσεις. Στηρίχθηκε πάνω στις προσδοκίες εκατομμυρίων ανθρώπων που νομίζουν ότι πραγματικά θα «Κάνει Μεγάλη την Αμερική Ξανά». Αλλά αυτή είναι καθαρή ψευδαίσθηση. Για τους εργαζόμενους, το να κάνουν ξανά την Αμερική μεγάλη σημαίνει αξιοπρεπείς, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Σημαίνει να μπορούν να φτάνουν στο τέλος του μήνα χωρίς να αναγκάζονται να κάνουν δύο ή τρεις διαφορετικές δουλειές, ή να πουλούν το αίμα τους για να τα βγάλουν πέρα.

Υπάρχουν ισχυρές αυταπάτες ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους στις ΗΠΑ ότι ο Τραμπ θα φέρει πίσω τις «παλιές καλές μέρες» της μεταπολεμικής περιόδου. Αν υπάρχει κάτι βέβαιο, είναι ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Η κρίση του καπιταλισμού σημαίνει ότι μια επιστροφή στη χρυσή εποχή της μεταπολεμικής άνθισης ή στη «λαμπρή» δεκαετία του 1920 αποκλείεται σήμερα.

Δεν αποκλείεται ότι, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, ορισμένα από αυτά τα μέτρα —π.χ. δασμοί που προωθούν τη βιομηχανική ανάπτυξη στις ΗΠΑ σε βάρος άλλων χωρών— μπορεί να έχουν κάποια μικρή επίδραση. Πολλοί θα δώσουν επίσης στον Τραμπ το «τεκμήριο της αθωότητας» για κάποιο διάστημα. Μπορεί ακόμα να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα ότι είναι το κατεστημένο, το «βαθύ κράτος», που δεν τον αφήνει να εφαρμόσει τις πολιτικές του.

Αλλά μόλις η πραγματικότητα καταστεί σαφής και αυτές οι αυταπάτες διαλυθούν, το βαθιά ριζωμένο αντισυστημικό αίσθημα που οδήγησε τον Τραμπ στην εξουσία θα οδηγήσει σε απότομη στροφή προς την αντίθετη πλευρά του πολιτικού φάσματος. Θα μπορούσαμε να δούμε μια εξίσου απότομη και βίαιη στροφή του εκκρεμούς προς τα αριστερά.

Υπάρχει ένα άρθρο του Τρότσκι με τίτλο Αν η Αμερική Γινόταν Κομμουνιστική, όπου μιλά για το αμερικανικό ταπεραμέντο περιγράφοντάς το ως «ενεργητικό και βίαιο»: «Θα ήταν αντίθετο στην αμερικανική παράδοση να γίνει μια μεγάλη αλλαγή χωρίς να διαλέξουν πλευρές και να ανοίξουν κεφάλια».

Ο Αμερικανός εργάτης είναι πρακτικός και απαιτεί συγκεκριμένα αποτελέσματα. Είναι διατεθειμένος να προβεί σε δράσεις για να έρθουν αποτελέσματα. Ο Φάρελ Ντόμπς, ο ηγέτης της μεγάλης απεργίας των Teamsters στη Μινεάπολη το 1934, πέρασε κατευθείαν από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στο να γίνει τροτσκιστής ηγέτης. Στον απολογισμό του για την απεργία, εξηγεί το γιατί. Γι’ αυτόν, οι τροτσκιστές ήταν αυτοί που πρότειναν τις πιο πρακτικές και αποτελεσματικές λύσεις στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι εργάτες.

Μια εκρηκτική κατάσταση: ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας

Η αλήθεια είναι ότι η παγκόσμια κατάσταση εγκυμονεί επαναστατικές δυνατότητες. Το κύμα εξεγέρσεων του 2019-2020 διακόπηκε εν μέρει από τα λοκντάουν της πανδημίας COVID-19, αλλά οι συνθήκες που το πυροδότησαν δεν έχουν εκλείψει. Το 2022, η εξέγερση στη Σρι Λάνκα ανέτρεψε τον πρόεδρο με τις μάζες να εισβάλλουν στο προεδρικό μέγαρο. Οι μαζικές απεργίες ενάντια στη συνταξιοδοτική αντιμεταρρύθμιση στη Γαλλία το 2023 έβαλαν την κυβέρνηση «με την πλάτη στον τοίχο». Το 2024, οι μάζες στην Κένυα, υπό την ηγεσία της επαναστατικής νεολαίας, εισέβαλαν στο κοινοβούλιο και ανάγκασαν την κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο λιτότητας. Στο Μπαγκλαντές, ένα κίνημα της φοιτητικής νεολαίας που αντιμετώπισε σφοδρή καταστολή οδήγησε σε πανεθνική εξέγερση και στην ανατροπή του μισητού καθεστώτος της Χασίνα.

Κοινό χαρακτηριστικό σε όλα αυτά τα κινήματα είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διαδραματίζει η νεολαία. Όποιος είναι κάτω των 30 έχει ζήσει όλη του την πολιτικά συνειδητή ζωή σε μια κατάσταση που χαρακτηρίστηκε από την κρίση του 2008, την πανδημία τoy COVID-19, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σφαγή στη Γάζα.

Πρόσφατα έχουμε δει σημαντικά μαζικά κινήματα στην Τουρκία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η οργή κατά της συγκάλυψης του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, συνδυασμένη με τον συσσωρευμένο θυμό από τη μαζική φτωχοποίηση που προκλήθηκε από τη μόνιμη λιτότητα και το βαθύ αδιέξοδο του ελληνικού καπιταλισμού, οδήγησε σε μια τεράστια γενική απεργία και στις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη χώρα από την πτώση της δικτατορίας. Ο μαζικός χαρακτήρας της γενικής απεργίας, που περιέλαβε όχι μόνο την εργατική τάξη αλλά και άλλα στρώματα της κοινωνίας (μικρομαγαζάτορες κλπ.), δείχνει τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Όταν κινείται η εργατική τάξη, μπορεί να τραβήξει πίσω της όλα τα καταπιεσμένα στρώματα.

Στη Σερβία, το κίνημα που ξέσπασε μετά την κατάρρευση του στεγάστρου του σταθμού στο Νόβι Σαντ έχει δημιουργήσει μια επαναστατική κρίση, με τη μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία της χώρας. Οι φοιτητές έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο, καταλαμβάνοντας τα πανεπιστήμια και οργανωμένοι μέσω φοιτητικών συνελεύσεων και συνειδητά προσπαθούν να επεκτείνουν το κίνημα στην εργατική τάξη και τον λαό γενικότερα με τη δημιουργία zborovi, μαζικών συνελεύσεων σε πόλεις και χωριά αλλά και σε ορισμένους χώρους εργασίας. Το κίνημα διαρκεί πάνω από 9 μήνες, με όλες τις προσπάθειες του καθεστώτος Βούτσιτς για να το σταματήσει να αποτυγχάνουν και να του δίνουν επιπλέον ώθηση ώστε να συνεχίζεται.

Και τα δύο αυτά κινήματα αναδεικνύουν δύο βασικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας κατάστασης: την τεράστια δυνητική δύναμη της εργατικής τάξης και το κυρίαρχο ειδικό κοινωνικό βάρος της από τη μία πλευρά, και την εξαιρετική αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα από την άλλη.

Επιπλέον, στρώματα της νεολαίας έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί και λόγω ζητημάτων δημοκρατικών δικαιωμάτων, με το μαζικό γυναικείο κίνημα ενάντια στη βία και τις διακρίσεις (Μεξικό, Ισπανία), για την υπεράσπιση του δικαιώματος στην άμβλωση (Αργεντινή, Χιλή, Ιρλανδία, Πολωνία), για τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών (Ιρλανδία), με το μαζικό κίνημα ενάντια στην αστυνομική βία κατά των μαύρων (ΗΠΑ και Βρετανία) κλπ.

Η κλιματική κρίση έχει επίσης γίνει παράγοντας ριζοσπαστικοποίησης για αυτή τη γενιά νέων ανθρώπων που αισθάνονται πολύ έντονα, και δικαίως, ότι αν δεν αλλάξουν τα πράγματα ριζικά, η ζωή στη Γη απειλείται και ότι ο φταίχτης είναι το σύστημα.

Η υποκρισία και τα δύο μέτρα και σταθμά του ιμπεριαλισμού σχετικά με τη σφαγή στη Γάζα, τους λεγόμενους «διεθνείς κανόνες» και την αστυνομική καταστολή του κινήματος αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη έχουν ανοίξει τα μάτια τους στη φύση του καπιταλιστικού κράτους, των καπιταλιστικών ΜΜΕ και των διεθνών θεσμών.

Σε όλα αυτά τα κινήματα συναντάμε ένα ευρύ φάσμα ιδεών, συμπεριλαμβανομένου του φεμινισμού, του ρεφορμισμού, του σταλινισμού ή του εθνικισμού. Είναι καθήκον μας να προβάλλουμε μια ταξική θέση, διαχωριζόμενοι ξεκάθαρα από την άβυσσο της μικροαστικής σύγχυσης. Αλλά αυτό αποτελεί πάντα ένα συγκεκριμένο ζήτημα, αρχίζοντας από τις ιδέες που συναντάμε, καθώς και από τα καθήκοντα και τα ερωτήματα που εγείρει το ίδιο το κίνημα. Ανάλογα με τις περιστάσεις, συνήθως αρχίζουμε με φιλικό τρόπο, ξεκινώντας με τα πράγματα στα οποία συμφωνούμε και στη συνέχεια επισημαίνοντας πως οι προτεινόμενες λύσεις είναι ανεπαρκείς, συνδέοντάς τες με τα ευρύτερα καθήκοντα του αγώνα για τον σοσιαλισμό. Όπως το έθεσε ο Λένιν τον Απρίλιο του 1917: «να παρουσιάσουμε μια υπομονετική, συστηματική και επίμονη εξήγηση των λαθών της τακτικής τους, μια εξήγηση ειδικά προσαρμοσμένη στις πρακτικές ανάγκες των μαζών».

Την ίδια στιγμή, γίνεται ξεκάθαρο ότι ένα αυξανόμενο τμήμα της νεολαίας ταυτίζεται με τις κομμουνιστικές ιδέες ως την πιο ριζοσπαστική εναλλακτική ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα και μπορούμε να το προσεγγίσουμε άμεσα με το πλήρες πρόγραμμά μας. Δεν πρόκειται για πλειοψηφία, ούτε καν ανάμεσα στη νεολαία, αλλά σίγουρα είναι μια σημαντική εξέλιξη.

Η κατάρρευση του σταλινισμού βρίσκεται τώρα 35 χρόνια πίσω μας, οπότε για αυτή τη γενιά η προπαγάνδα της άρχουσας τάξης για την «αποτυχία του σοσιαλισμού» έχει ελάχιστη σημασία. Αυτό που τους ανησυχεί και έχουν βιώσει άμεσα είναι η αποτυχία του καπιταλισμού!

Κρίση ηγεσίας

Υπάρχει συσσώρευση εύφλεκτου υλικού σε ολόκληρο τον κόσμο. Η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος σε όλες τις εκφάνσεις του έχει πυροδοτήσει τον έναν επαναστατικό ξεσηκωμό μετά τον άλλον. Η λεγόμενη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που διαμόρφωσε τον κόσμο επί δεκαετίες, καταρρέει μπροστά στα μάτια μας. Η στροφή προς τον προστατευτισμό και τους εμπορικούς πολέμους δημιουργεί τεράστια οικονομική αναταραχή.

Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας δεν είναι αν θα υπάρξουν επαναστατικά κινήματα την περίοδο που ανοίγεται μπροστά μας. Αυτό είναι βέβαιο. Το ερώτημα είναι αν αυτά θα καταλήξουν σε μια νίκη της εργατικής τάξης.

Έχουμε δει σειρά επαναστατικών κινημάτων και εξεγέρσεων τα τελευταία 15 χρόνια. Αυτά έχουν δείξει τον τεράστιο επαναστατικό ενθουσιασμό και τη δύναμη των μαζών μόλις αρχίσουν να κινούνται. Κατόρθωσαν να υπερνικήσουν τη βίαιη καταστολή, τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, τα μπλακάουτ στα μέσα επικοινωνίας και τα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Όμως, τελικά, κανένα από αυτά δεν οδήγησε την εργατική τάξη στην εξουσία.

Αυτό που έλειπε, σε καθεμία περίπτωση, ήταν μια επαναστατική ηγεσία ικανή να οδηγήσει το κίνημα στη λογική του κατάληξη. Η αραβική επανάσταση του 2011 κατέληξε σε καταπιεστικά βοναπαρτιστικά καθεστώτα (Αίγυπτος, Τυνησία) ή ακόμα χειρότερα, σε αντιδραστικούς εμφυλίους πολέμους (Λιβύη και Συρία). Η χιλιανή εξέγερση οδηγήθηκε πίσω στο ασφαλές κανάλι του αστικού κοινοβουλευτισμού. Η σουδανική επανάσταση επίσης κατέληξε σε έναν εντελώς αντιδραστικό εμφύλιο πόλεμο.

Ο Τρότσκι έγραφε στο «Μεταβατικό Πρόγραμμα» ότι «η ιστορική κρίση της ανθρωπότητας ανάγεται στην κρίση επαναστατικής ηγεσίας». Τα λόγια του είναι σήμερα πιο αληθινά από ποτέ. Ο υποκειμενικός παράγοντας —δηλαδή, μια οργάνωση επαναστατικών στελεχών ριζωμένη στην εργατική τάξη— είναι εξαιρετικά αδύναμος σε σύγκριση με τα κολοσσιαία καθήκοντα που θέτει η Ιστορία. Επί δεκαετίες, παλεύαμε ενάντια στο ρεύμα και μας πήγαιναν πίσω ισχυρά κύματα της αντικειμενικής κατάστασης.

Αυτό αναπόφευκτα σημαίνει ότι οι επερχόμενες επαναστατικές κρίσεις δεν θα επιλυθούν βραχυπρόθεσμα. Επομένως, έχουμε μπροστά μας μια παρατεταμένη περίοδο ανόδων και πτώσεων, προχωρημάτων και ηττών. Αλλά μέσα από όλες αυτές τις διαδικασίες, η εργατική τάξη θα μάθει και η πρωτοπορία της θα ενισχυθεί. Τώρα πια, το ρεύμα της Ιστορίας αρχίζει να ρέει με το μέρος μας και θα μπορούμε να κολυμπήσουμε με το ρεύμα, όχι αντίθετα σε αυτό.

Το καθήκον μας είναι να συμμετέχουμε, πλάι στις μάζες της εργατικής τάξης, και να συνδέσουμε το ολοκληρωμένο πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης με τον ακατέργαστο πόθο των πιο προχωρημένων στοιχείων για μια θεμελιώδη επαναστατική αλλαγή.

Η ίδρυση της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Διεθνούς το 2024 ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα και δεν πρέπει να υποτιμούμε όσα έχουμε πετύχει: μια διεθνή οργάνωση στέρεα βασισμένη στη μαρξιστική θεωρία. Την τελευταία περίοδο έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των μελών μας. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να διατηρούμε την αίσθηση του μέτρου: οι δυνάμεις μας παραμένουν εντελώς ανεπαρκείς για τα καθήκοντα που μας περιμένουν.

Η αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα σημαίνει αναπόφευκτα ότι την επόμενη περίοδο η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών θα εκφραστεί με ανόδους και πτώσεις νέων αριστερών ρεφορμιστικών σχηματισμών και ηγετών. Κάποιοι απ’ αυτούς μπορεί ακόμη να χρησιμοποιούν ιδιαίτερα ριζοσπαστική ρητορική, αλλά όλοι θα έρθουν αντιμέτωποι με τους θεμελιώδεις περιορισμούς του ρεφορμισμού: την αδυναμία τους να θέσουν το βασικό ζήτημα της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και της κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη. Γι’ αυτόν τον λόγο η προδοσία είναι εγγενής στον ρεφορμισμό. Αλλά για ένα διάστημα, κάποιοι από αυτούς τους σχηματισμούς και ηγέτες θα προκαλέσουν ενθουσιασμό και θα βρουν μαζική υποστήριξη.

Πρέπει να υπάρχει μία αίσθηση του επείγοντος για το χτίσιμο της οργάνωσης παντού. Δεν είναι το ίδιο να έχεις 100, 1.000 ή 10.000 μέλη όταν ξεσπάσουν ξανά μαζικές εξεγέρσεις. Μια οργάνωση 1.000 εκπαιδευμένων στελεχών στην αρχή της Μπολιβαριανής επανάστασης στη Βενεζουέλα, ή μια οργάνωση 5.000 στελεχών με ρίζες στην εργατική τάξη όταν ο Κόρμπιν κέρδισε την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία, θα μπορούσε να είχε μεταμορφώσει την κατάσταση. Το λιγότερο, με ορθή πολιτική και προσέγγιση του μαζικού κινήματος, αυτές οι οργανώσεις θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί σε σημαντική δύναμη στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, και να αρχίσουν να γίνονται σημείο αναφοράς για πλατύτερα στρώματα.

Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, στη φωτιά των γεγονότων, ακόμη και μια σχετικά μικρή οργάνωση μπορεί να μετασχηματιστεί σε μια πολύ μεγαλύτερη και να παλέψει για την κατάκτηση της ηγεσίας των μαζών. Αυτό ανήκει στο μέλλον. Το καθήκον τώρα είναι η υπομονετική δουλειά ένταξης μελών, και πάνω απ’ όλα εκπαίδευσης και προετοιμασίας των στελεχών, ιδιαίτερα ανάμεσα στην εργατική και τη φοιτητική νεολαία.

Μια οργάνωση που είναι στέρεα ριζωμένη στις μάζες και εξοπλισμένη με τη μαρξιστική θεωρία θα μπορεί να ανταποκρίνεται γρήγορα στις απότομες αλλαγές και στροφές της κατάστασης. Αλλά μια επαναστατική ηγεσία δεν μπορεί να προκύψει αυτοσχέδια όταν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα. Πρέπει να έχει χτιστεί εκ των προτέρων. Αυτό είναι το πιο επείγον καθήκον που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Από την επιτυχία ή την αποτυχία μας τελικά εξαρτάται ολόκληρη η κατάσταση. Αυτή η ιδέα πρέπει να είναι η κύρια κινητήρια δύναμη πίσω από όλη τη δουλειά, τις θυσίες και τις προσπάθειές μας. Με την αναγκαία αποφασιστικότητα και επιμονή, μπορούμε να τα καταφέρουμε και θα τα καταφέρουμε.

Διαβάστε το Α’ Μέρος εδώ

Διαβάστε το Β’ Μέρος εδώ

Διαβάστε το Γ’ Μέρος εδώ

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Ανασκόπηση

Η παρούσα ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies, ώστε να παρέχει στο χρήστη την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Τα δεδομένα αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ενεργειών, όπως την αναγνώρισή σας, όταν επιστρέφετε στην ιστοσελίδα μας, και για να κατανοήσουμε ποια τμήματα της ιστοσελίδας μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Μπορείτε να προσαρμόσετε όλες τις ρυθμίσεις για τα cookies από τις καρτέλες στα αριστερά σας.