Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο όλων των εποχών ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Το μέγεθος των αποκαλύψεων για τον Έπσταϊν δεν είναι απλώς συγκλονιστικό — είναι χωρίς προηγούμενο σε όλη την ιστορία των ταξικών κοινωνιών. Ποτέ άλλοτε η παγκόσμια άρχουσα τάξη δεν είδε τις πιο βρώμικες και σκοτεινές πλευρές της να εκτίθενται δημόσια με αυτόν τον τρόπο. Κανένα σκάνδαλο δεν έχει εμπλέξει ποτέ ένα τόσο ευρύ τμήμα της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ, καθώς και των θεσμών εξουσίας της.
Δεν είναι ότι ο κόσμος τώρα μαθαίνει ποιος ήταν ο Τζέφρι Έπσταϊν. Πολύ πριν τη φερόμενη αυτοκτονία του το 2019, ήταν γνωστός ως ο πιο διάσημος και πιο δικτυωμένος, κατά συρροή εμπλεκόμενος σε σωματεμπορία ανηλίκων παιδόφιλος. Οι λεπτομέρειες των φρικαλεοτήτων που αποκαλύφθηκαν μέσω των αρχείων του δεν αποτελούν την πραγματική έκπληξη.
Είναι η έκταση των διασυνδέσεών του και το μέγεθος της συγκάλυψης που έχουν αφήσει την κοινή γνώμη εμβρόντητη. Όπως αποδεικνύεται, η «τάξη των Έπσταϊν» βρίσκεται σε κάθε εταιρικό ΔΣ και περιφέρεται με ασυλία σε όλους τους διαδρόμους της εξουσίας. Εκτείνεται σε ολόκληρο το σύστημα.
Μακριά από το να ρίξει άπλετο φως σε όλα τα σκοτεινά μυστικά, η μερική δημοσιοποίηση απλώς επιβεβαίωσε ότι η μεγαλύτερη συγκάλυψη όλων των εποχών βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Όπως το έθεσε ένας αρθρογράφος των Financial Times, «Τα αρχεία Έπσταϊν προσφέρουν στην Αμερική το ακριβώς αντίθετο της κάθαρσης». Τουλάχιστον τα μισά αρχεία — περίπου τρία εκατομμύρια — παραμένουν κρυφά, σε κατάφωρη παράβαση του Νόμου περί Διαφάνειας των Αρχείων Έπσταϊν (EFTA), ο οποίος επιβλήθηκε στο Κογκρέσο και στον πρόεδρο από την πίεση της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Ενώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποκάλυψε σκανδαλωδώς τα ονόματα πολλών θυμάτων, τα ονόματα πολλών δραστών λογοκρίθηκαν προσεκτικά. Πέρα από την Γκισλέιν Μάξγουελ, κανένας άλλος στις ΗΠΑ δεν έχει υποβληθεί σε σοβαρή έρευνα, πόσο μάλλον να οδηγηθεί στη δικαιοσύνη. Και ενώ ο άνθρωπος που παλιότερα ήταν γνωστός ως Πρίγκιπας Άντριου διασύρεται παγκοσμίως, η Μάξγουελ βρίσκεται σε μια φυλακή ελάχιστης ασφαλείας που μοιάζει με εξοχική βίλα, μια ευγενική χορηγία του Ντόναλντ Τραμπ.
Τα τελευταία χρόνια πριν τις αποκαλύψεις, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς βρισκόταν ήδη σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το αίσθημα κατά των ελίτ, κατά των δισεκατομμυριούχων και κατά του κατεστημένου ήταν σε ιστορικά ύψηλα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επιπτώσεις αυτού του σκανδάλου, μόλις διεισδύσουν πλήρως στη συνείδηση των μαζών του πληθυσμού, θα έχουν δυνητικά ακόμα και επαναστατικές συνέπειες.
Μια δημοσκόπηση του Reuters αναφέρει πως το 77% των Αμερικανών δηλώνει ότι τα αρχεία Έπσταϊν «μείωσαν την εμπιστοσύνη τους στους πολιτικούς και επιχειρηματικούς ηγέτες της χώρας». Μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ερωτηθέντων, το 68% δήλωσε ότι αυτό περιγράφει τις απόψεις τους. Το 76% των Αμερικανών (και το 65% των Ρεπουμπλικανών) πιστεύει ότι «είναι σίγουρα ή πιθανώς αλήθεια ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αποκρύπτει πληροφορίες σχετικά με τους φερόμενους πελάτες του Έπσταϊν». Το 86% των ερωτηθέντων (και το 85% των Ρεπουμπλικανών) υποστηρίζει ότι τα αρχεία «δείχνουν πως οι ισχυροί άνθρωποι στις ΗΠΑ σπάνια λογοδοτούν για τις πράξεις τους».
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθεί αυτό το χαοτικό δράμα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, αντί να εκτονωθεί το σκάνδαλο, τελικά να κλιμακωθεί μέχρι την πυροδότηση μια ανοιχτής κοινωνικής έκρηξης. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση, έχει ήδη σημαντικό αντίκτυπο στην κοινή γνώμη και την ταξική πάλη. Το πραγματικό πρόσωπο της άρχουσας τάξης αποκαλύφθηκε και τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο.
Αιτίες για την καθυστερημένη επίδραση στη συνείδηση
Θα χρειαστεί χρόνος μέχρι να εμπεδωθεί ο πλήρης αντίκτυπος αυτών των αποκαλύψεων και μέχρι η επίδρασή τους στη συνείδηση να οδηγήσει στη λογική της κατάληξη.
Καταρχάς, υπάρχει ο τεράστιος όγκος των αρχείων που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής — όχι μόνο αναρίθμητα email, γραπτά μηνύματα, τραπεζικοί λογαριασμοί και αποδείξεις, αλλά και περίπου 180.000 εικόνες και 2.000 βίντεο. Το να εξετάσει κανείς ενδελεχώς 3,5 εκατομμύρια έγγραφα, ένα προς ένα, απαιτεί άπειρο χρόνο. Αν εκτυπώνονταν και στοιβάζονταν το ένα πάνω στο άλλο, τα αρχεία θα έφταναν σε ύψος το Empire State Building.
Δημοσιογράφοι από κάθε μεγάλο ειδησεογραφικό μέσο προσπαθούν, κυρίως μέσω τεχνητής νοημοσύνης, δουλεύοντας νυχθημερόν να αναλύσουν τα έγγραφα, να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους και να ανακαλύψουν σχετικά ονόματα και διασυνδέσεις. Αυτό παράγει μια καθημερινή ροή νέων αποκαλύψεων, η οποία θα μπορούσε να κρατάει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για μήνες, αν όχι για χρόνια.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο ο αριθμός των αρχείων που καθιστά δύσκολη την επεξεργασία των αποκαλύψεων. Είναι και ο αριθμός των ατόμων και των θεσμών που εμπλέκονται, είτε μέσω άμεσης σχέσης με τον πιο διάσημο εγκληματία του κόσμου, είτε μέσω της προσπάθειας συγκάλυψης του τεράστιου δικτύου συνεργών και υποκινητών.
Αμέτρητοι πρόεδροι, αρχηγοί κρατών, μέλη βασιλικών οικογενειών, διευθύνοντες σύμβουλοι της Wall Street, δισεκατομμυριούχοι των μεγάλων εταιριών τεχνολογίας, προσωπικότητες των ΜΜΕ, ακαδημαϊκοί και πολιτικά πρόσωπα κάθε ιδεολογικής απόχρωσης — με την αξιοσημείωτη εξαίρεση των κομμουνιστών — ήταν μπλεγμένοι στον ιστό του Έπσταϊν. Από τους Κλίντον και τον Μπιλ Γκέιτς, μέχρι τον Έλον Μασκ και τον Ρίτσαρντ Μπράνσον, η λίστα των σχετιζόμενων μαζί του μοιάζει με ένα «ποιος είναι ποιος» της άρχουσας τάξης, οδηγώντας ορισμένους να αποκαλούν το κοινωνικό του δίκτυο «μια ακτινογραφία του κατεστημένου».
Αναπόφευκτα, προκαλούνται συμπεράσματα τύπου «εμείς και εκείνοι». «Εμείς» είμαστε τα εκατομμύρια των απλών Αμερικανών που προσπαθούμε απλώς να τα βγάλουμε πέρα, παλεύοντας παράλληλα για την ανατροφή και ασφάλεια των παιδιών μας. «Εκείνοι» είναι μια διεφθαρμένη και αλαζονική ελίτ δισεκατομμυριούχων, που παράγει και συγκαλύπτει παιδεραστές.
Έτσι, ο όρος «τάξη των Έπσταϊν» εισέβαλε με φυσιολογικό τρόπο στο δημόσιο λεξιλόγιο. Παράλληλα, ο όρος «άρχουσα τάξη», που αντιμετωπιζόταν ως έννοια ενός «ριζοσπαστικού λεξιλογίου», αποτελεί πλέον αντικειμενική περιγραφή του κοινωνικού στρώματος που εμπλέκεται στο σκάνδαλο.
Ακόμα και οι New York Times, που στο παρελθόν χρησιμοποιούσαν τον όρο «άρχουσα τάξη» σε εισαγωγικά — υποδηλώνοντας μια δόση ειρωνείας — χρησιμοποιούν πλέον τη φράση κανονικά και χωρίς ειρωνία.
Δεν υπάρχουν άλλες λέξεις για να τους περιγράψουν. Αυτοί είναι οι άνθρωποι στην κορυφή της κοινωνίας. Κανείς δεν βρίσκεται από πάνω τους. Κανείς δεν κατέχει περισσότερο πλούτο ή μεγαλύτερη εξουσία από αυτούς. Δεν είναι μόνο τα πολυτελή ρετιρέ και οι επαύλεις τους, τα ιδιωτικά νησιά, τα ιδιωτικά τζετ και γιοτ. Κατέχουν και ελέγχουν ολόκληρο το σύστημα.
Οι πιο σκοτεινές υποψίες ακόμα και των πιο κυνικών συνωμοσιολόγων σχετικά με την εξαχρείωση των ελίτ, αποδείχθηκαν πέρα για πέρα αληθινές. Και όσα έχουν αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η ζημιά που θα προκληθεί στη συλλογική εικόνα των πλουσίων και των ισχυρών δεν θα αποκατασταθεί ποτέ.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το σκάνδαλο υπονομεύει επίσης βαθιά την αξιοπιστία της «Δικαιοσύνης» και μεγάλου μέρους των θεσμών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, σε βάθος χρόνου που εκτείνεται σε τουλάχιστον τέσσερις προεδρικές θητείες. Αν και πάρα πολλοί υποψιάζονταν τα χειρότερα όσον αφορά την κυβερνητική διαφθορά, αυτό αποτελεί ένα ακόμα σοκ για εκατομμύρια ανθρώπους.
Είναι αυτονόητο ότι οι μαρξιστές δεν εκπλησσόμαστε ούτε στο ελάχιστο από το ότι ο κρατικός μηχανισμός βοήθησε στη συγκάλυψη ορισμένων από τα πιο αρρωστημένα εγκλήματα που μπορεί να φανταστεί κανείς, διαπραχθέντα από πολλούς από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον πλανήτη. Το αξιοσημείωτο με αυτά τα γεγονότα δεν είναι το τι έχουμε να πούμε εμείς σχετικά με τη μαρξιστική θεωρία για το κράτος, αλλά το τι δεν χρειάζεται να πούμε. Τα ίδια τα γεγονότα διδάσκουν στην εργατική τάξη το πνεύμα του έργου του Λένιν «Κράτος και Επανάσταση» πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαμε ποτέ εμείς.
Δεχόμενοι έναν καταιγισμό αποκαλύψεων, αρχικά μοιάζει δύσκολο να συλλάβουμε την πλήρη έκτασή τους. Μοιάζει κάπως με την έκρηξη μιας πυρηνικής βόμβας. Μια ισχυρή έκρηξη από μακριά εμφανίζεται αρχικά ως μια εκτυφλωτική λάμψη φωτός και ένα τεράστιο μανιτάρι. Μετά από λίγο, η επίδραση της έκρηξης ισοπεδώνει τα πάντα γύρω της. Σε αυτή την περίπτωση, είναι η πολιτική αξιοπιστία της άρχουσας τάξης και η νομιμοποίηση των θεσμών της που ισοπεδώνονται στη συνείδηση εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ο αντίκτυπος στον Τραμπισμό
Οι εξοικειωμένοι με τη μαρξιστική φιλοσοφία θα έχουν παρατηρήσει ότι ο χαοτικός τρόπος με τον οποίο ξετυλίχθηκε αυτό το σκάνδαλο είναι βαθιά διαλεκτικός.
Κατά την προεκλογική του εκστρατεία, ο Τραμπ υποσχέθηκε με τόλμη να δώσει στη δημοσιότητα τα «αρχεία Έπσταϊν». Όταν αθέτησε αυτή την υπόσχεση, έχασε στιγμιαία τον έλεγχο της πλειοψηφίας του στο Κογκρέσο. Υπό την πίεση της βάσης του κινήματος MAGA — και αντιμέτωποι με πολιτική αυτοκτονία αν αρνούνταν να το κάνουν — επέβαλαν μια ψηφοφορία που θα τον ανάγκαζε να δημοσιοποιήσει τα αρχεία.
Συνειδητοποιώντας ότι είχε να αντιμετωπίσει μια ανταρσία και ότι θα έχανε την ψηφοφορία, ο Τραμπ άλλαξε γραμμή την τελευταία στιγμή. Ξαφνικά, καλούσε υπέρ της δημοσιοποίησης των αρχείων — κάτι που θα μπορούσε να είχε κάνει ο ίδιος μέσω ενός προεδρικού διατάγματος. Η δημοσιοποίηση των αρχείων είχε γίνει κεντρικό σύνθημα για ένα σημαντικό μέρος της βάσης του. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο το έκανε ο Τραμπ εμπλέκει τελικά την κυβέρνησή του στη συγκάλυψη.
Μακριά από το να τον ωφελήσει πολιτικά η νεοαποκτηθείσα αγάπη του για τη «διαφάνεια», ολόκληρη αυτή η ιστορία αποτέλεσε άλλη μια σφήνα έντασης των ταξικών διαφοροποιήσεων εντός του κινήματος MAGA. Και αυτό, όχι μόνο εξαιτίας των αλλεπάλληλων παλινωδιών του. Υπάρχει κίνδυνος να ξεσκεπαστεί ολόκληρη η «λαϊκιστικη» εξαπάτηση που βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής του καριέρας.
Ο Τραμπ έκανε τα πάντα για να παρουσιάσει τον εαυτό του ως μια φιγούρα που εναντιώνεται στο κατεστημένο — παρόλο που είναι ένας δισεκατομμυριούχος του real estate από το Μανχάταν, ο οποίος έκανε πάρτι με τον Έπσταϊν συνοδεία νεαρών γυναικών για χρόνια. Η θέση του «έξω από τον κύκλο του κατεστημένου» αποτελούσε τον πυρήνα ολόκληρου του πολιτικού φαινομένου του Τραμπισμού. Όπως αποδεικνύεται, ο Τραμπ ήταν πάντα και ολοκληρωτικά «μέσα στον κύκλο».
Πολλοί από τους εξαπατημένους υποστηρικτές του μπορούν τώρα να δουν το πραγματικό του πρόσωπο. Τον προηγούμενο μήνα, κατά τη διάρκεια περιοδείας σε εργοστάσιο παραγωγής αυτοκινήτων, ένας από τους εργάτες τον διέκοψε φωνάζοντας «είσαι προστάτης παιδεραστών!». Ο πρόεδρος, εμφανώς εξοργισμένος, του απάντησε κουνώντας τα χείλια του ώστε να φαίνεται χωρίς να ακούγεται η έκφραση «άι γαμήσου», χειρονομώντας παράλληλα με το μεσαίο του δάκτυλο. Το βίντεο, που έγινε viral, δείχνει την πραγματική στάση του Τράμπ προς την εκλογική του βάση.
Έπειτα, υπάρχει και η άδοξη πτώση του Στιβ Μπάνον — ενός από τους πιο προβεβλημένους εκπροσώπους της λαϊκιστικής πτέρυγας του κινήματος MAGA, ίσως δεύτερου μόνο μετά τον ίδιο τον Τραμπ. Όπως αποδείχτηκε, ο «αντι-ελίτ» λαϊκιστής ήταν μέρος του κύκλου των δισεκατομμυριούχων εναντίον των οποίων συχνά καταφερόταν. Τα αρχεία αποκαλύπτουν ότι όχι μόνο ήταν φιλαράκια με τον Έπσταϊν, αλλά έφεραν στο φως και 15 ώρες λήψεων «ντοκιμαντέρ», τις οποίες οι δυο τους αποκαλούσαν «εκπαίδευση στα μίντια».
Μόνο οι 2 ώρες έχουν δοθεί στη δημοσιότητα μέχρι στιγμής — χωρίς εξήγηση — αλλά αποτελούν μια συναρπαστική περιήγηση στο μυαλό ενός ψυχοπαθούς παρασίτου. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του, ο Μπάνον αποτυγχάνει να κάνει τον Έπσταϊν να πει οτιδήποτε ανθρώπινο, συμπονετικό ή να δείξει αυτογνωσία. Καταφέρνει, όμως, να αποκαλύψει τον τρόπο που λαμβάνονται αποφάσεις όπως οι κρατικές διασώσεις από χρεοκοπίες της Wall Street το 2008, οι οποίες επηρεάζουν τις ζωές ολόκληρου του πληθυσμού. Ο Έπσταϊν παρείχε συμβουλές στους προέδρους των μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας και στο Υπουργείο Οικονομικών μέσα από ένα κελί φυλακής στο Παλμ Μπιτς, όπου εξέτιε ποινή για παιδική πορνεία! Ένα αξιοσημείωτο μάθημα για τον τρόπο λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας.
Λίγο πριν από την τελική σύλληψη του Έπσταϊν το 2019, ο Μπάνον είχε δεσμευτεί να αποκαταστήσει την εικόνα του φίλου του στα μάτια της κοινής γνώμης. Γνώριζε ότι δεν θα ήταν εύκολο έργο, γράφοντας στον Έπσταϊν: «πρέπει να αντικρούσουμε το “βιαστής που εμπορεύεται κορίτσια για να τα βιάσουν οι πιο ισχυροί και πλούσιοι άντρες του κόσμου” — για αυτό δεν γίνεται να υπάρξει εξιλέωση». Είχε δίκιο — για τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει εξιλέωση.
Τι συμβαίνει όταν το καθεστώς της αστικής διακυβέρνησης χάνει κάθε αξιοπιστία;
Δεν είναι μόνο η φήμη του Τραμπ που έχει αμαυρωθεί από τη στενή του σχέση με τον Έπσταϊν — το ίδιο συμβαίνει και με ολόκληρη την κυβέρνησή του. Είναι εμφανές ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, το οποίο περιλαμβάνει και το FBI, είναι συνεργός στην προσπάθεια συγκάλυψης.
Τα αρχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα είναι τόσο έντονα λογοκριμένα, που πολλές σελίδες καλύπτονται περισσότερο από τα τμήματα τα οποία είναι κρυμμένα κάτω από μαύρο μελάνι παρά από το αναγνώσιμο κείμενο. Οι δημόσιες ακροάσεις της Επιτροπής Δικαιοσύνης απέδειξαν ότι το FBI ήταν εκείνο που είχε διαγράψει τα ονόματα των δραστών και συνεργών, ενώ είχε διατηρήσει κανονικά τα ονόματα των θυμάτων.
Ο Κας Πατέλ, ο επικεφαλής του FBI επί Τραμπ, υπήρξε κάποτε ένας ιδιαίτερα ένθερμος υποστηρικτής της δημοσιοποίησης των αρχείων Έπσταϊν. Όταν όμως ήρθε η ώρα να κάνει τα λόγια του πράξεις, άλλαξε τακτική, καταθέτοντας ενώπιον του Κογκρέσου ότι «δεν υπήρχαν στοιχεία» και ότι ο Έπσταϊν «δεν διακινούσε ανθρώπους σε κανέναν».
Ο Υπουργός Εμπορίου του Τραμπ, Χάουαρντ Λούτνικ, αρχικά πήρε αποστάσεις από τον Έπσταϊν, του οποίου το ρετιρέ των 250 εκατομμυρίων δολαρίων στο Μανχάταν βρισκόταν δίπλα στο δικό του. Ο Λούτνικ ισχυρίστηκε ότι διέκοψε τις επαφές με τον γείτονά του το 2005, αφού συνειδητοποίησε ότι ήταν ένας κατά συρροή διακινητής παιδικής πορνείας. Αυτό όμως δεν ισχύει σύμφωνα με τις πρόσφατες αποκαλύψεις. Ο Λούτνικ αναγκάστηκε να αναθεωρήσει ενόρκως τον ισχυρισμό του, παραδεχόμενος ότι όντως ταξίδεψε στο διαβόητο ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν στην Καραϊβική αρκετά χρόνια αφού είχε διωχθεί ποινικά για σεξουαλικά εγκλήματα. Έγγραφα δείχνουν επίσης ότι οι δυο τους συνεργάστηκαν σε διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Το αποκορύφωμα ήρθε με τη σκανδαλώδη παρουσία της Γενικής Εισαγγελέως του Τραμπ, Παμ Μπόντι, η οποία θα μείνει στην ιστορία για το θράσος με το οποίο απέφευγε, σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, να απαντήσει στις ερωτήσεις της Επιτροπής Δικαιοσύνης. Σε ερωτήσεις μελών του Κογκρέσου για το γιατί δεν ερευνώνται οι συνεργοί του Έπσταϊν, απάντησε με ένα οργισμένο παραλήρημα:
«[Κανείς] δεν ρώτησε τον Μέρικ Γκάρλαντ τα τελευταία τέσσερα χρόνια ούτε μια λέξη για τον Τζέφρι Έπσταϊν. Πόσο ειρωνικό είναι αυτό; Ξέρετε γιατί; Λόγω του Ντόναλντ Τραμπ. Ο δείκτης Dow αυτή τη στιγμή είναι πάνω από τα 50.000 δολάρια — δεν ξέρω γιατί γελάτε… Ο Dow είναι πάνω από τις 50.000 αυτή τη στιγμή, ο S&P σχεδόν στις 7.000 και ο NASDAQ καταρρίπτει ρεκόρ. Τα συνταξιοδοτικά προγράμματα και οι αποταμιεύσεις των Αμερικανών ανθούν. Γι’ αυτό θα έπρεπε να μιλάμε. Θα έπρεπε να μιλάμε για το πώς θα κάνουμε τους Αμερικανούς ασφαλείς. Τι σχέση έχει ο Dow με όλα αυτά — μόλις ρώτησαν, αστειεύεστε; Αστειεύεστε; … Ο Dow ξεπέρασε τις 50.000 για πρώτη φορά. Αυτό είναι τρελό. Έλεγαν ότι δεν θα μπορούσε να γίνει μέσα σε τέσσερα χρόνια. Κι όμως, ο Πρόεδρος Τραμπ το έκανε σε έναν χρόνο. Το διάμεσο ενοίκιο έχει πέσει σε χαμηλό τετραετίας χάρη στον Ντόναλντ Τραμπ. Γι’ αυτό θέλουν να εστιάσουν στον Έπσταϊν και στον πιο καθαρό πρόεδρό μας στην ιστορία του έθνους. Το ποσοστό ανθρωποκτονιών, όπως είπα, έχει καταποντιστεί σε χαμηλό 125 ετών χάρη στον Ντόναλντ Τραμπ. Για εννέα συνεχόμενους μήνες —κάτι πρωτοφανές— υπήρξαν μηδενικές παράνομες διελεύσεις στα νότια σύνορα. Σε αυτά θα έπρεπε να εστιάσουμε. Σε όλο το σπουδαίο έργο που έχει κάνει αυτός ο πρόεδρος και θα συνεχίσει να κάνει για να κρατήσει την Αμερική ασφαλή και να κάνει τους Αμερικανούς ασφαλείς».
Η ακριβής ερώτηση στην οποία απαντούσε η Μπόντι ήταν: «Πόσους συνεργούς έχετε παραπέμψει σε δίκη; Πόσους δράστες ερευνάτε;».
Αυτό το απόσπασμα αποτελεί πιστή απεικόνιση του εξάωρου τηλεοπτικού θεάματος της κατάθεσής της. Αρνήθηκε να ζητήσει συγγνώμη από — ή έστω να αναγνωρίσει — μια ομάδα από δώδεκα επιζώντα θύματα του Έπσταϊν, που στέκονταν στην αίθουσα ακριβώς πίσω της και τα οποία είχαν προσφερθεί να καταθέσουν, εισπράττοντας άρνηση ή αδιαφορία από τις αρχές.
Ούτε μία φορά δεν έδωσε μια ευθεία απάντηση σε καμία από τις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Αντίθετα, απαντούσε με λογικά άλματα και επιχειρήματα πολιτισμικού πολέμου. Αν μη τι άλλο, η παράστασή της πρόσφερε ένα πολύτιμο μάθημα για τον αληθινό σκοπό της ρητορικής του πολιτισμικού πολέμου: να στρέφει τους εργάτες και τους φτωχούς τον έναν εναντίον του άλλου, ώστε να αποσπά την προσοχή τους από τους πραγματικούς εγκληματίες στην κορυφή.
Το θέμα είναι ότι, για να λειτουργήσει αυτό, πρέπει να εκτελεστεί με δεξιοτεχνία. Χρησιμοποιώντας αυτή τη στρατηγική τόσο χοντροκομμένα, η Μπόντι πιθανότατα βοήθησε στην ενίσχυση της ταξικής συνείδησης των εργαζομένων που την παρακολουθούσαν.
Η σκηνή θύμιζε τη σουρεαλιστική συνέντευξη που έδωσε έναν μήνα νωρίτερα ένας άλλος αξιωματούχος του Τραμπ, ο απαξιωμένος πρώην «Γενικός Διοικητής» της Συνοριοφυλακής, Γκρέγκορι Μποβίνο, ο οποίος είπε επίσης κατάφωρα ψέματα σε τηλεοπτική μετάδοση, ωθώντας πιθανόν πολλούς τηλεθεατές να συμμετάσχουν στην πρώτη γενική απεργία σε επίπεδο πόλης εδώ και 80 χρόνια στις ΗΠΑ.
Η μέθοδος του Τραμπ για την αντιμετώπιση της κριτικής — «άρνηση, καταγγελία, αντιπερισπασμός» — έχει πλέον σχεδόν εξαντληθεί. Το γεγονός ότι οι απλοί άνθρωποι δεν πιστεύουν πια τίποτα από όσα λέγονται από κορυφαίους κυβερνητικούς αξιωματούχους, θα έχει συνέπειες στο μέλλον.
Η τάξη των Έπσταϊν δεν μπορεί να στείλει στη δικαιοσύνη στον εαυτό της
Από το περασμένο καλοκαίρι, ο Λευκός Οίκος έχει συγκεκριμένη στρατηγική επικοινωνίας κάθε φορά που προκύπτει το άβολο θέμα του Έπσταϊν: «προχωρήστε, δεν υπάρχει κάτι να δείτε εδώ». Όμως, στην πραγματικότητα, υπάρχουν πάρα πολλά να δούμε και η χώρα δεν είναι σε καμία περίπτωση έτοιμη να προσπεράσει το θέμα.
Σε επιστολή της προς το Κογκρέσο στις 15 Φεβρουαρίου, η Μπόντι ανακοίνωσε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης ολοκλήρωσε τη δημοσιοποίηση των αρχείων. «Η παράσταση τελείωσε» λέει. Στην πραγματικότητα, είναι μόνο η αρχή.
Βραχυπρόθεσμα, μέλη του Κογκρέσου και από τα δύο κόμματα — ιδιαίτερα οι Δημοκρατικοί — προσπαθούν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη. Δύο βουλευτές συνυπέγραψαν το νομοσχέδιο για τον EFTA (Νόμος Διαφάνειας Αρχείων Έπσταϊν) που πυροδότησε την έναρξη των αποκαλύψεων: ο Ρεπουμπλικανός από το Κεντάκι, Τόμας Μάσι, και ο Δημοκρατικός από την Καλιφόρνια, Ρο Κάνα. Η πρώην υπέρμαχος του MAGA, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, επίσης υποστήριξε το νομοσχέδιο, προτού δεχθεί επίθεση από τον Τραμπ, διαφοροποιηθεί δημοσίως από τη δικιά του εκδοχή του MAGA, και παραιτηθεί από το Κογκρέσο.
Η αλήθεια είναι ότι και τα δύο κόμματα είναι πλήρως υπόχρεα στην τάξη του Έπσταϊν. Τόσο οι Ρεπουμπλικανοί όσο και οι Δημοκρατικοί έχουν προστατεύσει αυτό το απόβρασμα, από την εποχή του Μπιλ Κλίντον ακόμα, ο οποίος και ήταν τακτικός θαμώνας στην παρέα του Έπσταϊν.
Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη μέσα σε αυτό το σύστημα, επειδή η τάξη των Έπσταϊν είναι αδιαχώριστη από την άρχουσα τάξη. Είναι ένα και το αυτό. Το αναπόφευκτο αυτό συμπέρασμα προκαλεί βαθιά ανησυχία στους πιο οξυδερκείς σχεδιαστές στρατηγικής του καπιταλισμού.
«Πώς μπορείς να πετάξεις έξω τους αχρείους όταν αυτοί διαπερνούν όλο το σύστημα;» αναρωτιέται ανήσυχα ο Έντουαρντ Λους των Financial Times. Η φυσική απάντηση στο ρητορικό του ερώτημα είναι ξεκάθαρη: πρέπει να ανατρέψεις ολόκληρο το σύστημα.
Στην ίδια παράγραφο, προειδοποιεί σοβαρά ότι ένας εκκολαπτόμενος Λένιν «θα μπορούσε να δει τα αρχεία ως προσάναμμα που περιμένει μια επαναστατική σπίθα». Δεν έχει ιδέα πόσο δίκιο έχει.
RCA – Επαναστάτες Κομμουνιστές της Αμερικής, τμήμα της RCI στις ΗΠΑ




