Ο θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου, μετά το βίαιο ξυλοδαρμό που δέχτηκε, προκάλεσε απέχθεια και οργή για τους κύριους δράστες αλλά και για τη στάση βασικών θεσμών της καπιταλιστικής Ελλάδας, όπως η αστυνομία, τα ΜΜΕ, η κυβέρνηση.

Διάφορες πτυχές των πραγματικών γεγονότων και της ακολουθίας τους δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως. Όμως, αυτό που προκύπτει αναμφισβήτητα σε σχέση με τους δυο ανθρώπους που επιτέθηκαν αρχικά στον αδικοχαμένο νέο είναι ότι ξυλοκόπησαν αλύπητα έναν εμφανώς αδύναμο άνθρωπο, χωρίς να βρίσκονται υπό ουσιαστική απειλή. Μάλιστα, τα νεότερα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο αδύναμος και πιθανά υπό την επήρεια της χρήσης ναρκωτικών ουσιών Ζακ δεν εγκλωβίστηκε καν στο κοσμηματοπωλείο με πρόθεση την κλοπή (δεν κρατούσε μαχαίρι όταν μπήκε μέσα, δεν επικέντρωσε σε υποψήφια κλοπιμαία αλλά στο να απεγκλωβιστεί κλπ.).

Το αδικαιολόγητο του βάναυσου ξυλοδαρμού γίνεται πασιφανές και από τη στάση των διερχόμενων και παρευρισκομένων ανθρώπων, που είτε δεν επενέβησαν, θεωρώντας προφανώς ότι ο κοσμηματοπώλης δε βρισκόταν σε κίνδυνο που να απαιτεί τη βοήθειά τους, είτε επενέβησαν ενεργά, υπερασπιζόμενοι το θύμα του ξυλοδαρμού και όχι τους θύτες.

Επιπρόσθετα, η αποκάλυψη της πολιτικής ταυτότητας του δεύτερου άνδρα που χτύπησε τον Ζακ ως στελέχους του ακροδεξιού, φιλο-χρυσαυγίτικου «Πατριωτικού Μετώπου», ενισχύει την εντύπωση ότι πιθανότατα, το λιντσάρισμα από μέρους του(ς) δεν ήρθε ως αποτέλεσμα απλά μιας εν θερμώ αντίδρασης στην κατάσταση, αλλά ως πρακτική υλοποίηση μιας προϋπάρχουσας «άποψης». Δε θα αποτελέσει έκπληξη, αν προκύψει ότι οι δυο δράστες ήταν φορείς της (στα πρότυπα των Ρεπουμπλικανών των ΗΠΑ) αντίληψης πως κάθε μορφή και ένταση βίας είναι θέμιτη στην υπεράσπιση της «ιδιοκτησίας» (ιδιαίτερα όχι όταν αυτή απειλείται από την τράπεζα ή το αστικό κράτος, αλλά «απειλείται» από κάποιον λουμπενοποιημένο φτωχό, εξαθλιωμένο μετανάσταση ή περιθωριοποιημένο τοξικοεξαρτημένο).

Ρατσιστικό – ομοφοβικό «κρεσέντο» στα αστικά ΜΜΕ

Ανάλογη στάση έσπευσαν βέβαια να τηρήσουν και τα περισσότερα αστικά ΜΜΕ, που εμφάνισαν το περιστατικό έτσι ώστε να φαίνεται πλήρως δικαιολογημένη αυτοάμυνα ο ξυλοδαρμός του Ζακ. Ιδιαίτερη δυσαρέσκεια προκάλεσε δίκαια το «γκάλοπ» εκπομπής του ΣΚΑΪ, που αφού παρουσίασε το αμφισβητούμενο – και καταρρέον πια – στοιχείο της οπλοφορίας του θύματος ως επιβεβαιωμένο, καλούσε σε ψηφοφορία υπέρ ή κατά της αντίδρασης του κοσμηματοπώλη. Ακόμα όμως και από τα άτομα που καταδέχθηκαν να συμμετάσχουν προέκυψε ένα ηχηρό «κατά» με 75%, αποδεικνύοντας πως η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία απορρίπτει τα «ήθη και έθιμα» της καπιταλιστικής σήψης, που θέλουν να καλλιεργήσουν (και) τα αστικά ΜΜΕ.

Στο «δεύτερης σειράς» κανάλι του φιλοχουντικού Καρατζαφέρη, «ΑΡΤ», ο ρατσιστικός και ομοφοβικός τρόπος κάλυψης του γεγονότος ξεπέρασε κάθε όριο. Το «τηλε-γκάλοπ» εδώ είχε ως ερώτημα: «είστε υπέρ της ηρωποιήσεως του επίδοξου ληστή, ομοφυλόφιλου και οροθετικού;»! Όμως και τα «σοβαρά και υπεύθυνα» αστικά ΜΜΕ, που απέφυγαν ανεκδιήγητες διατυπώσεις όπως η παραπάνω, εστίασαν με χαρακτηριστικό τρόπο στην ιδιότητα του Ζακ ως ακτιβιστή ομοφυλόφιλου. Εικόνες από την πλούσια δράση του αναμείχθηκαν με τα ερωτήματα για το αν οπλοφορούσε όταν μπήκε στο κοσμηματοπωλείο. Το περιστασιακά «προβοκατόρικο» ντύσιμό του αντιπαρατέθηκε στις μαρτυρίες «φιλήσυχων» ανθρώπων για το περιστατικό, δημιουργώντας μια εικόνα πλήρους αντίθεσης. Ουσιαστικά, η ιδιότητα του ομοφυλόφιλου ακτιβιστή παρουσιάστηκε στα ρεπορτάζ σαν αναπόσπαστο σκέλος της απάντησης στο ερώτημα «ήταν ο Ζακ ένας άνθρωπος που ζούσε στα όρια της νομιμότητας;».

Σε πλήρως αντίθετη κατεύθυνση με τα παραπάνω, κάθε προοδευτικός άνθρωπος έκλινε προς το συμπέρασμα πως η ιδιότητα του Ζακ ως ομοφυλόφιλου, ίσως και να αποτέλεσε μια επιπλέον «πρόκληση» για τους δυο άμεσους θύτες – ιδιαίτερα εφόσον αναδείχθηκε η πολιτική ταυτότητα ακροδεξιού στελέχους για τον έναν εκ των δύο – οξύνοντας τη βαναυσότητα του ξυλοκοπήματος. Είναι αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, ότι σχεδόν σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής οι ομοφυλόφιλοι υφίστανται μια γενικευμένη καταπίεση, ενώ ταυτόχρονα στοχοποιούνται ανοιχτά από το κράτος και τους φασίστες – ακόμα κι όταν απλά περπατούν στο δρόμο ως ζευγάρια. Οι τελευταίοι μάλιστα, μια μέρα μετά τη δολοφονία έσπευσαν να «συμπαρασταθούν» στους δυο θύτες, οργανώνοντας διαμαρτυρία μπροστά στο κοσμηματοπωλείο με συνθήματα όπως «η αυτοάμυνα δεν είναι έγκλημα, είναι ένστικτο» και «πρεζάκια και gay, δεν είστε αναγκαίοι»!

Έτσι, αναδεικνύεται ότι ο αγώνας ενάντια στην ομοφοβική καταπίεση είναι ένα επιτακτικό καθήκον. Πρέπει να διεκδικηθεί άμεσα η πλήρης νομική ισότητα και το δικαίωμα στο γάμο για τους ανθρώπους ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού και η κάθε είδους στοχοποίηση των μη ετεροφυλόφιλων ανθρώπων να αντιμετωπίζεται από το νόμο ως ρατσιστική πράξη. Παράλληλα, ο αγώνας ενάντια στην καταπίεση των ομοφυλόφιλων πρέπει να συνδέεται με τον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, που ως κοινωνικό σύστημα που έχει ως βασικό θεμέλιο την αστική – καπιταλιστική εκδοχή της πατριαρχικής οικογένειας, καλλιεργεί διαρκώς την αντιμετώπιση του μη ετεροφυλόφιλου σεξουαλικού προσανατολισμού ως «ανωμαλία». Ο αγώνας της εργατικής τάξης για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με σύμμαχο τα φτωχά λαϊκά στρώματα και κάθε καταπιεζόμενη κοινωνική ομάδα, είναι ο μόνος δρόμος για τον πλήρη τερματισμό κάθε καταπίεσης των ανθρώπων με μη ετεροφυλόφιλο σεξουαλικό προσανατολισμό – καθώς και της άρρηκτα συνεδεμένης μ’ αυτήν, γυναικείας καταπίεσης.

Αστυνομική βαρβαρότητα

Ακόμα μεγαλύτερο αποτροπιασμό από τον ίδιο τον ξυλοδαρμό ή τη χυδαία στάση των ΜΜΕ όμως, ίσως έχει προκαλέσει η απρόκλητη βία της αστυνομίας ενάντια στο ακινητοποιημένο θύμα. Αρχικά, κάποιες μαρτυρίες ανέφεραν ότι η πρώτη αστυνομική επέμβαση στόχευε στον τερματισμό του ξυλοδαρμού και στην ακόλουθη παροχή πρώτων βοηθειών από το ΕΚΑΒ, ενώ στη συνέχεια, μετά την άφιξη ενισχύσεων, ο ακινητοποιημένος, τραυματισμένος και ίσως πλέον στα «όρια» της ζωής Ζακ, χτυπήθηκε από την αστυνομία βάναυσα.

Embed from Getty Images

Το σχετικό βίντεο που κυκλοφόρησε επιβεβαίωσε τα παραπάνω, εγείροντας μάλιστα την πιθανότητα να αποτέλεσαν αυτά τη «χαριστική βολή» που σκότωσε τον Ζακ. Υπό αυτό το πρίσμα, αναδεικνύεται και το ζήτημα της αστυνομικής βίας γενικότερα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο σύμφυτο με τον καπιταλισμό και το αστικό κράτος, που αναδυκνείεται με ιδιαίτερα οξυμένο τρόπο στις συνθήκες της κρίσης, όπου και αποκαλύπτεται ότι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, ιδιαίτερα στα επίλεκτα, «ειδικά» τους σώματα επανδρώνονται με ακροδεξιά και αποκτηνωμένα στοιχεία που δε θα διστάσουν να χτυπήσουν βάναυσα οποιονδήποτε άνθρωπο – κατόπιν εντολών ή από «υπερβάλλοντα ζήλο». Έτσι εξηγείται και η υπεράσπιση της στάσης των αστυνομικών, ακόμα και μετά τη δημοσίευση του βίντεο, από συνδικαλιστικά στέλεχη των αστυνομικών: πράγματι, είναι «διεθνής πρακτική χειροπέδησης» των κατασταλτικών δυνάμεων του αστικού κράτους οι κλωτσιές σε έναν αιμόφυρτο και πλήρως ακινητοποιημένο άνθρωπο.

Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, το εργατικό κίνημα και η νεολαία οφείλουν να αγωνιστούν όχι για την ουτοπία του «εκδημοκρατισμού» της αστυνομίας μέσα από τον «κυβερνητικό έλεγχο», αλλά για την κατάργηση των ειδικών δυνάμεων καταστολής των κοινωνικών αγώνων (ΜΑΤ κλπ.) και για την υπαγωγή όλων των σωμάτων ασφαλείας στις μαζικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες εκπροσωπούν δυνητικά την εργαζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας. Μόνο με αυτά ως πρώτα βήματα, μπορεί να αμφισβητηθεί το αστικό κράτος, που από τη φύση του στέκεται ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας και γεννά διαρκώς «μεμονωμένα περιστατικά» απρόκλητης αστυνομικής βαρβαρότητας, δικαστικής αυθαιρεσίας κ.ο.κ.

Ταυτόχρονα, είναι ειδεχθής και η σχετική τοποθέτηση της κυβέρνησης, διαμέσου της Υπ. Προστασίας του Πολίτη, Όλγας Γεροβασίλη. Ενώ μετά την εμφάνιση του σχετικού βίντεο μίλησε για «πράξεις (σ.: των αστυνομικών) που προκαλούν αποτροπιασμό», πριν αυτό δει το φως της δημοσιότητας δήλωνε μετά βεβαιότητας πως «η Ελληνική Αστυνομία δεν έκανε κάτι εκτός των ορίων της δραστηριότητας την οποία οφείλει να έχει». Και στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται απλά για ένα «ατόπημα» ενός κυβερνητικού στελέχους ή συνολικά της κυβέρνησης. Είναι η φυσική κατάληξη μιας κυβέρνησης που έχει αποδεχθεί και πλέον υπηρετεί με ζήλο το καπιταλιστικό σύστημα «με τα όλα του» – τη σκληρή λιτότητα, την αστυνομική βία, τη συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, το μαζικό εγκλεισμό μεταναστών σε άθλια στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα στελέχη της, όπως απέδειξε πρόσφατα και η πυρκαγιά στο Μάτι, μόνο μπροστά στη μαζική κατακραυγή και την ενδεχόμενη απώλεια των κυβερνητικών θέσεων, μπορούν να οδηγηθούν σε επικοινωνιακές «αναδιπλώσεις».

Το ζήτημα της ναρκο-εξάρτησης

Μια, επίσης σημαντική, διάσταση της υπόθεσης είναι και η εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Ο Ζακ Κωστόπουλος ήταν χρήστης ναρκωτικών και από τα βίντεο που κυκλοφόρησαν γίνεται εμφανές ότι ήταν υπό την επήρεια ουσιών τη στιγμή που μπήκε στο κοσμηματοπωλείο και εγκλωβίστηκε. Δυστυχώς, στις κοινωνικές συνθήκες που γεννά ο καπιταλισμός, είναι συχνό φαινόμενο οι άνθρωποι, ιδιαίτερα οι νέοι, να καταφεύγουν στη χρήση ναρκωτικών ως μέσο «ψυχαγωγίας», ως αγχολυτικό, ως αντικαταθλιπτικό κ.ο.κ. Αυτό είναι ένα φαινόμενο σύμφυτο με την αλλοτρίωση που επιβάλλει το καπιταλιστικό σύστημα στους ανθρώπους – παλιότερα εμφανίζοταν κυρίως με τη μορφή του αλκοολισμού σε μαζική κλίμακα. Αναμφίβολα, τείνει να είναι ακόμα πιο έντονο ανάμεσα σε ανθρώπους που ανήκουν σε κοινωνικά περιθωριοποιημένες ή και στοχοποιημένες ομάδες. Ο Ζακ για παράδειγμα, ήταν οροθετικός αλλά και, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ομοφυλόφιλος ακτιβιστής.

Ο αγώνας ενάντια στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά – τα παράνομα, αλλά και τα νόμιμα «υποκατάστατα» – πρέπει να αντιτίθεται στην τάση «ιατρικοποίησης» του φαινομένου, εστιάζοντας στις κοινωνικές συνθήκες που αποτελούν την πραγματική αιτία του. Πρέπει να διεκδικηθεί η μαζική δημιουργία αθλητικών και πολιτιστικών υποδομών για δωρεάν, ελεύθερη χρήση από τους εργαζόμενους και τους νέους ανθρώπους. Είναι επίσης απαραίτητο να χρηματοδοτηθούν γενναία οι δομές απεξάρτησης που δημιουργούν «στεγνά» προγράμματα με πολύπλευρη υποστήριξη των υπό απεξάρτηση εξαρτημένων και όχι οι μονάδες «υποκατάστασης» της εξάρτησης παράνομων ναρκωτικών με την εξάρτηση από νόμιμα αλλά εξίσου βλαβερά και δυνητικά θανατηφόρα (μεθαδόνη κλπ). Αυτός ο αγώνας θα πρέπει βέβαια να είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον αγώνα για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση και εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος, αλλά και να εξαλείψει τις κοινωνικές συνθήκες οι οποίες γεννούν στους ανθρώπους το «κενό» που αναζητούν να καλύψουν με ουσίες, δημιουργώντας τις βάσεις για την πραγματική και πλήρη ανάπτυξη όλων των ανθρώπων.