synantisi kom tasis 2014

Διαβάστε την πολιτική εισήγηση με θέμα «Πολιτικές εξελίξεις και προοπτικές» που παρουσίασε στην Πανελλαδική συνάντηση της Κομμουνιστικής Τάσης το μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ Σταμάτης Καραγιαννόπουλος.

 

 

«Σύντροφοι και συντρόφισσες,
οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, εκτός από το βαθμό της διαφθοράς του αστικού πολιτικού συστήματος, αντανακλούν σε τελική ανάλυση, το μέγεθος του ιστορικού αδιεξόδου του ελληνικού καπιταλισμού.

Ας προσπαθήσουμε να βγούμε λίγο από το άμεσο κλίμα που διαμορφώνουν οι τελευταίες εξελίξεις κι ας δούμε «γυμνές» τις επιδιώξεις των βασικών πρωταγωνιστών αυτών των ημερών.

Η ελληνική άρχουσα τάξη εξαρτά την σημερινή διεθνή της θέση μέσα στην Ευρωζώνη αποκλειστικά από την τρόικα. Η βασική πολιτική της επιδίωξη – όπως αυθεντικά εκφράστηκε πριν από λίγες μέρες από τον πρόεδρο του ΣΕΒ – είναι να αποφύγει μια αυτοδύναμη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που θα μπορούσε να βάλει σε περιπέτειες τη σχέση με την τρόικα και να σηματοδοτήσει την αύξηση της πίεσης της εργατικής τάξης για να επιστραφούν όλες οι κατακτήσεις που καταργήθηκαν με τα Μνημόνια.

Την επιδίωξή της αυτή όμως, δυσχεραίνει η μεγάλη φθορά που έχει υποστεί το πολιτικό της στρατόπεδο, η οποία κάνει δύσκολη την επιχείρηση να εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή.

Γι’ αυτό, η κυβέρνηση επέσπευσε την προεδρική εκλογή φέρνοντάς την πριν την υπογραφή της νέας συμφωνίας με την τρόικα,
ώστε να δώσει το αναγκαίο άλλοθι στους διάφορους καιροσκόπους βουλευτές να ψηφίσουν Πρόεδρο, για εθνικούς τάχα, λόγους. Και στο ενδεχόμενο που τελικά αποτύχει να εκλεγεί Πρόεδρος και οδηγηθούμε σε εκλογές, να μπορέσει ασκήσει τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση στον ΣΥΡΙΖΑ για να υποταχθεί στις απαιτήσεις της τρόικας, αφού η προθεσμία για συμφωνία εκπνέει τον Φλεβάρη.

Η τρόικα από τη δική της πλευρά, ενδιαφέρεται να υπογράψει τη νέα συμφωνία με μια σταθερή κυβέρνηση την Ελλάδα για να φύγει από το ευρωπαϊκό προσκήνιο ο παράγοντας «ελληνική πολιτική αστάθεια», αλλά όμως, χωρίς την οποιαδήποτε ουσιαστική παραχώρηση προς την Ελλάδα που θα δημιουργούσε τετελεσμένο προς διεκδίκηση για τους υπολοίπους υπερχρεωμένους του ευρωπαϊκού Νότου.

Τις τελευταίες ώρες με αφορμή την απόπειρα δωροδοκίας βουλευτή που αποκαλύφθηκε χτες, είναι ξεκάθαρα τα σημάδια διάσπασης στο αστικό στρατόπεδο, πάνω στο τι πρέπει να γίνει τώρα.

Ο Σαμαράς αρνείται να τον πετάξουν σαν «στυμμένη λεμονόκουπα» και στυλώνει τα πόδια, απαιτώντας να πάρει μια καθαρή παράταση η δική του κυβέρνηση στην εξουσία.

Ένα άλλο τμήμα του αστικού στρατοπέδου όμως, όπως δείχνουν οι διεργασίες μεταξύ των ανεξάρτητων βουλευτών, αλλά και η πρωτοβουλία του υπέργυρου Μητσοτάκη, θέλει να τον σπρώξει σε παραίτηση μετά τη δεύτερη απόπειρα εκλογής προέδρου και να προωθήσει τη δημιουργία μιας κυβέρνησης τύπου Παπαδήμου που θα υπογράψει την αναγκαία συμφωνία με την τρόικα, θα απομακρύνει το ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ, θα φέρει ξανά ηρεμία στις αγορές και θα αναβάλει τις «πολιτικές περιπέτειες» για αργότερα.

Το χρονικό διάστημα για την εκλογή προέδρου είναι ασφυκτικό και κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει τη μορφή των εξελίξεων. Αν διακινδυνεύαμε μια πρόβλεψη αυτή θα ήταν ότι η άρχουσα τάξη θα εξαντλήσει τις δυνατότητες να εκλέξει Πρόεδρο και δεν θα διστάσει να θυσιάσει τελικά τον Σαμαρά, αν αυτό θα της εξασφάλιζε σίγουρα την επιτυχία.

Σε κάθε περίπτωση, οι εργαζόμενοι δεν είναι δυνατό να έχουν εμπιστοσύνη στις διαθέσεις καιροσκόπων καριεριστών βουλευτών του αστικού πολιτικού στρατοπέδου.

Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι μερικοί θυελλώδεις πολιτικά μήνες. Αν εκλέξουν Πρόεδρο, με τα νέα σκληρά μέτρα που θα αναγκαστούν να πάρουν για να συμφωνήσουν με την τρόικα – είτε με τον Σαμαρά, είτε με μια άλλη κυβέρνηση «ειδικού σκοπού – θα αφυπνίσουν το εργατικό κίνημα και θα στρέψουν τις μάζες ακόμα δυνατότερα στον ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας την αυτοδυναμία του απόλυτα βέβαιη.

Αν η κυβέρνηση τελικά πέσει και οδηγηθούμε σε εκλογές, η νέα κυβέρνηση που θα έχει τουλάχιστον σαν «κορμό» τον ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει είτε να υποταχθεί γρήγορα, είτε να συγκρουστεί ολομέτωπα με την τρόικα, καθώς τον Μάρτιο χωρίς τα λεφτά που εκκρεμούν από την τρόικα υπάρχει χρηματοδοτικό κενό και συνολικότερα το 2015 θα πρέπει να δοθούν 20 δις ευρώ για το χρέος, που δεν γίνεται να δοθούν χωρίς τα χρήματα της τρόικας.

Μπαίνουμε λοιπόν σε μια νέα θυελλώδη φάση στις πολιτικές εξελίξεις, όπου όλα επιταχύνονται και το οικονομικό αδιέξοδο του συστήματος τροφοδοτεί το πολιτικό και το αντίστροφο. Το πιο σημαντικό στοιχείο από την πλευρά της αστικής τάξης είναι ότι μπαίνει σε αυτή την περίοδο με πλήρη σύγχυση και χαμηλή αυτοπεποίθηση.

Τα λόγια ενός στρατηγικού μυαλού της ελληνικής άρχουσας τάξης του Αλέξη Παπαχελά στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής είναι χαρακτηριστικά για την βαθιά απελπισία του αστικού στρατοπέδου: «Είμαστε τώρα στη φάση του γκρεμίσματος και τίποτα δεν φαίνεται ικανό να μας σταματήσει. Έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι στον Τιτανικό…Το πλήρωμα του Τιτανικού τα έχει χαμένα, οι επιβάτες έχουν επαναστατήσει και το σωστικό ρυμουλκό βάζει συνέχεια όρους για να ολοκληρώσει τη διάσωση……Εχουμε μπροστά μας πυκνή ομίχλη. Το μυαλό μας δεν είναι καθαρό και η ψυχραιμία έχει χαθεί. Παίζουμε ξύλο στο κατάστρωμα, ορισμένοι τακτοποιούν τις τελευταίες τους δουλειές, άλλοι ονειρεύονται την επανάσταση και ο Τιτανικός συνεχίζει να πλέει σχεδόν ακυβέρνητος…!».

Οι αστοί καταλαβαίνουν ότι αυτές οι συνθήκες είναι ιδανικές για μια νικηφόρα επανάσταση. Ο Κασιμάτης ένας άλλος δημοσιογράφος – που μας έχει κάνει την «τιμή» να μας μνημονεύσει στο κοντινό παρελθόν – έγραφε στο ίδιο φύλο της Καθημερινής : «..τυχόν αποτυχία της χώρας να αντεπεξέλθει στη χρεοκοπία, εξυπηρετεί απόλυτα τα σχέδια της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οποία βλέπει στη χρεοκοπία την ευκαιρία για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας.»

Δυστυχώς όμως, η μόνη δύναμη στον ΣΥΡΙΖΑ που λέει καθαρά ότι η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού αποτελεί ιστορική ευκαιρία και ιστορικό καθήκον για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας είναι η Κομμουνιστική Τάση. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μπαίνει στη «θύελλα» γεμάτη αυταπάτες για την εξεύρεση λύσης στην κρίση πάνω στο σαθρό έδαφος του καπιταλισμού.

Είναι τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι ρεφορμιστές ηγέτες σήμερα πιστεύουν στον καπιταλισμό περισσότερο από τους ίδιους τους απελπισμένους αστούς. Και δυστυχώς αυτές οι αυταπάτες, θα κάνουν την πορεία των πραγμάτων αναπόφευκτα πιο περίπλοκη και ο αγώνας για μια ριζική επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας θα γίνει πιο επώδυνος και θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια.

Στη βάση της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού βρίσκεται το διαρκώς εντεινόμενο αδιέξοδο της ελληνικής οικονομίας. Την τετραετία 2010 – 2013 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 43,7 δισ. ευρώ, μείωση που ταιριάζει σε χώρα που υπέστη πολεμική καταστροφή. Παρά την άγρια λιτότητα των Μνημονίων, το κρατικό χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα μεγάλωσαν.

Το χρέος «εκτινάχθηκε» στο 174,9% του ΑΕΠ, από 146% που ήταν το 2010, φτάνοντας στα 319,1 δισ. ευρώ. Το έλλειμμα διαμορφώθηκε σε 12,2% του ΑΕΠ το 2013, από 11,1% του ΑΕΠ που ήταν το 2010.

Υποτίθεται ότι η χώρα μπήκε στο «πρόγραμμα Στήριξης» για να βγει από το φάσμα της χρεοκοπίας και να ξεκινήσει να δανείζεται και πάλι από τις «αγορές». Όμως ενώ το ελληνικό κράτος είχε δανειστεί πριν υπογραφούν τα Μνημόνια με επιτόκιο περίπου 6% για το δεκαετές ομόλογο, σήμερα, παρότι το 85% ελληνικού χρέους κατέχεται από κρατικούς φορείς του εξωτερικού (είναι δηλαδή δυσκολότερο να «κουρευτεί»), το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου είναι στο 12%.

H αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,3% στο τρίτο τρίμηνο οφείλεται αποκλειστικά στην άνοδο της τουριστικής κίνησης, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι της οικονομίας είναι σε μια προβληματική κατάσταση.

Η συνολική δαπάνη για επενδύσεις έχει ήδη υποστεί σημαντική μείωση, ενώ το 1/5 του συνόλου των εισηγμένων εταιρειών είναι «υπερδανεισμένες, 7 ή 8 φορές πάνω από τα ίδια κεφάλαιά τους.

Το τραπεζικό σύστημα, παρά τα 211,5 δις ευρώ που έχουν δοθεί από τους φορολογουμένους σε άμεσες χρηματοδοτήσεις ή εγγυήσεις, λόγω του διαρκώς αυξανόμενου ποσοστού των «κόκκινων δανείων» που σήμερα αντιπροσωπεύουν το 1/3 των συνολικών δανείων, είναι ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία.

Κανένα λοιπόν από τα θεμελιώδη οικονομικά προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση του 2009 δεν έχει λυθεί. Αντίθετα όπως είδαμε, όλα οξύνθηκαν.

Έτσι αναπόφευκτα, μέσα σ’ ένα περιβάλλον διεθνούς ύφεσης, όξυνσης της ταξικής πάλης και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, ο ελληνικός καπιταλισμός οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια ξανά στα πρόθυρα της ανεξέλεγκτης κρατικής χρεοκοπίας και σε μια νέα, ακόμα πιο σοβαρή εκδήλωση της αδυναμίας του να παραμείνει στο ευρώ.

Διαχωρίζοντας τους εαυτούς μας από τις ηλίθιες θεωρίες συνομωσίας περί προδοτών της πατρίδας και πρακτόρων ξένων δυνάμεων που διακινούν οι μικροαστοί εθνικιστές, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως το 2010 η ένταξη στον Μηχανισμό Στήριξης και η υπογραφή των Μνημονίων ήταν η μόνη λύση για να σωθεί ο ελληνικός καπιταλισμός από την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία και την έξοδο από το ευρώ.

Οι Έλληνες αστοί στη δεδομένη στιγμή δεν είχαν καμία άλλη πιο συμφέρουσα επιλογή: είτε θα χρεοκοπούσαν και θα επέστρεφαν στη δραχμή βιώνοντας έναν απότομο ξεπεσμό από τη θέση που είχαν κατακτήσει τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά και τη βίαιη αποσταθεροποίηση του αστικού καθεστώτος στη χώρα, είτε θα αποδέχονταν τη διάσωση με κηδεμονία από την τρόικα και θα προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν τους όρους της για να αφαιρέσουν όλες τις βασικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης.

Η τρόικα δεν έσπευσε να σώσει τον ελληνικό καπιταλισμό κινούμενη από κάποιου είδους αλληλεγγύη, αλλά από φόβο ότι μια ενδεχόμενη κατάρρευση της Ελλάδας θα συμπαρέσυρε στο χάος μέσα από χρεοκοπίες τραπεζών και μια γενικευμένη «πίεση» στο ευρώ, ολόκληρη την Ευρωζώνη και πιθανά και την παγκόσμια οικονομία, που βρισκόταν τότε σε μια φάση εύθραυστης ανάκαμψης από το σοκ της κρίσης του 2008.
Η παρούσα σκληρή στάση της τρόικας έναντι της Ελλάδας, οφείλεται στους ακόλουθους παράγοντες:

α) Στην πίεση που δημιουργεί συνολικά στον δυτικό ιμπεριαλισμό η νέα εξάπλωση της ύφεσης στην Ευρωζώνη και την παγκόσμια οικονομία, που τον κάνει λιγότερο γενναιόδωρο έναντι των υπερχρεωμένων χωρών,

β) Στην υποχώρηση του βαθμού επικινδυνότητας της Ελλάδας για τη διεθνή σταθερότητα συγκριτικά με την περίοδο πριν το «PSI». Το χρέος της Ελλάδας δεν είναι πλέον «διασπαρμένο» σε πολλές διαφορετικές ιδιωτικές τράπεζες, αλλά βρίσκεται κύρια σε «θεσμικά» – κρατικά χαρτοφυλάκια και είναι περισσότερο «δεμένο» με την υπαγωγή του στο δίκαιο των πιστωτών.

γ) Στην ανάγκη το κύριο αφεντικό της τρόικας, η Γερμανία, να στείλει ένα μήνυμα σφιχτής δημοσιονομικής πειθαρχίας σε Γαλλία και Ιταλία, μια ενδεχόμενη χρεοκοπία των οποίων θα συμπαρέσυρε στο χάος τον γερμανικό καπιταλισμό και την Ευρωζώνη.

δ) Στην ανάγκη οι ευρωπαίοι καπιταλιστές να στείλουν ένα μήνυμα αδιαλλαξίας στον ΣΥΡΙΖΑ και το PODEMOS, δείχνοντας ότι δεν πρόκειται να κάνουν παραχωρήσεις σε αριστερές κυβερνήσεις.

Η εξάρτηση των ελλήνων αστών από την τρόικα είναι τεράστια, καθώς χωρίς τη βοήθειά της, μόνος του ο ελληνικός καπιταλισμός δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τον τεράστιο όγκο του χρέους. Για να συνειδητοποιηθεί καλύτερα το μέγεθος του προβλήματος του χρέους, αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι μέχρι το 2030 το ελληνικό κράτος οφείλει να καταβάλει συνολικά 291,23 δισ. ευρώ για την εξυπηρέτηση του χρέους σε χρεολύσια και τόκους! Από το ποσό αυτό, τα 152.379 δισ. ευρώ είναι μόνο τόκοι!

Η αντιδραστική απόπειρα να εξυπηρετηθεί κανονικά ένα τέτοιο χρέος στην κυριολεξία από το αίμα της εργαζόμενης κοινωνίας, συνεπάγεται τη συνταγή για την έναρξη αργά ή γρήγορα μιας προλεταριακής επανάστασης.

Μετά από 5 χρόνια κρίσης το αστικό πολιτικό στρατόπεδο δέχθηκε τρομακτικά πλήγματα.

Η άλλοτε ισχυρή στις καθυστερημένες μικροαστικές μάζες ΝΔ έχει χάσει πάνω από το μισό της εκλογικής της επιρροής.

Η ελεγχόμενη από το κεφάλαιο δεξιά ρεφορμιστική ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού ΠΑΣΟΚ, «κατάφερε» μέσα σε μισή κυβερνητική θητεία να χάσει το 80% της εκλογική του δύναμης.

Όλα τα διαθέσιμα αστικά κόμματα – «αμορτισέρ» για την απορρόφηση των κραδασμών της κρίσης, είτε κατέρρευσαν, είτε βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία (ΛΑΟΣ, ΑΝΕΛ και η ΔΗΜΑΡ).
Ακόμα και αυτό το νέο πολυδιαφημισμένο αστικό κομματικό κατασκεύασμα με το όνομα «Ποτάμι», δίνει την εικόνα ενός κόμματος «μιας χρήσης», με πολύ γκρίζο πολιτικό μέλλον.
Τέλος η Χρυσή Αυγή, διαψεύδοντας όσους προέβλεπαν περίπου τη βέβαιη ανάδειξή της σε πρώτο κόμμα στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης «φασιστικοποίησης» της κοινωνίας, βρίσκεται επίσης σε κρίση.

Όπως είχαμε τονίσει, η ψήφος στους φασίστες ήταν μια παθητική ψήφος διαμαρτυρίας ενάντια στο αστικό πολιτικό σύστημα. Η αλαζονεία και ανυπομονησία των φασιστών, τους οδήγησε στην έξαρση της δολοφονικής δράσης με αποτέλεσμα οι αστοί να υποχρεωθούν για να τους τιθασεύσουν φυλακίζοντας την ηγεσία τους.

Αυτό επιβεβαίωσε πλήρως την εκτίμησή μας ότι οι αστοί δεν βλέπουν στη Χρυσή Αυγή ένα κεντρικό στήριγμα εξουσίας.
Ωστόσο, η διατήρηση της εκλογικής επιρροής της ΧΑ σε αξιοσημείωτα επίπεδα, φανερώνει ότι αποτελεί ένα υπολογίσιμο παράγοντα μέσα στο αστικό πολιτικό στρατόπεδο και έτσι αστοί θα επιχειρήσουν να την εντάξουν σαν συνιστώσα σε ένα νέο ακροδεξιό πολιτικό σχήμα.

Η ψυχολογία της άρχουσας τάξης καθορίζεται βασικά από το γεγονός της χρηματοδοτικής της εξάρτησης από την τρόικα, και από τον αυξανόμενο φόβο της προλεταριακής επανάστασης, διαμορφώνοντας αισθήματα φόβου και αβεβαιότητας για το μέλλον, που την κάνουν να υιοθετεί όλο και πιο αντιδραστική γλώσσα, αλλά και όλο και πιο καταπιεστικές μεθόδους διακυβέρνησης.

Ωστόσο οι έλληνες αστοί δεν θα κινηθούν εύκολα προς την επιβολή ενός ανοικτά βοναπαρτιστικού καθεστώτος. Η επιβολή ενός στρατιωτικού – αστυνομικού καθεστώτος εγκυμονεί τρομερό πολιτικό ρίσκο, αλλά και τρομερές δαπάνες.

Συνεπάγεται αργά ή γρήγορα μια τρομερή ώθηση της κοινωνικής συνείδησης προς τ’ αριστερά, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εξαιρετικά εύθραυστου καθεστώτος. Επιπρόσθετα, συνεπάγεται μια γενναία αύξηση των δαπανών για νέες στρατιές «μπάτσων» και χαφιέδων, ενώ δεν θα είναι λιγότερα τα χρηματικά ποσά που θα τσεπωθούν στα «μουλωχτά» από τους ανεξέλεγκτους κυβερνήτες, όπως συμβαίνει κάθε φορά σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Έτσι η πρώτη επιλογή της άρχουσας τάξης είναι η εξάντληση κάθε θεσμικού μέσου διακυβέρνησης στο πλαίσιο της αστικής «δημοκρατίας» και μετά πιθανά η επιβολή ενός δημοκρατικοφανούς βοναπαρτισμού, ενός βοναπαρτισμού με κοινοβουλευτικό μανδύα, που τυπικά θα έχει την τυπική έγκριση ενός ορισμένου τμήματος του εκλογικού σώματος.

Στα κείμενα μας τα τελευταία χρόνια έχουμε χαρακτηρίσει την περίοδο στην ελληνική κοινωνία σαν προεπαναστατική. Μια περίοδο δηλαδή, κατά την οποία αρχίζουν να ωριμάζουν οι αντικειμενικοί όροι για μια νικηφόρα επανάσταση όπως τους είχαν προσδιορίσει ο Λένιν και ο Τρότσκι, δηλαδή η αποφασιστικότητα της εργατικής τάξης να αλλάξει τη μοίρα της μέσα από έναν μαζικό αγώνα με αυτοθυσία, ο αναβρασμός στις μικροαστικές μάζες, η αδυναμία της άρχουσας τάξης να κυβερνά με τον τρόπο που το έκανε στο παρελθόν.

Η προσωρινή και φυσιολογική απόσυρση των μαζών από το πεδίο των αγώνων τους τελευταίους 20 μήνες, δεν συνοδεύτηκε από μια πολιτική συντηρητικοποίηση. αλλά από την στροφή τους στο πολιτικό πεδίο, με την ανοδική τάση της υποστήριξης στον ΣΥΡΙΖΑ. Από αυτή την άποψη, η περίοδος, παρά το διάλειμμα μιας προσωρινής κάμψης της ταξικής πάλης, συνεχίζει να είναι στη φύση της προεπαναστατική.

Η απότομη άνοδος της εκλογικής υποστήριξης του ΣΥΡΙΖΑ στις τάξεις των εργατικών μαζών και της νεολαίας, όπως έχουμε εξηγήσει, είχε πρωτίστως ταξικά αίτια. Μέσα από την εκλογική συσπείρωση στον ΣΥΡΙΖΑ η εργατική τάξη έσπευσε να καλύψει το τεράστιο κενό που δημιούργησε η οριστικοποίηση της δεξιάς, αστικής χρεοκοπίας του ΠΑΣΟΚ.

Χωρίς κανέναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για την πολιτική και τις ιδέες του «ευρω-σταλινικού» ρεφορμισμού πάνω στις οποίες δομήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, η πλειονότητα της εργατικής τάξης συσπειρώθηκε εκλογικά σ’ αυτόν, γιατί σε αντίθεση με την ηγεσία του ΚΚΕ, η ηγεσία του έδειξε την πρόθεση να προσφέρει μια ορατή λύση εξουσίας.

Η πορεία της ηγετικής πλειοψηφίας μετά από τη μεγάλη εκλογική επιτυχία του 2012 είναι σταθερά προς τα δεξιά. Αυτό το γεγονός αντανακλά, τόσο τις ρεφορμιστικές αυταπάτες των ηγετών, όσο και τις μεγάλες πιέσεις της αστικής τάξης πάνω στο κόμμα.

Η αστική τάξη δεν είχε προβλέψει και δεν είχε προετοιμαστεί για την αλματώδη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό, μπροστά σε αυτή την άνοδο αντέδρασε σπασμωδικά και χωρίς ενιαία στρατηγική. Η στάση της έναντι του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα μείγμα εμφυλιοπολεμικής υστερίας και αμηχανίας.

Τώρα η υστερία και η αμηχανία αρχίζουν να μετατρέπονται σε πανικό, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ πλησιάζει στην αυτοδυναμία σαν αποτέλεσμα της απουσίας οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής επιλογής για την εργατική τάξη. Η αιτία αυτού του πανικού δεν είναι οι ανύπαρκτες επαναστατικές προθέσεις της ηγεσίας του κόμματος, αλλά το γεγονός ότι η άνοδός της στην κυβέρνηση θα σηματοδοτήσει αντικειμενικά ένα νέα στάδιο εκρηκτικής ανάπτυξης της ταξικής πάλης.

Τα περισσότερα βήματα στην κατεύθυνση της συμφιλίωσης του ΣΥΡΙΖΑ με την αστική τάξη τα έχει κάνει η ίδια η ηγεσία και μάλιστα, με έναν ιδιαίτερα εντατικό τρόπο τα τελευταία 2 χρόνια.

Η ηγετική ομάδα έχει αντιληφθεί την υπόθεση της πολιτικής προετοιμασία της για την εξουσία όχι σαν ηγεσία του εργαζόμενου λαού που οφείλει με υπομονή και επιμονή να τον προετοιμάσει να κινητοποιηθεί για να κατακτήσει την εξουσία, αλλά με την ψυχολογία του επαρχιώτη μικροαστού πολιτικού, που πασχίζει να δώσει εξετάσεις «υπευθυνότητας» στο μεγάλο κεφάλαιο.

Έτσι έχει επιδοθεί σε μια δημόσια εκστρατεία υπονόμευσης των πιο ριζοσπαστικών στοιχείων των ψηφισμένων θέσεων του συνεδρίου του κόμματος για το χρέος, τα Μνημόνια και τις τράπεζες. Η δεξιά πολιτική στροφή είχε σαν φυσικό συμπλήρωμα την καταδίκη του κόμματος σε πλήρη αδράνεια, στα πρότυπα ενός κόμματος – εκλογικού μηχανισμού που εξαντλείται σε έναν ανούσιο, συμβολικό ακτιβισμό.

Παρότι αναμφίβολα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα εργατικό κόμμα από τη σκοπιά της ταξικής σύνθεσης των μελών και των υποστηρικτών του, η σχέση του με τις εργατικές μάζες δεν συγκρίνεται με την αντίστοιχη σχέση που είχε το ΠΑΣΟΚ κατά την περίοδο της ορμητικής νιότης του.

Η υποστήριξη των μαζών στον ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά βάση ως σήμερα παθητική, ενώ το ΠΑΣΟΚ διέθετε έναν πολύ μεγάλο αριθμό ενεργών μελών και υποστηρικτών.

Έτσι αυτές οι αδύναμες ρίζες, συντελούν στο να μπορεί στο άμεσο μέλλον κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία να οδηγήσει σε μια πτώση της απήχησης του στους εργαζόμενους και τη νεολαίας, το ίδιο απότομη όσο ήταν και η άνοδός του. Η δεξιά στροφή της ηγετικής ομάδας έχει οδηγήσει ήδη σε μια εμβρυακή διάσπαση στις γραμμές της πλειοψηφίας.

Από τη μια πλευρά έχουμε την τάση Μπαλάφα μαζί με τη στενή προεδρική ομάδα και από την άλλη, την λεγόμενη «Αριστερή ΑΡΕΝ» («ΑΝΑΣΑ», ΑΚΟΑ, ΡΟΖΑ, πρώην Κοκκινοπράσσινο Δίκτυο του ΣΥΝ, «53» κ.α). Η «Αριστερή ΑΡΕΝ» με την εμφάνισή της στο προσκήνιο το περασμένο καλοκαίρι εξέφρασε στην πραγματικότητα τη δυσαρέσκεια μιας ομάδας αριστερών παραγόντων του κομματικού μηχανισμού, που αισθάνονται παραγκωνισμένοι από την απόπειρα της ηγετικής ομάδας να χτίσει απευθείας σχέσεις «συνεννόησης» με το μεγάλο κεφάλαιο. Η ανάγκη τους όμως να μην χάσουν το τρένο της συμμετοχής στην κυβέρνηση και στον κρατικό μηχανισμό, τους οδήγησε στην υποστολή της σημαίας της κριτικής. Παρ’ όλα αυτά, η κίνησή τους ήταν προάγγελος μιας σοβαρής και ανοικτής διάσπασης μέσα στην ηγετική πλειοψηφία, που θα έρθει αναπόφευκτα μετά την εκλογή του κόμματος στην κυβέρνηση, όταν οι πιέσεις από τα δυο βασικά ταξικά στρατόπεδα της κοινωνίας πολλαπλασιαστούν πάνω στο κόμμα.

Ο κύριος κορμός της αριστεράς του κόμματος, η «Αριστερή Πλατφόρμα», αντί σαν αποτέλεσμα της δεξιάς στροφής της ηγετικής ομάδας να εμφανίζει την εικόνα μιας ανερχόμενης, υποψήφιας πλειοψηφικής τάσης, βρίσκεται σε στασιμότητα, εξαιτίας της οργανικής τάσης πολλών ηγετικών στελεχών της να διεκδικήσουν ισότιμη συμμετοχή στην κυβερνητική εξουσία.

Η ηγεσία της «Αριστερής Πλατφόρμας» έχει μετατοπιστεί και αυτή σαφέστατα προς τα δεξιά, καθώς έχει πλέον αυτοπεριοριστεί στην υπεράσπιση των συνεδριακών θέσεων του κόμματος και έχει παραιτηθεί από ορισμένες πιο ριζοσπαστικές θέσεις που υπεράσπιζε παλιότερα, ιδιαίτερα σχετικά με το χρέος.

Η συνολική αυτή μετατόπιση προς τα δεξιά όλων των βασικών ηγετικών μερίδων, προετοιμάζει αναμφίβολα μια ακόμα μεγαλύτερη κίνηση προς τα δεξιά στην κυβέρνηση. Το βέβαιο είναι ότι η ηγεσία ερχόμενη αργά ή γρήγορα στην κυβέρνηση θα βρεθεί ανάμεσα σε αντίθετες, κολοσσιαίες ταξικές πιέσεις.

Η ίδια, για να μπορέσει να σταθεροποιηθεί στοιχειωδώς στην κυβέρνηση, είναι υποχρεωμένη να ξεκινήσει τη μερική έστω εφαρμογή των μέτρων που εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ. Αυτό θα αποτελέσει «casus belli» για την τρόικα και την αστική τάξη, που δεν πρόκειται να ανεχθούν ένα ειρηνικό «ξήλωμα» των Μνημονίων.

Από την πρώτη στιγμή της κρίσης, οι μαρξιστές τονίσαμε ότι Ο κευνσιανός δρόμος ενός νέου «Νιού Ντήλ» που υπερασπίζει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ο δρόμος των μαζικών κρατικών επενδύσεων και της αύξησης των μισθών πάνω στο σαθρό έδαφος του ελληνικού καπιταλισμού, είναι ένας φανταστικός δρόμος, που υπάρχει μόνο στα μυαλά των ρεφορμιστών. Όπως τόνιζε ο Τρότσκι στο θαυμάσιο δοκίμιο του 1937 με τίτλο ο «Μαρξισμός και η Εποχή μας», «..Η πολιτική του «Νιου Ντήλ», είναι δυνατή μόνο σ’ ένα πολύ πλούσιο έθνος και μόνο για μια ορισμένη περίοδο..».

Η τρόικα και συγκεκριμένα το αληθινό αφεντικό του ελληνικού προγράμματος, η Γερμανία, θα επιχειρήσει να δείξει παραδειγματική σκληρότητα στις απαιτήσεις της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα στις υπόλοιπες κυβερνήσεις του Νότου, στην ηγεσία του PODEMOS, αλλά και συνολικά στην εργατική τάξη της Ευρώπης. Η ελληνική αστική τάξη χρησιμοποιώντας τα ελεγχόμενα ιδιωτικά ΜΜΕ θα εξαπολύσει μια φανερή, μανιασμένη επίθεση κατηγορώντας την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ότι θέτει σε αμφισβήτηση τη διεθνή θέση της χώρας, αλλά και μια «υπόγεια», με υπονομευτικές πράξεις σαμποτάζ, αξιοποιώντας την κυρίαρχη θέση της οικονομία και τον κρατικό μηχανισμό.

Από την άλλη πλευρά, η εργατική τάξη, ενθαρρυμένη από την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να κινητοποιηθεί για να πιέσει την κυβέρνηση να μην υποχωρήσει και να στείλει το δικό της μήνυμα πυγμής σε κεφάλαιο και τρόικα.

Αυτή η πίεση θα δημιουργήσει μια πολύ τεταμένη εσωκομματική κατάσταση στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην ηγεσία θα σχηματιστεί αναπόφευκτα ένα τμήμα στελεχών που θα ζητούν υποχωρήσεις από τις δεσμεύσεις και θα απαιτήσουν τη συνεννόηση με τα αστικά κόμματα για να αντιμετωπιστεί «από κοινού» η αδιαλλαξία της τρόικας.

Ένα άλλο τμήμα της ηγεσίας, πιθανότατα ο κύριος κορμός θα προσπαθήσει πιθανά να κρυφτεί πίσω από το τέχνασμα του δημοψηφίσματος. Αναπόφευκτα όμως, ένα τρίτο ηγετικό τμήμα, σπρωγμένο από την πίεση της βάσης θα υποστηρίξει της γραμμή μιας σύγκρουσης.

Πάνω σε αυτή τη βάση, θα ανοίξει σε όλο το φάσμα του κόμματος μια διαδικασία συζήτησης για το τι πρέπει να γίνει. Το ενδιαφέρον της εργατικής τάξης και της νεολαίας για τη συζήτηση αυτή θα ανέβει στο κατακόρυφο. Μια θυελλώδης διαδικασία αναδιάταξης των συσχετισμών ανάμεσα στις τάσεις θα λάβει χώρα στο κόμμα, με την κύρια κατεύθυνση της βάσης κάτω από την πίεση της εργατικής τάξης να βρίσκεται προς τ’ αριστερά.

Η δημιουργία νέων κεντριστικών ρευμάτων από τα σπλάχνα της αριστεράς του κόμματος θα είναι πολύ πιθανή. Σε αυτές τις συνθήκες, μια επαναστατική τάση, με ξεκάθαρες ιδέες μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για χιλιάδες αγωνιστές, μέλη και υποστηρικτές του κόμματος.

Η ηγεσία του ΚΚΕ επιχείρησε με μια αριστερή στροφή στο πρόγραμμα του κόμματος στο συνέδριο του 2013 να διασκεδάσει την ολοκληρωτική της αδυναμία να αξιοποιήσει την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και την εμφάνιση μιας προεπαναστατικής περιόδου στην κοινωνία.

Όμως άθελά της, σαν τον μαθητευόμενο μάγο, έφερε στην επιφάνεια δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει. Με την τυπική εγκατάλειψη της θεωρίας των σταδίων, ουσιαστικά και ανεξάρτητα από τις προθέσεις της έχει θέσει στο προσκήνιο την ανάγκη κριτικής απόρριψης ολόκληρης της πολιτικής του σταλινισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και μετά.

Ο τυπικός εκτοπισμός της αντίληψης της «θεωρίας των σταδίων» από το πρόγραμμα του ΚΚΕ δεν συνοδεύεται από τον εκτοπισμό και της επιζήμιας αντανάκλασής της στις αναλύσεις, την κεντρική πολιτική γραμμή και την τακτική του κόμματος.

Η ρίζα της «θεωρίας των σταδίων», που αναβάλει την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό για ένα ενδιάμεσο στάδιο δημοκρατικού – φιλολαϊκού καπιταλισμού, είναι η απουσία εμπιστοσύνης στη δυνατότητα της εργατικής τάξης να αλλάξει την κοινωνία.

Αυτή την απουσία τη βλέπουμε διάχυτη σε όλο το φάσμα της πολιτικής της ηγεσίας του ΚΚΕ σήμερα. Σύμφωνα με την ηγεσία του ΚΚΕ, η εργατική τάξη εμφανίζεται να βρίσκεται σε μια μόνιμη κατάσταση πολιτικής ανωριμότητας.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην εργατική τάξη οδηγεί την ηγεσία του ΚΚΕ στην υιοθέτηση μιας εντελώς παθητικής τακτικής μέσα στο εργατικό κίνημα. Η μικρή δεξιά διάσπαση του «Εργατικού Αγώνα» και η ημι-επίσημη ρήξη με τον δημοφιλή Ν. Μπογιόπουλο είναι μόνο το ο προάγγελος των εσωκομματικών κρίσεων που θα ακολουθήσουν, πιθανά μετά από μια νέα δεινή εκλογική ήττα και τις πιέσεις το ΚΚΕ να δώσει ψήφο ανοχής σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Σε κάθε περίπτωση, το ΚΚΕ έχει αντικειμενικά να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις ταξικές και πολιτικές εξελίξεις.

Με μια γνήσια λενινιστική πολιτική και τακτική, το ΚΚΕ θα μπορούσε ήδη να έχει δημιουργήσει όλες τις πολιτικές προϋποθέσεις για μια νικηφόρα σοσιαλιστική επανάσταση στη χώρα. Αντίθετα με τη σεχταριστική πολιτική της σταλινικής του ηγεσίας, έχει καταφέρει να μετατρέψει μια μεγάλη ιστορική ευκαιρία σε αφορμή εκδήλωσης μια μόνιμης κρίσης και πολιτικής στασιμότητας για το κόμμα.

Ασφαλώς η δεξιά πορεία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση θα αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία για την ανάπτυξη της επιρροής του ΚΚΕ.

Αναμφίβολα ένα τμήμα της εργατικής τάξης μετά την απογοήτευση από τον ΣΥΡΙΖΑ θα κοιτάξει προς την κατεύθυνση του ΚΚΕ. Όμως με δεδομένη την έμπρακτη απόδειξη της οργανικής αδυναμίας της σεχταριστικής σταλινικής ηγεσίας να αξιοποιήσει τις μεγάλες πολιτικές ευκαιρίες, κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να μιλήσει για το μέγεθος αυτής της αυξημένης επιρροής.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,
η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από την κίνηση της κοινωνικής συνείδησης στα άκρα. Τις παραμονές μιας πολύ σφοδρής σύγκρουσης ανάμεσα στις τάξεις, παλιές και λησμονημένες ιδέες έρχονται στο προσκήνιο στα δυο βασικά ταξικά στρατόπεδα.
Οι αντικειμενικές συνθήκες που οδήγησαν στον περιορισμό των δυνάμεων του γνήσιου μαρξισμού στο πολιτικό περιθώριο, έχουν ήδη αρχίσει να εκλείπουν.

Η εργατική τάξη μαθαίνει μέσα από την εμπειρία της. Είναι καταδικασμένη να ξαναπεράσει από το «σχολείο» του ρεφορμισμού, που θα το ενσαρκώσει σε αυτή την ιστορική συγκυρία πιθανά μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα από τη ζωντανή της πολιτική εμπειρία η τάξη θα προσεγγίσει τις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού. Αν οι μαρξιστές αποτύχουν σήμερα να θεμελιώσουν μια ισχυρή μαρξιστική τάση στη νεολαία, το εργατικό κίνημα και την Αριστερά, τότε η όλη διαδικασία ανάπτυξης της προλεταριακής επανάστασης θα γίνει πιο περίπλοκη, πιο χρονοβόρα και πιο επώδυνη.»

{fcomment}