nestor-makhno.jpg

Ο Νέστωρ Μάχνο ήταν ένας Ουκρανός αναρχικός που έζησε τα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. Μέχρι και σήμερα, το κίνημά του παρουσιάζεται ως ενσάρκωση της πάλης για ελευθερία, ενάντια στην «κομματική δικτατορία» των μπολσεβίκων.

Στην πραγματικότητα, ο μαχνοβίτικος στρατός αποτελείτο κυρίως όχι από εργάτες αλλά μικρούς και μεσαίους αγρότες κι αυτό είχε ως συνέπεια τις ασταθείς και καθόλου ξεκάθαρες πολιτικές του θέσεις. Όπως τα αγροτικά αυτά στρώματα σε όλη τη Σοβιετική Ένωση ταλαντεύονταν ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση, ιδιαίτερα τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, έτσι και ο στρατός του Μάχνο τη μια συμμαχούσε με τον Κόκκινο Στρατό και την άλλη τον αντιμετώπιζε σαν όμοιο του Λευκού Στρατού των γαιοκτημόνων και της αντίδρασης.

Συγκεκριμένα, κατά την κατάληψη της Ουκρανίας από τους Γερμανούς οι μαχνοβίτικες δυνάμεις πολέμησαν εναντίον τους, αλλά και εναντίον των τοπικών Ουκρανών αρχόντων, που από κοινού με τους κατακτητές εκμεταλλεύονταν την αγροτιά. Όταν λοιπόν η Ουκρανία απελευθερώθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις, ο βασικός εχθρός του στρατού του Μάχνο – που αποτελείτο εκείνη την περίοδο στο μεγαλύτερο μέρος του από φτωχούς αγρότες, που έδιναν τη ζωή τους, προκειμένου να μην τους πάρουν πίσω τη γη οι μεγαλογαιοκτήμονες – έγινε ο στρατηγός των Λευκοφρουρών, Ντενίκιν. Έτσι, ο Μάχνο συμμάχησε με τον Κόκκινο Στρατό εναντίον των Λευκών, τους οποίους και πολέμησε ιδιαίτερα αποτελεσματικά.

Μετά την ήττα του Ντενίκιν και την απομάκρυνση του φόβου των μεγάλων γαιοκτημόνων όμως, άρχισαν να εμφανίζονται οι αντιθέσεις μεταξύ των πιο πλούσιων αγροτών (κουλάκοι) και των φτωχότερων και ο στρατός του Μάχνο άρχισε να χάνει υποστήριξη, ώστε στα 1920 να έχει κατά κύριο λόγο κουλάκικη σύνθεση. Οι κουλάκοι υιοθέτησαν την αναρχική ιδεολογία που ήταν αντίθετη προς τη σοβιετική εξουσία και προέτασσε την ελευθερία και την αυτονομία, ώστε να διεκδικήσουν σε υλικό επίπεδο την ελεύθερη αγορά. Τότε ήταν που Μάχνο υποστήριξε πως δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς.

Οι ιδέες του Μάχνο περί «Ελευθερίας και Αναρχίας» επίσης μπήκαν υπό αμφισβήτηση από σύγχρονούς του αναρχικούς – ακόμα και συνεργάτες του – αλλά κι ακόμα πιο έντονα από τα ίδια τα γεγονότα. Στον στρατό του, μόνο οι κατώτεροι αξιωματικοί εκλέγονταν, ενώ οι ανώτεροι ήταν όλοι διορισμένοι από τον ίδιο. Στις πόλεις που καταλάμβαναν επέβαλλαν φόρο. Για παράδειγμα στο Αικατερίνοσλαβ επέβαλαν εισφορά 50 εκατομμύρια ρούβλια. Στην ίδια πόλη, με την κατηγορία ότι προσπάθησε να δηλητηριάσει τον Μάχνο, οι μαχνοβίτες εκτέλεσαν τον μπολσεβίκο συνταγματάρχη Πολόνσκι μαζί με τη γυναίκα του (!!!) χωρίς δίκη. Όταν οι ντόπιοι κομμουνιστές είχαν απαιτήσει να γίνει δημόσια δίκη, ο «ελευθεριακός» Μάχνο αρνήθηκε χωρίς αιτιολόγηση. Στο αίτημα των εργατών της πόλης για απελευθέρωση των συλληφθέντων μπολσεβίκων απάντησε απειλώντας ότι θα τους εκτελέσει. Τον Μάιο του 1920, ενώ είχε αρχίσει να συντελείται η εγκατάλειψη του μαχνοβίτικου στρατού από τους φτωχούς αγρότες που περιγράφηκε προηγουμένως, οι αγρότες του χωριού Ρόσντεστβενσκ αρνήθηκαν με τη σειρά τους να ενταχθούν σ’ αυτόν και ο Μάχνο διέταξε τους άντρες του να κάψουν το χωριό και άνοιξε πυρ με πολυβόλα προς τους κατοίκους!

Όμως, η πορεία των δυνάμεων του Μάχνο προς την αποσύνθεση ήταν μη αναστρέψιμη. Οι ίδιοι οι άνθρωποι του Μάχνο δήλωναν πως η ολοκληρωτική διάλυση του στρατού τους είχε παραταθεί μονάχα από το φόβο των αντιποίνων. Η εισαγωγή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, που ικανοποίησε και τα τελευταία αιτήματα των ταλαιπωρημένων από την πείνα και τον εμφύλιο αγροτών και η αμνήστευση από τη Σοβιετική Κυβέρνηση στέρησε από το Μάχνο την πλειοψηφία του στρατού του και έσβησε τις όποιες ελπίδες για αναγέννηση του μαχνοβίτικου κινήματος.

Σε τελική ανάλυση, το κοινό χαρακτηριστικό όλων των αναρχικών ρευμάτων, η αντίθεσή τους στην εγκαθίδρυση μιας κεντρικής εξουσίας με την ανατροπή του καπιταλισμού οφείλεται στον ιδεαλιστικό χαρακτήρα των αντιλήψεών τους. Δηλαδή, στην αντίληψη πως ο κομμουνισμός μπορεί να επιτευχθεί αρκεί να το θελήσουν οι άνθρωποι. Αντίθετα, η επιστημονική ανάλυση των Μαρξ και Ένγκελς εξηγεί πως ο σοσιαλισμός, το στάδιο πριν από την αταξική κομμουνιστική κοινωνία όπου υπάρχει ακόμα (εργατικό) κράτος, έχει υλική βάση. Το κράτος δεν μπορεί να εξαφανιστεί απλά και μόνο με τη θέληση, όπως φαντάζονται οι αναρχικοί, αλλά μόνο όταν εκλείψουν οι υλικές συνθήκες που το γέννησαν – η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις. Αυτό το έργο καλείται να επιτελέσει μια σοσιαλιστική γνήσια εργατική δημοκρατία και γι’ αυτό αποτελεί αναπόφευκτο στάδιο στην πορεία από την καπιταλιστική σκλαβιά προς μια αταξική κοινωνία, όπου το κράτος και κάθε άλλη μορφή βαρβαρότητας θα ανήκουν στο μουσείο της προϊστορίας.

Πάτροκλος Ψάλτης