efopl.jpg
Ελληνικός καπιταλισμός : η ιστορική του πορεία και το σημερινό του τέλμα

«Αυτήν την ώρα η Ελλάδα κρέμεται από μια κλωστή. Ο κόσμος αλλάζει ραγδαία, τράπεζες και χώρες καταρρέουν με πρωτόγνωρους ρυθμούς κι εμείς είμαστε ένα μισοβουλιαγμένο καράβι, που προσπαθεί να βγει από ένα τσουνάμι με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.»
– Αλέξης Παπαχελάς, «Καθημερινή» 18-11-10.
Αναμφίβολα η παρούσα περίοδος είναι η πιο κρίσιμη στην ιστορία του ελληνικού καπιταλισμού. Η κρίσιμη αυτή ιστορική συγκυρία κάνει χρήσιμη μια σύντομη ιστορική ανασκόπηση της πορείας του ελληνικού καπιταλισμού από μαρξιστική σκοπιά.
Η στρεβλή και ευνουχισμένη μορφή που είχε η κατάληξη της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του 1821, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός κρατιδίου  – οργάνου των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης. Τα πρώτα ελληνικά κεφάλαια συσσωρεύτηκαν έξω από την Ελλάδα, κύρια από εμπόρους, πλοιοκτήτες και τραπεζίτες, που σαν συνεργάτες των μεγάλων καπιταλιστικών οίκων της Δυτικής Ευρώπης κυριάρχησαν στην Αίγυπτο, την Μ. Ασία, τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι και τη Ρουμανία.
Από τα πρώτα τους βήματα οι έλληνες καπιταλιστές ήταν μεσίτες, έμποροι και μεταπράτες, απόλυτα εξαρτημένοι από το ξένο μεγάλο κεφάλαιο και δεν στράφηκαν στο να δημιουργήσουν μια σοβαρή βιομηχανική υποδομή. Ότι έκαναν είχε έναν καιροσκοπικό χαρακτήρα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γ. Κορδάτος στο βιβλίο του «Η ιστορία της Ελληνικής κεφαλαιοκρατίας» «..παρά τις προσπάθειες του Χ. Τρικούπη από το 1882 έως το 1890 ν’ αστικοποιήσει την χώρα και με την βοήθεια μεγάλων δανείων από το εξωτερικό να δημιουργήσει μια υποδομή για την ανάπτυξη της ντόπια βιομηχανίας, το ελληνικό και ξένο κεφάλαιο που ήρθε προτίμησε τις τραπεζιτικές, τις μεταλλευτικές και τις ναυτικές επιχειρήσεις από τις οποίες έβγαιναν μεγάλα κέρδη..».
Η αστική τάξη εδραίωσε την πολιτική εξουσία της σε μια περίοδο (1909 – στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί) κατά την οποία οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είχαν ήδη μοιράσει ολόκληρο τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής, ο καπιταλισμός παγκόσμια έμπαινε στην εποχή της επιθανάτιας αγωνίας του και το εργατικό κίνημα στην Ευρώπη ετοιμαζόταν ήδη να διεκδικήσει την εξουσία. Γι’ αυτούς τους λόγους, η ελληνική αστική τάξη ήταν ανίκανη να παίξει έναν επαναστατικό ρόλο ενάντια στο παλιό φεουδαρχικό καθεστώς, να δώσει ριζικές λύσεις στα αστικοδημοκρατικά προβλήματα και ιδιαίτερα στο μοίρασμα της γης στους χωρικούς και στο σπάσιμο της εξάρτησης από τους ξένους ιμπεριαλιστές και γι’ αυτό το λόγο, συμβιβάζεται με τα «τζάκια» και τον βασιλιά, πράγμα που την φέρνει σε σύγκρουση όχι μόνο με τους εργάτες, αλλά και με την αγροτιά και την κάνει από την αρχή εχθρική απέναντί της.
Όπως εξηγούσε στο σημαντικό έργο του «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα» ο πρώτος γραμματέας του ΚΚΕ Π. Πουλιόπουλος, «..η ελληνική αστική τάξη ίσαμε την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα προχώρησε δισταχτικά και σε διαρκείς συμβιβασμούς με τον παλιό κόσμο, την αυλή, φεουδαρχία και τον κλήρο. Όλα τα μεταρρυθμιστικά βήματα φέρνουνε τη σφραγίδα του μεσοβέζικου και διστακτικού πνεύματος, του φόβου της μπρος σε ριζοσπαστικές πληβειακές λύσεις..».
Ο πρώτος σοβαρός κύκλος εκβιομηχάνισης του ελληνικού καπιταλισμού συντελείται στο Μεσοπόλεμο, από τα πρώτα χρόνια τις δεκαετίας του 1920 έως την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Σε αυτό το διάστημα η βιομηχανική βάση σχεδόν διπλασιάζεται και παράλληλα έχουμε τη δημιουργία ενός μαχητικού προλεταριάτου, συνδικάτων και του πρώτου κόμματος της εργατικής τάξης του ΚΚΕ, κάτω από την επίδραση της Οκτωβριανής επανάστασης. Μετά τις καταστροφικές ήττες της γενικής απεργίας του 1936 και της επανάστασης 1944-49, που προήλθαν από την προδοτική πολιτική ταξικής συνεργασίας της σταλινικής ηγεσίας του ΚΚΕ, μπήκαν οι βάσεις για μια νέα ανάπτυξη της βιομηχανίας, πάνω στα συντρίμμια του εργατικού κινήματος. Το 1963 για πρώτη φορά η βιομηχανική παραγωγή ξεπέρασε την αγροτική παραγωγή. Η βιομηχανική ανάπτυξη κορυφώθηκε αργότερα, στη δεκαετία 1963-1973.
Από το 1974 και μετά, η γενικά καθοδική πορεία του παγκόσμιου καπιταλισμού και αργότερα, η «πλημμύρα» από εμπορεύματα των ισχυρότερων  ευρωπαϊκών χωρών στην ελληνική αγορά που σηματοδότησε η είσοδος στην ΕΟΚ, έφεραν μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας και αποβιομηχάνισης κατά τη δεκαετία του 1980.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι το 2008 είχαμε μια σημαντική ανάπτυξη του ΑΕΠ (3-3,5% κατά μέσο όρο), που στηρίχθηκε κύρια : α) στην πτώση του εργατικού κόστους που προήλθε από την υποχώρηση του εργατικού κινήματος και την υπερ-εκμετάλλευση των εξαθλιωμένων μεταναστών, β) στις αυξημένες κρατικές δαπάνες και σε κοινοτικές χρηματοδοτήσεις για έργα υποδομής και εγκαταστάσεις της Ολυμπιάδας του 2004 και γ) στον υπέρογκο δανεισμό που τροφοδότησε τεχνητά την κατανάλωση και ιδιαίτερα, τον τομέα των κατασκευών.
Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, η αποβιομηχάνιση συνεχίστηκε μέσα από την μαζική μετεγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων στα Βαλκάνια, ενώ η εγχώρια αγορά καταλήφθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από μεγάλα πολυεθνικά μονοπώλια μέσα από τη διαδικασία των εξαγορών, των ιδιωτικοποιήσεων ή της σταδιακής επιβολής της κυριαρχίας τους, λόγω του όγκου των κεφαλαίων τους. 
Σήμερα σύμφωνα με το «Έθνος» (21/5/2010) «..οι πολυεθνικές καταφέρνουν να εδραιώνουν τη θέση τους στην ελληνική αγορά και μάλιστα έχουν φτάσει να ελέγχουν το 60% των προϊόντων μαζικής κατανάλωσης (τρόφιμα, απορρυπαντικά, είδη νοικοκυριού κ.λπ.)..». Η κυριαρχία μιας χούφτας πολυεθνικών στην ελληνική αγορά, σε αντίθεση με την  κυρίαρχη αστική φιλολογία, έχει παίξει έναν, κάθε άλλο παρά ευεργετικό ρόλο στην ελληνική οικονομία. Έχει συντελέσει στην εκτόξευση των τιμών τροφοδοτώντας την κερδοσκοπική ακρίβεια, ενώ επίσης, σηματοδότησε μια τρομακτική εξαγωγή πλούτου από τη χώρα. Την τελευταία δεκαετία σύμφωνα με την ιστοσελίδα iskra.gr «..διοχετεύτηκαν στο εξωτερικό με τη μορφή αμοιβών, κερδών, τόκων, καταθέσεων και επενδύσεων σε μετοχές και χρεόγραφα του εξωτερικού πάνω από 252 δισ. ευρώ..».
Πρέπει όμως εδώ να σημειώσουμε, ότι τους τελευταίους μήνες, σαν αποτέλεσμα της κρίσης – όπως συνέβη και με την Ιρλανδία, την χώρα που η προηγούμενη περίοδος ανάπτυξής της σημαδεύτηκε από την εισβολή του ξένου, πολυεθνικού κεφαλαίου – αρχίζει να εμφανίζεται μια τάση απόσυρσης των μεγάλων πολυεθνικών από την Ελλάδα, γεγονός που για άλλη μια φορά υπογραμμίζει τον αρπαχτικό και ευκαιριακό χαρακτήρα των «επενδύσεών τους» στη χώρα.
Από την άποψη της θέσης του στο παγκόσμιο καπιταλιστικό στερέωμα, ο Ελληνικός καπιταλισμός είναι ένας από τους πιο «αδύναμους κρίκους» του ανεπτυγμένου Δυτικού καπιταλισμού.
 Με βάση στοιχεία από την επίσημη ιστοσελίδα της Αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών το ΑΕΠ της Ελλάδας ισοδυναμεί με  339,2 δισεκατομμύρια δολάρια (τιμές 2009) και κατατάσσει την χώρα 34η σε μέγεθος οικονομίας στον κόσμο. Η σύνθεση του ελληνικού ΑΕΠ ανά οικονομικό τομέα είναι η ακόλουθη: γεωργία 3,4%, βιομηχανία 20,8%, υπηρεσίες 75,8%. Ο τουρισμός καταλαμβάνει το 15% του ΑΕΠ. Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε εδώ, είναι ότι σε καμία από τις αστικές στατιστικές δεν συμπεριλαμβάνονται στον τομέα της βιομηχανίας οι μεταφορές, οι οποίες, καθώς προσθέτουν αξία στο εμπόρευμα σύμφωνα με τον Μαρξ θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην βιομηχανική παραγωγή. Έστω κι έτσι όμως, αναντίρρητα, αυτό που βλέπουμε είναι ένας διογκωμένος τομέας υπηρεσιών, που υπογραμμίζει την διαχρονική παραγωγική αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού.
Σύμφωνα με το «World Economic Forum», η Ελλάδα το 2010 έπεσε από την 71η στην 83η θέση στον κατάλογο της παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αντανακλά την αντικειμενική, υλική, αδυναμία της Ελληνικής άρχουσας τάξης, αλλά εκφράζει την ιστορικά διαμορφωμένη τυχοδιωκτική νοοτροπία και τον παρασιτικό της χαρακτήρα, που εκδηλώνονται εντονότερα στο έδαφος της σημερινής βαθειάς κρίσης του καπιταλισμού. Είναι ενδεικτικό το γεγονός, ότι το εφοπλιστικό κεφάλαιο, η «αιχμή του δόρατος» της ελληνικής άρχουσα τάξης, κατέχει σήμερα τη πρώτη θέση σε χωρητικότητα εμπορικού στόλου σε παγκόσμιο επίπεδο, διαθέτοντας 869 πλοία ελληνικής σημαίας και 2357 πλοία ξένης.
Η διαρκής πτώση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού οφείλεται κύρια στο ότι οι καπιταλιστές δεν επενδύουν στις νέες τεχνολογίες, στην έρευνα, και στην ανάπτυξη της παραγωγής. Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι η φορολογία των κερδών των Ανώνυμων Εταιρειών τα τελευταία χρόνια έπεσε από το 45% στο 20%, ενώ με τα πολλαπλά «κίνητρα» (επιδοτήσεις κ.λ.π) στο όνομα της ενίσχυσης των επενδύσεων και της καταπολέμησης της ανεργίας, το πραγματικό ποσοστό φορολογίας των κερδών μειώθηκε ακόμα πιο πολύ. Και ταυτόχρονα, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τόσο την προκλητική φοροδιαφυγή, που υπολογίζεται από την κυβέρνηση σε 50 δις ευρώ ετησίως, όσο και την κερδοσκοπική ακρίβεια, που κυμαίνεται σε πρωτοφανή επίπεδα πανευρωπαϊκά.
Ο ερχομός της παγκόσμιας κρίσης χτύπησε τον ελληνικό καπιταλισμό εντονότερα στο πιο ευαίσθητο σημείο του, στο αστικό κράτος, το οποίο συμπαρασύρει στη χρεοκοπία ολόκληρο το ελληνικό αστικό οικοδόμημα.
 Η γενεσιουργός αιτία που κάνει το σημερινό κράτος σπάταλο είναι ο ταξικός του χαρακτήρας. Το αστικό κράτος είναι σχεδιασμένο για να κρατά υποταγμένη την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία μέσα στα όρια του καπιταλισμού και να διευκολύνει την απρόσκοπτη κερδοφορία της αστικής τάξης. Για να υπηρετηθούν αυτοί οι θεμελιώδεις σκοποί είναι ανάγκη το αστικό κράτος να στηρίζεται σε 3 βασικά στοιχεία που αποτελούν πηγή αδιάκοπων χρεών και ελλειμμάτων : 1) Στην διαρκή τροφοδότηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου μέσα από διάφορες διόδους (κρατικές επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές κ.λ.π). 2)  Σε έναν τεράστιο γραφειοκρατικό διαχειριστικό μηχανισμό, σχεδιασμένο για να αποκλείει τον εργαζόμενο λαό από κάθε ουσιαστικό έλεγχο και για να παρέχει τεράστια προνόμια και περιθώρια καταχρήσεων σε μια πλειάδα «ειδικών» της εξουσίας. 3) Σε έναν ισχυρό μηχανισμό φυσικής και πνευματικής καταπίεσης με όλα τα εξαρτήματά του, σχεδιασμένο για να υπερασπίζει τα συμφέροντα και την εξουσία της άρχουσας τάξης (αστυνομία, στρατός, δικαστές, κλήρος κ.λ.π).
Ο παρασιτικός και κρατικοδίαιτος χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού, έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην διαχρονική διατήρηση του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων σε υψηλά επίπεδα, με συνέπεια, στον ορμητικό ερχομό της ύφεσης αυτά να διογκωθούν εκρηκτικά. Ο μη ανταγωνιστικός παραγωγικά ελληνικός καπιταλισμός, στηριζόταν διαχρονικά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στο κρατικό χρήμα και την κρατική προστασία για να αναπτυχθεί.
Η αστική τάξη έβλεπε πάντα το κράτος σαν τη βασική πηγή γρήγορου και εύκολου κέρδους μέσα από τις κρατικές προμήθειες, τα κρατικά χρηματοδοτούμενα μεγάλα έργα και τις απευθείας επιδοτήσεις κερδών. Η απόπειρα του κράτους τα τελευταία χρόνια να δώσει στο κεφάλαιο περισσότερα «κίνητρα για επενδύσεις» μέσω της ραγδαίας μείωσης της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων που οδήγησε στην τεράστια απώλεια φορολογικών εσόδων, σε συνδυασμό με την μαζική ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων κρατικών επιχειρήσεων, μεγάλωσε την εξάρτηση της Ελλάδας από τον δανεισμό και μαζί της και τα επιτόκια δανεισμού.
Ο ερχομός της ύφεσης μείωσε ακόμα πιο πολύ τα φορολογικά έσοδα και κατέστησε απαγορευτικά τα ήδη ληστρικά επιτόκια δανεισμού. Σε αυτή την κατάσταση, σε γενικές γραμμές προέβαλλαν 3 δυνατοί δρόμοι : ή η κυβέρνηση για να βρει πόρους να συγκρουστεί με τον καπιταλισμό και να εφαρμόσει ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα εθνικοποιώντας τις μεγάλες εταιρείες και διαγράφοντας μονομερώς το χρέος, ή οι πιστωτές να χαρίσουν ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού χρέους ή τέλος, η χώρα να μπει σε ένα καθεστώς διαρκούς οικονομικού ελέγχου από τους συνασπισμένους δανειστές. Και επειδή φυσικά, ούτε η δεξιά ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είχε καμία πρόθεση να συγκρουστεί με τα αφεντικά της, ντόπια και ξένα, ούτε βέβαια και οι διεθνείς τοκογλύφοι έχουν κάποια σχέση με την φιλανθρωπία, υιοθετήθηκε η τρίτη λύση, με τη μορφή του «σχεδίου διάσωσης» και του περίφημου Μνημονίου διαρκούς και άγριας λιτότητας για την εργατική τάξη.
 
 
Συνεχίζεται…
 
Επιστροφή στη σελίδα <Ελληνικές προοπτικές 2011 >