Βενεζουέλα

Οι προσπάθειες της Ουάσινγκτον να απομακρύνουν τη βενεζουελάνικη κυβέρνηση με μια ιμπεριαλιστική πραξικοπηματική απόπειρα, προχωρούν ακάθεκτα. Στις 26 Γενάρη, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν κυρώσεις στην PDVSA (σ.τ.μ: τη δημόσια πετρελαϊκή εταιρία της Βενεζουέλας) και κατάσχεσαν περιουσιακά στοιχεία από τη βενεζουελάνικη πετρελαϊκή εταιρία. Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό πλήγμα για τη βενεζουελάνικη οικονομία και την κυβέρνηση. Είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι έχει μια ευκαιρία, την οποία σκοπεύει να μην αφήσει ανεκμετάλλευτη.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η πραξικοπηματική απόπειρα δεν έχει καταφέρει να αποσπάσει υποστήριξη από τις ένοπλες δυνάμεις και το πρόσφατο συλλαλητήριο της αντιπολίτευσης ήταν ένα φιάσκο. Ποιες είναι οι προοπτικές της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά;

Η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ για επιπρόσθετες κυρώσεις στην PDVSA και την κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων στις ΗΠΑ ήταν μια βασική κίνηση στην εκστρατεία της απομάκρυνσης της βενεζουελάνικης κυβέρνησης. Αυτό είναι ένα μέτρο που η Ουάσινγκτον απέφυγε μέχρι στιγμής λόγω των αρνητικών επιπτώσεών της στα αμερικανικά διυλιστήρια. Οι ΗΠΑ εισάγουν περίπου 500.000 βαρέλια πετρέλαιο τη μέρα από τη Βενεζουέλα. Οι νέες κυρώσεις απαγορεύουν σε ιδιώτες και επιχειρήσεις στις ΗΠΑ να έχουν συναλλαγές με την PDVSA, αλλιώς, αν το κάνουν αυτό, οι πληρωμές θα καταλήγουν σε ένα δεσμευμένο λογαριασμό, τον οποίο δε θα ελέγχουν. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνολική παραγωγή πετρελαίου είναι 1,1 εκατομμύρια βαρέλια τη μέρα, ο αντίκτυπος είναι πολύ σημαντικός. Είναι πιθανό κάποια ποσότητα αργού πετρελαίου να συνεχίσει να ρέει προς αμερικανικά διυλιστήρια μέσω μεσαζόντων, αλλά τουλάχιστον 200-300 χιλιάδες βαρέλια την ημέρα θα πρέπει να βρουν άλλους αγοραστές. Το εκτιμώμενο κόστος είναι περίπου 11 δισ. δολάρια για το υπόλοιπο του έτους. Επιπλέον, οι ΗΠΑ κατάσχεσαν περιουσιακά στοιχεία της PDVSA στη χώρα, αξίας ύψους 7 δισ. δολαρίων. Επίσης, κατέστησαν σαφές ότι αυτά τα περιουσιακά στοιχεία θα τίθονταν στη διάθεση του «νόμιμου προσωρινού προέδρου», τον οποίο αναγνωρίζουν, του Χουάν Γκουαϊδό.

Θανατηφόρες κυρώσεις

Οι κυρώσεις είναι σχεδιασμένες, ώστε να προκαλέσουν τη μέγιστη δυνατή ζημιά, «να κάνουν την οικονομία να ουρλιάξει», όπως είχε πει ο Νίξον, όταν διέταξε τη CIA να προετοιμάσει την ανατροπή του Αλιέντε στη Χιλή. Ένα μεγάλο μέρος των φορτίων πετρελαίου του PDVSA, πάνω απ’ όλα προς την Κίνα και τη Ρωσία, δεν πληρώνονται με μετρητά, αλλά κυρίως ως αποπληρωμές δανείων απ’ αυτές τις χώρες. Επομένως, περίπου το 80-90% των εσόδων σε μετρητά της PDVSA προέρχεται από πωλήσεις στις ΗΠΑ. Ήδη, η PDVSA έχει ανακοινώσει ότι οποιοσδήποτε πελάτης με προορισμό τις ΗΠΑ, ο οποίος περιμένει να φορτωθεί το τάνκερ του, πρέπει να πληρώσει προκαταβολικά όλο το ποσό για τη φόρτωση, αλλιώς οι παραγγελίες δεν θα εκπληρώνονται. Αυτό είναι ένα αμυντικό μέτρο, το οποίο θα πρέπει να συμπληρωθεί με μια μετακίνηση των πωλήσεων πετρελαίου σε άλλους πελάτες τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες. Αυτή είναι μια διαδικασία, η οποία θα χρειαστεί το χρόνο της. Η Βενεζουέλα παράγει κυρίως πολύ «βαρύ» πετρέλαιο, το οποίο δεν μπορούν να διαχειριστούν όλα τα διυλιστήρια.

Επιπρόσθετα στον αντίκτυπο των κυρώσεων, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζον Μπόλτον εξέδωσε μια προκλητική δήλωση στις 30 Γενάρη, υπονοώντας ότι οι εγκεκριμένες αμερικανικές κυρώσεις ισχύουν και πέραν των συνόρων των ΗΠΑ, κάτι που τεχνικά δεν ισχύει.

Επιχειρήσεις, όπως η ισπανική Repsol, οι οποίες δεν επηρεάζονται άμεσα απ’ αυτές τις κυρώσεις, επανεξετάζουν τις επιλογές τους, σύμφωνα με πληροφορίες. Τους τελευταίους τρεις μήνες του 2018, η Repsol εισήγαγε 53.000 βαρέλια την ημέρα, σε μια συμφωνία αποπληρωμής χρεών. Οι Financial Times αναφέρουν ότι «κάποιοι υποπτεύονται ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει θολώσει σκόπιμα τα νερά για να εκφοβίσει τους υποψήφιους αγοραστές του βενεζουελάνικου πετρελαίου, καθώς η Ουάσινγκτον εντείνει την πίεσή της στον κ. Μαδούρο».

Ενδεικτικά, ο Μπόλτον ήταν στη συνέντευξη τύπου, στην οποία ανακοινώθηκαν οι κυρώσεις και κρατούσε ένα σημειωματάριο στο οποίο αναγραφόταν η φράση «5.000 στρατιώτες στην Κολομβία». Κάποιοι λένε ότι αυτό δείχνει πόσο ανόητος είναι. Ενώ αυτό σίγουρα είναι ένα στοιχείο στην εξίσωση, μια πολύ εύλογη εξήγηση είναι ότι το σημειωματάριο έμεινε εκτεθειμένο επίτηδες, με σκοπό να σταλεί ένα απειλητικό μήνυμα στον Μαδούρο: ή παραιτείται, ή αλλιώς… Το μήνυμα, επίσης, στρεφόταν προς το βενεζουελάνικο στρατό, υπονοώντας ότι, αν συνεχίσει να υποστηρίζει τον πρόεδρο, ίσως αντιμετωπίσει την εισβολή των ΗΠΑ. Την ίδια ώρα που ο Μπόλτον επιδείκνυε το σημειωματάριό του στη συνέντευξη τύπου, υπήρχαν πληροφορίες για μια επίσκεψη του Υποστράτηγου Μαρκ Στάμμερ, διοικητή του Νότιου Στρατού των ΗΠΑ στην Κολομβία, όπου υποτίθεται ότι επανεξέταζε σχέδια για την αντιμετώπιση «αμοιβαίων απειλών» στα σύνορα με τη Βενεζουέλα.

Στρατιωτική πρόκληση και ιμπεριαλιστική πίεση

Ρεπορτάζ στη Βενεζουέλα αναφέρουν ότι ένας μικρός αριθμός παραστρατιωτικών πρακτόρων έχει ήδη περάσει τα σύνορα από την Κολομβία. Αν και τα ρεπορτάζ αυτά δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν, είναι απόλυτα εύλογα. Όλοι γνωρίζουν ότι οποιαδήποτε πρόκληση ή στρατιωτική επιθετικότητα εναντίον της Βενεζουέλας είναι πιθανό να προέλθει από την Κολομβία, η οποία έχει μια δεξιά κυβέρνηση απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τον Τραμπ, αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και η οποία τηρεί εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, μια εξαιρετικά επιθετική στάση απέναντι στην Μπολιβαριανή Επανάσταση.

Η στρατιωτική επέμβαση σίγουρα δεν είναι το πρώτο πράγμα στην ατζέντα αυτού του πραξικοπήματος και δε θα γίνει χωρίς σοβαρά ρίσκα. Η Ουάσινγκτον κινείται σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πλάνο, το οποίο ξεκινά με διπλωματικές πιέσεις και συνεχίζει με οικονομικές κυρώσεις, σχεδιασμένες να στραγγαλίσουν την οικονομία. Στις αμερικανικές κυρώσεις πρέπει να προσθέσουμε την παρακράτηση (στην πραγματικότητα, κατάσχεση) 1,2 δισ. δολαρίων από την Τράπεζα της Αγγλίας, μια απόφαση που τώρα γνωρίζουμε ότι πάρθηκε κατόπιν πιέσεων από τον Μάικ Πομπέο και τον Τζον Μπόλτον πριν από βδομάδες, πολύ πριν αυτοανακηρυχθεί πρόεδρος ο Γκουαϊδό. Ο Γκουαϊδό τώρα πιέζει τη βρετανική κυβέρνηση να θέσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία στη διάθεσή του.

Σήμερα (σ.τ.μ: 31 Γενάρη), το Ευρωκοινουβούλιο πέρασε ένα ψήφισμα (κοινά κατατεθειμένο από τους συντηρητικούς, τους «σοσιαλιστές» και τους φιλελεύθερους), σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίστηκε ο Χουάν Γκουαϊδό ως νόμιμος πρόεδρος της Βενεζουέλας. Χρειάστηκε μόλις μια βδομάδα, για να ευθυγραμμιστεί πλήρως η εξωτερική πολιτική της ΕΕ με το πραξικόπημα των Τραμπ-Μπολσονάρο. Καμία έκπληξη. Η ΕΕ πάντα υποστήριζε κάθε εξωτερική ιμπεριαλιστική περιπέτεια των ΗΠΑ, από το Ιράκ μέχρι τη Λιβύη.

Πριν απ’ αυτό, προηγήθηκε ένα τελεσίγραφο-σκάνδαλο από τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, σύμφωνα με το οποίο, αν ο Μαδούρο δεν προκήρυσσε προεδρικές εκλογές μέσα σε διάστημα οχτώ ημερών, η Ισπανία θα αναγνώριζε τον Γκουαϊδό ως πρόεδρο, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτό δε θα γινόταν. Η θέση του Σάντσεθ είναι ιδιαίτερα προκλητική. Ήρθε στην εξουσία, υποσχόμενος να διακόψει τις πωλήσεις όπλων προς τη Σαουδική Αραβία, μόνο για να αθετήσει το λόγο του όταν ανέλαβε την κυβέρνηση. Καμιά τέτοια απαίτηση για εκλογές δεν έγινε, φυσικά, στο δολοφονικό σαουδαραβικό καθεστώς.

Επιπλέον, ενώ ο Σάντσεθ απαιτεί εκλογές για τον αρχηγό του κράτους στη Βενεζουέλα, στην Ισπανία, ο αρχηγός του κράτους δεν έχει εκλεγεί ποτέ. Ο Φίλιππος ΣΤ΄ κατέχει το αξίωμα, επειδή είναι γιος του Χουάν Κάρλος Α΄, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Στρατηγό Φράνκο, τον δικτάτορα, πριν από το θάνατό του! Φυσικά, τίποτα απ’ αυτά δεν ενοχλεί τον Σάντσεθ, ο οποίος ηγείται ενός κόμματος, το οποίο είναι τυπικά «σοσιαλιστικό» και «δημοκρατικό». Τα συμφέροντα των ισπανικών πολυεθνικών επισκιάζουν κάθε άλλη σκέψη, επομένως ο Σάντσεθ μπήκε στη χορωδία των ισπανικών δεξιών κομμάτων (PP, Cs και Vox).

Σχεδόν ταυτόχρονα, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία συμμερίστηκαν το τελεσίγραφο της Ισπανίας, το οποίο ήταν το τέχνασμα, για να δικαιολογηθεί μια προαποφασισμένη πολιτική, πιθανώς στη βάση μιας σειράς τηλεφωνημάτων από το Λευκό Οίκο. Η αναγνώριση του Γκουαϊδό από την ΕΕ είναι πιθανό να ακολουθηθεί από εντατικοποίηση των οικονομικών κυρώσεων, στην ίδια γραμμή με τη θέση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.

Ο Γκουαϊδό έχει επίσης διορίσει τους δικούς του εκπροσώπους στις ΗΠΑ, την Αργεντινή, την Κολομβία και άλλες χώρες, οι οποίες τον έχουν αναγνωρίσει ως «πρόεδρο». Εκτός από τις ΗΠΑ, όλες αυτές οι χώρες έχουν ακόμα διπλωματικές σχέσεις με τη Βενεζουέλα και τον εκλεγμένο της πρόεδρο, τον Μαδούρο και υπάρχουν πλήρως επανδρωμένες πρεσβείες και προξενεία. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε μια κατάσταση, στην οποία οι διαδηλωτές της αντιπολίτευσης θα προσπαθούσαν να τους καθαιρέσουν. Οι χώρες της ΕΕ θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.

Όλη αυτή η πίεση έχει έναν ξεκάθαρο στόχο: να αναγκάσει τον Μαδούρο να υποχωρήσει, ή αλλιώς να πείσει τις ένοπλες δυνάμεις ότι είναι προς το συμφέρον τους να τον απομακρύνουν. Μέχρι στιγμής, δεν έχει υπάρξει κάποιο δημόσιο δείγμα ότι η στρατηγική αυτή λειτουργεί, αλλά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι στο παρασκήνιο γίνονται συναντήσεις και συζητήσεις.

Ο στρατός αντέχει, η αντιπολίτευση ζορίζεται

Μέχρι στιγμής, οι Βενεζουελάνικες Μπολιβαριανές Εθνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν δείξει δημόσια την αφοσίωσή τους στον εκλεγμένο πρόεδρο Μαδούρο και έχουν απορρίψει κάθετα κάθε εξωτερική παρέμβαση. Οι μπολιβαριανές ένοπλες δυνάμεις, σε μια περίοδο πολλών χρόνων απαλλάχτηκαν από τα περισσότερα αντιδραστικά στοιχεία, ως αποτέλεσμα των αποτυχημένων πραξικοπημάτων (2002) και των συνωμοτικών προσπαθειών. Η Μπολιβαριανή Επανάσταση επίσης επηρέασε πολιτικά τις γραμμές του στρατού, όπως και το στρώμα των αξιωματικών. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί εγγύηση για την αφοσίωσή τους. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πινοσέτ διορίστηκε αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων από τον πρόεδρο Αλιέντε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουνίου του 1973, ως ένας «συνταγματικός» αξιωματικός. Λιγότερο από τρεις μήνες αργότερα, ηγήθηκε του πραξικοπήματος που ανέτρεψε την κυβέρνηση.

Ένας από τους κύριους λόγους για την αφοσίωση των κεφαλών του βενεζουελάνικου στρατού είναι οι παραχωρήσεις, οι οποίες τους έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Οι αξιωματούχοι του στρατού διαχειρίζονται τις εισαγωγές και τις προμήθειες τροφίμων, πολλές από τις κρατικές επιχειρήσεις και την ίδια την PDVSA. Επιπλέον, η δημιουργία της CAMIMPEG (σ.τ.μ: κρατική επιχείρηση που διαχειρίζεται τους φυσικούς πόρους της χώρας, η οποία δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του στρατού τον Φλεβάρη του 2016) τους έδωσε πρόσβαση σε πλουσιοπάροχα συμβόλαια στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τις εξορύξεις. Απ’ αυτές τις θέσεις, αποκομίζουν εξουσία και πλούτο, με νόμιμα μέσα, αλλά επίσης και μέσω μηχανορραφιών και ανοιχτή κλοπή. Όσο η κυβέρνηση Μαδούρο τους εγγυάται τέτοιες θέσεις, θα παραμένουν πιστοί. Αν καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι πλησιάζει η απομάκρυνσή του, θα μπουν στην ουρά για να πηδήξουν από το καράβι. Ο Γκουαϊδό έχει ανακοινώσει ότι «είχε κρυφές συναντήσεις με μέλη των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών». Σίγουρα έχουν γίνει συναντήσεις, αλλά δεν κανονίστηκαν από το φερέφωνο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αυτές οι συναντήσεις κανονίστηκαν απευθείας από τη CIA και το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών, τις κινητήριες δυνάμεις του πραξικοπήματος.

Η αντιδραστική αντιπολίτευση απέτυχε στην προηγούμενη απόπειρά της να πάρει την εξουσία το 2017, επειδή δεν μπόρεσε να διεισδύσει στην εργατική τάξη και τις φτωχές περιοχές. Μπόρεσε να κινητοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες υποστηρικτές της, αλλά δεν «ξεμύτισε» από τις συνοικίες της μεσαίας και της ανώτερης τάξης προς τις φτωχογειτονιές.

Η οικονομική κατάσταση σήμερα είναι πολύ χειρότερη από το 2017. Το βιοτικό επίπεδο συνέχισε να πέφτει και η αγοραστική δύναμη των μισθών να εξανεμίζεται από τον υπερπληθωρισμό και την υποτίμηση. Ακόμη δεν έχουν υπάρξει σημαντικές διαδηλώσεις στις εργατικές και φτωχές συνοικίες. Μετά την αυτό-ανακήρυξη του Γκουαϊδό, στις 23 Γενάρη, υπήρξαν οδομαχίες σε αρκετές συνοικίες στο Καράκας, αλλά αυτές έγιναν κυρίως από μικρές ομάδες πληρωμένων ταραχοποιών, στρατολογημένων από εγκληματικά στοιχεία, με χρήση όπλων, χειροβομβίδων κ.α. Αυτές γρήγορα τσακίστηκαν από τις επίλεκτες δυνάμεις της FAES (σ.τ.μ: Σώμα Ειδικής Δράσης, τμήμα της αστυνομίας) και της CONAS (σ.τ.μ: Εθνοφυλακή της Βενεζουέλας).

Ακόμα και η διαδήλωση της αντιπολίτευσης στις 30 Γενάρη, στην οποία είχε επενδύσει ο Γκουαϊδό, κατέληξε σε φιάσκο. Οι μικρές ομάδες διαδηλωτών που κατέβηκαν στους δρόμους, απογοήτευσαν τις ενωμένες δυνάμεις των ΜΜΕ του κόσμου που ήταν πρόθυμες να μεταδώσουν τις εικόνες της «μαζικής κινητοποίησης» του Γκουαϊδό. Τα μέσα φυσικά δε μετέδωσαν καμία από τις μπολιβαριανές διαδηλώσεις των τελευταίων δύο βδομάδων σε διάφορα μέρη της χώρας, καθώς δεν ταίριαζαν με την προπαγάνδα περί «κυβέρνησης, η οποία έχει χάσει τη λαϊκή υποστήριξη».

Η αποτυχία της διαδήλωσης της αντιπολίτευσης, στις 30 Γενάρη, αποκαλύπτει ότι το στρώμα των μαζών που υποστηρίζει την αντιπολίτευση, δεν είναι έτοιμο να συμμετάσχει σε επιδείξεις δύναμης, οι οποίες δεν οδηγούν άμεσα στην ανατροπή του «καθεστώτος». Αυτοί οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά κριτικοί απέναντι σε όλους τους ηγέτες της αντιπολίτευσης, οι οποίοι τους πρόδωσαν το 2017 και διέψευσαν τις ελπίδες τους για μια «αλλαγή». Αυτό δημιουργεί μια ατμόσφαιρα, στην οποία εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους σε εξωτερική ιμπεριαλιστική επέμβαση, είτε μέσω διπλωματικών πιέσεων και κυρώσεων, είτε ακόμα και με στρατιωτική επίθεση. Αυτό είναι επικίνδυνο από τη σκοπιά της αντίδρασης, καθώς αφήνει τον Γκουαϊδό να αιωρείται στο κενό και να εμφανίζεται ακόμα περισσότερο ως αυτό που πραγματικά είναι: μια μαριονέτα του Τραμπ.

Η αντι-ιμπεριαλιστική διάθεση δεν αξιοποιείται από τον Μαδούρο

Δεν πρέπει να υποτιμάμε τα ισχυρά, αντι-ιμπεριαλιστικά αισθήματα που υπάρχουν στη Βενεζουέλα, τα οποία ξεπερνάνε τις γραμμές αυτών που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, λιγότερο ή περισσότερο κριτικά. Τέτοια διάθεση υπάρχει επίσης και μέσα στις ένοπλες δυνάμεις.

Τέλος, υπάρχει και ο παράγοντας της εξωτερικής υποστήριξης για την κυβέρνηση Μαδούρο. Μέχρι τώρα, η Ρωσία και η Κίνα, όπως επίσης και η Τουρκία και το Ιράν, έχουν εναντιωθεί ξεκάθαρα στο πραξικόπημα, αλλά το έχουν «μακιγιάρει» κυρίως με όρους εναντίωσης στην εξωτερική επέμβαση. Αυτή είναι μια ένδειξη ότι ίσως να συναινούσαν σε μια «λύση» από το εσωτερικό της Βενεζουέλας: κάποιου είδους συμφωνημένη «μετάβαση» πιθανά καθοδηγούμενη από το στρατό.

Η Ρωσία έχει δύο βασικά συμφέροντα στη Βενεζουέλα. Υπερασπίζεται την κυβέρνηση Μαδούρο, μέχρι στιγμής, επειδή της εγγυάται πλουσιοπάροχα συμβόλαια στο πετρέλαιο, τις εξορύξεις και τις πωλήσεις όπλων. Η Ρωσία έχει επίσης δανείσει μεγάλα χρηματικά πόσα στη Βενεζουέλα τα τελευταία χρόνια, ύψους μέχρι και 17 δισ. δολαρίων. Όλα αυτά θα χάνονταν, αν ο Γκουαϊδό αντικαθιστούσε τον Μαδούρο. Την ίδια στιγμή, είναι βολικό για τη Ρωσία, με γεωστρατηγικούς όρους, να έχει ένα σύμμαχο στην αυλή των ΗΠΑ.

Ωστόσο, η Ρωσία, όπως κάθε άλλη δύναμη, δεν έχει σταθερούς φίλους, αλλά σταθερά συμφέροντα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Μόσχα ήταν επιφυλακτική στην αρχή της κρίσης στη Συρία και βγήκε αποφασιστικά να υποστηρίξει τον Άσαντ, όταν έγινε ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο να ανατραπεί άμεσα και ότι οι ΗΠΑ δεν ήταν έτοιμες να «πατήσουν πόδι».

Για την Κίνα επίσης διακυβεύονται πολλά στη Βενεζουέλα, πολλά περισσότερα απ’ ό,τι για τη Ρωσία. Έχει δανείσει στο Καράκας πάνω από 50 δισ. δολάρια τα τελευταία χρόνια και οι κινεζικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει πάνω από 20 δισ. δολάρια στη χώρα της Καραϊβικής. Ωστόσο, πρακτικά μιλώντας, λίγα μπορούν να κάνουν οι Κινέζοι, για να υπερασπιστούν τον Μαδούρο, πέραν του να θέσουν βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Στην πραγματικότητα, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να αποκρουστεί αυτό το πραξικόπημα είναι η λήψη επαναστατικών μέτρων και η στήριξη στις επαναστατικές μάζες. Μέχρι τώρα ο Μαδούρο, δεν έχει κάνει τίποτα από τα δύο. Σε όλες του τις δημόσιες εμφανίσεις έχει ξεκαθαρίσει ότι θα ήταν διατεθειμένος να συνομιλήσει με την αντιπολίτευση: με τον Τραμπ, ακόμα και με τον σφαγέα Έλλιοτ Άμπραμς, τον οποίο οι ΗΠΑ έθεσαν υπεύθυνο της «μετάβασης στη δημοκρατία».

Φυσικά, στον πόλεμο, όπως και στην ταξική πάλη, κανείς πάντα θα «μακιγιάρει» τις κινήσεις του με αμυντικούς όρους. Εδώ όμως είναι διαφορετικά τα πράγματα. Ο Μαδούρο φαίνεται να μη παίρνει καμιά σοβαρή πρωτοβουλία για να απαντήσει στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.

Ο Χουάν Γκουαϊδό αυτό-διορίστηκε πρόεδρος, προσπαθώντας να υφαρπάξει την εξουσία, διόρισε πρέσβεις σε ξένες χώρες, κάλεσε εξωτερικές δυνάμεις να κατασχέσουν βενεζουελάνικη περιουσία, την οποία προσπαθεί να διαχειριστεί κ.λπ. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα δεν έχει συλληφθεί. Μόλις δυο μέρες πριν, ο κρατικός εισαγγελέας πήρε κάποια (ήπια) μέτρα εναντίον του (απαγορεύοντάς του να φύγει από τη χώρα).

Οι ΗΠΑ κατάσχεσαν βενεζουελάνικη περιουσία και επέβαλαν κυρώσεις. Η ανάλογη αντίδραση θα ήταν να κατασχεθεί όλη η περιουσία των αμερικανικών πολυεθνικών στη Βενεζουέλα. Τίποτα δεν έχει γίνει. Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει κλέψει 14 τόνους χρυσού από τη Βενεζουέλα. Η Βενεζουέλα θα ήταν δικαιολογημένη να κατασχέσει περιουσιακά στοιχεία του ίδιου ποσού από βρετανικές επιχειρήσεις στη Βενεζουέλα. Τίποτα δεν έχει γίνει.

Οι επαναστατικές μάζες πρέπει να αντισταθούν στο πραξικόπημα!

Στις 28 Γενάρη, όταν οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν τις οικονομικές κυρώσεις και τις κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, ο Μαδούρο τελικά ανακοίνωσε τη σύσταση 50.000 «λαϊκών αμυντικών μονάδων», για να προετοιμάσει τη χώρα για στρατιωτική εισβολή και υποσχέθηκε να μετατρέψει τη Βενεζουέλα σε ένα άλλο Βιετνάμ. Αυτό είναι ένα ευπρόσδεκτο βήμα, αλλά χρειάζεται τα λόγια να γίνουν πράξεις. Πολλές φορές στο παρελθόν, έχει γίνει λόγος για ενίσχυση της πολιτοφυλακής, αλλά οι αξιωματικοί του στρατού ήταν πάντα πολύ επιφυλακτικοί για τη μετατροπή της σε γνήσια λαϊκή, εργατική και αγροτική πολιτοφυλακή.

Για να αντιμετωπίσει το ιμπεριαλιστικό πραξικόπημα, η Βενεζουέλα χρειάζεται να υιοθετήσει την πολιτική που ακολούθησαν οι Κουβανοί το 1959-62 μπροστά στην αυξανόμενη ιμπεριαλιστική επιθετικότητα: την απαλλοτρίωση όλης της περιουσίας των πολυεθνικών και τη δημιουργία ενός στρατού εργατών και αγροτών. Έτσι ηττήθηκε η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων.

Αντίθετα, ο Μαδούρο φαίνεται να ακολουθεί σε καιρό πολέμου (και γι’ αυτό είναι που μιλάμε), την ίδια αποτυχημένη πολιτική που ακολουθούσε, σε καιρό ειρήνης: εκκλήσεις για διαπραγματεύσεις, παραχωρήσεις στους καπιταλιστές και μια αργή και σταθερή υπονόμευση των κατακτήσεων της επανάστασης. Αυτός είναι ο δρόμος προς την καταστροφή.

Το αποτέλεσμα αυτής της μάχης δεν έχει ακόμα αποφασιστεί. Είναι μια μάχη μεταξύ ζωντανών δυνάμεων. Ο ιμπεριαλισμός έχει ένα ξεκάθαρο πλάνο και προχωρά αργά, αλλά με σιγουριά, προελαύνει ακάθεκτα.

Ο μόνος τρόπος να νικηθεί είναι, (ο Μαδούρο) να στηριχτεί στον επαναστατικό λαό, να πετύχει αποφασιστικά πλήγματα στην άρχουσα τάξη και να απευθύνει ένα ξεκάθαρο κάλεσμα στους εργάτες και τους αγρότες σε όλη την ήπειρο και πέρα απ’ αυτή για βοήθεια προς την Μπολιβαριανή Επανάσταση. Για την κινητοποίηση του επαναστατικού δυναμικού των εργατών και των αγροτών χρειάζεται μια πολιτική που θα θέτει σε πρώτη μοίρα τις ανάγκες τους: διαγραφή του εξωτερικού χρέους, απαλλοτρίωση της αλυσίδας διανομής τροφίμων, παραχώρηση της γης στους αγρότες και εξοπλισμός τους για να την υπερασπιστούν και δημοκρατικός σχεδιασμός της οικονομίας υπό εργατικό και αγροτικό έλεγχο για την ικανοποίηση των αναγκών του λαού. Αυτή είναι η γραμμή που υπερασπίζουν δημόσια, οι σύντροφοι της Μαρξιστικής Τάσης, Lucha de Classes, στη Βενεζουέλα.

Η Διεθνής Μαρξιστική Τάση εναντιώνεται απόλυτα σ’ αυτό το ιμπεριαλιστικό πραξικόπημα και κινητοποιούμε τις δυνάμεις μας διεθνώς για να χτίσουμε ένα ισχυρό κίνημα αλληλεγγύης εναντίον του.

Χόρχε Μαρτίν
Μετάφραση: Νίκος Σέντης