Για την Κομμουνιστική Τάση

Για τι παλεύουμε

Επικοινωνία

Αρχική Θεωρία - Ιστορία Η σύντομη ιστορία της Παρισινής Κομμούνας

Αγωνίσου μαζί μας!

Η Κομμουνιστική Τάση, το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT), χρειάζεται τη δική σου ενεργή στήριξη στον αγώνα της υπεράσπισης και διάδοσης των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών.

Ενίσχυσε οικονομικά τον αγώνα μας!

Η σύντομη ιστορία της Παρισινής Κομμούνας

Ένα ακόμα εισαγωγικό κείμενο για τα γεγονότα της Παρισινής Κομμούνας και τη σημασία τους. Στο πλαίσιο του αφιερώματός μας για τα 150 χρόνια από τη μεγάλη Παρισινή Κομμούνα, που περιλαμβάνει δημοσιεύσεις σχετικών άρθρων και κειμένων από τις 18 Μαρτίου, επέτειο της έναρξης της επαναστατικής επικράτησης του παρισινού προλεταριάτου μέχρι και τις 28 Μάϊου, επέτειο της ηρωικής πτώσης της εξουσίας του.

Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 υπήρξε ένα από τα μεγαλειώδη γεγονότα στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Μέσα από ένα επαναστατικό κίνημα η εργατική τάξη του Παρισιού αντικατέστησε το καπιταλιστικό κράτος και τα όργανα διακυβέρνησής του, παίρνοντας την εξουσία στα χέρια της, μέχρι την πτώση της Κομμούνας την τελευταία εβδομάδα του Μάιου εκείνης της χρονιάς. Οι εργάτες του Παρισιού αγωνίστηκαν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και έβαλαν τέλος στην καταπίεση και στην εκμετάλλευση, αναδιοργανώνοντας την κοινωνία πάνω σε εντελώς διαφορετικές βάσεις. Τα μαθήματα της Κομμούνας του Παρισιού έχουν θεμελιώδη σημασία σήμερα, τόσο για το εργατικό κίνημα, όσο και για τους σοσιαλιστές.

Ο αποτυχημένος πόλεμος του Ναπολέοντα Γ΄

Είκοσι χρόνια πριν από την Κομμούνα του Παρισιού, η ήττα της επανάστασης του Ιούνη του 1848 και το στρατιωτικό πραξικόπημα του Δεκέμβρη του 1851 έφεραν στην εξουσία τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’. Αρχικά, το νέο βοναπαρτιστικό καθεστώς φαινόταν ακατανίκητο. Οι εργαζόμενοι είχαν νικηθεί και οι πολιτικές τους οργανώσεις ήταν εκτός νόμου. Εντούτοις, στα τέλη της δεκαετίας του 1860, η εξαθλίωση των εργαζομένων από την οικονομική ύφεση, σε συνδυασμό με την αναγέννηση του εργατικού κινήματος, είχε αποδυναμώσει σοβαρά το καθεστώς. Ήταν πια αδιαμφισβήτητο ότι το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να διατηρήσει το καθεστώς στη ζωή ήταν ένας νέος νικηφόρος πόλεμος.

Τον Αύγουστο του 1870, τα στρατεύματα του Ναπολέοντα του Γ’ κινήθηκαν εναντίον του Βίσμαρκ. Ο πόλεμος, όπως ισχυριζόταν ο αυτοκράτορας, θα έφερνε την κατάκτηση νέων περιοχών, θα αποδυνάμωνε τους εχθρούς της Γαλλίας και θα έβαζε τέλος στην οικονομική και βιομηχανική κρίση.

Πολλές φορές, συμβαίνει στην Ιστορία ένας πόλεμος να οδηγεί σε μια επανάσταση. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ο πόλεμος βγάζει βίαια την εργατική τάξη από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Οι πράξεις του κράτους, των πολιτικών, του Τύπου μπαίνουν κάτω από την εξονυχιστική εξέταση των λαϊκών μαζών, μια εξέταση πολύ πιο λεπτομερή από κάθε άλλη σε καιρό ειρήνης.

Η απόπειρα πολιορκίας της Γερμανίας από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα Ναπολέων του Γ’ έληξε άδοξα. Τη δεύτερη ημέρα του Σεπτέμβρη, στα ανατολικά σύνορα της Γαλλίας ο αυτοκράτορας μαζί με άλλους 100.000 άντρες αιχμαλωτίστηκαν από το στρατό του Βίσμαρκ.

Η Δημοκρατία της 4ης Σεπτέμβρη

Στο μεταξύ, στο Παρίσι μαζικές διαδηλώσεις ξεπρόβαλαν σε καθημερινή βάση, απαιτώντας την ανατροπή του καθεστώτος και την ανακήρυξη της Γαλλίας σε Δημοκρατία. Η λεγόμενη δημοκρατική αντιπολίτευση βλέποντας το κίνημα τρομοκρατήθηκε και αναγκάστηκε να ανακηρύξει τη «Δημοκρατία της 4ης Σεπτέμβρη». Μια νέα κυβέρνηση «Εθνικής Άμυνας» δημιουργήθηκε, στην οποία η σπουδαιότερη πολιτική φιγούρα ήταν ο στρατηγός Τροσί.

Ο Φαβρ, μέλος της κυβέρνησης και τυπικός εκπρόσωπος της αστικής δημοκρατίας, ισχυριζόταν τα ακόλουθα: «Ούτε ένα μέτρο από τα σύνορα μας, ούτε μια πέτρα από τα φρούριά μας δεν πρέπει να δοθεί στους Πρώσους!». Τα γερμανικά στρατεύματα όμως, πολύ εύκολα περικύκλωσαν το Παρίσι και το πολιορκούσαν. Ο γαλλικός λαός στην αρχή υποστήριξε την κυβέρνηση, στο όνομα της «ενότητας ενάντια στον εξωτερικό εχθρό». Αυτή η ενότητα όμως θα «σπάσει» πολύ γρήγορα.

Σε αντίθεση με τους δημόσιους ισχυρισμούς της κυβέρνησης για αντίσταση ενάντια στους Πρώσους, στην πραγματικότητα οι κυβερνητικοί εγκέφαλοι δεν πίστευαν ότι υπήρχε έστω και μια μικρή πιθανότητα να υπερασπίσουν το Παρίσι. Εκτός του επίσημου στρατού, η πολιτοφυλακή των 200.000 ανδρών, η Εθνική Φρουρά δηλαδή, δήλωνε έτοιμη να υπερασπίσει το Παρίσι. Αλλά, οι οπλισμένοι εργάτες αποτελούσαν μεγαλύτερο κίνδυνο για τα συμφέροντα των καπιταλιστών από τον εχθρό που ήταν προ των πυλών.

Η κυβέρνηση αποφάσισε ότι το καλύτερο που μπορούσε να κάνει είναι να συνθηκολογήσει με τον Βίσμαρκ, όσο το δυνατό γρηγορότερα. Βέβαια, με τον πατριωτικό ενθουσιασμό του λαού του Παρισιού και της εθνοφρουράς, αυτό ήταν αδύνατο. Ο Τροσί έπρεπε να κερδίσει χρόνο. Βασισμένος στις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της πολιορκίας προσπάθησε να κάμψει την αντίσταση και το ηθικό του παριζιάνικου λαού. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση άρχισε μυστικές συνομιλίες με τον Βίσμαρκ.

Ξεσηκωμός και ένοπλες συγκρούσεις

Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες, η απέχθεια για την κυβέρνηση μεγάλωνε και οι φήμες για συνθηκολόγηση έπαιρναν σάρκα και οστά. Στις 8 του Οκτώβρη, η πτώση του Μετς πυροδότησε νέες διαδηλώσεις. Στις 31 του ίδιου μήνα, ομάδες της πολιτοφυλακής με αρχηγούς τους μπλανκιστές (οπαδοί του ριζοσπάστη αγωνιστή Ογκούστ Μπλανκί), επιτέθηκαν και προσωρινά κατέλαβαν δημόσια κτίρια. Σε αυτό ακόμα το σημείο, οι εργαζόμενοι του Παρισιού δεν στρέφονταν ευθέως ενάντια στην κυβέρνηση, έτσι η σύγκρουση μεταξύ των μπλανκιστών και των κυβερνητικών στρατευμάτων απομονώθηκε.

Στο Παρίσι η πείνα και η φτώχεια από την πολιορκία είχαν τρομερές συνέπειες στη συνείδηση του λαού και η ανάγκη να σπάσουν την πολιορκία ξεπρόβαλε ως μονόδρομος για εκείνη την ώρα. Τα κυβερνητικά στρατεύματα προσπάθησαν στις 19 του Γενάρη να καταλάβουν το χωριό Βουζενβάλ, αλλά απέτυχαν. Ο Τροσί παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Βινουά. Ήταν προφανές πια ότι η κυβέρνηση θα συνθηκολογούσε.

Οι πολιτικές δυνάμεις της εργατικής τάξης κάλεσαν την Εθνοφρουρά να οπλιστεί και να κατευθυνθεί προς το Δημαρχείο του Παρισιού. Κάτω από την τρομακτική πίεση της εργατικής τάξης, ακόμα και η μικροαστική «Δημοκρατική Συμμαχία» πρότεινε λαϊκή κυβέρνηση για να υπερασπιστεί το Παρίσι. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από τα χέρια της κυβέρνησης. Κάτι έπρεπε να κάνει. Διάταξε λοιπόν τα στρατεύματα της να ανοίξουν πυρ κατά των διαδηλωτών και της Εθνικής Φρουράς. Η πολιτοφυλακή προσπάθησε να ανταποδώσει, αλλά αναγκάστηκε να τραπεί σε φυγή.

Η πρώτη ένοπλη μάχη με την κυβέρνηση σήμανε την γέννηση της «Συμμαχίας για τη Δημοκρατία». Παρ’ όλα αυτά, το αντικυβερνητικό κίνημα προσωρινά υποχώρησε. Στις 27 του Γενάρη, η κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας ήταν πια έτοιμη να προωθήσει την συνθηκολόγηση που από την αρχή της πολιορκίας είχε προγραμματίσει.

Η μοναρχική Γαλλία ήταν εναντίον του πολέμου και έτσι οι ψήφοι των χωρικών στις εκλογές για τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση του Φλεβάρη έδωσαν στους μοναρχικούς και συντηρητικούς υποψηφίους μια μεγάλη πλειοψηφία. Η εθνοσυνέλευση διόρισε έναν σκληρό αντιδραστικό, τον Αντόλφ Τιέρ (Αδόλφο Θιέρσο) ως πρόεδρο της κυβέρνησης. Η σύγκρουση μέσα στο Παρίσι μεταξύ του παριζιάνικου λαού και της μοναρχικής Εθνοσυνέλευσης ήταν αναπόφευκτη. Μια αντεπαναστατική επιχείρηση είχε πια αρχίσει.

Οι Πρώσοι στρατιώτες σε λίγο θα εισέβαλαν στη πρωτεύουσα. Η κάμψη του εργατικού κινήματος έδωσε πια τη θέση της σε μια δυναμική άνοδο και σε ένα επαναστατικό ενθουσιασμό στις διαδηλώσεις. Ένοπλες διαδηλώσεις οργανωμένες από την Εθνοφρουρά λάμβαναν χώρα, μαζικές όσο ποτέ άλλοτε, υποστηριζόμενες από τους εργαζόμενους και τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, που, με κεντρικό σύνθημα «Μάχη μέχρι θανάτου για την υπεράσπιση της Γαλλικής Δημοκρατίας», αποκαλούσαν τους μοναρχικούς και τους κυβερνητικούς «προδότες».

Τα γεγονότα της 31ης Οκτωβρίου και τις 22ης Γενάρη αποτέλεσαν τα πρώτα σημάδια μιας αλλαγής της συνείδησης του κινήματος. Η παριζιάνικη εργατική τάξη βρισκόταν πια σε μια ανοιχτή εξέγερση, σε σύγκρουση με την κυβέρνηση.

Τα μέτρα της αντιδραστικής Εθνοσυνέλευσης

Η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση συνεχώς προκαλούσε και προβοκάριζε τους Παριζιάνους, αποκαλώντας τους «ληστές και εγκληματίες». Σαν να μην έφτανε αυτό, έκοψε τον ήδη πενιχρό μισθό των μελών της Εθνοφρουράς που κρατούσε στη ζωή το λαό, αφού λόγω της πολιορκίας τεράστια τμήματα της εργατικής τάξης έμειναν χωρίς δουλειά, επιβιώνοντας λίγο πάνω από τα όρια της λιμοκτονίας.

Επίσης τα χρέη και τα καθυστερημένα νοίκια έπρεπε με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης να εξοφληθούν μέσα σε 48 ώρες. Αυτό απείλησε τους μικρούς επιχειρηματίες με άμεση χρεοκοπία. Το Παρίσι τέλος, στερήθηκε του τίτλου του ως πρωτεύουσα και η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στις Βερσαλλίες. Αυτά τα μέτρα, και πολλά αλλά ακόμα, χτύπησαν σκληρά τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, αλλά παράλληλα ριζοσπαστικοποίησαν την συνείδηση της εργατικής τάξης. Η μοναδική ελπίδα των εργαζόμενων έμεινε να είναι η επαναστατική ανατροπή της αντιδραστικής εθνοσυνέλευσης.

Η επαναστατική οργάνωση της Εθνοφρουράς

Η άνευ όρων παράδοση στους Πρώσους και ο κίνδυνος για παλινόρθωση της μοναρχίας οδήγησαν σε ριζικές ανακατατάξεις στην Εθνοφρουρά. Εκλέχθηκε μια κεντρική επιτροπή της ομοσπονδίας των Εθνοφρουρών, αντιπροσωπεύοντας οπλισμένους με 2.000 κανόνια και 45.000 τουφέκια. Σε τελική ανάλυση, η Κεντρική επιτροπή και η δόμηση της από πάνω μέχρι κάτω αποτελούσε ένα εμβρυακό είδος «σοβιετικής» οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Η νέα ηγεσία της Εθνοφρουράς αμέσως δοκίμασε το κύρος της. Όταν ο πρωσικός στρατός ήταν έτοιμος να εισβάλλει  στην πόλη, πολλές εκατοντάδες οπλισμένων Παριζιάνων συγκεντρώθηκαν έτοιμοι να επιτεθούν στους εισβολείς. Η Κεντρική Επιτροπή των Εθνοφρουρών μπήκε αμέσως στην μέση για να αποτρέψει μια άνιση μάχη, που δεν θα ξέσπαγε στην ώρα της. Οι επιτυχίες της Κεντρικής Επιτροπής την καθιέρωσαν ως την ηγέτιδα δύναμη της παριζιάνικης αντίστασης. Ο Κλεμέντ Τομάς, ο διορισμένος από την κυβέρνηση διοικητής, αναγκάστηκε σε παραίτηση. Οι πρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν για δυο μέρες μέρος της πόλης και μετά υποχώρησαν.

Η άνοδος της Κομμούνας

Το ζήτημα ήταν ότι η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί στους μοναρχικούς την επαναφορά της μοναρχίας και έτσι το άμεσο καθήκον που τέθηκε για τις αντιδραστικές δυνάμεις ήταν το να βάλουν τέλος στη «δυαδική» εξουσία μέσα στο Παρίσι. Τα κανόνια της Εθνοφρουράς έπρεπε να περάσουν στην κατοχή της κυβέρνησης. Στις 18 Μάρτη, στις 3 η ώρα το πρωί, 20.000 κυβερνητικοί στρατιώτες στάλθηκαν με διοικητή το στρατηγό Λεκόντ για να κατασχέσουν τα κανόνια. Τα πήραν στην κατοχή τους εύκολα, αλλά δεν είχαν σκεφτεί το πώς θα τα μεταφέρουν. Μέχρι να έρθουν οι μεταφορείς ξημέρωσε και ξαφνικά τα κυβερνητικά στρατεύματα περικυκλώθηκαν από χιλιάδες λαού και μελών της Εθνοφρουράς. Μερικοί από τα στρατεύματα της κυβέρνησης προσχωρήσαν αμέσως στην πλευρά της εθνοφρουράς. Ο στρατηγός Λεκόντ διέταξε πυρ. Κανένας όμως δεν πυροβόλησε! Κάτω από τα μάτια του λαού οι δυο στρατοί συναδελφώθηκαν. Οργισμένοι κυβερνητικοί στρατιώτες συνέλαβαν τους στρατηγούς Λεκόντ και Κλεμέντ και αργότερα τους εκτέλεσαν.

Η κυβέρνηση τρομαγμένη πήρε όσα στρατεύματα της είχαν απομείνει και κατευθύνθηκε προς τις Βερσαλλίες. Η Κεντρική Επιτροπή, που σε όλα αυτά τα γεγονότα έπαιξε ελάχιστο ρόλο, βρέθηκε ξαφνικά να έχει στα χέρια της την εξουσία. Το θέμα ήταν πλέον το πώς θα τη διαχειριζόταν. Αμέσως προκήρυξε εκλογές κατά κομμούνες (κοινότητες) με το σύνθημα «Ζήτω η Κομμούνα του Παρισιού!», ευχαριστημένη που δεν θα έπεφτε το βάρος της διακυβέρνησης σε αυτήν. Οι κραυγές αγωνίας κάποιων αγωνιστών που πρότειναν άμεση σύγκρουση με τα κατάλοιπα των κυβερνητικών δυνάμεων δυστυχώς έπεσαν στο κενό.

Εν τω μεταξύ, ο χρόνος κυλούσε υπέρ της κυβέρνησης, που έπαιρνε βοήθεια από το εξωτερικό για να πολεμήσει την επανάσταση. Οι εκλογές έγιναν. Από τα 90 μέλη της νέας συνέλευσης των κομμούνων, 25 ήταν εργάτες, 15 ήταν μέλη της Πρώτης Διεθνούς Ένωσης των Εργατών και 13 ήταν Εθνοφρουροί. Αν έπρεπε να χαρακτηρίσουμε πολιτικά την πλειοψηφία της εκλεγμένης συνέλευσης θα λέγαμε ότι ήταν αριστεροί δημοκράτες.

Τα επαναστατικά μέτρα και οι αδυναμίες της Κομμούνας

Κάτω από τον έλεγχο της Κομμούνας, όλα άλλαξαν. Τα ιδιαίτερα προνόμια των ανωτέρων υπαλλήλων του κράτους καταργήθηκαν, τα νοίκια «πάγωσαν», η εκκλησία διαχωρίστηκε από το κράτος, η εκπαίδευση άνοιξε για όλους, τα θέατρα και οι χώροι πολιτισμού έγιναν δωρεάν, οι ξένοι εργάτες θεωρούνταν αδέλφια, όσοι ήταν ικανοί μπορούσαν να ενταχθούν στην Εθνοφρουρά, τα δημόσια κτίρια έγιναν σπίτια άστεγων. Συνεδριάσεις στις κομμούνες γίνονταν πρωί-βράδυ και οι πάντες συζητούσαν για το ποιο θα ήταν το κοινό καλό.

Η Παρισινή Κομμούνα διακήρυξε ότι πολεμάει όλες τις ιδέες που διασπούν τους εργάτες και ότι έχει σαφώς σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Και σαφώς είχε. Όμως η έλλειψη του υποκειμενικού παράγοντα, μιας ηγεσίας δηλαδή με ξεκάθαρο σοσιαλιστικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με την περιχαράκωση της επανάστασης σε μια απομονωμένη πόλη, διαμόρφωσαν μια κατάσταση που δεν άφησε την Παρισινή Κομμούνα να ανθίσει σε όλο της το μεγαλείο.

Πολλά έχουν γραφτεί για τα λάθη που έγιναν σε αυτές τις 10 εβδομάδες της εξουσίας της Κομμούνας, για τα «μισά» μέτρα, για τις λάθος προτεραιότητες. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς στάθηκαν κριτικοί απέναντι στην ανικανότητα των Παριζιάνων να καταλάβουν την Κεντρική Τράπεζα της Γαλλίας, η οποία χρηματοδοτούσε τα κυβερνητικά στρατεύματα στις Βερσαλλίες. Η Παρισινή Κομμούνα, επίσης, υποτίμησε τον κίνδυνο των Βερσαλλιών. Όχι μόνο δεν επιτέθηκε εναντίον τους, όταν μπορούσε, αλλά δεν ετοιμάστηκε στοιχειωδώς για μια επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων.

Όταν η επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων από τις Βερσαλλίες στο Παρίσι έγινε, στις 21 Μάιου του 1871, η Κομμούνα έμεινε σχεδόν άπραγη, διατάσσοντας «κατά τόπους αντίσταση της Εθνοφρουράς», διαταγή που ελλείψει κεντρικής καθοδήγησης ήταν καταστροφική.

Λουτρό αίματος

Η πορεία προς το σοσιαλισμό διακόπηκε από ένα λουτρό αίματος. Οι Παριζιάνοι κομμουνάροι πολέμησαν σαν λιοντάρια, αλλά κάτω από ασφυκτικό σφυροκόπημα σιγά-σιγά υποχωρούσαν προς τα ανατολικά σύνορα του Παρισιού, όπου και τελικά νικήθηκαν στις 28 του Μάη. Εκείνη την ημέρα, περίπου 30.000 άνδρες και γυναίκες σφαγιάστηκαν, ενώ επακολούθησαν άλλες 20.000 εκτελέσεις. Όποιος είχε σχέση ή τον υποπτεύονταν ότι είχε συνεργαστεί με την Κομμούνα εκτελούνταν αμέσως.

Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς έβγαλαν πολλά συμπεράσματα από την Κομμούνα του Παρισιού. Τα πολύτιμα αυτά συμπεράσματα βρίσκονται στο βιβλίο «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία».

Η εργατική τάξη του Παρισιού πάλεψε ηρωικά. Πάλεψε για μια παγκόσμια σοσιαλιστική Κοινότητα–Κομμούνα, χωρίς εκμετάλλευση, χωρίς ταξικές διάφορες, χωρίς εθνικούς και πολεμικούς ανταγωνισμούς.

Στη σύγχρονη Γαλλία, όπως και σε όλες της άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, οι αντικειμενικές συνθήκες για την πραγματοποίηση των στόχων της Κομμούνας είναι συντριπτικά ευνοϊκότερες από το 1871. Η εργατική τάξη είναι πια παντού η κοινωνική πλειοψηφία, διαθέτει μαζικά κόμματα και οργανώσεις και μια πλούσια ιστορική εμπειρία. Το μόνο που λείπει, όπως και το 1871, είναι μια επαναστατική ηγεσία με ένα ξεκάθαρο πρόγραμμα και την αποφασιστικότητα να φτάσει τον αγώνα μέχρι τέλους. Το βασικό καθήκον όλων όσων μένουμε ακόμα και σήμερα εκστασιασμένοι μπροστά στο μεγαλείο της Παρισινής Κομμούνας που ο Μαρξ χαρακτήρισε γλαφυρά «έφοδο στον ουρανό», είναι να αγωνιστούμε για να καλυφθεί αυτό το κενό, ώστε να κάνουμε πραγματικότητα τα ιδανικά για τα οποία πάλεψαν και θυσιάστηκαν κάποτε χιλιάδες άντρες και γυναίκες στο Παρίσι.

Πρόσφατα Άρθρα

Σχετικά άρθρα