Απεργίες ενάντια στο Μνημόνιο: Συμπεράσματα – Μέρος Β΄

panago-thumb-large.jpg

Ο ρόλος της ηγεσίας είναι καθοριστικός

Αναμφίβολα στη σημερινή εποχή ο ταξικός συσχετισμός των δυνάμεων ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ είναι εξαιρετικά ευνοϊκός για την εργατική τάξη παγκόσμια και φυσικά στην Ελλάδα. Η εργατική τάξη είναι συντριπτική πλειοψηφία στον ενεργό πληθυσμό, ενώ τα μικροαστικά στρώματα διαρκώς αποδυναμώνονται, τόσο αριθμητικά, όσο και από την άποψη του οικονομικού και κοινωνικού τους ρόλου. Επίσης, η εργατική τάξη έχει κληρονομήσει από το παρελθόν πανίσχυρες μαζικές οργανώσεις, ενώ η άρχουσα τάξη γνωρίζει καλά ότι θα απειληθεί πολύ σοβαρά η σταθερότητα του συστήματός της αν αποπειραθεί να αφαιρέσει τα στοιχειώδη κατακτημένα δημοκρατικά δικαιώματα. Σε μια μεγάλη ομάδα χωρών, με πρώτες και καλύτερες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, η εργατική τάξη είναι τόσο ισχυρή που θα μπορούσε με έναν σχετικά ειρηνικό τρόπο να πάρει την εξουσία και να μεταμορφώσει κοινωνικά τη μια χώρα μετά την άλλη.

Η κύρια αιτία που ορθώνεται σαν εμπόδιο σε αυτή την δυνατότητα είναι η απουσία μιας επαναστατικής ηγεσίας μέσα στις μαζικές εργατικές οργανώσεις. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι σταλινικοί που ευθύνονται για πάμπολλες ήττες και προδοσίες τα τελευταία σχεδόν 100 χρόνια, κυριαρχούν ακόμα στις κορυφές του εργατικού κινήματος, ενώ για μια ολόκληρη περίοδο μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο έως σήμερα, οι δυνάμεις του μαρξισμού παραμένουν μειοψηφικές και απομονωμένες μέσα στο εργατικό κίνημα. Η μακροχρόνια ύπαρξη αυτής της πραγματικότητας μέσα στο εργατικό κίνημα έχει μεταβάλει πια τον ρόλο που παίζουν οι κυρίαρχες ηγεσίες, από έναν υποκειμενικό σε έναν αντικειμενικό παράγοντα στην κατάσταση. Για το ξεπέρασμα αυτής της αντίφασης ανάμεσα στον ευνοϊκό χαρακτήρα του αντικειμενικού συσχετισμού δύναμης και την απουσία της κατάλληλης ηγεσίας, δεν είναι καθόλου αρκετή η φραστική αποκάλυψη των «προδοτών» ηγετών από του «επαναστάτες», αλλά απαιτείται η ίδια η ζωντανή εμπειρία των μαζών, όπως διαμορφώνεται μέσα από το «σχολείο» των μεγάλων γεγονότων.

Όπως σε κάθε είδους πόλεμο έτσι και στον ταξικό, αποφασιστικό ρόλο παίζουν, εκτός από το ηθικό του στρατεύματος, το είδος των όπλων, αλλά και της ηγεσίας. Ας δούμε τι συμβαίνει σχετικά με όλους αυτούς τους παράγοντες στην Ελλάδα σήμερα.

Η άρχουσα τάξη, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση ανεβασμένου ηθικού. Αντίθετα, αν κάποιος παρατηρήσει στοιχειωδώς τις δημόσιες τοποθετήσεις των πολιτικών και ιδεολογικών εκπροσώπων της, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι αστοί κινούνται στην οικονομία, θα διαπιστώσει καθαρά συμπτώματα νευρικότητας, σύγχυσης και έλλειψης εμπιστοσύνης στο μέλλον του ίδιου τους του συστήματος. Όμως από την άλλη πλευρά, το βασικό όπλο της άρχουσας τάξης στην ταξική πάλη, δηλαδή η ίδια η κατοχή της εξουσίας, συμπληρώνεται από ένα άλλο υπερπολύτιμο όπλο, χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε στην πραγματικότητα να κυβερνήσει. Αυτό το όπλο είναι ο ίδιος ο ρόλος των πολιτικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών της εργατικής τάξης. Ό έλεγχός τους δίνει στην ηγεσία της άρχουσας τάξης αυτοπεποίθηση και την κάνει πιο αποφασιστική στην προάσπιση των συλλογικών καπιταλιστικών συμφερόντων.

Από τη δική της πλευρά, η εργατική τάξη διαθέτει ένα ηθικό που έχει πληγεί από την κρίση και την απειλή της μαζικής ανεργίας. Παρ’ όλα αυτά, όπως καθαρά έδειξε τον Μάη, είναι σε θέση να προβεί σε εντυπωσιακές σε μαζικότητα και μαχητικότητα κινητοποιήσεις. Τα βασικά όπλα της, δηλαδή οι μαζικές οργανώσεις, πολιτικές και συνδικαλιστικές, είναι αντικειμενικά πανίσχυρα. Αλλά την ίδια στιγμή, τα «κλειδιά τους» βρίσκονται ακόμα στα χέρια ηγεσιών χρεοκοπημένων, που η άνοδός τους ήταν το αποτέλεσμα της προηγούμενης περιόδου της υποχώρησης του κινήματος και της μακροχρόνιας ανάπτυξης του καπιταλισμού, με ένα τμήμα τους μάλιστα, να ηγείται στο κόμμα που έχει την μεγαλύτερη υποστήριξη ανάμεσα στις εργατικές μάζες και εφαρμόζει σήμερα στην κυβέρνηση ενάντια στην κοινωνική του βάση το πρόγραμμα της άρχουσας τάξης. Έτσι το ελληνικό εργατικό κίνημα παρά την αντικειμενική ισχύ του, στις πρόσφατες μάχες είχε να παλέψει στην πραγματικότητα ενάντια σε – όχι έναν – αλλά 3 εχθρούς : ενάντια στην ασφυκτική πίεση της κρίσης, ενάντια στην επίθεση και τις τακτικές της άρχουσας τάξης, αλλά και ενάντια στο ρόλο της ίδιας της ηγεσίας του.

Η αρνητική επίδραση της κρίσης και ο έλεγχος της εξουσίας από την πλευρά της αστικής τάξης, ήταν παράγοντες που με μια διαφορετική εργατική ηγεσία θα μπορούσαν να υπερνικηθούν, μέσα από την αξιοποίηση της αντικειμενικής ισχύος της τάξης και των οργανώσεών της στην κοινωνία και των σημαντικών αποθεμάτων μαχητικότητας που επέδειξαν – ειδικά τον Μάη – εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι. Όμως με την απόλυτη υπεροπλία της άρχουσας τάξης στο τομέα της ηγεσίας δεν μπορούσε το κίνημα να οδηγηθεί σε νίκη, όπως αντίστοιχα χωρίς μια στοιχειωδώς αποφασιστική ηγεσία δεν μπόρεσε ποτέ να νικήσει ακόμα και η πιο μικρή απεργία σε ένα μεμονωμένο εργοστάσιο.

Εγκλήματα και λάθη για εξέταση και όχι αμνήστευση

Οι διάφοροι πεσιμιστές αριστεροί «αναλυτές» μας βέβαια, στους εμπνευσμένους απολογισμούς τους δεν διστάζουν ακόμα και να «βγάλουν λάδι» την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, επειδή όπως υποστηρίζουν «κάλεσε 7 γενικές απεργίες». «Τι άλλο δηλαδή θα έπρεπε να κάνουν οι ηγέτες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ;» ισχυρίζονται, προσχωρώντας ασυνείδητα στην πιο χυδαία μορφή, δημοσιογραφικής προσέγγισης της ταξικής πάλης. Συνεπώς θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι «κάτι θα πρέπει να τρέχει» με τις ίδιες τις εργατικές μάζες, που δεν είναι αρκετά αγωνιστικές για να ικανοποιούν τα γούστα των αναλυτών που κρατούν σφιχτά μέσα στα αφηρημένα τους σχήματα το αιώνιο ελιξίριο του επαναστατικού σφρίγους.

Ας απαριθμήσουμε μόνο λίγα από τα εγκλήματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας τα οποία αμνηστεύει σκανδαλωδώς αυτή η τοποθέτηση του ζητήματος, οδηγώντας στην απελπισία τους άτυχους καλόπιστους αναγνώστες αυτών των «απολογισμών». Για λόγους καθαρά πρακτικούς θα περιοριστούμε εδώ μονάχα στους τελευταίους 11 μήνες, αρχίζοντας από τον Οκτώβριο του 2009, μήνα κατά τον οποίο άρχισαν να φαίνονται ξεκάθαρα οι προθέσεις της νεοεκλεγμένης τότε κυβέρνησης Παπανδρέου.

Έγκλημα 1ο : η συμμετοχή στον «κοινωνικό διάλογο». Αυτή η πρακτική που κράτησε για αρκετούς μήνες, επιχείρησε να κατευνάσει τις ανησυχίες που άρχισαν να αναπτύσσονται στις πλατειές μάζες τις εργατικής τάξης για τις αληθινές προθέσεις αυτής της κυβέρνησης και της παρείχε πολύτιμο χρόνο. Ήταν εκείνο το κρίσιμο στάδιο κατά το οποίο η κυβέρνηση προχωρούσε διστακτικά, διερευνούσε το έδαφος και εκτιμούσε τις διαθέσεις του εργατικού κινήματος. Αν τότε η συνδικαλιστική ηγεσία είχε ξεκινήσει μια σοβαρή καμπάνια μέσα στο κίνημα για την προετοιμασία μαζικών αγώνων, με καλά οργανωμένες και συντονισμένες απεργιακές προειδοποιητικές βολές ενάντια στα αντεργατικά σχέδια της κυβέρνησης, δεν θα χάριζε στην κυβέρνηση το πολύτιμο όπλο του αιφνιδιασμού και δεν θα βοηθούσε να πιαστούν εξ απήνης με τα απανωτά κυβερνητικά μέτρα – σοκ οι πλατειές μάζες της τάξης.

Έγκλημα 2ο : όταν πια στην αρχή του τρέχοντος έτους άρχισαν οι επίσημες ανακοινώσεις των μέτρων και φαινόταν ξεκάθαρα ότι αυτά θα εισάγονταν σε απανωτές δόσεις για τους 4-5 επόμενους μήνες, η συνδικαλιστική ηγεσία δεν εκπόνησε ένα μακρόπνοο σχέδιο αγώνα, εφαρμόζοντας τη γνωστή τακτική των αποσπασματικών κινητοποιήσεων που προκηρύσσονταν μετά από τα «τετελεσμένα» της ανακοίνωσης των αντεργατικών μέτρων. Έτσι για ένα τρίμηνο η εργατική τάξη καλούταν να συμμετάσχει σε γενικές απεργίες και συλλαλητήρια χωρίς να ξέρει αν θα υπάρξει κλιμάκωση ή όχι, χωρίς να γνωρίζει μέχρι που θέλει η ηγεσία να φτάσει τον αγώνα, στα πλαίσια ενός εκτονωτικού και εξοντωτικού για την υπομονή των εργαζόμενων διαρκούς «βλέποντας και κάνοντας».

Έγκλημα 3ο: η ενεργή συμβολή στην απόπειρα της κυβέρνησης να διασπάσει του εργαζόμενους, ανάμεσα σε αυτούς του δημόσιου και εκείνους του ιδιωτικού τομέα. Είναι ενδεικτικοί οι διαξιφισμοί στα κανάλια μεταξύ των ηγετών της ΓΣΕΕ και εκείνων της ΑΔΕΔΥ για το ποιόν «αγγίζουν» περισσότερο τα μέτρα, αντί να υπάρχει – με κύρια υπεύθυνη την ηγεσία της ΓΣΕΕ – ένας από κοινού, μακροχρόνιος συντονισμός του αγώνα. Αυτή η στάση εξέθρεψε μια τάση παθητικότητας σε καθυστερημένα και λουμπενοποιημένα τμήματα των πλατειών μαζών της εργατικής τάξης, που δουλεύουν με σκληρούς όρους εργασίας στον ιδιωτικό τομέα ή βρίσκονται στην ανεργία.

Έγκλημα 4ο : η επιδεικτική αδιαφορία για τους μετανάστες, το πιο σκληρά εκμεταλλευόμενο τμήμα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα και το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα της κρίσης, που ένα τουλάχιστον στρώμα του, το περισσότερο αφομοιωμένο στην ελληνική κοινωνία, θα μπορούσε με μια σοβαρή ειδική οργανωμένη καμπάνια της ΓΣΕΕ να πυκνώσει τις γραμμές των συνδικάτων και να δώσει φρεσκάδα, ώθηση και μαχητικότητα στις κινητοποιήσεις της τάξης.

Έγκλημα 5ο : ο διαχωρισμούς της κυβέρνησης και της «τρόικας» από την εργοδοσία, που αποτυπώθηκε στην επίμονη προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τις εργοδοτικές οργανώσεις για τους μισθούς, την ώρα που οι αστοί κερδίζοντας με τη βούλα της ΕΓΣΣΕ το δικαίωμα για μηδενικές αυξήσεις φέτος, μέσω της κυβέρνησης και της τρόικας μεθοδεύουν την μείωση των μισθών.

Έγκλημα 6Ο : η απουσία άμεσης κλιμάκωσης του αγώνα μετά την 5η Μάη. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία φάνηκε ότι φοβήθηκε περισσότερο από την κυβέρνηση την μαζική γενική απεργία και το συλλαλητήριο των 150.000 στην Αθήνα, κινητοποίηση που και μόνο το μέγεθος της συμμετοχής σε αυτή αντανακλούσε την απαίτηση για κλιμάκωση του αγώνα. Αντί να «χτίσει» πάνω σε αυτή την μαζική διάθεση, δίνοντάς της την αναγκαία κλιμάκωση με την άμεση προκήρυξη με μιας νέας 48ωρης γενικής απεργίας και με την προειδοποίηση ότι ο αγώνας θα κλιμακωθεί σε γενική απεργία διαρκείας – οργανώνοντας παράλληλα ένα κεντρικό απεργιακό ταμείο για την βοήθεια των αγωνιζόμενων απεργών – προφανώς για λόγους εκτόνωσης, προκήρυξε μια ακόμα 24ωρη γενική απεργία 15 ημέρες μετά, στέλνοντας στην τάξη το μήνυμα ότι ο απεργιακός αγώνας διεξάγεται «συμβολικά» και «για την τιμή των όπλων». Ύστερα από αυτή τη στάση και κάτω από το βάρος της διαρκούς επίθεσης, της ανάπτυξης της κρίσης και της ανυπαρξίας αποτελεσμάτων από τις απεργίες, ήταν απόλυτα φυσιολογικό οι πλατειές μάζες της τάξης να μην μπορούν να βρουν κανένα νόημα σε αυτού του είδους της κινητοποιήσεις και να πάψουν σταδιακά να συμμετέχουν.

Βέβαια για τους ειδικευμένους στο σκεπτικισμό «αριστερούς αναλυτές» μας, η 5η Μάη ήταν σχεδόν ένα τίποτα, μονάχα ένα «ξέσπασμα» που «δυστυχώς δεν είχε συνέχεια». Αλήθεια πόσο σοβαρά μπορεί να πάρει ένας εργάτης αυτές τις απόψεις που αφ’ υψηλού, υποβαθμίζουν σε «ξέσπασμα» την διάθεση του να παλέψει ενεργά – και μάλιστα στην περίοδο της πιο βαθειάς οικονομικής κρίσης – και προσπαθούν να τον πείσουν ότι τα αποτελέσματα του απεργιακού κινήματος ενάντια στο Μνημόνιο θα ήταν τα ίδια αν στη θέση των ειδικευμένων αρχιτεκτόνων των ηττών Παναγόπουλου και σία, βρισκόταν μια ηγεσία που νοιάζονταν ειλικρινά για την τάξη της και δεν έψαχνε να βρει διαρκώς αφορμές για υποχωρήσεις και συμβιβασμούς με το κεφάλαιο.

Έγκλημα 7ο : η μετατροπή με μια τέτοια εκτονωτική τακτική, του βαρέως όπλου της ταξικής πάλης του προλεταριάτου, αυτού δηλαδή της γενικής απεργίας, σε «νεροπίστολο», τόσο στα μάτια του ταξικού εχθρού, όσο και στα μάτια της ίδια της εργατική τάξης.

Έγκλημα 8ο : αποδεικνύοντας την οργανική της τάση να γίνεται αρεστή στον ταξικό αντίπαλο η συνδικαλιστική ηγετική πλειοψηφία των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ δεν τόλμησε να υιοθετήσει απλές θέσεις για μια στοιχειωδώς ταξικά σκεπτόμενη συνδικαλιστική ηγεσία, όπως η διακήρυξη ότι η ελληνική εργατική τάξη δεν αναγνωρίζει το χρέος του κράτους στους μεγάλους τοκογλύφους, η κήρυξη κάθε βουλευτή που θα ψήφιζε στη Βουλή το Μνημόνιο ως επίσημα ανεπιθύμητου για την εργατική τάξη και η εκμετάλλευση των ηγετικών κομματικών της θέσεων στο ΠΑΣΟΚ για να δημιουργήσει μια εσωκομματική αντιπολίτευση ενάντια στην κυβέρνηση στην υπηρεσία των συμφερόντων του εργατικού αγώνα.

Οι κ.κ Παναγόπουλοι, Ανέστηδες κλπ, την ώρα που κάτω από την πίεση της οργής της βάσης τους στα συνδικάτα αναγκάζονταν να προκηρύξουν γενικές απεργίες, στάθηκαν ανίκανοι τάχα, να σκεφθούν ότι σαν εκλεγμένοι ηγέτες του κυβερνητικού κόμματος θα μπορούσαν να πάρουν πρωτοβουλίες στη βάση του κόμματος σε όλη την Ελλάδα για ένα έκτακτο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, με σκοπό να αποδοκιμαστεί η κυβερνητική πολιτική, πριονίζοντας με αυτό τον τρόπο το κομματικό «κλαδί» πάνω στο οποίο στέκεται ο Παπανδρέου και τα άλλα κυβερνητικά στελέχη.

Στα εγκλήματα αυτά της συνδικαλιστικής ηγεσίας της ΠΑΣΚΕ σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, θα πρέπει να προσθέσουμε και τα σοβαρά λάθη των συνδικαλιστικών ηγεσιών του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό κίνημα.

Η ηγεσία του ΠΑΜΕ, αντί να εξηγήσει υπομονετικά στην εργατική τάξη τα καθήκοντα της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος πιέζοντας προς την κατεύθυνση ενιαίων, μαζικών και κλιμακούμενων αγώνων, είχε σαν κύριο μέλημά της να διαχωρίσει τη θέση της – δυστυχώς όχι μόνο από τους ηγέτες της ΠΑΣΚΕ – αλλά και από την ίδια την εργατική τους βάση, επιδιδόμενη με αυξημένο ζήλο σε ξεχωριστές πορείες, ακόμα και ξεχωριστές «γενικές» απεργίες.

Αυτή η τακτική αποτέλεσε για μια ακόμα φορά ένα σεμινάριο σεχταρισμού. Όλα τα στοιχεία του σεχταρισμού έδωσαν το παρόν στις κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ: η τάση υποκατάστασης της μαζικής δράσης της ίδιας της τάξης από τα κομματικά στελέχη και τον ενεργό πυρήνα των κομματικών μελών. Η άρνηση στοιχειώδους συντονισμού και κοινής δράσης με κάθε συνδικάτο που δεν ελέγχεται από το ΠΑΜΕ. Η εχθρική αντιμετώπιση κάθε αριστερού συνδικαλιστή που δεν συμφωνεί με την κυρίαρχη ηγετική γραμμή του ΚΚΕ. Ο τελεσιγραφικός, καταγγελτικός λόγος, αντί για την υπομονετική εξήγηση των αληθινών καθηκόντων και την αποκάλυψη των εγκλημάτων της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Από την δική της πλευρά τέλος, η ηγεσία των συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να προωθήσει στα συνδικάτα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την κλιμάκωση του αγώνα, περιορίστηκε απλά στο να ορίζει έναν διαφορετικό από τη ΓΣΕΕ χώρο συγκέντρωσης στα συλλαλητήρια για τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που επηρεάζει η συμμαχία σε συνεργασία με δυνάμεις της «εξωκοινοβουλευτικής» αριστεράς και επίσης, στην διοργάνωση άμαζων κατά κανόνα μορφών δράσης, που συμπεριλάμβαναν αρκετά ανούσια «χάπενινγκ» εντυπωσιασμού στα πρότυπα του ΠΑΜΕ. Για να επιτευχθεί ο σωστός διακηρυγμένος από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σκοπός του συντονισμού των πρωτοβάθμιων σωματείων, χρειάζεται η υπομονετική υπεράσπιση και διάδοση μέσα στα συνδικάτα ενός διαφορετικού πλαισίου πάλης και αιτημάτων από εκείνου της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και όχι η δημιουργία μιας νέας παράδοσης χωριστών συγκεντρώσεων και κινητοποιήσεων, πλάι σε εκείνη του ΠΑΜΕ.

Όλα αυτά τα εγκλήματα και τα λάθη των συνδικαλιστικών ηγεσιών δεν μπορούν να σβηστούν με την δημοσιογραφική επίκληση του γεγονότος της προκήρυξης επτά 24ωρων γενικών απεργιών από την ηγεσία μέσα σε 3 μήνες. Συνεπώς, το συμπέρασμα των απροσδόκητα γενναιόδωρων με την συνδικαλιστική ηγεσία «αριστερών αναλυτών», ότι δήθεν «τα συνδικάτα προσπάθησαν αλλά δεν μπόρεσαν να κινητοποιήσουν την εργατική τάξη» έχει ύστερα από όλα αυτά, την αξία μια σαπουνόφουσκας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ