vouli_demo.jpg
ΟΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ – ΜΕΡΟΣ Α’

 
Οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με τη συστηματική αρωγή μιας καλοστημένης επικοινωνιακής εκστρατείας, δημιούργησαν στις εργαζόμενες μάζες, λιγοστές και συγκρατημένες προσδοκίες για μια ηπιότερη αντιμετώπιση των δικαιωμάτων τους και μια ελαφρά βελτίωση της δεινής θέσης στην οποία τους έχει οδηγήσει ο καπιταλισμός. Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε το περιεχόμενο και τη λογική της πολιτικής που εξήγγειλε η νέα κυβέρνηση και θα εστιάσουμε στο κρίσιμο ζήτημα της στάσης που πρέπει να κρατήσει απέναντί της η Αριστερά.

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και οι εργαζόμενοι

 
Πριν όμως από αυτά, είναι ανάγκη να προσδιορίσουμε ξανά, με σαφήνεια την πολιτική και κοινωνική φυσιογνωμία της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και τη σχέση της με τις εργαζόμενες μάζες. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, εδώ και μια 15ετία περίπου, με ορόσημο την εσωκομματική επικράτηση της παλιάς πτέρυγας των «εκσυγχρονιστών», έχει και τυπικά εγκαταλείψει οτιδήποτε θα μπορούσε να θυμίζει το αριστερό παρελθόν του κόμματος. Από τις επίσημες πολιτικές θέσεις της, έχει απαλειφθεί κάθε αναφορά στην ταξική πάλη και το σοσιαλισμό και η ίδια έχει αποδεχθεί πλήρως το καπιταλιστικό σύστημα και τους νόμους του, σαν μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να μεταβληθεί. Μέσα από τις προηγούμενες κυβερνητικές της θητείες, έχει επιτυχημένα δώσει εξετάσεις διαχείρισης στην αστική τάξη, η οποία άλλωστε μέσα από τα φερέφωνά της στα ΜΜΕ, δεν παραλείπει να εκθειάζει αυτή την επιτυχία, μνημονεύοντας ιδιαίτερα τα «επιτεύγματα» της περιόδου Σημίτη (είσοδος στην ΟΝΕ και το «ευρώ» κ.λ.π).
Επιπρόσθετα, η μεγάλη πλειοψηφία των ηγετικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ – ανάμεσά τους σε επίλεκτη θέση και τα μέλη της νέας κυβέρνησης Παπανδρέου – σαν πολιτικοί «καριέρας», ειδικευμένοι στη διαχείριση των υποθέσεων του ελληνικού καπιταλισμού, από την άποψη της κοινωνικής τους θέσης αισθάνονται πολύ πιο κοντά στην αστική τάξη, παρά στους εργαζόμενους. Έτσι, παρ’ ότι ηγούνται ενός κόμματος που στηρίζεται στα πλατειά στρώματα των εργαζόμενων μαζών, αποτελούν μια ηγεσία με αστική πολιτική και αστικά χαρακτηριστικά. 
Όμως το πρόβλημα για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι ακριβώς αυτό. Για να εφαρμόσει την  αστική της πολιτική στην κυβέρνηση και να διαχειριστεί απερίσπαστη τις υποθέσεις του ελληνικού καπιταλισμού, χρειάζεται την ανοχή της κοινωνικής της βάσης, δηλαδή των εργαζόμενων μαζών. Χρειάζεται να τους πείσει έμπρακτα, γι’ αυτό που η ίδια η καθημερινότητα διαψεύδει οικτρά, ότι δηλαδή μέσα σε αυτό το σύστημα, που γεννάει αδιάκοπα τη φτώχεια και την ανεργία, μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή τους. Πρέπει να είναι σε θέση να καλλιεργεί προσδοκίες και αυταπάτες στις τάξεις τους, διαφορετικά κινδυνεύει να αμφισβητηθεί και να ξεπεραστεί.
Στο παρελθόν, η δεξιά ηγεσία του Σημίτη, αποπειράθηκε να κερδίσει για ένα διάστημα την ανοχή των εργαζόμενων, υποσχόμενη ότι η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ και η εισαγωγή του «ευρώ» θα βελτίωναν της θέση τους. Η ζωή απέδειξε πως όχι μόνο δεν συνέβη αυτό, αλλά αντίθετα το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων υπέστη πρωτοφανή καθίζηση, γεγονός που τους οδήγησε να εκφράσουν μαχητικά τη δυσαρέσκεια τους, με χαρακτηριστικό αποκορύφωμα την ιστορική, μαζική γενική απεργία της Άνοιξης του 2001 ενάντια στα περίφημα «μέτρα Γιαννίτση». Μετά το 2004, η ηγεσία του Γ. Παπανδρέου, αφού στην αρχή, έστριψε το τιμόνι του κόμματος ακόμα πιο πολύ προς τα δεξιά συνεργαζόμενη με τους Μάνο και Ανδριανόπουλο και υποστηρίζοντας ανοιχτά ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις, διαβλέποντας τον κίνδυνο της περιθωριοποίησής της από το εργατικό κίνημα και τη νεολαία που στρέφονταν αριστερά κάτω από τα χτυπήματα της κυβέρνησης Καραμανλή, άλλαξε τακτική. Άρχισε, έστω και έμμεσα, να κρατά αποστάσεις από το κυβερνητικό παρελθόν Σημίτη, με αποκορύφωμα την διαγραφή του από την κοινοβουλευτική ομάδα το 2008 και υιοθέτησε μια αφηρημένη φιλολαϊκή ρητορική για «δικαιοσύνη» και «αλληλεγγύη», χρησιμοποιώντας λίγο πριν τις Ευρωεκλογές ακόμα και το δίλλημα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», το οποίο φυσικά, αναγκάστηκε γρήγορα να ξεχάσει κάτω από τη γενικευμένη κατακραυγή της αστική τάξης.
Κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο και καθώς η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αισθανόταν εντονότερη την πίεση για «υπευθυνότητα» (βλέπε δηλαδή υποταγή στις διακηρυγμένες πολιτικές επιλογές του κεφαλαίου) από την αστική τάξη που έβλεπε το κόμμα της να παραπαίει, η αριστερίζουσα ρητορική της υποχώρησε αισθητά. Αντικαταστάθηκε από μια μίζερη, φιλολαϊκή αοριστολογία, η οποία φυσιολογικά δεν ενθουσίασε κανέναν εργαζόμενο.
Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει σε προηγούμενο άρθρο μας, οι εργαζόμενοι στις εκλογές της 4ης Οκτώβρη ψήφισαν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, όχι για να επιβραβεύσουν την πολιτική της, ούτε γιατί παρασύρθηκαν από τις αφηρημένες της διακηρύξεις ή δήθεν, γιατί υπέκυψαν σε «εκβιαστικά διλλήματα του δικομματισμού», όπως  π.χ υπαινίσσεται η ηγεσία του ΚΚΕ. Οι εργαζόμενοι δεν συμμερίζονται καθόλου την εμπιστοσύνη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ στον καπιταλισμό. Δεν πιστεύουν δηλαδή, ότι οι βιομήχανοι, οι τραπεζίτες και οι πολυεθνικές όπως εκείνη υποστηρίζει, μπορούν να «συνετιστούν» και να υπηρετήσουν ξαφνικά το «δημόσιο συμφέρον», ούτε ότι τα ανεξέλεγκτα μεγαλοστελέχη της αστικής κρατικής μηχανής μπορούν με ένα μαγικό ραβδί «ηθικοποίησης» και «νοικοκυρέματος» να σταματήσουν να κατασπαταλούν και να καταχρώνται τους φόρους που πληρώνει η εργατική τάξη και τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα. Ψήφισαν μαζικά το ΠΑΣΟΚ, επειδή αυτή η επιλογή εμφανίστηκε στα μάτια τους σαν ο συντομότερος δρόμος για να απαλλαγούν από την κυβέρνηση της ΝΔ και γιατί ταυτόχρονα, με διασπασμένη και αποδιοργανωμένη την «παραδοσιακή» Αριστερά, δεν είχαν μια άλλη εναλλακτική λύση εξουσίας.
Τώρα, απέναντι στη νέα κυβέρνηση, οι εργαζόμενοι έχουν υιοθετήσει μια στάση συμπυκνωμένη παραστατικά στα παρακάτω λόγια, που θα μπορούσαν να ακουστούν αυτές τις μέρες σε κάθε χώρο δουλειάς : «Αυτοί δεν μπορεί να είναι χειρότεροι από τους προηγούμενους. Ας περιμένουμε λίγο τι θα κάνουν τελικά και βλέπουμε..». Η στάση αυτή δεν πηγάζει από κάποιο «συντηρητισμό». Είναι απόλυτα φυσιολογική. Μετά από 5,5 χρόνια σκληρών αμυντικών αγώνων, με 11 γενικές απεργίες και σημαντικές κινητοποιήσεις κατά χώρους, οι εργαζόμενοι έδωσαν ένα ηχηρό πολιτικό χαστούκι στο κόμμα του κεφαλαίου και εξέλεξαν σστην κυβέρνηση ένα κόμμα με το οποίο έχουν γερούς ιστορικούς δεσμούς, στη βάση υποσχέσεων ότι θα βελτιώσει τη ζωή τους. Όποιος σε αυτές τις συνθήκες, περιμένει οι εργαζόμενοι να βγουν, εδώ και τώρα, μαζικά στους δρόμους για να κάνουν νέες γενικές απεργίες και διαδηλώσεις, είτε ζει σε έναν δικό του κόσμο, είτε απλά είναι αγιάτρευτα σεχταριστής.
Αυτή η στάση αναμονής, αναμφισβήτητα ενισχύθηκε από τις άτολμες μικρο-παραχωρήσεις που περιείχαν οι προγραμματικές δηλώσεις του Παπανδρέου και των υπουργών του. Όμως, παρότι είναι αναγκαίο η Αριστερά να αναγνωρίσει αυτή την γενική διάθεση που επικρατεί στην εργατική τάξη, πρέπει ταυτόχρονα, απαραίτητα να τονίσει, ότι αυτή η στάση είναι προσωρινή, γιατί – όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στη συνέχεια του άρθρου μας – αναπόφευκτα θα είναι προσωρινή και η «ηπιότητα» αυτής της κυβέρνησης έναντι της εργατικής τάξης και των δικαιωμάτων της.